ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα θέματα των εικονικών παραστάσεων επί των λειτουργικών άμφιων και ο ρόλος αυτών

Τηλέμαχου Ν. Βελέτη

Η διακόσμηση επί των αμφίων, ιδιαίτερα μετά την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι. Παράλληλα λοιπόν με τη χρήση των διακοσμητικών μοτίβων, η νεοσυσταθείσα Εκκλησία αντιλήφθηκε τη δύναμη και τη σπουδαιότητα της εικόνας, με αποτέλεσμα να υιοθετήσει ως διακοσμητικό στοιχείο αυτών εκτός από τα γεωμετρικά μοτίβα, και τις εικονικές παραστάσεις. Πράγματι, η Εκκλησία όχι μόνο τις προσάρτησε στη διακόσμηση επί των αμφίων, αλλά επεξέτεινε τη χρήση τους γενικώτερα. Τοιουτοτρόπως, έχοντας προχωρήσει και στη διαμόρφωση σχετικής θεολογίας η οποία είναι κατά βάση εικονική 1, συνειδητοποίησε δε, ότι μέσω των εικονικών παραστάσεων ήταν ο περισσότερο εύληπτος τρόπος μετάδοσης της διδασκαλίας των πιστών του Ευαγγελικού λόγου. Ωστόσο, όπως αναγιγνώσκουμε σε πηγές, οι εικονικές παραστάσεις την πρώιμη χριστιανική περίοδο και συγκεκριμένα στις αρχές του 3 ου αι. μ.Χ., αφορούσαν κυρίως τα ενδύματα των πολιτών και επ' ουδενί του Κλήρου, διότι όπως έχουμε αναφέρει τα ελάχιστα ιερά άμφια με τα οποία ενδυόταν ο Κλήρος ήταν λευκά, και μάλιστα με διακόσμηση απλούστατη, αφορώντας κυρίως γεωμετρικά μοτίβα. Όντως οι απλοί πολίτες έφεραν ενδύματα τα οποία είχαν κεντημένες ιερές εικονικές παραστάσεις, με τους πιο εύπορους καθώς και τους ανώτερους αξιωματούχους πολλές φορές καθ' υπερβολή, καθιστάμενοι σαν κινούμενες 2 εικόνες, προκαλώντας μάλιστα ποικίλλα σχόλια τα οποία τις περισσότερες φορές ήταν αρνητικά. Είναι χαρακτηριστική, η μαρτυρία του μητροπολίτου Αστερίου Αμασείας 3, ο οποίος εκφράζει την αντίθεσή του στις διακοσμητικές υπερβολές, «Όταν ουν ενδυσάμενοι φανώσιν, ως τοίχοι γεγραμμένοι παρά των συντυγχανόντων ορώνται. Και που τα παιδία αυτούς περιίστανται μειδιώντα προς άλληλα, και δακτυλοδεικνούντα την εν τοις ιματίοις γραφήν·» 4.

Πράγματι, όπως αναφέρει στη συνέχεια ο εν λόγω εκκλησιαστικός συγγραφέας, οι εύποροι πολίτες πολλές φορές στην προσπάθειά τους να κάνουν γνωστή την ευσέβειά τους, κατέφευγαν σε υπερβολές στη διακόσμηση των ενδυμάτων τους με παραστάσεις εμπνευσμένες από το Ευαγγέλιο. Επιπροσθέτως, η ανωτέρω άποψη ενισχύεται κι από τον Θεοδώρητο Κύρου 5, ο οποίος αναφέρει ότι ένας συγκλητικός έφερε επί την τήβεννό του διάκοσμο με παραστάσεις από το βίο του Χριστού. Μολαταύτα, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι τα επικριτικά σχόλια των προαναφερθέντων συγγραφέων αφορούν όχι τη διακόσμηση αυτή καθ' εαυτή, αλλά το γεγονός της προκλητικότητας δια των πολυτελών ενδυμάτων τους, έστω κι ας μη το επεδίωκαν. Μάλιστα, πολλές φορές, εκτός από τα επικριτικά σχόλια που προκαλούσαν, εκλαμβάνονταν από τα πτωχότερα κοινωνικά στρώματα και ως ένα είδος επίδειξης προς ταπείνωση των πτωχών.

