ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Η εν Χριστώ ελευθερία κατά τον απόστολο Παύλο

Αρχιμ. Μαξίμου Παυλίδη

Η έννοια της ελευθερίας κατέχει κεντρική θέση στην θεολογία του αποστόλου Παύλου, ο οποίος, όντας επηρεασμένος από την θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης, συνεχίζει την παράδοση που θέλει τον Θεό ελευθερωτή του Ισραήλ, προβάλλοντας όμως ταυτόχρονα την εν Χριστώ ελευθερία προκειμένου να αντιμετωπίσει τις παρερμηνείες του όρου τόσο από τους νομικιστικούς ιουδαϊκούς κύκλους, όσο και από τους ελευθεριάζοντες κύκλους των εθνικών και των γνωστικών, που επηρέαζαν τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παύλος διαφοροποιείται από τον Ιουδαϊσμό της εποχής του όσον αφορά στη θεώρηση της ελευθερίας, καθώς, όπως διαπιστώσαμε και ανωτέρω, για τους Ιουδαίους ο όρος συνδεόταν την εποχή εκείνη με την πολιτική ελευθερία. Για τον Παύλο όμως σήμαινε την απελευθέρωση από τις δυνάμεις της αμαρτίες, του θάνάτου και του διαβόλου, οι οποίες καταδυναστεύουν τον άνθρωπο (1). Η ελευθερία κατά τόν απόστολο αποτελεί σωτηριώδη ενέργεια του Θεού, η οποία καταργεί τα κατά σάρκα προνόμια του Ισραήλ και την ασφάλεια που προσέφερε σε αυτόν ο Νόμος. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Β. Στογιάννος, « Η αντικατάστασις της περιτομής δια του Βαπτίσματος και η απαλλαγή εκ των νομικών διατάξεων...αποτελούν την ουσία της εκ του ιουδαϊσμού διαστάσεως του χριστιανισμού, η οποία οφείλεται κατά βάσιν ακριβώς εις την διάφορον περί ελευθερίας αντίληψιν. Δια τον Ιουδαίον η ελευθερία συνδέεται προς τον Νόμον, δι την Εκκλησίαν αποτελεί πεμπτουσίαν του έργου του Θεού εν Χριστώ » (2).

Συνεπώς, ο κεντρικός άξονας της σκέψης του Παύλου είναι η δια της εν Χριστώ σωτηρίας τομή της ανθρώπινης ιστορίας σε δύο εποχές, τον παλαιό και τον νέο αιώνα. Ο Χριστός δια του επιγείου έργου του απελευθερώνει τον άνθρωπο από τις ποικίλες δυνάμεις του κόσμου που τον δέσμευαν, προσφέροντας την ελευθερία του νέου αιώνος που εγκαινίασε με το σωτηριώδες έργο του. Ο παλαιός αιώνας σημαδεύτηκε από την παρακοή του παλαιού Αδάμ, λόγω της οποίας εισήλθε ο θάνατος στην ανθρώπινη φύση (3). Η απομάκρυνση των πρωτοπλάστων από τον Θεό σήμανε τη δουλεία του ανθρώπου στην αμαρτία, στον διάβολο και στον θάνατο. Γι αυτό και αναφέρει ότι οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους πορεύονταν « κατά τόν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀέρος » (Εφ. 2,12), οδηγούμενοι στην ειδωλολατρία, καθώς « ἐσεβάσθησαν καί ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα » (Ρωμ. 1, 23-25). Υπό το πνεύμα αυτό άλλωστε ο απόστολος αποκαλεί τον διάβολο « ἄρχων τοῦ αἰῶνος τ o ύτου » (Α΄ Κορ. 2, 6) ή ακόμη και « θεό » (Β΄Κορ. 4, 4). Η απομάκρυνση από τον Θεό και η άδικη αιχμαλωσία του ανθρώπου από τον Σατανά σήμανε όχι μόνο την επιβολή του πνευματικού και σωματικού θανάτου, του εσχάτου εχθρού της ανθρώπινης φύσεως (Α΄ Κορ. 15, 26), αλλά και την επικράτηση της φθοράς στην κτίση ολόκληρη: « οἴδαμεν ὅτι πάσα ἡ κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει ἄρχι τοῦ νῦν » (Ρωμ. 8, 22). Συνεπώς, ο διάβολος θεωρείται κύριος του παρόντος αιώνος, η δε τυραννία της αμαρτίας είναι καθολική, διότι είναι γενική η υποταγή στην φθορά και στον θάνατο (Ρωμ. 1, 18-32· Γαλ. 3, 22).

