ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
 

Επετηρίδα του 2024

Η Επετηρίδα του 2024 περιέχει το εορτολόγιο του έτους, σημειωματάριο, τηλεφωνική ατζέντα, τις περιόδους νηστείας και χρήσιμες εκκλησιαστικές πληροφορίες. Το φετινό εγκόλπιο είναι αφιερωμένο για δεύτερη συνεχή χρονιά σε 12 επιπλέον νεοφανείς Αγίους του εικοστού αιώνα.

Σχ. 8,5Χ14, Σελ. 120, Τιμ. 2€.

 

Ημεροδείκτης του 2024

Ο Ημεροδείκτης τοίχου περιέχει εορτολόγιο του έτους 2024 και μηνύματα για την εορτή κάθε ημέρας ή θέματα που αφορούν τη χριστιανική ζωή. Ο ημεροδείκτης κοσμείται με τετράχρωμη εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Κυρίας των Αγγέλων του 17ου αι. εκ της συλλογής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών.

Σχ. 21Χ29, Τιμ. 4€.

 

 

Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος 2024 (Υπό έκδοσιν)

Τα Δίπτυχα της Εκκλησία περιέχουν τις ειδικές τυπικές διατάξεις του μηνολογίου 2024 και είναι αφιερωμένα στην εκκλησιαστική διακονία με αφορμή την επέτειο 1990 ετών από το Μαρτύριο του Αγίου ενδόξου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου.

 
 
 
 

Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας- Ιούλιος
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2023

Ο έβδομος τόμος της σειράς  Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας του μηνός Ιουλίου περιλαμβάνει όλους τους μεγάλους Αγίους και Νεομάρτυρες της Εκκλησίας μας και κοσμείται από σπάνιες και καλαίσθητες έγχρωμες εικόνες. Οι βιβλιογραφικές παραπομπές έχουν μοναδική χρηστικότητα για τον αναγνώστη που επιθυμεί να ερευνήσει ενδελεχώς την ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία της Αγιολογίας και των Συναξαριστών.

Σχ. 17Χ24, Σελ. 618, Τιμ. 20€.

 
 
 

Στρατιωτικοί Ιερείς στα πεδία των μαχών των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) με βάση ανέκδοτο αρχειακό υλικό
Αρχιμ . Μελετίου Π. Κουράκλη

Ο συγγραφεύς, όντας Διευθυντής του Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι ο κατ’ εξοχήν ειδικός επί του θέματος της συμμετοχής των στρατιωτικών ιερέων στις χρυσές σελίδες των απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνικού Στρατού. Στο νέο επιστημονικό του πόνημα εξετάζει επί τη βάσει ανέκδοτων μέχρι σήμερον πηγών τη συμμετοχή των ιερέων στο έπος των Βαλκανικών Πολέμων, την ποιμαντική διακονία τους προς το στράτευμα, αλλά και την ιερατική διακονία που ανέλαβαν στελεχὠνοντας έρημους Ναούς στις απελευθερωθείσες περιοχές. Το έργο προλογίζει ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος και ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Κων. Φλώρος.

Σχ. 17Χ24, Σελ. 720, Τιμ. 15€.

 
 
 

 

Η διαμόρφωσις της θείας Λατρείας- Από το μέσον της β΄ εκατονταετηρίδος έως και της Αλώσεως(1453)
Αρχιμ . Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Καθηγ. Πανεπιστημίου Αθηνών

Το παρόν κείμενο του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών προέρχεται από το μνημειώδες έργο του Εκκλησιαστική ιστορία απ’ αρχής μέχρι σήμερον, αναθεωρημένο από τον συγγραφέα στην β΄ έκδοση του 1959, εκδίδεται δε κατόπιν εισηγήσεως της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Λειτουργικής Αναγεννήσεως. Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη: το εξ αυτών εξετάζει τη οργάνωση της θείας Λατρείας κατά τους πρώτους δύο αιώνες υπάρξεως της Εκκλησίας, το β΄ μέρος κατά τους Γ΄ και Δ΄ αιώνες, ενώ το γ΄ μέρος επικεντρώνεται στη θεία Λατρεία από του Σχίσματος έως και της Αλώσεως.

Σχ. 14X21, Σελ. 96, Τιμ. 5.

 
 
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Η ζωή του - Η δράση του - Οι συγγραφές του - Η σκέψη του - Η προσφορά του - Η μεγαλοσύνη του
Στυλιανού Γ.Παπαδόπουλου, Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η Αποστολική Διακονία με μεγάλη ευαρέσκεια προβαίνει στην εκ νέου επιμελημένη επανέκδοση του έργου του διακεκριμένου Πατρολόγου Καθηγητού, μακαριστού Στυλιανού Παπαδόπουλου, στο οποίο αναδεικνύεται η προσωπικότητα, η θεολογία και το πλούσιο ποιμαντικό έργο του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Ως Πατέρας της Εκκλησίας μας και οικουμενικός διδάσκαλος κατέστη διαχρονικός πνευματικός καθοδηγητής, ο οποίος συνεχίζει να ακτινοβολεί και να μας προσκαλεί στο συμπόσιο της εν Χριστώ πίστεως. Η παρούσα έκδοση φιλοδοξεί στην ευρύτερη προβολή του ορθοδόξου βιωματικού φρονήματος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου στο χριστεπώνυμο πλήρωμα.