Η Εκκλησία συνειδητοποιώντας πλήρως την αξίαν και διά εικονικών παραστάσεων, της διδασκαλίας της επί των ιερών αμφίων, επέτρεψε αυτήν σταδιακά, μετά δε την πλήρη επικράτησή τους να διαρκεί καθ' όλη τη βυζαντινή περίοδο, από της συστάσεως της αυτοκρατορίας (330μ.Χ.) μέχρι και σήμερα. Προς αυτή την άποψη λειτουργούν επικουρικά οι βίοι των δύο προαναφερθέντων εκκλησιαστικών συγγραφέων, ήτοι του Αστερίου Αμασείας (330-420) και του Θεοδώρητου Κύρου (393-457 μ.Χ.) αντίστοιχα, ώστε και ο γράφων να είμαι σύμφωνος με τον διατυπωθέντα ισχυρισμό, περί της πλήρους επικράτησης των εικονικών παραστάσεων ανάμεσα στο 350 έως το 400μ.Χ 6. Πάρα ταύτα, η Εκκλησία στις αρχές διατήρησε το μέτρο στη διακόσμηση, με τους κληρικούς να ακολουθούν πλήρως τις παροτρύνσεις των εκάστοτε Επισκόπων. Ωστόσο, παρά τις συστάσεις για αυτοσυγκράτηση στις διακοσμήσεις όχι μόνο επί των αμφίων αλλά γενικώτερα σ' όλους τους τομείς της τέχνης, υπήρχαν όχι μόνο λαϊκοί αλλά και ιερείς οι οποίοι τις αγνοούσαν. Απόρροια αυτής κατάστασης ήταν η απόφαση της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου το 691μ.Χ., πατριαρχούντος του Κωνσταντινουπόλεως Παύλου του Γ΄ (687-693), να σταματήσει όχι μόνο την αλόγιστη διακόσμηση των αμφίων, αλλά θέλησε ταυτόχρονα να απαλλαγεί πλήρως από τα προγενέστερα διακοσμητικά θέματα, όπως οι κεφαλές των ζώων, καθώς και οι απεικονίσεις του αμνού. Ούτως, προς επίλυση του εν λόγω ζητήματος, θεσπίσθηκε ο 82 ος κανόνας, προκειμένου η προγενέστερη διακόσμηση σταδιακά να εκλείψει, «Εν τισί των σεπτών εικόνων γραφαίς αμνός δακτύλω του Προδρόμου δεικνύμενος εγχαράττεται, ος εις τύπον παρελήφθη της χάριτος, τον αληθινόν ημίν διά νόμου προϋποφαίνων αμνόν Χριστόν τον Θεόν ημών. Τους ουν παλαιούς τύπους και τας σκιάς, ως της αληθείας σύμβολά τε και προχαράγματα, τη εκκλησία παραδεδομένους κατασπαζόμενοι, την χάριν προτιμώμεν και την αληθείαν, ως πλήρωμα νόμου ταύτην υποδεξάμενοι. Ως αν ουν το τέλειον καν ταις χρωματουργίαις, εν ταις απάντων όψεσιν υπογράφηται, τον του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου αμνού, Χριστού του Θεού ημών, κατά τον ανθρώπινον χαρακτήρα και εν ταις εικόσιν από του νυν, αντί του παλαιού αμνού, αναστηλούσθαι ορίζομεν, δι' αυτού το της ταπεινώσεως ύψος του Θεού Λόγου κατανοούντες, και προς μνήμην της εν σαρκί πολιτείας, του τε πάθους αυτού και του σωτηρίου θανάτου χειραγωγούμενοι, και της εντεύθεν γενομένης τω κόσμω απολυτρώσεως» 7.

