ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η Ναοδομία: Ιστορική και θεολογική θεώρηση

Ιωαννας Στουφή, Οι λειτουργικές τέχνες,
Πρακτικά ΙΔ΄Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ι. Μητροπόλεων,
Αθήνα 2017, εκδ. Αποστολή Διακονία, σελ. 63-74

Ο χώρος τέλεσης του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας αποτέλεσε, όπως ήταν φυσικό, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, χώρους ιδιαίτερης μέριμνας για τη χριστιανική κοινότητα. Αρχικά ήταν χώροι ιδιωτικοί, αίθουσες ενταγμένες στην αστική αρχιτεκτονική κάθε περιοχής. Τις α ρχαιότερες μαρτυρίες για τους χώρους προσευχής και λατρείας (ευχαριστιακής σύναξης) των πρώτων χριστιανών παρέχουν οι Πράξεις των Αποστόλων (1,13-14, 2,1.42). Με την πάροδο τοΰ χρόνου, κυρίως από το τέλος του 2 ου αιώνα, καθιερώθηκαν μόνιμοι χώροι που, για τις ανάγκες της λατρείας, έλαβαν σταδιακά ιδιαίτερη εσωτερική διαμόρφωση. Είναι γνωστοί με την ονομασία κυρίως «εκκλησία», «οίκος Θεού», «οίκος Κυρίου», «κυριακόν». Στη Ρώμη ονομάζονταν tituli , α πό την πινακίδα της εισόδου, όπου ήταν γραμμένο το όνομα του ιδιοκτήτη της οικίας. Εύκτήριοι οίκοι έχουν επισημανθεί αρκετοί σε διάφορες περιοχές, όπως στην Ελλάδα π.χ. στο Δίον, αρχαία πόλη στους βόρειους πρόποδες του Όλύμπου, και κοντά στο Ασκληπιείο της Δήλου, στη Μεσοποταμία, στην ελληνιστική πόλη της Δούρα Ευρωπού, και οι περισσότεροι στη Ρώμη.

Στη Μεσοποταμία, στη δυτική όχθη του Ευφράτη ποταμού, στη Δούρα Ευρωπό, οι ανασκαφές έφεραν στο φως τη σημαντικότερη κατ' οίκον Εκκλησία. Πρόκειται για μία ελληνιστικού τύπου οικία, που διέθετε αρκετά δωμάτια διατεταγμένα γύρω από μια αυλή. Για τις ανάγκες τη s λατρείας δύο συνεχόμενα δωμάτια της νότιας πλευράς ενώθηκαν και αποτέλεσαν ένα ενιαίο χώρο (13χ15μ.). Στην ανατολική πλευρά της αίθουσας ανακαλύφθηκε μία εξέδρα, όπου πιθανόν θα ήταν τοποθετημένος ο θρόνος του επισκόπου, ίσως φορητός και ξύλινος. Η μετατροπή αυτή τοποθετείται πιθανότατα, σύμφωνα με ένα χάραγμα στο κονίαμα γύρω στο 231/232. Δέκα χρόνια περίπου μετά, στη βορειοδυτική γωνία του σπιτιού, ένα δωμάτιο μετατράπηκε σε βαπτιστήριο. Απέκτησε ορθογώνια κτιστή κολυμβήθρα με κιβώριο πάνω απ' αυτή. Το βαπτιστήριο διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, που περιελάμβαναν θέματα σχετικά με το Βάπτισμα και τη διδασκαλία της Εκκλησίας γι' αυτό.

Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων, το 313, με την ισότιμη με τις άλλες θρησκείες της ρωμαϊκής αύτοκρατορίας αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας, αρχίζει και η μεγάλη έποχή για την χριστιανική τέχνη. Στη βασιλεία ιδιαίτερα του Μ. Κωνσταντίνου, ο Χριστιανισμός, μία έπίσημα αναγνωρισμένη θρησκεία με μεγάλη διάδοση σε όλη την αύτοκρατορία, μέσα ακόμη και στην αυτοκρατορική αυλή, θα αποκτήσει τη μνημειακή εκκλησιαστική αρχεκτονική του. Ένας σημαντικός αριθμός χριστιανικών ναών θα ιδρυθεί, πολλοί από τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τη μητέρα του, την άγία Ελενη, στην Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, το Μιλάνο, τους Αγί ous Τόπους και τη βόρεια Αφρική. Δυστυχώς από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου πολύ λίγα δείγματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής έχουν διασωθεί. Η πρώτη αυτή χριστιανική αρχιτεκτονική του 4 ου αιώνα χρησιμοποιεί, όπως ήταν φυσικό, τύπους και μορφές οικείους στο ελληνορωμαϊκό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο Χριστιανισμός. Σταδιακά και, κυρίως, από την εποχή του Ιουστινιανού και εξής, η Χριστιανική Ναοδομία θα προχωρήσει σε αρχιτεκτονικές συνθέσεις περισσότερο πρωτότυπες και, καθ' όλη τη βυζαντινή περίοδο, νέοι ἀρχιτεκτονικοί τύποι ναών θα προέλθουν από τη σύνθεση προηγούμενων και θα εφαρμοσθούν με καταπληκτική ποικιλία. Έτσι κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, θα χρησιμοποιηθεί ο τύπος της Βασιλικής με τις διάφορες παραλλαγές της, τα περίκεντρα κτίρια με ποικίλες έπίσης παραλλαγές και τέλος, την εποχή του Ιουστινιανού, η Βασιλική με τρούλο, με κορυφαίο μνημείο την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη.

Η εποχή του Ιουστινιανού είναι για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική περίοδος μεγάλης αλλαγής. Δεν πρόκειται για μεταβολή στις μορφές η υιοθέτηση νέων στοιχείων, αλλά για αλλαγή στη σύνθεση της κάτοψης του ναού και τη στέγαση. Η δρομική Βασιλική, ο τύπος που κυριάρχησε τους προηγούμενους αιώνες στη Χριστιανική Ναοδομία Ανατολής και Δύσης, θα λάβει στην Ανατολή νέα μορφή και εξέλιξη και θα παραμείνει μόνο στη Δύση ως βασική αρχή της Ναοδομίας. Κύριο χαρακτηριστικό της Ναοδομίας την περίοδο του Ιουστινιανού είναι η τάση για περίκεντρη διάταξη και τονισμό του κατακόρυφου άξονα του ναού. Σταδιακά, θα γενικευτεί η χρήση των θόλων και μάλιστα του τρούλου. Η χρήση, παράλληλα, νέων τρόπων στέγασης εκφράζει αποτελεσματικότερα αντιλήψεις και συμβολισμούς για το χώρο του χριστιανικού ναού, που είχαν και παλαιότερα εκφρασθεί μέσα στην Εκκλησία. Οπωσδηποτε, οι νέες τάσεις της Ναοδομίας δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν ερήμην της Λατρείας και της θεολογίας της Eκκλησίας. Εξέλιξη και αλλαγέε στη Λατρεία (π.χ. η μετακίνηση του διακονικού μέσα στο ναό και η σταθερή τοποθέτηση της πρόθεσης και του διακονικού εκατέρωθεν του ιερού βήματοε μετά τον 6 ον αιώνα) συνιστούν αύξηση της λειτουργικής παράδοσής και ασφαλώς επηρεάζουν τη Ναοδομία. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η Μικρή και η Μεγάλη Είσοδος δεν είναι πλέον πραγματικές είσοδοι μέσα στο ναό αλλά εσωτερικές κυκλικές κινήσεις συντελεί ώστε σταδιακά να απολεσθεί ο δρομικός χαρακτήρας του ναού και να τονισθεί το κέντρο του και ο χώρος μπροστά από το ιερό βήμα.