Σχ. 17x24, Σελ. 544, Τιμ. 18€.

 
 
 
 

Ο πληγωμένος αετός- Γρηγόριος ο Θεολόγος
Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η αφηγηματική βιογραφία του θεηγόρου πνευματικού φωστήρα της Ορθοδοξίας, Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, συνταχθείσα από τον αείμνηστο πανεπιστημιακό Πατρολόγο Καθηγ. Στυλιανό Παπαδόπουλο. Το εν λόγω πόνημα επανεκδίδεται για δέκατη φορά, είκοσι οκτώ έτη από την πρώτη του έκδοση, παραμένοντας πάντοτε επίκαιρο για τον σύγχρονο χριστιανό, αφού προβάλλει την αληθή ευσέβεια, τον έρωτα για το θείο και το χάρισμα της αρχιερωσύνης. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ως οικουμενικός διδάσκαλος παραμένει διαχρονικά το κλέος της Θεολογίας και ο μύστης της θείας ελλάμψεως.

Σχ. 14Χ21, Σελ. 488, Τιμ. 8€.

 
 
 
 

Ναοί, Μονές και ευαγή Ιδρύματα της Βασιλίδος Κωνσταντινουπόλεως
Raymond Janin

Οι εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος σε συνεργασία με την Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το μοναδικό και μεγαλειώδες έργο του Γάλλου Βυζαντινολόγου και Αρχαιολόγου Raymond Janin (1882-1972) μεταφρασμένο από την γαλλική. Πρόκειται για το πρώτο έργο στην παγκόσμια βιβλιογραφία που καταγράφει την ιστορία των ιερών Τόπων της Πόλης, η οποία συνδέθηκε με τη δόξα, τη χαρά, την πίστη και την ελπίδα του Γένους. Μέσα από τις σελίδες του έργου αναδεικνύεται η Βασιλίδα των πόλεων, η πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Παναγιοσκέπαστη Βασιλεύουσα ως ιερότητα και κάλλος πνευματικό. Το δίτομο έργο κοσμείται από μοναδικού κάλλους εικόνες, σχέδια και μινιατούρες.

 

Τόμ . Α΄: Σχ.21Χ29, Σελ. 528, Τιμ. 35€.

 

Τόμ . Β΄: Σχ.21Χ29, Σελ. 512, Τιμ. 35€.

 
 
 
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ
 

O άγιος Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης

Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Οι Νεομάρτυρες του Γένους
, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2021, σελ. 397-400

O άγιος Ιερομάρτυς Χρυσόστομος (Καλαφάτης, 1867-1922) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Γεννήθηκε στην Τρίγλια της Βιθυνίας, στην Προποντίδα. Ήταν υιός του Νικολάου Καλαφάτη και της Καλλιόπης Λεμωνίδου και παιδί 8μελούς οικογενείας. Ο πατέρας του ήταν νομομαθής και αντιπροσώπευε συμπολίτες του ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων και φρόντισε για την καλή μόρφωσή του από μικρή ηλικία. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1901, ενώ παράλληλα είχε χειροτονηθεί Διάκονος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Το 1897 κατέλαβε το αξίωμα του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου, προσφέροντας σημαντική υπηρεσία από τη θέση αυτή και το 1902 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Δράμας, ξεκινώντας ευρύ ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο. Η ποιμαντορία του στην πόλη αυτή συνέπεσε με τον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908) και αγωνίσθηκε κατά της βουλγαρικής βίας και προπαγάνδας, για την παλινόρθωση και στήριξη του ελληνικού στοιχείου. Ο ίδιος ανέλαβε προσωπικό αγώνα στην περιοχή κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων (ενόπλων παραστρατιωτικών). Στην Δράμα, εκτός των άλλων, ανέπτυξε αξιόλογη κοινωνική και φιλανθρωπική δράση και ίδρυσε ορφανοτροφείο και γηροκομείο, ανήγειρε μεγάλο ναό, έκτισε εργατικές κατοικίες για τους καπνεργάτες, μέγαρο για την Μητρόπολη, Σχολή αρρένων και θηλέων, νοσοκομείο και γυμναστήριο. Οι δραστηριότητές του όμως προκάλεσαν ανησυχία στην τουρκική διοίκηση και γι’ αυτό απομακρύνθηκε δύο φορές από την θέση του.