Ακόμη, προς την ίδια κατεύθυνση και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787μ.Χ.) η οποία με τον 16 ο κανόνα, ορίζει τόσο για τις υπερβολές στη διακόσμηση των ιερών αμφίων, όσο και των κοσμικών αμφιέσεων τα εξής: «Πᾶσα βλακεία, καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαί εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἑαυτοὺς κοσμοῦντας ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, δι' ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δ' ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς τὰ μύρα χριομένους. Ἐπεὶ δὲ ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα, μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις. καὶ οἱ ταύτην δεξάμενοι, οὐ μόνον τὰς εἰκονικὰς ἀναζωγραφήσεις ἐβδελύξαντο, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν εὐλάβειαν ἀπώσαντο, τοῖς σεμνῶς καὶ εὐσεβῶς βιοῦσι προσοχθίζοντες· καὶ πεπλήρωται ἐπ' αὐτοῖς τὸ γεγραμμένον· Βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια· εἰ εὑρεθῶσι τοίνυν τινὲς ἐγγελῶντες τοῖς τὴν εὐτελῆ καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν περικειμένοις, δι' ἐπιτιμίου διορθούσθωσαν. Ἐκ γὰρ τῶν ἄνωθεν χρόνων, πᾶς ἱερατικὸς ἀνὴρ μετὰ μετρίας καὶ σεμνῆς ἀμφιάσεως ἐπολιτεύετο. Πὰν γὰρ ὃ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος· ἀλλ' οὐδέ ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων πεποικιλμένην ἐσθῆτα ἐνεδέδυντο, οὐδέ τινα προσετίθεσαν ἐτερόχροα ἐπιβλήματα ἐν τοῖς ἄκροις τῶν ἱματίων. Ἤκουσαν γὰρ ἐκ τῆς θεοφθόγγου γλώσσης, ὅτι οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν» 8. Παράλληλα στην εν λόγω Σύνοδο, επιτεύχθηκε και η αναγνώριση της σημασίας των ι. εικόνων ως προς διδακτικό έργο που επιτελούσαν, με αποτέλεσμα να υπάρξει ένας εμπλουτισμός των θεμάτων των εικονικών παραστάσεων επί των ι. αμφίων, συντελώντας έτσι σε μία γενικώτερη αναγέννηση 9 των διαφόρων τομέων της βυζαντινής τέχνης. Ούτως, εστιάζοντας στο αμιγώς εικαστικό κομμάτι, τα θέματα των αμφίων μέχρι και την εικονομαχία ποικίλλουν. Όπως αναφέραμε και ανωτέρω περί της διακόσμησης των αμφίων, απεικονίζονταν είτε γεωμετρικά μοτίβα, είτε υπάρχουν παραστάσεις εμπνευσμένες από γεγονότα και σκηνές της Βίβλου 10 οι οποίες είχαν και εκπαιδευτικό ρόλο, διότι συνέβαλλαν στην καλύτερη δυνατή μετάδοση της Αγίας Γραφής 11. Ακολούθως, προστέθηκαν σκηνές και από την Καινή Διαθήκη 12 και γενικώτερα από την επίγεια ζωή του Χριστού (θαύματα κυρίως και παραστάσεις όπως η Γέννηση του Χριστού, Η Σταύρωση, η Ταφή, η Ανάσταση, η Ανάληψή Του, κτλ.). Επιπροσθέτως, η Εκκλησία δεν αγνόησε την προσφορά των Αγίων 13 της, με αποτέλεσμα οι απεικονίσεις τους επί των αμφίων να είναι συχνές.

Εν συνεχεία, με την επικράτηση ως ανωτέρω περιγράφεται των εικόνων και παράλληλα με την ήδη διαμορφωμένη ορθόδοξη διδασκαλία της πίστεως εμφανίστηκε τον 11 ο αι 14. μία νέα τάση στη διακόσμηση των αμφίων. Οι καλλιτέχνες, απεφάσισαν να υιοθετήσουν θέματα τα οποία εξέφραζαν και απεικόνιζαν καλύτερα το μυστήριο της πίστης μας, καθώς και τη συμβολή των Αγίων και των Αγγέλων, οι οποίοι συνέβαλλαν εξ ίσου τα μέγιστα στη μετάδοση του Ευαγγελίου. Πράγματι, παρά τον πλουραλισμό των γεγονότων που εξιστορούνται εντός του ιερού βιβλίου Καινής Διαθήκης, επιλέχτηκαν από τους καλλιτέχνες, σε συνεργασία ασφαλώς με τους ιεράρχες και με τους κορυφαίους θεολόγους της κάθε εποχής, θέματα που εξέφραζαν καλύτερα το δόγμα 15 της Εκκλησίας. Τοιουτοτρόπως, πηγή έμπνευσης αποτέλεσαν οι Δώδεκα μεγάλες εορτές της Εκκλησίας, το Δωδεκάορτο 16, όπου οι καλλιτέχνες τις απέδωσαν αριστοτεχνικά, όχι μόνο επί των αμφίων αλλά σ' όλους τους κλάδους της Χριστιανικής τέχνης. Συγκεκριμένα οι επιλεγμένες εορτές ήσαν, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση του Χριστού, Τα Εισόδια της Θεοτόκου, η Βάπτιση του Κυρίου, η Έγερση του Λαζάρου, η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, η Είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, η Σταύρωση του Χριστού, η εις Άδου Κάθοδος του Κυρίου, η Ανάσταση Αυτού, η Πεντηκοστή, η Κοίμηση της Θεοτόκου 17. Ασφαλώς, η διακόσμηση των αμφίων ήταν πολλές φορές αλληλένδετη με τους συμβολισμούς που τους είχαν αποδοθεί. Επειδή, ο Διάκονος είχε συνδεθεί με τους αγγέλους, ο διάκοσμος ενός από τα άμφιά του, του Οραρίου, ήταν ο ανάλογος. Όντως, παρατηρούμε στις αρχές να υπάρχουν παραστάσεις με Χερουβίμ, Εξαπτέρυγα, ενώ μετά την Άλωση εμπλουτίσθηκε με σκηνές και από το Δωδεκάορτο , όπως ο Ευαγγελισμός και η Δέηση 18.