Μετά τη λήξη της Εικονομαχίας και την οριστική αναστήλωση των εικόνων (843), ο τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο θα αποτελέσει τον νέο αρχιτεκτονικό τύπο της Ορθοδοξης Ναοδομίας, που θα έπικρατήσει όλη τη μεσοβυζαντινή περίοδο και όχι μόνο. Οι σταυροειδείς ναοί θα εφαρμοσθούν έπίσης με ποικίλες παραλλαγές κατά τόπους και «σχολές». Έμφαση δίνεται τώρα στη σταυρική διάταξη της στέγης και ασφαλώς στην παρουσία του τρούλου. Κάτω από τον κυρίαρχο τρούλο (σύμβολο του ουρανού), η σταυρική στέγη του ναού θυμίζει στον πιστό τη σημασία του Σταυρού, που αποτελεί σύμβολο της θείας Ενανθρώπησης, της Σταυρικής θυσίας και της Ανάσταση του Κυρίου, με άλλα λόγια της δυνατότητας της σωτηρίας που του παρέχει η Εκκλησία. Την ίδια περίοδο ένας άλλος αρχιτεκτονικός τύπος , ο όκταγωνικός, θα δώσει πολύ σημαντικά μνημεία στον ελλαδικό κυρίως χώρο, όπως το Καθολικό της Μονής του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία και της M ονής Δαφνίου στην Αττική, θα εξαλειφθούν από το κέντρο του ναού οι τέσσερις κίονες του σταυροειδούς ναού που χρησίμευαν για τη στήριξη του τρούλου και τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου θα τοποθετηθούν περιμετρικά. Οι νέες αρχιτεκτονικές αναζητήσεις θα αποδώσουν ενιαίο και αδιάσπαστο τον κεντρικό χώρο του ναού, ο οποίος καλύπτεται από μεγάλο τρούλο. Το εύρος του τρούλου επιτείνει τον συμβολισμό του ως ουράνιου θόλου και επιτρέπει από τον μεγαλύτερο αριθμό παραθύρων το φως να καταγαύζει τον χώρο.

