ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα Πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου
εν σχέσει προς τα άλλα Ανατολικά Πατριαρχεία

Βασιλείου Σταυρίδου, Θεολογία ,
ΜΒ', σελ. 314-328

Α'. Προϋποθέσεις, αίτινες δέον να ληφθούν υπ'όψιν.

Κατά την πρώτην χιλιετηρίδα της Χριστιανικής Ιστορίας τα πατριαρχεία ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων γεωγρα- φικώς επεξετείνοντο εις περιοχάς ευρισκομένας εντός τριών ηπείρων: της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Το πατριαρχείον ΚΠόλεως περιελάμβανε τμήματα της Βαλκανικής χερσονήσου, τας νήσους και την Μικράν Ασίαν. Το πατριαρχείον Αντιοχείας, με το κύριον τμήμα εν Συρία, είχεν επί τι διάστημα χρόνου υπό την δικαιοδοσίαν αυτού προς βορράν την Αρμενίαν και προς ανατολάς την Περσίαν. Το πατριαρχείον Ιεροσολύμων είχε τας περιοχάς νοτίως των της Αντιοχείας μέχρι της Αιγύπτου, ενώ το πατριαρχείον Αλεξανδρείας την Αίγυπτον και τας γειτονικάς χώρας νοτίως και προς δυσμάς της χώρας ταύτης· τό κύριον σώμα των πιστών, των ανηκόντων εις τας Εκκλησίας ταύτας, ήτο προελεύσεως Ελληνικής, Συριακής, Αρμενικής, Ιβηρικής, Περσικής και Κοπτικής. Το Ελληνιστικόν πνεύμα, ένεκα των κατακτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου, διεδόθη μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών της ευρείας ταύτης γεωγραφικής περιοχής. Αλλά το κατά πόσον βαθεία υπήρξεν η επίδρασις των Ελληνικών ιδεών επί των μορφών της σκέψεως, των γλωσσών και των τρόπων δαβιώσεως των αυτοχθόνων λαών, παραμένει εν ανοικτόν ερώτημα. Οπωσδήποτε, άπασαι αι μεγάλαι πόλεις εντός της ευρείας ταύτης περιοχής υπήρξαν κέντρα Ελληνιστικού πολιτισμού, επί μικρόν ή μεγαλύτερον διάστημα χρόνου.

Το αίσθημα του ανήκειν εις έ να κοινόν πολιτισμόν, την μίαν οικουμένην, δηλ. τον κατοικούμενον κόσμον, όπως συνηθίζομεν να λέγωμεν, ενισχύετο επί πλείον υπό του πολιτικού παράγοντος. Η μία οικουμένη ενεσαρκούτο εν τη Ρωμαϊκή και μετέπειτα Βυζαντινή αυτοκρατορία, εντός της οποίας και τα τέσσαρα Ανατολικά πατριαρχεία ευρίσκοντο και απέκτησαν κατά την διάρκειαν του χρόνου την πλήρη αυτών οργανικήν ανάπτυξιν.

Ο χωρισμός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εις δύο τμήματα, το Ανατολικόν και το Δυτικόν, η ανάπτυξις τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας εις τα Ανατολικά τμήματα της παλαιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τα κατακλυσμιαία γεγονότα, άτινα διεδραματίσθησαν εν τη Δύσει, όπως είναι η έλευσις των νέων φυλών, η ίδρυσις του παπικού κράτους και των αυτοκρατοριών των Φράγκων και κατόπιν των Γερμανών, ήσαν σημεία δηλωτικά τής υπάρξεως δύο κόσμων, συντείναντα επίσης εις την κατά πολλούς τρόπους σταθεροποίησιν της ενότητος εις ένα έκαστον των δύο τούτων κόσμων, οίτινες κατενοούντο ως πολιτικαί και έκκλησιαστικαί ενότητες.

Ιδιαιτέρως εν τη Ανατολή, εκτός του γεωγραφικού και του πολιτικού παράγοντος, υπήρχον και άλλα στοιχεία δια την ενίσχυσιν της υφισταμένης ενότητος. Αι αύται αρχαί ενεφανίζοντο, κατά το μάλλον και ήττον, εις τας σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, τον τρόπον δι' ου ήρχετο η Εκκλησία εις επαφήν προς τους έξω, την θεολογικήν θεώρησιν και γλώσσαν, τα εκκλησιαστικά ήθη και έθιμα, την λατρείαν, την εκκλησιαστικήν διοίκησιν και τα δόγματα.

Τονίζοντες όμως τας ως άνω γενικότητας, δέον να έχωμεν υπ' όψιν πάντοτε δύο σημεία. Το πρώτον είναι η ύπαρξις περιόδων εντάσεως, πραγματικών κρίσεων και χωριστικών δυνάμεων, ενεργουσών εντός του ενός Ανατολικού κόσμου και πολιτισμού. Το έτερον είναι η πραγματικότης της ενότητος της Εκκλησίας, Ανατολικής και Δυτικής, η κοινωνία των καρδιών και εν τοις μυστηρίοις του ενός Χριστιανικού κόσμου, παρά τας υφισταμένας ποικιλίας και διαφοράς.