Το επόμενο άμφιο του οποίου η διακόσμηση συνδέεται με το συμβολισμό του είναι το επιτραχήλιο, του οποίου οι παραστάσεις είναι εμπνευσμένες τόσο από την Παλαιά όσο και από την Καινή Διαθήκη. Ούτως συναντάμε παραστάσεις με τη Φιλοξενία του Αβραάμ ή του Χριστού ως Μέγα Αρχιερέα καθώς και της Δέησης και του Ευαγγελισμού 19. Το Φαιλόνιο του Πρεσβυτέρου είναι διακοσμημένο με παραστάσεις του Ιησού ως Μεγάλου Αρχιερέως 20. Όσον αφορά τα επισκοπικά άμφια, είναι ευνόητο ότι ήταν πιο εντυπωσιακά διακοσμημένα εν συγκρίσει με τους άλλους δύο ιερατικούς βαθμούς. Πράγματι, ο αρχιερατικός Σάκκος στις αρχές ήταν διακοσμητικά συνδεδεμένος με σκηνές από το Θείο Πάθος 21όπου δι' αυτό το λόγο είχε μόνο σταυρούς, ενώ, ίσως τη μεταβυζαντινή περίοδο, που η χρήση του επεκτάθηκε σ' όλους τους ανώτερους ιερατικούς βαθμούς, προσαρτήθηκαν παραστάσεις, όπως η Ενσάρκωση του Λόγου, η Λύτρωση δια του Σταυρού 22 κ.α. Όσον αφορά το Ωμοφόριο, οι παραστάσεις συνάδουν απόλυτα με το δογματικό 23 περιεχόμενο της διδασκαλίας της Εκκλησίας, ήτοι συχνά απεικονίζονται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση του Κυρίου, η Βάπτιση 24 Του, κ.α. Τα Επιμάνικα, παρά τη λιτότητα του διακόσμου που επικρατεί στις μέρες μας, εν τούτοις, προγενέστερα εκτός από τα Δωδεκάορτο απεικονίζονταν παραστάσεις από την Παλαιά Διαθήκη, όπως η Φιλοξενία του Αβραάμ 25 κ.α. Ως προς τη διακόσμηση του Επιγονάτιου, παρατηρούμε ότι υπάρχει συνάφεια με το συμβολισμό, όπου οι πιο τακτικές παραστάσεις αφορούσαν, η σκηνή του Νιπτήρα και η εις Άδου Κάθοδος 26 του Σωτήρος Χριστού, ενώ μετά την Άλωση η διακόσμηση εμπλουτίσθηκε και με άλλα θέματα. Ο Μανδύας εκτός από τους ‘ποταμούς', άρχισε να φέρει και διάφορες σκηνές όπως τον Ευαγγελισμό , ενώ ενίοτε είναι διακοσμημένος με τις εικόνες των Τεσσάρων Ευαγγελιστών και τα αποκαλυπτικά σύμβολά τους 27. Η Μίτρα τέλος, διακοσμήθηκε με σκηνές από το Πάθος του Ιησού 28ή εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων.

Ολοκληρώνοντας το πρώτο τμήμα αυτής της ενότητας που αφορούσε τα θέματα των εικονικών παραστάσεων, στις ακόλουθες γραμμές θα επεκταθούμε λεπτομερώς στον συμβολισμό του κάθε αμφίου. Θα διαπιστώσουμε δηλαδή ότι η Εκκλησία, ήδη από την πρώιμη Χριστιανική περίοδο, προσέδωσε σε κάθε άμφιο ξεχωριστό συμβολισμό, προσδοκώντας και εν τέλει πετυχαίνοντας, τη μετάδοση των μηνυμάτων του Ευαγγελίου καθιστώντας και ορατές τις υπερβατικές αλήθειες 29αυτού . Ήδη, λοιπόν, από τον 4 ο αι. μ.Χ. εκκλησιαστικοί συγγραφείς, όπως ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης 30, συνέβαλλαν τα μέγιστα ώστε τα άμφια των κληρικών να αποκτήσουν τον απαραίτητο συμβολισμό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους πιστούς κάθε φορά που μετέχουν στη Θ. Λειτουργία να γίνονται αυτόπτες μάρτυρες των διδασκαλιών του Ευαγγελίου.

Επιπροσθέτως, ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και Πατέρες που ασχολήθηκαν με το συμβολισμό των ιερών αμφίων ήταν κι ο Συμεών Θεσσαλονίκης (1416-1429) ο οποίος ήταν ο τελευταίος που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το εν λόγω θέμα, με τη συμβολή του να είναι τεράστια όχι μόνο διότι συγκέντρωσε τους ήδη υπάρχοντες συμβολισμούς, στους οποίους βέβαια έδωσε και το δικό του στίγμα, αλλά ύστερα από τη σταδιακή προσάρτηση νέων αμφίων στο βεστιάριο του Κλήρου, απέδωσε και νέους. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού ο Συμεών είχε ως κύριο άξονα όχι μόνο την Καινή Διαθήκη 31 που αφορούσε το σύνολο της πραγματείας του, αλλά ιδιαίτερα για τα αρχιερατικά άμφια ο πυρήνας ήταν η Ενανθρώπιση 32 του Υιού και Λόγου του Θεού.