Η κατά τόπους ποικιλία των αρχιτεκτονικών τύπων και κυρίως των αρχιτεκτονικών μορφών και των κατασκευαστικών τρόπων θα κάνει τους μελετητές να κάνουν λόγο για «σχολές» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δύο θεωρούνται οι σημαντικότερες «σχολές» της Βυζαντινής Ναοδομίας, η «σχολή Ελλάδος» και η «σχολή Κωνσταντινουπόλεως». Στη «σχολή Ελλάδος» άνήκει η νότια Ελλάδα μέχρι τη Θεσσαλία και ορισμένα νησιά, όπως η Άνδρος και η Αίγινα. Η άλλη «σχολή» περιλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη και εν μέρει τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τις περιοχές που ανήκουν αμεσότερα στη σφαίρα της καλλιτεχνικής επιρροής της, όπως τμήμα της Μ. Ασίας, τη Θράκη, τη Μακεδονία και τις βόρειες σλαβικές χώρες, καθώς και ορισμένα νησιά, κυρίως του Ανατολικού Αιγαίου, όπως π.χ. τη Χίο. Η ιδιαίτερη χρήση του λίθου στην κατασκευή, και μάλιστα το λεγόμενο πλινθοπερίκλειστο σύστημα, οι ενιαίες και αδιάρθρωτες επιφάνειες των τοίχων και των όγκων του ναού, ο τονισμός της ευθείας, κυρίως στα τριγωνικά άετώματα, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι μερικά από τα γνωρίσματα της ελλαδικής σχολής. Η εναλλαγή λίθων και πλίνθων ή η αποκλειστική χρήση πλίνθων στις τοιχοποιίες, τα καμπύλα αετώματα, τα τυφλά αψιδώματα ή οι μικρές κόγχες που αρθρώνουν τους εξωτερικούς τοίχους, οι πολυγωνικοί τρούλοι και οι πολύπλευρες αψίδες του ιερού, τά μεγάλα σύνθετα παράθυρα είναι γνωρίσματα της σχολής Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, που ορίζεται από δύο επώδυνες για την αυτοκρατορία αλώσεις τ ns Κωνσταντινουπόλεως, την άλωση από τους Λατίνους Σταυροφόρους το 1204 και την άλωση από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453, θα συνεχισθεί η χρήση όλων των προηγούμενων αρχιτεκτονικών τύπων αλλά, παράλληλα, θα εμφανισθούν και νέοι. Στο Δεσποτάτο του Μορέως, θα κάνει την εμφάνισή του και ένας αρχιτεκτονικός τύπος, γνωστός ως «μεικτός τύπος» ή «τύπος Μυστρά», που συναντάται μόνο στο Μυστρά και στο Λεοντάρι της Αρκαδίας. Στο ισόγειο ο ναός είναι μια τρίκλιτη Βασιλική, ένώ στον όροφο, με τη μεσολάβηση τεσσάρων κτιστών στηριγμάτων, μετατρέπεται σε τετρακιόνιο, σταυροειδή εγγεγραμμένο με τρούλο (π.χ. Οδηγήτρια Μονής Βροντοχίου Μυστρά). Δημιούργημα όμως καθαρά έλλαδικό του 13ου αιώνα άποτελοΰν οι σταυρεπίστεγοι ναοί. Είναι ναοί συνήθως μικροί, μονόκλιτοι ή τρίκλιτοι, θολοσκεπείς. Στους ναούς αυτούς η διαμήκης καμάρα διακόπτεται από μια άλλη εγκάρσια, που τοποθετείται ψηλότερα, ώστε εξωτερικά να διαγράφεται το σχήμα του σταυρού στη στέγαση.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρά τις δύσκολες συνθήκες, παλαιοί ναοί επισκευάζονται ή κτίζονται νέοι. Ιδρύονται κυρίως, λόγω των προνομίων που είχαν παραχωρήσει οι Τούρκοι, νέα καθολικά στα μεγάλα μοναστήρια. Την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας ακολουθείται πιστά η βυζαντινή παράδοση με ορισμένες παραλλαγές και απλοποιήσεις. Στα μεγάλα Καθολικά των Μονών που ιδρύονται την περίοδο αυτή στο Άγιο Όρος, αλλά και εκτός αυτού, επικρατεί ο αγιορείτικος τύπος , ο εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός δηλαδή (συνήθως σύνθετος τετρακιόνιος) με πλάγιες κόγχες-χορούς, όπως π.χ. στα Καθολικά των Μονών Ιβήρων, Φιλοθέου και Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος . Τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας (κυρίως 18 ο και 19 ο αιώνα) ιδιαίτερη διάδοση θα έχουν οι μεγάλες τρίκλιτες Βασιλικές, ξυλόστεγες ή θολοσκεπείς, με ή χωρίς τρούλο. Σε μερικές περιπτώσεις, ανοικτή στοά αναπτύσσεται στη δυτική πλευρά του ναού, πάνω από την οποία τοποθετείται ο γυναικωνίτης. Στην Κρήτη και τα Επτάνησα, λόγω της Ενετοκρατίας, οι ορθόδοξοι ναοί θα δεχθούν δυτικές επιδράσεις κυρίως στο διακοσμητικό έπίπεδο (στοιχεία αναγεννησιακά, μπαρόκ, ροκοκό κ.λπ.).

Με την ίδρυση νεοελληνικού κράτους μετά το 1830, νέοι λαμπροί ναοί κτίζονται στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις του νεοσύστατου κράτους. Οι περισσότεροι είναι έργα γνωστών και καταξιωμένων άρχιτεκτόνων, Ελλήνων και ξένων, και οι κτίτορές τους είναι συνήθως οι δήμοι και οι ένορίες. Η Ελλάδα, το δεύτερο, μετά τη Ρωσία, ορθόδοξο κράτος του 19 ου αιώνα, παρουσίασε έως το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20 ου αιώνα μια δική της άναθεωρημένη διατύπωση της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Κυριότερες εκφράσεις αυτού του αναθεωρητισμού αποτέλεσαν δύο τάσεις της Έλλαδικής Ναοδομίας, ο «ελληνοβυζαντινισμός» και ο «βυζαντινισμός». Ιδιαίτερα ο «ελληνοβυζαντινισμός», που αποτελεί συνύπαρξη βυζαντινών και κλασικιστικών (ελληνικών) ρυθμολογικών στοιχείων, υπήρξε η κυρίαρχη τάση στην Ελλαδική Ναοδομία του 19 ου αιώνα. Πρότυπο μνημείο αποτέλεσε η Μητρόπολη των Αθηνών. «Εάν ο ελληνοβυζαντινισμός αποτέλεσε τη φυσιολογική εξέλιξη της Μεταβυζαντινής Ναοδομίας στο πλαίσιο του νεοκλασικού και εκλεκτικιστικού πνεύματος του 19 ου αιώνα, ο βυζαντινισμός αποτέλεσε για την Ορθόδοξη Ναοδομία τη ρομαντική στροφή στη μίμηση ιών μεσαιωνικών προτύπων». Η μελέτη των μνημείων της εποχής καταδεικνύει ότι η ελλαδική Ναοδομία του 19 ου αιώνα, αν και δεν απέφυγε ένα είδος ιστορισμού, προχώρησε σε επαναδιατύπωση του ύφους και του ήθους του Ορθοδόξου Ναού και βρέθηκε σε δημιουργικό διάλογο τόσο με την παράδοση όσο και με το πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής.