 

1. Η ελευθερία ως απελευθέρωση από τη δουλεία της αμαρτίας

Σε δύο σημεία της προς Ρωμαίους επιστολής ο Παύλος αναφέρεται εκτενώς στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δουλεία της αμαρτίας, της φθοράς, του θανάτου και του διαβόλου χάρις στο λυτρωτικό έργο του Θεανθρώπου και στην έκχυση του Πνεύματος του Θεού. Στο πρώτο χωρίο ο Παύλος αναφέρει τα εξής: « οὐκ οἴδατε ὅτι ᾧ παριστάνετε ἑαυτοὺς δούλους εἰς ὑπακοήν, δοῦλοί ἐστε ᾧ ὑπακούετε, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς θάνατον ἢ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην; Χάρις δὲ τῷ Θεῷ ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπηκούσατε δὲ ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς, ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. Ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν » (Ρωμ. 6, 16-23). Είναι σαφές ότι ο Παύλος χρησιμοποιεί μία εικόνα της εποχής του, της μεταπωλήσεως δηλαδή ενός δούλου σε άλλον κύριο, πράγμα που σήμαινε συνήθως την προαγωγή του δούλου. Οι πιστοί πρέπει να είναι ευγνώμονες στον Θεό διότι από δούλοι της αμαρτίας, υπακούοντας στη διδαχή (= Ευαγγέλιο), έγιναν ελεύθεροι στη δικαιοσύνη του Θεού ή μάλλον υποδουλώθηκαν στην αρετή. Η υποδούλωση αυτή οδηγεί στην ηθική καθαρότητα. Στην πρότερη κατάσταση, όταν οι άνθρωποι ήσαν ελεύθεροι από τον Νόμο και διέπρατταν αμαρτίες, διερωτάται ο απόστολος, ποιός ήταν ο καρπός της ελευθερίας αυτής; Ο θάνατος, ο οποίος οφειλόταν στην απομάκρυνση από τον Θεό. Η προσχώρηση όμως των ανθρώπων υπό την κυριαρχία του νέου Κυρίου οδηγεί στην απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της αμαρτίας. Η ανθρώπινη λοιπόν ελευθερία αποτελεί έργο του Θεού και όχι της ανθρώπινης δυνάμεως και συνίσταται στην απομάκρυνση του ανθρώπου από την αμαρτία.

Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει και η αντίθεση μεταξύ των όρων « ὀψώνια » και « χάρισμα ». Τα οψώνια, δηλαδή η ανταμοιβή, η αντιμισθία της αμαρτίας είναι ο θάνατος, ενώ το χάρισμα είναι δώρο δια του οποίου γινόμαστε μέτοχοι της αιώνιας ζωής. Σχετικά με την χρήση των όρων γράφει ο Θεοδώρητος Κύρου: « Ἐπειδή πάλι μέν ἐβασίλευσε, νῦν δέ τυραννεῖ (=ἡ ἁμαρτία), καί ὅπλα αὐτῆς τά κακῶς ἰθυνόμενα προσηγόρευσε μέλη, εἰκότως καί τόν μισθόν ὀψώνιον κέκληκεν. Ὀνομάζειν γάρ οὕτω φίλον αὐτῷ τό στρατιωτικόν σιτηρέσιον. Καί γάρ ἐν τῇ πρός Κορινθίους φησί· ‘Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τό δέ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωή αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν'. Ἐνταῦθα οὐκ ἔφη μισθόν, ἀλλά χάρισμα. Θεοῦ γάρ δῶρον ἡ ζωή ἡ αἰώνιος. Κἄν γάρ τήν ἄκραν τις κατορθώσῃ δικαιοσύνην, οὐκ ἀντιταλαντεύεται τοῖς προσκαίροις πόνοις τά αἰώνια ἀγαθά » (4).

 