Ο συμβολισμός των αμφίων ανά τους αιώνες προσέλαβε διαφορετικό περιεχόμενο. Έτσι, οι επικρατούντες συμβολισμοί που ξεκίνησαν από τον 4 ο αι. μ.Χ. και διατηρήθηκαν μέχρι τον 11 ο αι. μ.Χ. ήταν ο ηθικός 33, διότι καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα άμφια συμβόλιζαν την ενάρετη και καθαρή ψυχή. Εν συνεχεία, το 12 ο αι., όπως αναφέραμε και πιο πάνω, οι συμβολισμοί των ιερών αμφίων απέκτησαν και δογματική 34 διάσταση, δεδομένου ότι τα θέματα των εικονικών παραστάσεων, αποτελούσαν μία εικαστική ερμηνεία των δογμάτων της διδασκαλίας της πίστεως της Εκκλησίας. Το 13 ο αι. ο συμβολισμός έχει ως κέντρο αναφοράς το Θείο Πάθος 35, όπου ορισμένα άμφια όπως η αρχιερατική Μίτρα να παρομοιάζεται με το Ακάνθινο Στεφάνι το οποίο οι στρατιώτες έπλεξαν και επέθηκαν επί την κεφαλήν του Κυρίου και γονυπετήσαντες προσκυνούσαν περιπεχτικά Αυτού (Ματθ. Κζ, 29). Ο τελευταίος συμβολισμός ήταν ο αλληγορικός 36, κατά τον οποίο στην αέναη μάχη ενάντια στο κακό, ο Κλήρος έχει ως εφόδια τα ιερά άμφια, τα οποία με τις παραστάσεις τους που επιτελούσαν και διδακτικό έργο, συμβάλλουν και στη νίκη της ορθοδόξου πίστεως.

Ακολούθως θα αναφερθούμε στον συμβολισμό του κάθε αμφίου ξεχωριστά, ξεκινώντας από τον ιερατικό βαθμό του Διακόνου. Τοιουτοτρόπως, το Στιχάριο λόγω του λευκού χρώματος συμβόλιζε την καθαρότητα της ψυχής του σώματος των Διακόνων, καθώς και τη λαμπρότητα, με το Συμεών Θεσσαλονίκης να αναφέρει, «Ο δή στιχάριον την φωτεινήν των αγγέλων εμφαίνει περιβολήν· ούτω γαρ πολλάκις φωτεινήν εσθήτα περιβεβλημένοι ώφθησαν άγγελοι, ως και ο εν τω μνήματι λευκήν εσθήτα ενδεδυμένος. Αλλά και το καθαρόν και αμόλυντον εικονίζει της ιερατικής τάξεως, δι' ην καθαρότητα…» 37.

Το Οράριο προσέλαβε δύο διαφορετικούς συμβολισμούς εκ των οποίων επεκράτησε ο δεύτερος. Ο πρώτος αποδόθηκε από τον Ισίδωρο Πηλουσιώτη (360-440 μ.Χ.), ο οποίος ταύτισε το εν λόγω άμφιο με το λέντιο που χρησιμοποίησε ο Κύριος κατά τη νίψη των ποδιών των μαθητών ως ένδειξη ταπεινότητας, «η οθόνη, μεθ' ης λειτουργούσιν εν τοις αγίοις οι διάκονοι, την του Κυρίου αναμιμνήσκει ταπείνωσιν, νίψαντος τους πόδας των μαθητών, και εκμάξαντος» 38. Αντιθέτως, η πλειοψηφία των Πατέρων το λέντιο το ταύτισε με τις πτέρυγες των αγγέλων, με τον Γερμανό Α΄ Κωνσταντινουπόλεως (715-730 μ.Χ.) να αναφέρει «Οι δε διάκονοι εις τύπον των αγγελικών Δυνάμεων ταις λεπταίς των λεπτών ωραρίων πτέρυξιν, ως λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα προτρέχουσι» 39, ο δε Θεσσαλονίκης Συμεών να επιβεβαιώνει, τη γνώμη αυτή του Γερμανού με τα εξής: «Τούτο δε γε ως πτερά υπεμφαίνει διά το αϋλόν τε και νοερόν της αγγελικής τάξεως» 40, «Δι' ου και τα Χερουβίμ εκμιμούμενος περιστελλόμενα τας όψεις» 41.