Το 1910 έγινε Μητροπολίτης Σμύρνης και άμεσα κάλεσε τους χριστιανούς να εργαστούν με ομόνοια και αγάπη για την επίτευξη των κοινών τους στόχων. Η δράση του και εδώ υπήρξε ανάλογη με εκείνη στην Δράμα. Έκτισε μέγαρο για την Μητρόπολη, το κτίριο του Ομηρείου Παρθεναγωγείου, ίδρυσε γυμναστήριο, οργάνωσε συσσίτια για τους πτωχούς και άσυλα για τους αστέγους και βοήθησε στην ανοικοδόμηση της Ευαγγελικής Σχολής. Επίσης, εξέδιδε το περιοδικό «Ιερός Πολύκαρπος».

Η εθνική του δράση αρχίζει το 1914, όταν διωκόμενοι Έλληνες από τις γύρω περιοχές συνέρρεαν στην Σμύρνη αναζητώντας καταφύγιο. Με πρωτοβουλία του περιθάλπονταν χιλιάδες πρόσφυγες, με αποτέλεσμα ο ευρωπαϊκός Τύπος να τον αποκαλεί «ομηρικό ήρωα». Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου απομακρύνθηκε από τη θέση του (1914-1918) και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε συνοδικός στο Πατριαρχείο. Τότε έγραψε το βιβλίο «Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και η Νέα Τουρκία», όπου και κατέγραψε με λεπτομέρειες τους διωγμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους Νεότουρκους (1908 κεξ.).

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτή την εποχή με υπόμνημά του παρακινούσε τον τότε γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ να ταχθεί με το μέρος των συμμάχων, εγκαταλείποντας την πολιτική της ουδετερότητας και τασσόμενος υπέρ της πολιτικής του Βενιζέλου.

Κατόπιν, επανήλθε στην Σμύρνη όπου έγινε δεκτός από τον λαό με ενθουσιασμό. Κατόρθωσε τότε να απομακρύνει από την θέση του τον Τούρκο στρατηγό Νουρεντίν ( Nuredin Pasa), κύριο υπεύθυνο των διωγμών. Στις 2 Μαΐου 1919 ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και ο Χρυσόστομος υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό. Αργότερα, ύστερα από τις πολιτικές ενέργειες των κυβερνώντων, υποχρεώθηκε εκ νέου να περιθάλψει χιλιάδες πρόσφυγες, που συνέρρεαν στην Σμύρνη τον Αύγουστο του 1922. Το τέλος για τον Χρυσόστομο πλησίαζε. Παρά το γεγονός ότι του δόθηκε η δυνατότητα να εγκαταλείψει την Σμύρνη και να σωθεί δεν το έπραξε.

Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, ενώ ο τουρκικός στρατός ήλεγχε πλήρως την Σμύρνη, ένας Ιταλός καθολικός ιερέας ενημέρωσε τους Γάλλους σχετικά με τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε ο Χρυσόστομος. Πολύ σύντομα μια γαλλική περίπολος, αποτελούμενη από είκοσι ναύτες, κατέφθασε στην Μητρόπολη, την Αγία Φωτεινή, με σκοπό να φυγαδεύσει τον Χρυσόστομο. Οι Γάλλοι ζήτησαν από τον Μητροπολίτη να τους ακολουθήσει, είτε στο προξενείο τους, είτε στην καθολική εκκλησία της Sacré Cœur (Ιερά Καρδία του Ιησού). Εκείνος όμως αρνήθηκε, τονίζοντάς τους ότι το καθήκον του υπαγόρευε να παραμείνει με το ποίμνιό του, «ως καλός ποιμένας», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε.

Λίγο αργότερα, κατά τις 19:30, κατέφθασε ένας Τούρκος αξιωματικός, ο οποίος συνοδευόταν από δύο στρατιώτες. Οδήγησαν τον Χρυσόστομο στην πλατεία Διοικητηρίου, μαζί με δύο από τα πλέον εξέχοντα πρόσωπα της Σμύρνης, τον δημογέροντα Γεώργιο Κλιμάνογλου και τον νομικό Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου, εκδότη της γαλλόφωνης εφημερίδας « La Reforme». Η γαλλική περίπολος ακολούθησε τον Μητροπολίτη, ο οποίος βρισκόταν ήδη ενώπιον του Νουρεντίν Πασά. Ο τελευταίος έδωσε εντολή να εκτελεστούν οι δύο Δημογέροντες. Ακολούθως απευθύνθηκε στον Χρυσόστομο, λέγοντάς του: «Εμείς, θα τα βρούμε μαζί», και συνέχισε, εξυβρίζοντάς τον χυδαία και κατηγορώντας τον για την φιλελληνική του στάση και τις ενέργειές του εναντίον του τουρκικού έθνους. Κατόπιν του ανακοίνωσε ότι το «Επαναστατικό Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας», στην Άγκυρα, είχε ήδη αποφασίσει την καταδίκη του σε θάνατο. Ο Τούρκος αξιωματούχος κατευθύνθηκε στο μπαλκόνι του κτιρίου, από όπου αντίκρισε στην Πλατεία Διοικητηρίου την θέα μαινόμενου πλήθους Τούρκων, στους οποίους απηύθυνε τα παρακάτω λόγια: «Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώστε. Αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και εσείς κακό!»

Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή τον Ιερομάρτυρα και τον οδήγησε λίγο πιο πέρα, μπροστά στο κουρείο του Ισμαήλ, ενός Ιταλού προστατευόμενου, εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία λευκή μπλούζα που πήραν από τον κουρέα, άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο, του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα, του ξερίζωσαν την γενειάδα, του έβγαλαν τα μάτια, του έκοψαν την μύτη και τα αυτιά. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ένας Τούρκος πυροβόλησε τον Άγιο δύο φορές στο κεφάλι, δίνοντας τέλος στο μαρτύριό του.

Ο Ρενέ Πυώ, στο βιβλίο του «Ο θάνατος της Σμύρνης», αναφέρει μια σειρά από αυτόπτες μάρτυρες που είδαν με τα μάτια τους αυτό, αλλά και όλα τα υπόλοιπα εγκλήματα: «Γυναίκες ατιμάζονταν μπροστά στα μάτια των γονιών και των συζύγων τους. Ένας Έλληνας είδε την σφαγή του πατέρα του και τον βιασμό της κόρης του. Ένας Λεβαντίνος που είδε παρόμοια σκηνή αυτοκτόνησε. Και ακόμη, αφιονισμένοι Τούρκοι στρατιώτες αρπάζουν από τις αγκαλιές μητέρων τα παιδιά τους, τα ξεκοιλιάζουν και τα πετάνε μισοπεθαμένα στα πόδια τους».

Τραγικό υπήρξε και το τέλος των δύο Δημογερόντων που τον συνόδευαν. Ο Γεώργιος Κλιμάνογλου απαγχονίσθηκε, ενώ ο Νικόλαος Τσουρούκτσογλου, αφού τον έδεσαν από τα πόδια σε ένα αυτοκίνητο, τον περιέφεραν στην Σμύρνη, ενώ το κεφάλι του σύρονταν στα λιθόστρωτα καλντερίμια.

Η μνήμη του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ Αγίων Ιερομαρτύρων Αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων, καθώς και των κληρικών και λαϊκών που σφαγιάσθηκαν κατά την Μικρασιατική καταστροφή, εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

 
     
 

Άγιος Αμβρόσιος Μοσχονησίων

Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Οι Νεομάρτυρες του Γένους
, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2021, σελ. 42-44

Ο Άγιος Αμβρόσιος Μοσχονησίων ( Πλειαθός ή Πλειανθίδης, 1872-1922) γεννήθηκε στην Σμύρνη και είχε καταγωγή από τον Τριαντάρο Τήνου. Σπούδασε Θεολογία στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και στην Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Το 1922 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Μοσχονησίων. Κατά την Μικρασιατική Καταστροφή συνελήφθη από τους Τούρκους μαζί με άλλους ιερείς και τάφηκε ζωντανός σε λάκκο έξω από τις Κυδωνίες ( Αϊβαλί) στις 15 Σεπτεμβρίου, είτε, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, βασανίσθηκε, πεταλώθηκε και κατακρεουργήθηκε στην πορεία εκτοπισμού του στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η Αγιοκατάταξη του Ιερομάρτυρος Αμβροσίου Μοσχονησίων, καθώς και των Ιερομαρτύρων Μητροπολιτών, Χρυσοστόμου Σμύρνης, Προκοπίου Ικονίου, Γρηγορίου Κυδωνιών, Ευθυμίου Ζήλων και των συν αυτοίς Μικρασιατών Νεομαρτύρων, πραγματοποιήθηκε το 1992. Η μνήμη του εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως.

 
 
 
ΑΡΘΡΑ
 

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, 
Ο άγιος Χρυσόστομος, ο άγγελος της εν Σμύρνῃ Εκκλησίας,
εκδ. Πνοή, Κόρινθος 1972, σελ. 102-106

«Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον Κόσμον, ώστε «τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας «ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχή « ζωήν αιώνιον». ( Ιωαν. 3. 16).

Εδώ εις τας ολίγας αυτάς λέξεις του Ευαγγελίου, το οποίον αναγινώσκεται κατά την σήμερον Κυριακήν, ήτις συμπίπτει προ της εορτής του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, εις το σύντομον αυτό εδάφιον του Γ'. κεφαλαίου του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον», έχομεν εν επιτομή όλην την Αγίαν Γραφήν εδώ συγκεφαλαιούται το όλον του Ευαγγελίου.