2. Η συμμετοχή της κτίσεως στη φθορά

Σε ένα σημείο της προς Ρωμαίους επιστολής ο απόστολος τονίζει την συμμετοχή της κτίσεως στην φθορά, λόγω της αμαρτίας: « Ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται. Τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ᾿ ἐλπίδι ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν » (Ρωμ. 8, 19-22). Στο σημείο αυτό ο Παύλος, ακολουθώντας τη θεολογική θεώρηση της Κ. Διαθήκης, όπου γίνεται λόγος για συμμετοχή της κτίσεως στον νέο αιώνα (Β΄ Πέτρ. 3, 13· Αποκ. 21, 1 κ.ά.) κάνει λόγο για απελευθέρωση της κτίσεως από την φθορά, προοπτική που αναμένεται μετά « ἐπιμόνου ἐλπίδος » ( αποκαραδοκία ) από τη στενάζουσα στον αιώνα μας κτίση. Γράφει επί του χωρίου ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός: « ὅτι αὐτή ἡ κτίσις σφόδρα προσδοκῶσα ἀπεκδέχεται τήν τοιαύτην δόξαν τῶν δικαίων...Εἶτα τίθησι ακί τήν αἰτίαν τῆς σφοδρᾶς ἐλπίδος καί τῆς ὀρέξεως, ὅτι ἵνα καί αὐτή ἀπαλλαγῇ τῆς φθορᾶς » (5). Οπωσδήποτε, ο όρος κτίσις δηλώνει τη δημιουργία άνευ των ανθρώπων, ενώ η «δόξα» των πιστών και η αποκάλυψη των «υιών του Θεού» συνυπάρχουν παραλλήλως, πρόκειται μάλιστα για γεγονός που θα συμπέσει με την « αποκατάστασιν πάντων » (Πράξ. 3, 12) ή την « παλιγγενεσίαν » (Ματθ. 19, 28), οπότε θα αποκαλυφθούν « οἱ καινοί οὐρανοί καί ἡ καινή γῆ » (Β΄ Πέτρ 3,13). Όπως παρατηρεί ο Χ. Βούλγαρης, « επί τη βάσει αυτής της αρραγούς ενότητος όλων των κτιστών, των μη λογικών κτισμάτων συμπαρασυρομένων από την πτώσιν του ανθρώπου, ολόκληρη η γη επέσυρε την κατάραν του Δημιουργού Θεού, λόγω του αμαρτήματος της παρακοής του Αδάμ και μετεβλήθη από κήπον ευφροσύνης και απολαύσεως εις τόπον μόχθου και βασάνου και ούτως η κτίσις ολόκληρη ‘ὑπετάγη' στην ματαιότητα' » (6). Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός, αιτιολογεί την προσωποποίηση της κτίσης και της εικόνας που παρουσιάζει ο Παύλος στο εν λόγω απόσπασμα ως ακολούθως: « Τοῦτον εἶπεν, οὐ στεναγμοῦ τινος ἀκούσας, ἀπό οὐρανοῦ καί γῆς φερομένου, ἀλλ'ἵνα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἐνδείξηται τήν ὑπερβολήν καί τήν ἐπιθυμίαν τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν κατεχόντων κακῶν » (7). Συνεπώς, για τον απόστολο η ελευθερία ή ακριβέστερα η απελευθέρωση εκ της αμαρτίας και της φθοράς συμπεριλαμβάνει και την κτίση στο σύνολό της και αναμένεται στην πληρότητά της στα έσχατα. Ο Θεός επέτρεψε την υποταγή της φύσης στη φθορά για να μην καταστεί το κακό (= αμαρτία) αθάνατο. Γι αυτό και ο ι. Ιωάννης Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το ανωτέρω χωρίο λέγει: « κακῶς ἔπαθε καί διά σέ φθαρτή γέγονεν; ἀλλ' οὐδέ ἠδικήται· καί γάρ ἄφθαρτος ἔσται διά σέ πάλιν » (8).

 

3. Απελευθέρωση από τον Νόμο

Το θέμα της προς Γαλάτας επιστολής συνοψίζεται στην φράση: « Τῇ ἐλευθερίᾳ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν· στήκετε οὖν καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε » (5, 1). Ο απόστολος τονίζει μετ' επιτάσεως την αδυναμία του Νόμου να προσφέρει σωτηρία, καθώς « οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου » (Γαλ. 2, 16· 3,11), η δε επιχειρούμενη από μερίδα της τοπικής εκκλησίας των Γαλατών επιστροφή στον Νόμο αποτελεί έκπτωση στη σάρκα και στην φθορά του αλύτρωτου ανθρώπου (Γαλ. 3, 3). Και αυτό γιατί το παλαιό γράμμα (Νόμος) αντικαταστάθηκε από το καινό Πνεύμα (Γαλ. 5, 18). Αναφερόμενος σε εκείνους που ήθελαν να καταστήσουν τον χριστιανισμό παρακλάδι του Ιουδαϊσμού, καταγγέλει το γεγονός ότι ο Νόμος κατέστη πλέον κατάρα (3, 10-13), παιδονόμος (3, 24) ή επίτροπος (4, 2). Ο Παύλος, προτάσσοντας μία αμιγώς χριστοκεντρική θεώρηση, διαιρεί την ανθρώπινη ιστορία από την μία στην προ Χριστού εποχή της υποδούλωσης στα έργα της σάρκας και του δεσμοφύλακα Νόμου, και, από την άλλη, στην εποχή κατά την οποία βιώνουμε το « πλήρωμα του χρόνου » (4, 4), της εκπλήρωσης δηλ. όλων των επαγγελιών που έκανε ο Θεός στον Αβράαμ. Πρόκειται για την εποχή της νέας εν Πνεύματι ελευθερίας. Για τον Παύλο από τον Αβραάμ μέχρι τον Χριστό η ανθρωπότητα ζούσε σε νηπιακή κατάσταση (Γαλ. 3, 24-25) (9), τελώντας μάλιστα υπό την επιτροπεία του Νόμου (Γαλ. 4,2). Η ενσάρκωση του Χριστού είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των ανθρώπων από την κατάρα του Νόμου. Η απαλλαγή εκ της δουλείας συντελέσθηκε από τον Χριστό, ο οποίος « ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα » (3, 13). Πρόκειται για την γνωστή πρακτική εξαγοράς των δούλων δια πληρωμής ποσού, είτε πρόκειται για αιχμαλώτους πολέμου, είτε για απελεύθερους. Ποία λοιπόν ήταν τα λύτρα της απελεύθερωσης του ανθρώπινου γένους; Στο ερώτημα απαντά ο Μ. Βασίλειος ως ακολούθως: « Πᾶσα ἀνθρωπίνη ψυχή ὑπέκυψε τῷ πονηρῷ τῆς δουλείας ζυγῷ τοῦ κοινοῦ πάντων ἐχθροῦ καί τοῦ παρά τοῦ κτίσαντος αὐτήν ἐλευθερίαν ἀφαιρεθεῖσα, αἰχμάλωτος ἤχθη τῆς ἁμαρτίας. Παντί δέ αἰχμαλώτῳ λύτρω χρεία πρός τήν ἐλευθερίαν...Ἀλλ' εὑρέθῃ ἕν ὁμοῦ πάντων ἀνθρώπων ἀντάξιον, ὅ ἐδόθη εἰς τιμήν λυτρώσεως τῆς ψυχῆς ἡμῶν, τό ἅγιον καί πολύτιμον αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅ ὑπέρ ἡμῶν ἐξέχεεν πάντων » (10). Ως « πλήρωμα του χρόνου » λοιπόν θα πρέπει να εννοήσουμε την εκπλήρωση των επαγγελιών του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.