Ως προς τα άμφια του Πρεσβύτερου, θα ξεκινήσουμε με το Επιτραχήλιο, το οποίο και εκείνο έλαβε δύο διαφορετικούς συμβολισμούς. Τοιουτοτρόπως, ο πρώτος αποδόθηκε από τον Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, «Το περιτραχήλιόν έστι το φακεώλιον, μεθ' ου επεφέρετο υπό του αρχιερέως δεδεμένος, και συρόμενος επί το πρόσθεν επί τω τραχήλω ο Χριστός, εν τω πάθει αυτού απερχόμενος. Το δε του επιτραχηλίου δεξιόν μέρος, πέφηνεν ο κάλαμος ον έδωκαν εμπαίζοντες τη δεξιά του Χριστού. Το δε του εξ ευωνύμου μέρους, η του σταυρού βασταγή επί των ώμων αυτού» 42. Στη συνέχεια το 15 ο αι. προστέθηκε ένας νέος συμβολισμός από το Συμεών, «Το δε γε επιτραχήλιον την τελεστικήν και άνωθεν κατερχομένην του Πνεύματος παρίστησι χάριν» 43. Το φαιλόνιο όπως αναφέρει ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων (634-638 μ.Χ.), « Το φελώνιον έστιν ο χιτών ο άρραφος ο εκ του αγίου Πνεύματος εκφανθείς, έστι δε η κόκκινη χλαμύς» 44 , με το Συμεών να συμφωνεί πλήρως με τον άνωθεν συμβολισμό, «Το ιερόν δε φαινόλιον την υψηλοτέραν και άνωθεν χορηγουμένην του Πνεύματος φαίνει δύναμίν τε και έλλαμψιν» 45.

Η ζώνη είχε δύο συμβολισμούς οι οποίες αν και έχουν την ίδια βάση, παρουσιάζουν μία διαφοροποίηση. Συγκεκριμένα, ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων επισημαίνει ότι η ζώνη υπενθυμίζει στον ιερέα 46 τα πνευματικά του καθήκοντα, «Το ζώννυσθαι τον ιερέα δια το είναι αυτόν εν πνευματική διαγωγή διεζωσμένον, και το λογικόν αυτού περισφίγγεσθαι» 47, ενώ κατά το Συμεών συμβολίζει την πνευματική δύναμη που παρέχει στον ιερέα, «Αλλά και το ισχυρόν εικονίζει και το κραταιόν της αυτού δυνάμεως, και έτι την σωφροσύνην» 48.

Εισερχόμενοι στον τρίτο και ανώτερο ιερατικό βαθμό, τον Επίσκοπο όπου θα ξεκινήσουμε την καταγραφή των συμβολισμών των αμφίων του από τα επιμάνικα στα οποία, αποδόθηκαν δύο διαφορετικοί συμβολισμοί. Ούτως, ο πρώτος αποδόθηκε από τον Πατριάρχη Αντιοχείας Θεόδωρο Βαλσαμών, ο οποίος τα παρομοίασε με τις χειροπέδες που έδεσαν τα χέρια του Ιησού, «Τα των πατριαρχών των αγίων επιμάνικα, τας χειροπέδας του Κυρίου δοξάζουσιν, ας εκών υπέστη δια την σωτηρίαν ημών» 49. Ο δε Συμεών υποστήριξε ότι συμβολίζουν την παντοδυναμία του Θεού, «και το παντουργόν της ενεργείας εικονίζουσι του Θεού, και το δια των οικείων χειρών την ιερουργίαν του ιδίου σώματός τε και αίματος αυτουργήσαι τον Ιησούν» 50.

Εν συνεχεία φέρει ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα άμφια, χαρακτηριστικό της επισκοπικής εξουσίας, ήτοι το ωμοφόριο, στο οποίο ήδη από τον 4 ο αι. μ.Χ. είχε αποδοθεί συμβολισμός. Πράγματι, ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης παρομοίασε το εν λόγω άμφιο με το απολωλός πρόβατο, «Το δε του επισκόπου ωμοφόριον εξ ερέας ον, αλλ' ου λίνου, την του προβάτου δοράν σημαίνει, όπερ πλανηθέν ζητήσας ο Κύριος, επί των οικείων ώμων ανέλαβεν» 51. Επίσης κι ο Συμεών συμφώνησε με τον άνωθεν συμβολισμό, «Το δε γε ωμοφόριον αυτήν δηλοί προφανώς, ως ειρήκαμεν, την του Θεού Λόγου σάρκωσιν, ότι το απολωλός ημάς πρόβατον επί των ώμων ευρών εβάστασε, την ανθρώπινην ενδυσάμενος όλην φύσιν…» 52.

Ο Σάκκος επειδή εισήλθε μεταγενέστερα στο βεστιάριο των αμφίων του ιερού Κλήρου της Εκκλησίας απέκτησε μόνο ένα συμβολισμό από το Συμεών, «οι και ενδύονται σάκκους, προφανώς μιμούμενοι πεπονθότα, τον υπέρ ημών σάκκον τε ενδυσάμενον παικτικώς και διά σταυρού θάνατον ενεγκόντα» 53.