Εδώ τρόπον τινά περιλαμβάνεται της Χριστιανικής θρησκείας όλη η ουσία, καθ' ην η Χριστιανική θρησκεία διακρίνεται όλων των άλλων θρησκειών, ως θρησκεία κατ' εξοχήν της αγάπης, ως θρησκεία έχουσα Θεόν, όστις είναι αγάπη «ο Θεός αγάπη εστί (Α'. Ιωαν. 43,8).

Εδώ κείται ο θεμέλιος λίθος της ημετέρας πίστεως, εφ' ον στηρίζεται η αλήθεια των αληθειών, η οποία δια της ενσάρκου οικονομίας του υιού του Θεού απεκαλύφθη εις όλον το ανθρώπινο γένος, η αλήθεια έκείνη, ήτις αποκαλύπτει τα βάθη της σοφίας και της γνώσεως και τον πλούτον της αγάπης του Θεού, και η οποία, ουδέν πλέον και ουδέν έλαττον, διδάσκει, ει μη ότι ο Θεός ηγάπησε τον άνθρωπον τον αμαρτωλόν περισσότερον του μονογενούς και αγαπητού υιού του, και χάριν της αγάπης ταύτης προς ένα αμαρτωλόν, ένοχον, κατάδικον, αποστάτην, υβριστήν, φονέα, εθυσίασε τον υιόν του, τον αγαπητόν του Μονογενή τον αθώον και Πάναγνον Υιόν του ίνα σωθή και μη απολεσθή ο άνθρωπος, το εξαίρετον και τελειότατον τούτο δημιούργημα του Θεού, «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον ».

Εδώ εν τω εδαφίω τούτω έχομεν εν μικρογραφία παν ότι επιθυμούμεν να γνωρίζωμεν περί της Χριστιανικής ημών θρησκείας, διότι εδώ έχομεν όλοι εκείνο, το οποίον αποτελεί τον πυρήνα και το κέντρον των μεγάλων και σωτηρίων αληθειών, αίτινες δια του Ιησού απεκαλύφθησαν εις τους ανθρώπους και των οποίων την επιτομήν και ανακεφαλαίωσιν δια τόσον ολίγων αλλ' αθανάτων και αθανάτους αληθείας περιεχουσών λέξεων εδίδαξεν ο Ιησούς κατά πρώτον εν τη σπουδαία εκείνη συνομιλία του με τον επίσημον εκείνον νομοδιδάσκαλον του Ισραήλ, τον' Αρχοντα των Ιουδαίων, τον εκ των επισήμων Φαρισαίων Νικόδημον, όστις καίτοι εκ των διδασκαλιών και των θαυμαστών έργων του ελέους και της αγάπης του Ιησού είχε πεισθή, ότι αυτός είναι ο προσδοκώμενος Μεσσίας και απεφάσισε σταθερώς να προσέλθη προς τον Σωτήρα, όμως φοβούμενος δημοσία να πράξη τούτο «ίνα μη αποσυνάγωγος γένηται », προσήλθε κρύφα νύκτωρ προς τον διδάσκαλον των διδασκάλων και έζήτησε να μάθη και ερευνήση την αλήθειαν των αληθειών, ήτις απετέλει το κέντρον της διδασκαλίας του, τον πυρήνα του έργου του και την μικρογραφίαν τρόπον τινά του προσώπου του περί ου και προς ον ο Νικόδημος είπεν « Ραββί οίδαμεν ότι από Θεού ελήλυθας διδάσκαλος» ( Ιωαν. 3,2) και ο Ραββί ούτος τω απεκάλυψε την υψίστην ταύτην αλήθειαν «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός».

Εδώ έχομεν, ως είπον ανωτέρω, ευσεβείς μου αναγνώσται, παν ό,τι ποθούμεν και ημείς να γνωρίζωμεν ως και ο Νικόδημος περί της ημετέρας πίστεως και της δι΄ αυτής σωτηρίας των αθανάτων ημών ψυχών. Και ίνα τούτο μη διολισθήση εις την επιφάνειαν της διανοίας μας, αλλά πέση εις τα βάθη των αθανάτων ημών ψυχών, ως συνέβη και εις τον Νικόδημον, έπρεπε να ερμηνεύσω προς υμάς όλην την περί αναγεννήσεως πρώτην και θαυμαστήν ταύτην ομιλίαν του Ιησού προς τον Νικόδημον · αλλ' επειδή τούτο είναι έργον υπέραντλον, περί του οποίου και άλλοτε θα λάβωμεν ή ημείς ή άλλος συνεργάτης αφορμήν και πολλάκις ίσως να λαλήσωμεν εν τω « Ιερώ Πολυκάρπω » δια τούτο σήμερον παραπέμπων υμάς να μελετήσετε ολόκληρον το Γ'. κεφάλαιον του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εγώ θ' αρκεσθώ όπως προσελκύσω τας ψυχάς υμών, ίνα εμβαθύνωσι εις το τόσον σπουδαίους λόγους περιλαμβάνον τούτο εδάφιον «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον κ.τ.λ. διηγούμενος προς υμάς ιστορίαν, ήτις έστω και ωχρώς, αλλ' όμως επαρκώς δίδει σαφή ιδέαν της εν τω εδαφίω τούτω περιεχομένης αληθείας, ως είπον, των αληθειών περί του πόσον ηγάπησε, και πόσον εξ αγάπης υπέφερε και εις οίαν εξ αγάπης θυσίαν προέβη ο Θεός υπέρ ημών, και η οποία ιστορία αρπάζει και ημάς εκ του τραχήλου και μας περισφίγγει και μας αναγκάζει να σκεφθώμεν σοβαρώς τι και ημείς χρεωστούμεν απέναντι της αγάπης ταύτης, ην ο θεός ηγάπησεν ημάς.