Στο μεσοπόλεμο, εγκαταλείπονται σταδιακά από τους ελλαδικούς ναούς τα στοιχεία του «ελληνικού» και παρατηρείται στροφή προς τον «βυζαντινισμό». Η τάση του «βυζαντινισμού» παρατηρείται, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, μέχρι τις μέρες μας. Στη Ναοδομία του β' μισού του 20 ου αιώνα είναι δύσκολο να γίνει λόγος για αρχιτεκτονικές τάσεις. Με τον φόβο της γενίκευσης ή της απλοποίησης πάντοτε, θα ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για μία τάση νεωτερισμού και μια τάση συντηρητισμού.

Ο νεωτερισμός δεν εμφανίζεται συνήθως, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ως αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας στην επίτευξη νέων αρχιτεκτονικών συνθέσεων στο πνεύμα της ορθόδοξης παράδοσης, αλλά αμφισβητεί βασικές αρχές και αξίες της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Τα νέα βιομηχανικά υλικά είναι πλέον διεθνή και η παραγωγή τους μαζική, η βιομηχανική μορφολογία υποτάσσεται και αυτή στους νόμους της μηχανής και της μάζας και καθίσταται αφηρημένη και απρόσωπη. Ο χρόνος και ο ανθρώπινος μόχθος για δοκιμασία και τελειοποίηση δεν υπάρχουν. Τα έργα είναι βραχύβια, γιατί είναι εμπορευματοποιήσιμα.

Ο συντηρητισμός, από την άλλη πλευρά, είναι η εύκολη λύση. Είναι η αδυναμία δημιουργικής αξιοποίησης της παράδοσης στη σύγχρονη έποχή και η καταφυγή στα ήδη ανά τους αιώνες κεκτημένα. Υπάρχει η αφελής εντύπωση ότι μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τα αρχιτεκτονήματα του παρελθόντος. Επειδή όμως πρόκειται για στείρα αντιγραφή, συχνά κακόγουστη, η συντηρητική αυτή τάση παράγει έργα χωρίς δημιουργική πνοή. Εάν, λοιπόν, το ζητούμενο σήμερα είναι μια σύγχρονη Ορθόδοξη Ναοδομία, ποιες είναι οι βασικές αρχές και προϋποθέσεις της;

Η μακραίωνη ιστορία της Ορθόδοξης Ναοδομίας αποδεικνύει κατ' αρχάς, τη νεωτερικότητά της, τη δυναμική της να καινοτομεί και παράλληλα να εκφράζει πιστά την παράδοση, τη σταθερή πίστη της Εκκλησίας. Πέρα από αισθητικές κατηγορίες και πρακτικές ανάγκες, ο Ορθόδοξος Ναός οφείλει να υπηρετεί τη Λατρεία και το ορθόδοξο βίωμα και αυτά είναι που καθόριζαν και θα πρέπει να καθορίζουν και σήμερα την κτιριολογική διάταξη και την καλλιτεχνική έκφραση των ναών. Έκφραση της παράδοσης δεν σημαίνει απαραίτητα εμμονή σε παλαιότερους άρχιτεκτονικούς τύπους και κατασκευαστικούς τρόπους, αλλά διατήρηση βασικών άρχών και αξιών του Ορθοδόξου Ναού, όπως είναι:

Η λειτουργικότητα του χώρου. Ο Ορθόδοξος Ναός δεν αποτελεί μια αίθουσα συγκεντρώσεων για κήρυγμα απλά και προσευχή, κατά τα προτεσταντικά πρότυπα, ούτε, όπως μερικοί νομίζουν, ένα χώρο στον οποίο οι πιστοί προσέρχονται ως θεατές ενός θεατρικού δρώμενου. Ο Ορθόδοξος Ναός είναι εκκλησία, χώρος ιερός, όπου τα μέλη της Εκκλησίας συγκεντρώνονται σε κοινωνία Χριστού και κοινωνία των πιστών, μέσω του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Γι' αυτό ο Ορθόδοξος Ναός διατηρεί τη διάταξη εκείνη που υπηρετεί τη συμμετοχή των πιστών στα μυστήρια της Εκκλησίας (θέση ιερού βήματος και παραβημάτων, είσοδοι, χοροί, θέση άμβωνα κ.λπ.).

Η στροφή προς τα έσω. Σε άντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό ναό που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια, στον χριστιανικό Ναό κυριαρχεί η στροφή προς τα έσω, επειδή ακριβώς και η χριστιανική Λατρεία τελείται μέσα στο ναό. Στον Ορθόδοξο Ναό, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η εξωτερική μορφή και αισθητική του, αναδεικνύεται, κατ' εξοχήν, ο εσωτερικός χώρος του αρχιτεκτονήματος. Αποτελεί βασική αρχή της Ορθόδοξης Ναοδομίας ότι ο εσωτερικός χώρος καθορίζει την όλη μορφή του ναού.

Η θεολογική σημαντική και ο συμβολισμός της α ρχιτεκτονικής του. Από τα πρωτοβυζαντινά ακόμη χρόνια ο χριστιανικός Ναός στο σύνολό του, αλλά και επιμέρους τμήματα και αρχιτεκτονικά στοιχεία του, απέκτησαν ιδιαίτερη θεολογική σημαντική και συμβολισμό. Ο συμβολισμός του ναού ως μικρόκοσμου κατέστησε στην Ορθόδοξη Ναοδομία δόκιμη και σχεδόν αναγκαία τη χρήση του θόλου για τη στέγαση του ναού, αάνεξάρτητα από τον αρχιτεκτονικό τύπο. Ο θόλος, και μάλιστα ο τρούλος, συμβολίζει τον ουρανό. Δεν πρέπει να θεωρηθεί η κυριαρχία του θόλου ως δουλεία του αρχιτέκτονα, αφού η Ορθόδοξη Ναοδομία χρησιμοποίησε μεγάλη ποικιλία τρούλων, ασπίδων, αψίδων, σταυροθολίων, καμαρών κ.λπ. και σε διάφορες συνθέσεις. Η θεολογική σημαντική, εξ άλλου, του συμβόλου του σταυρού, του κορυφαίου χριστιανικού συμβόλου του Πάθους αλλά και της Νίκης και της Ανάστασης του Κυρίου, σε όλη τη διαδρομή της Ορθόδοξης Ναοδομίας θα καθορίσει τη δημιουργία πληθώρας αρχιτεκτονικών τύπων και παραλλαγών τους, από τους ελεύθερους σταυρούς και τις σταυρικές βασιλικές έως τους εγγεγραμμένους σταυροειδείς και σταυρεπίστεγους ναούς και τις σταυρικές βασιλικές των νεώτερων χρόνων.