Στο επιγονάτιο του αποδόθηκαν δύο συμβολισμοί, με τον πρώτο ο οποίος επικράτησε μέχρι το 15 ο αι. ήταν του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, «Το δε εγχείριον το επί της ζώνης, εστί το απομάξαν τας χείρας αυτού λέντιον·» 54, ενώ ο δεύτερος, «Έπειτα το επιγονάτιον, την κατά του θανάτου νίκην δηλούν, και την του Σωτήρος ανάστασιν, όπερ και ως σχήμα ρομφαίας έχει·» 55. Ο συμβολισμός αποδόθηκε από το Συμεών διότι όπως είδαμε κι αυτό ήταν μεταγενέστερο άμφιο, «Τυθέντος ούν και θανόντος και αναστάντος και ανελθόντος Χριστού υπέρ ημών, τότε το Πνεύμα κατήλθε και τη χάριν ελάβομεν· και εκ της καρδίας των πιστών οι ποταμοί των δωρεών ρέουσι. Και τούτο δηλοί ο μανδύας·» 56. Μυστήριο προκαλεί η Μίτρα, διότι παρά την εισαγωγή της στη Λατρεία προ του 4 ου αι. μ.Χ., κανένας Πατέρας ή εκκλησιαστικός συγγραφέας δεν της είχε αποδώσει κάποιο συμβολισμό μέχρι τον 15 ο αι. Πράγματι, μόνο Συμεών Θεσσαλονίκης ασχολήθηκε με το εν λόγω ζήτημα, παρομοιάζοντάς τη με το ακάνθινο στεφάνι που τοποθετήθηκε προς εμπαιγμό επί της κεφαλής του Κυρίου από τους Ρωμαίους στρατιώτες, «Ει δε και μη κατά μίμησιν εκείνου, διά τον τύπον του ακάνθινου στεφάνου, ή του ιερού σουδαρίου» 57. Τέλος, το ίδιο ισχύει και για την Ποιμαντική Ράβδο, ήτοι ο συμβολισμός αποδόθηκε αποκλειστικά από το Συμεών, «Η ράβδος δε ην κατέχει, την εξουσία δηλοί του Πνεύματος, και το στηρικτικόν του λαού, και το ποιμαντικόν, και το οδηγείν δύνασθαι, και το παιδεύειν τους απειθούντας, και το συνάγειν εις εαυτόν τους μακράν» 58.

Όπως διαπιστώσαμε στην παρούσα ενότητα τόσο οι εικονικές παραστάσεις όσο και οι συμβολισμοί των αμφίων αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι, όχι μόνο της χριστιανικής τέχνης αλλά γενικότερα στη Λατρεία. Παρατηρούμε ότι εκκλησιαστική χρυσοκεντητική επηρεάζεται από τη θεματολογία των παραστάσεων της ζωγραφικής 59την οποία και μεταφέρει ως διακόσμηση στα ιερατικά άμφια. Η Εκκλησία αντιλαμβανόμενη τη σπουδαία συμβολή τους, πρωτίστως στον τομέα της διαπαιδαγώγησης, ήτοι της μετάδοσης των μηνυμάτων του Ευαγγελίου, ακόμη και στους πιστούς οι οποία δεν μπορούσαν να μελετήσουν το ιερό αυτό βιβλίο. Δευτερευόντως, όσον αφορά το αμιγώς εικαστικό κομμάτι, αποτέλεσαν στην πλειοψηφία τους ένα από τα λαμπρότερα αντιπροσωπευτικά δείγματα της χριστιανικής τέχνης. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν και οι συμβολισμοί των εκάστοτε αμφίων, όπου παρατηρούμε ότι ήδη από τον 4 ο αι. μ.Χ. οι Πατέρες ξεκίνησαν να τους αποδίδουν. Επομένως, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις άνωθεν γραμμές, δύνανται να συμπεράνουμε ότι οι εικονικές παραστάσεις με τους συμβολισμούς είναι αλληλένδετοι.


1 Πρωτ., Γεώργιου, Δ., Μεταλληνού, Η θεολογική μαρτυρία της Εκκλησιαστικής Λατρείας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1996 2 , σελ. 149.

2Charles , Delvoye , Βυζαντινή τέχνη, μτφ. Υπό Μαντώ Β. Παπαδάκη, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1988, σελ. 213.

3 Επισκ., Αθανάσιος, Παπάς, ‘Περί της διακοσμήσεως των ιερατικών αμφίων', Εκκλησιαστικός Φάρος, επιστημονικόν περιοδικόν σύγγραμμα / του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. τ. ΝΖ',Ι-ΙΙ, Εν Αλεξάνδρεια, Εν Καϊρω 1975, σελ. 95.

4 PG 40, Homilia I, De Divite et Lazaro, cap. I, col. 165D.

5 Charles, Delvoye, Βυζαντινή τέχνη , σελ. 213.

6 Λεωνίδας, Ουσπένσκυ, Η θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μτφ. Υπό Σπυρίδων, Μαρίνης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1998, σελ. 19.