 

4. Η ελευθερία ως κατά χάριν υιοθεσία του Θεού Πέρα από την προαναφερθείσα αρνητική θεώρηση της ελευθερίας, ως απαλλαγής δηλαδή από τα δεσμά της αμαρτίας, του θανάτου, του διαβόλου και του Νόμου και υποταγής στον Νόμο του Ευαγγελίου, ο Παύλος προβάλλει την ελευθερία και υπό θετική θεώρηση, ταυτίζοντάς την με την υιοθεσία των ανθρώπων από τον Θεό Πατέρα. Ο άνθρωπος δια της χάριτος του Θεού μεταβαίνει από την κατάσταση της δουλείας της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου στον νέο Κύριο αυτού, στον Τριαδικό Θεό. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι απλός δούλος του Θεού, αλλά καθίσταται δια της θεία χάριτος τέκνο Θεού, συνεπώς ο Θεός αποκαλύπτεται πλέον ως Πατέρας του. Έτσι, ο Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή (8, 14-15) κάνει λόγο για « πνεῦμα υἱοθεσίας »: «῞Οσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾿ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ ».

Βεβαίως η έννοια υιός ή τέκνο του Θεού προέρχεται από την Π. Διαθήκη (Έξ. 4,22-23. Δευτ. 14, 1· Ησ. 1, 2-4 κ.ά.) και αναφέρεται στα προνόμια που προσέφερε ο Θεός στον λαό του Ισραήλ, καθιστώντας τον λαό του Θεού. Το πνεύμα δουλείας, το οποίο κυριαρχούσε μέχρι την έλευση του Χριστού, αντικαταστάθηκε με το πνεύμα υιοθεσίας. Η υιοθεσία είναι όρος που απουσιάζει από τους Συνοπτικούς, αλλά χρησιμοποιείται από τον Παύλο (Γαλ. 4, 5· Ρωμ. 8,15· Εφ. 1, 5). Η υιοθεσία όμως είναι ο καταλληλότερος όρος για να περιγραφεί η νέα σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό. Πρόκειται για έργο του αγίου Πνεύματος, το οποίο δεν μας οδηγεί στη δουλεία, όπως ο Νόμος, αλλά στη θεία υιοθεσία « ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ πατήρ ». Η επίκληση αυτή που εξέρχεται από τις καρδιές των πιστών προκαλείται από το άγιο Πνεύμα : «ἀββᾶ, ὁ πατήρ», είναι η επίκληση που χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο Χριστός στην προσευχή του στον κήπο της Γεθσημανής (Μάρκ. 14, 36). Με την επίκληση αυτή, το άγιο Πνεύμα « συμμαρτυρεῖ τῶν πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμέν τέκνα Θεοῦ » (8, 16). Ο ιερός Χρυσόστομος μάλιστα ερμηνεύει την φράση αυτή ως ακολούθως: « Ὁ δέ βουλόμενος δεῖξαι γνησιότητα, καί τήν τῶν Ἐβραίων ἐχρήσατο γλώσσῃ· οὐ γάρ εἶπεν μόνον ὁ Πατήρ, ἀλλ' Ἀββᾶ ὁ Πατήρ, ὅπερ τῶν παίδων μάλιστα ἐστι τῶν γνησίων πρός πατέρα ρῆμα... Τί δέ ἔστι, τό Πνεῦμα τῷ πνεύματι συμμαρτυρεῖ; ὁ Παράκλητος, φησί, τῷ χαρίσματι τῷ δεδομένῳ ἡμῖν...Ὅταν δέ τό Πνεῦμα μαρτυρῇ, ποία λοιπόν ἀμφιβολία; » (11).