Η διατήρηση του ανθρώπινου μέτρου. Η διατήρηση του ανθρώπινου μέτρου αποτελεί, όπως και στην ελληνική αρχιτεκτονική, βασικό στοιχείο της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Η ανθρώπινη κλίμακα κυριαρχεί, γιατί ο ναός του Θεού είναι ταυτόχρονα και εκκλησία των πιστών, όπου ο «άνθρωπος» είναι το «υποκείμενο» και όχι το «αντικείμενο». Αυτό αποδεικνυει και η παράδοση της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Έτσι, σε αντίθεση με τη χριστιανική αρχιτεκτονική του δυτικού Μεσαίωνα, όπου κυριαρχεί το υπερβολικό μέγεθος, το ύψος και ο εντυπωσιασμός με σκοπό να δημιουργηθούν στον πιστό συναισθήματα δέους και εκμηδενισμού, μια Βυζαντινή εκκλησία δεν μας υποβάλλει κάτι που μας φοβίζει, μας εκμηδενίζει, μας αρνείται. Αντίθετα μας γεννά συναισθήματα υποδοχής και αποδοχής του ανθρώπου σε ένα χώρο, όπου διαρκώς δηλώνεται η παρουσία του Θεού, χωρίς όμως να εκμηδενίζεται ο άνθρωπος.

Νομίζουμε ότι έγινε κατανοητό ότι ο σχεδιασμός ένός σύγχρονου Ορθόδοξου Ναού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από την ικανότητα, τις γνώσεις και το ταλέντο του αρχιτέκτονα, απαιτεί και γνώση της ιστορίας της Ορθόδοξης Ναοδομίας, της Λατρείας και της θεολογίας της Εκκλησίας και κυρίως εκκλησιαστικό βίωμα. Το τελευταίο είναι αυτό που θα υπαγορεύσει στον αρχιτέκτονα τα όρια της ατομικότητάς του και θα αναδείξει το έργο του σύγχρονο και ταυτόχρονα διαχρονικό, μνημείο της Εκκλησίας, όπως πρέπει να είναι ο Ορθόδοξος Ναός.


Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Γκιολές Ν., Παλαιοχριστιανική Τέχνη: Ναοδομία (200-600), Αθήνα 1994 .

Curcic SI, Architecture in the Balkans from Diocletian to Suleyman the Magnificent, Yale University Press, New Haven and London 2010.

Καλοκυρά Δ. Κ., Εισαγωγή ει s την Χριστιανικήν και Βυζαντινήν Αρχαιολογίαν , Θεσσαλονίκη 1970 (ανατύπωση 2005).

Καλοκύρης Δ. Κ, Η Ναοδομία και η σύγχρονη τέχνη. Αρχιτεκτονική-Ζωγραφική , Θεσσαλονίκη 1978.

Krautheimer R ., Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή αρχιτεκτονική (μτφ. Φανή Μαλλούχου-Τούφανο), Αθήνα 2006 ( β' ανατύπωση).

Μιχελής Π., Αισθητική θεώρηση της βυζαντινής τέχνης , Αθήνα 1946.

Μπούρας X., Ιστορία της Αρχιτεκτονικής , τομ. Β', Αθήνα 2001 3 .

Μπούρας X., Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001.

Perkins A., The Art of Dura - Europos , Oxford 1973.

Πουλημένος Γρ., Η Ελλαδική Ναοδομία στην περίοδο του Νεο- κλασσικισμού , (1830-1912), Άθήναι 1997.

Πουλημένος Γρ., «Περίγραμμα και άποτίμηση της Ορθόδοξης Ναοδομίας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα», Εκκλησιαστικός Φάρος, τομ. ΟΔ'(2003), 187-230.

Στουφή-Πουλημένου Ι., Το φράγμα του ιερού βήματος στα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Ε λλάδος, Αθήναι 1999.

Στουφή-Πουλημένου Ι., Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία και Τέχνη , Αθήνα 2011.

Στουφή-Πουλημένου Ι., «Οι λειτουργικές τέχνες ναοδομία, γλυπτική, ξυλογλυπτική, μικροτεχνία κ.λπ.) στην υπηρεσία της λειτουργικής αγωγής», Πρακτικά ΙΑ' Πανελλήνιου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, Βόλος,19-21 Οκτωβρίου 2009, 205-236.

Στουφή-Πουλημένου Ι., «Ο ρόλος των Εκκλησιαστικών εικαστικών τεχνών στην Ορθόδοξη Παράδοση», Εκκλησία και Πολιτισμός, Πρακτικά Ε' Συνεδρίου θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 20-22 Ιουνίου 2008, 73-86.

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.