7 Βλασίου, Ιω.,Φειδά, Ιεροί Κανόνες και Καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 173.

8 Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π. σελ. 186-187.

9 Κατερίνα Ζωγράφου- Κορρέ, Μεταβυζαντινή- Νεοελληνική Εκκλησιαστική Χρυσοκεντητική, σελ. 133.

10 Ο.π. σελ. 133.

11 Ο.π. σελ. 133.

12Ο. π. σελ. 133.

13 Pauline, Johnstone, The Byzantine tradition in Church embroidery, σελ. 43.

14 Κατερίνα Ζωγράφου- Κορρέ, Μεταβυζαντινή- Νεοελληνική Εκκλησιαστική Χρυσοκεντητική, σελ. 133.

15 Ο.π. σελ. 133.

16 Ο.π. σελ. 134.

17 Ο.π. σελ. 134.

18 Αρχιμ., π., Χρυσοστόμου, Γεώργιος – Βλαχοπούλου, Ελένη, Τα άμφια της Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας, σελ. 32.

19 Αρχιμ., π., Χρυσοστόμου, Γεώργιος – Βλαχοπούλου, Ελένη, Τα άμφια της Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας, σελ. 46.

20 Ο.π. σελ. 48.

21 Ο.π. σελ. 62.

22 Ο.π. σελ. 62.

23 Ο.π. σελ. 72.

24 Ο.π. σελ. 72.

25 Ο.π. σελ. 74.

26 Ο.π. σελ. 78.

27 Ο.π. σελ. 82.

28 Ο.π. σελ. 88.

29 Κωνστ., Κούρκουλας, Τα ιερατικά άμφια και ο συμβολισμός αυτών εν τη Ορθοδόξω, Ελληνική, Εκκλησία, σελ. 43.

30 Ο.π. σελ. 46.

31 Ιωάννης, Μ., Φουντούλης, Το λειτουργικόν έργον Συμεών του Θεσσαλονίκης, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 127.

32 Ο.π. σελ. 132.

33 Κωνστ., Κούρκουλας, Τα ιερατικά άμφια και ο συμβολισμός αυτών εν τη Ορθοδόξω, Ελληνική, Εκκλησία, σελ. 45.

34 Ο.π. σελ. 45.

35 Ο.π. σελ. 45.

36Ο. π. σελ. 45.

37 PG 155, Expositio de Divino Templo, cap. ΛΓ ', col. 712.

38 PG 78, Epistolarum Lib. I- Epist. CXXXIII, cap. CXXXVI, col. 272C.

39 PG 98, Rerum Ecclesiast. Contemplatio, col. 393C

40 PG 155, Expositio de Divino Templo, ques. λε , Col. 712B.

41 PG 155, Expositio de Divino Templo, ques. λστ΄ , Col. 712B.

42 PG 98, Rerum Ecclesiast. Contemplatio, col. 393C-D.

43 PG 155, Expositio de Divino Templo, ques. λθ ', col. 712D.

44 PG 87/3, Commentarius Liturgicus, col. 3988 Β.

45 PG 155, Expositio de Divino Templo, ques. μγ ', col. 713D.

46 Κωνστ., Κούρκουλας, Τα ιερατικά άμφια και ο συμβολισμός αυτών εν τη Ορθοδόξω, Ελληνική, Εκκλησία, σελ. 54.

47 PG 87/3, Commentarius Liturgicus, col. 3988 Β.

48 PG 155, Expositio de Divino Templo, ques. μ ', col. 713 Β.

49 PG 138, Meditata, col. 1021C.

50 PG 155, Expositio de Divino Templo, ques. μβ ', col. 713 C, D.

51 PG 78, Epistolarum Lib. I- Epist. CXXXIII, cap. CXXXVI, col. 272C.

52 PG 155, De Sacris Ordinationibus, Cap. CCVIII, col. 421B.

53 PG 155, Responsa ad Gabrielem Pentapolitanum, Quaestio XIX, col. 872 Α - Β.

54 PG 98, Rerum Ecclesiast. Contemplatio, col. 396 Β.

55 PG 155, De Sacra Liturgia, Cap. LXXXI, col. 260A.

56 PG 155, De Sacra Liturgia, Cap. LXXX, col. 257 Α.

57 PG 155, Responsa ad Gabrielem Pentapolitanum, Quaes.XX, col. 872D.

58 PG 155, De Sacra Liturgia, Cap. LXXX , col. 257Α.

59 Ευγενία, Βέη, Χατζηδάκη, Εκκλησιαστικά Κεντήματα, Μουσείον Μπενάκη, εκδ. μουσείο Μπενάκη, εν Αθήναις 1953, σελ. ιγ'.

{ τεχνική βοήθεια        επικοινωνία