Υπό αυτήν την έννοια, ελευθερία σημαίνει την κατά χάριν υιοθεσία των πιστών (12), οι οποίοι καθίστανται « υἱοί Θεού », γεύομενοι ταυτόχρονα τους καρπούς της εν αγίῳ Πνεύματι ζωής. Το Πνεύμα δηλαδή αποτελεί το εχέγγυο για την αναμενόμενη τελείωση του ανθρώπου, η οποία οδηγεί στην κοινωνία με την αγία Τριάδα « ἵνα ᾖ ὁ Θεός πάντα ἐν πᾶσιν » (Α΄ Κορ. 15, 28). Όπως πολύ ορθά σημειώνει ο Β. Στογιάννος « ο απόστολος Παύλος, ως άλλωστε σύνολος η Κ. Δ., θεωρεί την ελευθερία ως κατάσταση της εν τω παρόντι αρξαμένης ήδη εν Χριστώ αλλ' εν τω μέλλοντι πληρωθησομένης εν Πνεύματι νέας ζωής των υιοθετηθέντων παρά του Πατρός πιστών » (13).

Η υιοθεσία όμως του ανθρώπου δεν είναι το ζητούμενο, αυτό καθ' αυτό, καθώς η ιδιότητα των πιστών ως υιών ή τέκνων του Θεού συνεπάγεται την ιδιότητα αυτών ως « κληρονόμων Θεοῦ, συγκληρονόμων δέ Χριστοῦ » (8,17). Πρόκειται για την παλαιοδιαθηκική διδασκαλία περί κληρονομίας, η οποία απαντά στην επαγγελία του Θεού προς τον Αβραάμ περί κατακτήσεως της Χαναάν και της εκεί εγκαταστάσεως των απογόνων του. Όπως τονίζεται όμως από τον Παύλο στο δ΄ κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής, η επαγγελία περιλάμβανε τον παρόντα και τον μέλλοντα αιώνα. Ο Αβραάμ κατέστη «κληρονόμος κόσμου» (Ρωμ. 4, 13) χάρις στην ορθή πίστη του προς τον Θεό και όχι δια των « ἔργων τοῦ νόμου » (4, 16-17). Υπό το πνεύμα αυτό, οι πιστοί τυγχάνουν « κληρονόμοι Θεοῦ » και ταυτόχρονα συγκληρονόμοι Χριστού, δια της ενώσεώς τους με τον Χριστό, ο οποίος καλείται « πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς » (Ρωμ. 8, 29) κατά τό μυστήριο του Βαπτίσματος.

 

5. Το Βάπτισμα ως σφραγίδα της απελευθέρωσης

Η οικείωση της ελευθερίας υπό του πιστού λαμβάνει χώρα κατά την τέλεση του μυστηρίου του Βαπτίσματος, γεγονός το οποίο εξηγεί και την χρησιμοποίηση εκφράσεων που τονίζουν την λυτρωτική φύση του Βαπτίσματος. Λέγει για το Βάπτισμα ο απόστολος και την απελευθέρωση που προσφέρει στον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας: « Ἤ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν; Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα, τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ· ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ, εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει. Ὅ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὃ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ. Οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν » (Ρωμ. 6,3-11).

Το Βάπτισμα σημαίνει συμμετοχή του πιστού στον θάνατο του Χριστού, αλλά και τον θάνατο του χριστιανού « τῇ ἁμαρτίᾳ ». Βεβαίως, αυτό συνεπάγεται την μετοχή των πιστών δια της πίστεως και του Βαπτίσματος όχι μόνο στον θάνατο, αλλά και στην ανάσταση του Χριστού, καθώς ο ρηματικός τύπος συνετάφημεν συνεπάγεται συμμετοχή και στα λοιπά στάδια της ζωής του Χριστού, ανάσταση δηλαδή « ἐν καινότητι ζωῆς ». Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το εν λόγω χωρίο, διακρίνει τον θάνατο του Χριστού από του πιστού ως ακολούθως: « Θάνατος μέν γάρ καί τοῦτο κακεῖνο, ἀλλ' οὐχί τοῦ αὐτοῦ ὑποκειμένου· ἀλλ'ὁ μέν σαρκός ὁ τοῦ Χριστοῦ, ὁ δέ ἁμαρτίας ὁ ἡμέτερος. Ὥστε οὖν ἐκεῖνος ἀληθής, οὕτως καί οὗτος. Ἀλλ' εἰ καί ἀληθής, δεῖ καί τό παρ' ἡμῶν συνενεχθῆναι πάλιν· διό καί ἐπήγαγεν· ἵνα ὡσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Ἐνταῦθα περί τῆς ἐπιμελείας τοῦ βίου καί τόν περί τῆς ἀναστάσεως αἰνίττεται λόγον' » (14). Ο Θεοδώρητος Κύρου επίσης ταυτίζει την ανάσταση με την καινή ζωή: « Τοῦ γάρ Δεσποτικοῦ θανάτου τύπον ἔχει τό βάπτισμα· ἐν ἐκείνῳ δε σύ καί τοῦ θανάτου, καί τῆς ἀναστάσεως κεκοινώνηκας τῷ Χριστῷ. Προσήκει σε τοίνυν καινήν τινα βιοτεῦσαι ζωήν, καί συμβαίνουσαν ἐκείνῳ, ᾧ τῆς ἀναστάσεως κεκοινώνηκας » (15). Παρόμοια και ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός ερμηνεύει το χωρίο ως ακολούθως: « ὅτι εἰ συναποθάνομεν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος, πάντως καί συναναστησόμεθα. ‘Σύμφυτοι' δέ εἶπεν ἀντί τοῦ ‘κοινωνοί'...Κοινωνοί δέ γεγόναμεν οὐχ ἁπλῶς τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, ἀλλά ‘τῷ ὁμοιωμάτι τοῦ θανάτου αὐτοῦ'. Οὐ γάρ ἐπίσης αὐτῷ ἀπεθάνομεν, ἀλλά καθ' ὁμοίωσιν. Ὥσπερ γάρ ἐκεῖονος τῇ σαρκί, οὕτως ἡμεῖς τῇ ἁμαρτίᾳ...'Ἀνάστασιν' δέ νῦν λέγει τήν τῶν σωμάτων, τήν μέλουσσαν, ἧς κοινωνήσομεν οὐ καθ' ὁμοίωσιν, ἀλλ'ἐπίσης ἐκείνῳ κατά τό αὐτό ὐποκείμενον, κατά τήν σάρκα » (16). Και στην προς Γαλάτας επιστολή ο Παύλος τονίζει την θέση του περί « αλληλοπεριχώρησης » (17) του πιστού με τον Χριστό στην φράση: « ἐγώ γάρ διά νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός » (Γαλ. 2, 19-20).