Εις τινα πόλιν έζων δύο αδελφοί· ο νεώτερος έζη βίον άσωτον και αμαρτωλόν. Ο πρεσβύτερος ήτο άνθρωπος ευσεβής, χρηστός και ενάρετος. Συχνότατα συνεβούλευε τον νεώτερον ο πρεσβύτερος, και μετά δακρύων τον ικέτευε ν' αφήση τον αμαρτωλόν και άσωτον βίον · αλλ' ο νεώτερος εβυθίζετο οσημέραι βαθύτερον εις την αμαρτίαν, την οποίαν εφαίνετο μη δυνάμενος να χορτάση.

Κατά μίαν βαθείαν και σκοτεινήν νύκτα, οπότε ο μεν νεώτερος διεσκέδαζεν εν ασωτία και παραλυσία, ο δε πρεσβύτερος ενθέρμως προσευχόμενος προς τον Θεόν περί της σωτηρίας του αδελφού του, ηγρύπνει και ανέμενεν αυτόν πότε να επανέλθη εις τον οίκον, περί το μεσονύκτιον ηκούσθησαν ορμητικά και επανειλημμένα κτυπήματα εις την θύραν του οίκου του· ο πρεσβύτερος έδραμε ν' ανοίξη και βλέπει τον νεώτερον άδελφόν του ορμώντα και εισερχόμενον χλωμόν, τεταραγμένον τρέμοντα με ενδύματα στάζοντα αίμα, και παρακαλούντα τον πρεσβύτερον, «σώσον με, αδελφέ μου, κρύψον με εις ασφαλές μέρος, με καταδιώκουν· εσκότωσα άνθρωπον · ιδού το αίμα του, το οποίον βλέπεις»... πού να τον κρύψη δια να μη τον εύρωσι ! Χωρίς να το συλλογισθή πολύ τω είπε: αδελφέ δος μοι τα καθημαγμένα φορέματά σου, λάβε και ενδύθητι την ιδικήν μου καθαράν στολήν και κρύφθητι εις το σκοτεινόν εκείνο δωμάτιον»...

Δεν είχον παρέλθη πολλαί στιγμαί, και ηκούσθησαν ορμητικά πάλιν κτυπήματα εις την θύραν και εισήλθε πλήθος αστυνομικών υπαλλήλων εν τω οίκω «εδώ εισήλθεν ο φονεύς λέγει ο εις· εδώ ακριβώς επανέλαβεν άλλος, άλλως τε η κατοικία αύτη από πολλού χρόνου είναι υπό επιτήρησιν». Επλησίασαν οι αστυνόμοι τον πρεσβύτερον αδελφόν, όστις μόνος επαρουσιάσθη, τον παρετήρησαν ατενώς από κεφαλής μέχρι ποδών και τον ηρώτησαν «είσαι συ ο φονεύς;». Εκείνος εσιώπησε. Τι ερωτάτε αν είναι ο φονεύς, δεν βλέπετε την αιματωμένην ενδυμασίαν του είπον άλλοι, δέσατε τας χείρας και σύρατε αυτόν εις την φυλακήν διέταξεν ο αρχηγός. Τον απήγαγον, χωρίς ούτος να θέληση να προφέρη λέξιν.

Ετέθη αμέσως υπό αυστηράν ανάκρισιν, αλλ' αυτός δεν απεκάλυπτε τίποτε. Εδικάσθη κατά νόμον και κατεδικάσθη, διότι όλα τα τεκμήρια ότι αυτός ήτο ο φονεύς από της σιωπής του μέχρι της αχνιζούσης από θερμόν αίμα φονευθέντος ανθρώπου ενδυμασίας του εμαρτύρουν περί της ενοχής του. Μαρτύρων ανάγκη ότι αυτός ήτο ο φονεύς δεν υπήρχε. Πλην οι δικασταί δια τελευταίαν φοράν τον ηρώτησαν : «επιθυμείς και έχεις να είπης τι προς δικαιολογίαν σου»; Και εκείνος μετά φωνής σταθεράς και αποφασιστικής απήντησε «δεν επιθυμώ και ουδέν έχω να είπω», και έκυψε την κεφαλήν του πάλιν σιωπών, φοβούμενος μήπως οι οφθαλμοί ή οι λόγοι του προδώσωσι την αθωότητά του· ως ήτο επόμενον, κατεδικάσθη εις θάνατον.