Κατά τη γνώμη μας, η βαπτισματική θεολογία του Παύλου και οι σωτηριολογικές της διαστάσεις μπορεί να ερμηνευθεί ευχερέστερα αν λάβουμε υπόψη μας την τυπολογία Αδάμ-Χριστός, καθώς και την θεώρηση της Εκκλησίας και των μελών αυτής ως σώμα Χριστού, καθώς με τα δύο αυτά σχήματα ο Παύλος τονίζει τη διττή λειτουργία του Βαπτίσματος, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της αμαρτίας και ως μετάβαση στην καινή εν Χριστώ ζωή (18). Καρποί του νέου εν Χριστώ αιώνα είναι ο « ἁγιασμός » και η « αἰώνιος ζωή ». Όπως παρατηρεί άλλωστε ο Μ. Βασίλειος: « μεγάλην τῆς ἀμετρήτου φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ χάριν ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ κυρίου ἡμῶν, οὗ ἡ μέχρι θανάτου ὑπακοή ἡμῖν ἐγένετο, καθώς γέγραπται, λύτρωσις ἁμαρτημάτων, ἐλευθερία τοῦ ἐν τῷ ἀπ' αἰῶνος παραπτώματι βασιλεύοντος θανάτου, καταλλαγή τῷ θεῷ, δύναμις τῆς πρός Θεόν εὐαρεστήσεως, δικαιοσύνης δωρεά, κοινωνία τῶν ἁγίων ἐν τῇ αἰωνίῳ ζωῇ, βασιλείας οὐρανῶν κληρονομία καί μυρίων ἄλλων ἀγαθῶν βραβεῖον » (19).

 