Την παραμονήν της ημέρας της εκτελέσεως της θανατικής ποινής ο κατάδικος απροσδοκήτως ωμίλησεν. Εκάλεσε τον Διευθυντήν των φυλακών παρ' εαυτώ και τω είπε: «Λάβετε την καλωσύνην να εκπληρώσητε μίαν ταπεινήν παράκλησιν θνήσκοντος ανθρώπου. Δότε μοι χάρτην, ίνα γράψω γράμμα και δότε μοι ιεράν ενώπιον Θεού υπόσχεσιν ότι δεν θ' αποσφραγίσητε το γράμμα μου μέχρι του θανάτου μου, και μετά τον θάνατόν μου ότι θα το αποστείλητε προς ον διευθύνεται. Να είσθε δε βέβαιος ότι ουδεμία κακή πρόθεσις κρύπτεται εν τη πράξει μου ταύτη».

Ο Διευθυντής των φυλακών, παρατηρήσας το πρόσωπον του καταδίκου, όστις ήτο τόσον ήσυχος και πραΰς, και εις το πρόσωπόν του έλαμπε φως ζωηρόν και υπερκόσμιον, δεν ετόλμησε ν' αρνηθή την χάριν ταύτην εις τον ένοχον, του οποίου η ψυχή εφαίνετο ωσάν να είχε χυθή όλη εις την παράκλησιν και επιθυμίαν του εκείνην.

Ο κατάδικος, αφ' ου την νύκτα έγραψε την επιστολήν, αφ' ου γονυκλινής επί μακρόν προσηυχήθη, εκοιμήθη ήσυχος και ατάραχος· εξημέρωσε και τον ωδήγησεν εις το ικρίωμα και την λαιμητόμον. Εκεί εστάθη σοβαρός και ωσάν να ίστατο εις το κατώφλιον της αιωνιότητος, βλέπων εις άλλον κόσμον, πάλιν προσηυχήθη ατάραχος και μετ' ολίγα λεπτά ο δήμιος εξετέλεσε το χρέος του και όλα ετελείωσαν.

Απεσταλμένος του Διευθυντού των φυλακών με εσφραγισμένον το γράμμα εκείνο έκρουσε την θύραν της κατοικίας των δύο αδελφών. Άνθρωπος νέος με χλωμόν, τεταραγμένον και περίφοβον πρόσωπον έλαβε το γράμμα, ητένισεν επ' αυτού ως παραζαλισμένος και έπειτα αποσυρθείς κατά μόνας το απεσφράγισε, το ανέγνωσε, και... κραυγή άλγους και στεναγμού βαθυτάτου εξέφυγεν εκ του στήθους του. Ώρμησεν εις την θύραν ως παράφρων, έτρεμεν όλος, και ωλοφύρετο γοερώς...

Τι ήτο γεγραμμένον εν τη επιστολή; όχι πολλαί γραμμαί, μόνον μερικαί λέξεις: Ιδού αυταί: «Αύριον εγώ με την ιδικήν σου ενδυμασίαν και δια την προς σε αγάπην μου αποθνήσκω υπέρ σου. Μόνον προς ανάμνησίν μου σε ικετεύω ον με την ιδικήν μου ενδυμασίαν να ζήσης πλέον δικαίως και χρηστώς».