6. Η εν Πνεύματι ελευθερία ως αγάπη

Ο Παύλος αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά της εν Χριστώ καινής ζωής των πιστών αναφέρει ότι τα χαρίσματα και οι δωρεές στους πιστούς αποδίδονται στο άγιο Πνεύμα, το οποίο χορηγείται από τον Θεό: « Ὁ οὖν ἐπιχορηγὼν ὑμῖν τό πνεῦμα καί ἐνεργῶν δυνάμεις ἐν ὑμῖν » (Γαλ. 3, 5). Βασικές εκδηλώσεις του πνεύματος στην καινή ζωή των πιστών είναι η πίστη και η αγάπη, τις οποίες ο απόστολος συνδέει μεταξύ τους στην πρός Γαλάτας επιστολή: « μεῖς γὰρ ἐπ' ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις. Ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ' ἀλλήλων ἀναλωθῆτε. Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε. Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε ταῦτα ποιῆτε » (Γαλ. 5, 13-17). Η ελευθερία προέρχεται από την πίστη των χριστιανών ότι δεν ισχύει πλέον ο νόμος και οι διατάξεις του. Η ελευθερία όμως αυτή δεν έχει καμμία σχέση με την ελευθεριότητα, η οποία κατ' ουσίαν είναι η εγωκεντρική επιθυμία του ανθρώπου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, κυρίως τις σαρκικές. Η ανάγκη του ανθρώπου δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για να παραδοθεί ο άνθρωπος στο φρόνημα της σάρκας. Ο όρος της ελευθερίας είναι η αγάπη: « ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις ». Η ελευθερία από τον νόμο λοιπόν αντικαθίσταται από μία άλλη μορφή δουλείας: της δουλείας του ενός προς τον άλλον με τον δεσμό της αγάπης. Η αγάπη είναι η νέα δουλεία που αντικατέστησε τον Νόμο. Ο Παύλος τονίζει μία μορφή ηθικού δυισμού, καθώς αντιπαραβάλλει το πνεύμα στη σάρκα. Το πνεύμα είναι λοιπόν αντίθετο στο σαρκικό φρόνημα και αυτό με τη σειρά του αντίθετο στο Πνεύμα. Ο Θεοδώρητος Κύρου ερμηνεύει το ανωτέρω χωρίο ως ακολούθως: « Οὐ γάρ διά τοῦτο, φησί, τῆς τοῦ νόμου δουλείας ἠλευθερώθημεν, ἵνα ἀδεῶς ἁμαρτάνωμεν. Καί ἐντεῦθεν δῆλον ὡς τά περιττά τοῦ νόμου ἐκβαλών, τά ἀναγκαῖα φυλάττειν παρεγγυᾷ, καί πρῶτον μέν τήν ἀγάπην...ὁ γάρ εἰλικρινῶς ἀγαπῶν, οὐδέ δουλεύειν παραιτεῖται τῷ φιλουμένῳ. Ὁ γάρ πᾶς νόμος ἐν ἑνί λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Δύνασθε διά τῆς μιᾶς ταύτης ἐντολῆς πάντα πληρῶσαι τόν νόμον » (20). Παρόμοια, και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ερμηνεύει το χωρίο στο ίδιο πνεύμα: « Ἐπειδή ἀνεῖλε τόν ζυγόν τοῦ νόμου, ἕτερον ἐπιτίθησι ζυγόν, τόν τῆς ἀγάπης...ἐλαφρότερόν τε καί ἰσχυρότερον ἐκείνου...Εἰ ὅλως, φησί, πληροῦν θέλετε τόν νόμον, μή ἐν τῷ περιτέμνεσθαι, ἀλλ' ἐν τῇ ἀγάπῃ » (21).

Όπως παρατηρεί εύστοχα η Κ. Παπαδημητρίου για την ανωτέρω περικοπή: « Η όλη περικοπή αρχίζει και τελειώνει με αναφορά στην ελευθερία στο Γαλ. 5, 17γ-18. Σημασιολογικά, ο τρόπος με τον οποίο συμπλέκονται, εναλλάσονται, αντιπαρατίθενται και συσχετίζονται μέσα στην περικοπή οι όροι ελευθερία-αγάπη-σάρκα-Πνεύμα, γεννά την πρόταση ότι το Πνεύμα χαρίζει την εν Χριστώ ελευθερία και την ασφαλίζει από την εκτροπή στην προσχηματική ελευθερία του σαρκικού φρονήματος, συνεισφέροντας στη θέση του ιουδαϊκού νόμου τον νόμο της αγάπης » (22). Ο Παύλος σε άλλο σημείο παρουσιάζει τους καρπούς Πνεύματος της καινής εν Χριστώ ζωής: «   Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες » (Γαλ. 5, 22-23).

Συμπερασματικά, για τον απόστολο Παύλο η έννοια της ελευθερίας είναι δυναμική, καθώς λειτουργεί σε πολλά επίπεδα νοούμενη κυρίως ως αποδέσμευση από την αμαρτία, τον διάβολο, τον θάνατο, αλλά και τις στενές επιταγές του Νόμου. Οι ιουδαϊκές καταβολές του εμφορούν μέσα του την έννοια της ελευθερίας, όχι σε ανθρωποκεντρική βάση, όπως γινόταν στην ελληνιστική σκέψη της εποχής του, αλλά σε Χριστοκεντρική. Η ενσάρκωση και η θυσία του Ιησού έχουν σαν στόχο να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τον φόβο του θανάτου (Εβρ.2,10) και να καταργηθούν τα δεσμά της αμαρτίας (23). Στο σωτηριολογικό σχέδιο του Θεού εντάσσεται και ότι η κτίση, η οποία στα έσχατα θα απαλλαγεί από την φθορά. Ο Θεός δεν είναι ο δημιουργός της φθοράς αλλά επέτρεψε την υποταγή της κτίσεως στην φθορά για να μη γίνει το κακό αθάνατο. Η ανθρώπινη ελευθερία είναι έργο του Θεού και όχι του ανθρώπου, δεν κατακτάται ιδίαις δυνάμεις, αλλά είναι φιλάνθρωπη δωρεά του Κυρίου.

Η υπακοή όμως στον «νέο» Κύριο εντάσσει τους πιστούς στην αιώνια ζωή. Όταν δεχθεί ο άνθρωπος να μορφοποιηθεί από τον Θεό, δηλαδή να παραδοθεί στο θέλημα Του, τότε μετέχει στην νέα δημιουργία Του, η οποία του δίνει υπόσταση και τον ανακαινίζει. Επομένως δεν μιλάμε για δούλους, αλλά για τέκνα που κληρονομούν τον Θεό. Η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ διά του Παρακλήτου αποτελεί την φανέρωση μιας νέας διάστασης της ελευθερίας. Η υιοθεσία μας συνδέεται με την εν Χριστώ ζωή, ξεκινάει με το βάπτισμα, το οποίο τελείται «ἐν ἑνί πνεύματι» ως ένταξη του ανθρώπου στο μυστικό σώμα του Χριστού, και στη συνέχεια με την συμμέτοχη στα μυστήρια της Εκκλησίας. Η σύνταξη με τον Χριστό γίνεται με το βάπτισμα, η συσσωμάτωση όμως γίνεται με την συμμέτοχη στο σώμα και το αίμα του Χριστού που είναι η βιωμένη και ζωντανή εκκλησία. Το άγιο Πνεύμα χορηγεί την ελευθερία και η παρουσία του μέσα στην εκκλησία αποτελεί εγγύηση γι' αυτήν, ταυτόχρονα δίνει πνοή ζωής (Ρωμ. 7,6). Άλλωστε, όπως λέγει και ο ίδιος ο απόστολος « ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία » (Β΄ Κορ. 3, 17).


Υποσημειώσεις

(1) Βλ . εκτενέστερα Βλ . Gerhard Kittel, Theological Dictionary of the New Testament, vol. II, Δ-Η, σελ. 496.

(2) Β . Στογιαννος, Ελευθερία ., σελ . 193.

(3) Νικολαος Καβασιλας, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς , PG 150, 529.

(4) Θεοδωρητος Κυρου, Ἑρμηνεία τῆς πρός Ρωμαίους Ἐπιστολῆς , PG 82, 112.
(5) Ευθυμιος Ζιγαβηνός, εν Ν. Καλογερά, Ερμηνεία εις τας ΙΔ΄ Επιστολάς του Αποστόλου Παύλου και εις τας Ζ΄ Καθολικάς , τ. Α΄, 1887, σελ. 96.

(6) Ερμηνευτικόν Υπόμνημα εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν , σελ. 252.

(7) Ευθυμιος Ζιγαβηνός, σελ. 93.

(8) Ιωαννης Χρυσοστομος, Ὑπόμνημα είς τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, PG 60, 530.

(9) Βλ. εκτενέστερα Κυριακούλα Παπαδημητρίου, «Ο «τύπος» του Αβραάμ στην Καινή Διαθήκη. Μία σύγχρονη εφαρμογή τής τυπολογικής ερμηνευτικής μεθόδου» , Ανάτυπο από τον Τιμητικό τόμο στον Καθηγητή Ι.Δ. Καραβιδόπουλο, Αγία Γραφή και σύγχρονος άνθρωπος , Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 355-362. Όπως τονίζει η συγγραφέας του έργου, ο απόστολος μεταφέρει μια ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης στην Καινή Διαθήκη με αριστοτεχνικό τρόπο, ώστε να προσλάβουν το νόημα όχι μόνο οι τότε παραλήπτες αλλά και οι σημερινοί αναγνώστες των επιστολών. Η διακειμενικότητα γεννά την τυπολογία που είναι μία παραδοσιακή ερμηνευτική μέθοδος. Με την χρήση της τυπολογίας γίνεται κατανοητή η ενότητα των δύο Διαθηκών και η μετάβαση από τον επίγειο Μεσσία των Ιουδαίων στον Μεσσία όλων των αιώνων.

(10) Ὁμιλίαι εἰς τούς Ψαλμούς, PG 29, 440-441. Πρβλ. 437.

(11) Ὁμιλίαι εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων , PG 60, 527.

(12) Βλ. Εκτενέστερα για την έννοια της υιοθεσίας στην Παύλεια θεολογία J . D . Hester, Paul ' s concept of Inheritance , 1968. Πρβλ . J. M. Scott, Adoption as Sons of God , 1992.

(13) Ελευθερία. , σελ. 182-183.

(14) PG 60, 480.

(15) Ἑρμηνεία τῆς πρός Ρωμαίους Ἐπιστολῆς , PG 82, 105.

(16) Ευθύμιος Ζιγαβηνός, σελ. 65.

(17) Όρος που χρησιμοποιεί ο Χ. Ατματζίδης, Θεολογία της Καινής Διαθήκης ., σελ. 268.

(18) Βλ . εκτενέστερα Βλ . Gerhard Kittel, Theological Dictionary of the New Testament, vol. II, Δ - Η, σελ . 499-500.

(19) Μ. Βασιλειος, Περί Βαπτίσματος , PG 31, 1556.

(20) Θεοδώρητος Κύρου, Ἑρμηνεία τῆς πρός Γαλάτας Ἐπιστολῆς , PG 82, 496.

(21) PG 124, 1016.

(22) Προς Γαλάτας, Ο καινούργιος λαός του Θεού , σελ. 178.

(23) Πρβλ. Ρωμ.1,18-32 3,9.23 5,12-21. Γαλ.3,22. Εφ.2,2-3 Βλ. Β. Στογιάννου, Ελευθερία., σελ. 155.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.