Δια την προς σε αγάπην μου αποθνήσκω υπέρ σου· αι λέξεις αύται εξύπνησαν από της νάρκης τον νεώτερον αδελφόν και εισέδυσαν εις τα έγκατα της καρδίας του της παγωμένης και απολιθωμένης πρότερον από της αμαρτίας και ύστερον από του φόβου. Αμέσως ανεγεννήθη και εφώναξεν «αποθνήσκει υπέρ εμού:' Ισως δεν απέθανεν ακόμη!» και ώρμησεν έξω της θύρας, και διηυθύνθη δρομέως εις τας φυλακάς προς σωτηρίαν του αδελφού του. Εζήτει να ίδη επιμόνως τον Διευθυντήν των φυλακών και τόσον ικέτευε χύνων δάκρυα θερμά, ώστε τον ωδήγησαν προς τον Διευθυντήν οι φύλακες. Ότε δε ούτος είδε το γράμμα και ενεθυμήθη την επιθανάτιον παράκλησιν, το ήρεμον βλέμμα, την σοβαράν σιωπήν, την θερμήν προσευχήν του καρατομηθέντος, δεν ηδυνήθη να κρατήση τα δάκρυα και τους λυγμούς του και εν μεγάλη συγκινήσει έφερε και το γράμμα και τον νεώτερον αδελφόν προς τους δικαστάς. Εκεί ούτος ωμολόγησε τα πάντα τον παρελθόντα άσωτον και αμαρτωλόν βίον του, το πρόσφατον έγκλημα, την αλλαγήν της ενδυμασίας, την αγάπην του αδελφού, ούτινος το γράμμα εν μέσω λυγμών ανέγνωσε, και ετελείωσε με την προς τους δικαστάς ικεσίαν : «θανατώσατε και εμέ, εμέ τον ένοχον περιπλέον και του φόνου του αδελφού μου»... Αλλά προ των οφθαλμών των δικαστών η επιθανάτιος εντολή του καρατομηθέντος αδελφού ότι αποθνήσκει υπέρ του αδελφού του, ήτο ιερά, και δεν ετόλμησαν να την παραβιάσωσι. Τηλικαύτη θυσία να χαθή ανωφελώς! Ητένιζον και αυτοί δακρύοντες προς τον ένοχον εκείνον, όστις υπήρξε το αντικείμενον τόσης αγάπης εκ μέρους του αδελφού του, και έκριναν παμψηφεί ότι ου μόνον να θανατώσωσιν αυτόν δεν είχον δικαίωμα, αλλ' ουδέ να τον συλλάβωσι καν. Με την επιστολήν εις τας χείρας επέστρεψεν εκείνος εις την κατοικίαν του, και εκεί με κατεσπαραγμένην καρδίαν ανεφώνησε προς τον Θεόν, εξέχεε την άφατον θλίψιν του, και έδωκε την ειλικρινή μετάνοιαν και εξομολόγησίν του ενώπιόν Του.

«Θεέ μου, έλεγε μετά δακρύων, δεν αφήκες εγώ ν' αποθάνω υπέρ της αμαρτίας μου, άλλος απέθανεν υπέρ εμού. Βοήθησόν μοι νυν κατά της αμαρτίας μου, και δος μοι αξίως να φορώ την ενδυμασίαν του υπέρ εμού αποθανόντος, και μηδέποτε κηλιδώσω αυτήν πλέον».

Από του καιρού εκείνου οι άνθρωποι δεν τον ανεγνώριζον πλέον· ήτο ο τύπος του εναρέτου Χριστιανού, οι πρώην κακοί σύντροφοί του πολλάκις και πάλιν προσεπάθησαν να τον καταπείσωσι να τους ακολουθήση... αλλ' εις πάντας τούτους έδιδεν αποφασιστικώς μίαν απάντησιν «Με αυτήν την ενδυμασίαν του αδελφού μου δεν είναι πλέον δυνατόν να σας ακολουθήσω. Ο αδελφός δεν εγνώριζεν αυτούς τους δρόμους και αυτήν την ζωήν».

Έζησεν άγιον και χριστιανικόν βίον, χωρίς να ρυπάνη την στολήν του αδελφού του ποτέ, και αποθανών ενεταφιάσθη με αυτήν την ενδυμασίαν, πρότυπον εναρέτου πολίτου.

Η ιστορία, αναγνώσταί μου, ετελείωσεν· αλλ' η έννοιά της δεν τελειώνει εδώ. Η διήγησις αύτη είναι η ιστορία του αποθανόντος υπέρ ημών πρωτοτόκου «εν πολλοίς αδελφοίς αδελφού μας Ιησού, όστις ουκ επαισχύνεται αδελφούς ημάς καλείν » ( Εβρ, 2,12). Απέθανεν υπέρ ημών, και απέθανεν εξ αγάπης προς ημάς· έλαβε την ημετέραν στολήν, ενεδύθη την ρυπαράν και καθημαγμένην εκ της αμαρτίας ενδυμασίαν των ενόχων ημών, και ενέδυσεν ημάς την άφθαρτον και ακηλίδωτον στολήν του· και με την ιδικήν μας ενδυμασίαν την μολυσμένην και κηλιδωμένην υπό των αμαρτιών μας ωδηγήθη άφωνος ως πρόβατον επί σφαγήν, απέθανεν υπέρ ημών, ίνα ημείς όσοι Χριστόν ενεδυσάμεθα, περιβεβλημένοι τον χιτώνα της αγνότητος και αφθαρσίας, ζώμεν αγνώς και οσίως και δικαίως ως άμωμα και καθαρά τέκνα του Θεού, και κοινωνοί θείας φύσεως κατασταθώμεν.

Το γράμμα το οποίον μας απέστειλεν ο επιθανάτιος αδελφός μας λέγει «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον·» ημείς τι θα είπωμεν εις απάντησιν του γράμματος τούτου: « Ενεδύθημεν τον καινόν άνθρωπον τον κατά Θεόν κτισθέντα ( Εφέσ. 4,24);

+ Ο Σμύρνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
' Ετος 1911

 
 
 
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
 

Αφιέρωμα στον Τίμιο Σταυρό