Μολονότι δια λόγους μεθοδολογικούς διαστέλλομεν εν τη παρούση εισηγήσει τον Ανατολικόν από του Δυτικού κόσμου και εξετάζομεν μόνον την εξέλιξιν της διοργανώσεως των τεσσάρων πατριαρχείων εν εαυτοίς, εν συναρτήσει προς αλλήλα και των τριών προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, δέον εν ου δεμία περιπτώσει να αγνοώμεν την ανάπτυξιν του Δυτικού πατριαρχείου, δηλ. της Εκκλησίας της Ρώμης καθ' εαυτήν και εν συγκρίσει προς τα άλλα πατριαρχεία, καίτοι αυστηρώς ειπείν η Εκκλησία της Ρώμης μας ενδιαφέρει ενταύθα μόνον ως προς τας σχέσεις αυτής προς το υπό μελέτην θέμα.

 

Β'. Η ανάπτυξις των Ανατολικών Εκκλησιών.

Κατά τον π. Ντβόρνικ, «ούτω συνέβη, ώστε η Εκκλησία απ' αρχής ήτο υποχρεωμένη, δια λόγους πρακτικού συμφέροντος, προερχομένους εκ των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, να προσάρμοση την εκκλησιαστικήν αυτής διοργάνωσιν, ειδικώς εν τη Ανατολή, προς τήν πολιτικήν διαίρεσιν τής Αυτοκρατορίας» (1).

Η αρχή αύτη είναι δυνατόν να ανευρεθή ακόμη και κατά την αποστολικήν περίοδον. Βλέπομεν τους αποστόλους χρησιμοποιούντας δια το Ιεραποστολικών αυτών έργον τας μεγάλας πόλεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ως κέντρα, και αλληλογραφούντας μετά των χριστιανικών κοινοτήτων, των ιδρυ ομένων, ως επί το πλείστον, εις τας αυτάς μεγάλας πόλεις.

Καίτοι άπαντες οι επίσκοποι ήσαν ίσοι προς αλλήλους ως προς τον βαθμόν, από του τέλους του Β' αιώνος και εξής εμφανίζεται μία διαφοροποίησις εις το υπούργημα αυτών, ήτις επέδρασεν επί της εκκλησιαστικής διοργανώσεως. Με σκοπόν να αντιμετωπίσουν αιρετικήν τινα διδασκαλίαν ή περίπτωσιν τινα αποσχίσεως εντός μιας ειδικής εκκλησιαστικής περιοχής, οι επίσκοποι ταύτης συνήρχοντο κατά φυσικήν συνέπειαν εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας υπό την προεδρίαν του επισκόπου, του διαμένοντος εν τη πόλει εκείνη. Το ίδιον συνέβαινε και προκειμένου περί της εκλογής και χειροτονίας προσώπων εις τας επισκοπικάς έδρας εντός της ιδίας περιοχής. Οι επίσκοποι ούτοι, οίτινες ήσαν οι εκκλησιαστικοί ηγέται των πρωτευουσών των επαρχιών, εκλήθησαν μητροπολίται, λόγω του ότι αι πόλεις, ένθα διέμενον, εκαλούντο μητροπόλεις. Η σύγκλησις των επαρχιακών συνόδων κατά τον Γ' αιώνα έβαινε παράλληλος προς την ανάπτυξιν του μητροπολιτικού συστήματος διοικήσεως. Ο δ' κανών της Α' εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου, 325, επικυροί το διοικητικόν τούτο σύστημα:

Ἐπίσκοπον προσήκει μάλιστα μέν ὑπό πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχία καθίστασθαι· εἰ δέ δυσχερές εἴη τό τοιοῦτο, ἡ διά κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἤ διά μήκος ὁδοῦ, ἐξ ἅπαντος τρεῖς ἐπί τό αὐτό συναγομένους, συμψήφων γινομένων καί τῶν ἀπόντων καί συντιθεμένων διά γραμμάτων, τότε τήν χειροτονίαν, ποιεῖσθαι· τό δέ κῦρος τῶν γινομένων δίδοσθαι καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ».

Ο θ' κανών της τοπικής συνόδου της Αντιοχείας του 341 εκφράζει κατά ένα πληρέστερον τρόπον το πνεύμα του προαναφερθέντος κανόνος:

«Τούς καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐπισκόπους εἰδέναι χρή τόν ἐν τῇ μητροπόλει προεστώτα ἐπίσκοπον, καί τήν φροντίδα ἀναδέχεσθαι πάσης τῆς ἐπαρχίας, διά τό ἐν τῇ μητροπόλει πανταχόθεν συντρέχειν πάντας τούς τά πράγματα ἔχοντας. Ὅθεν ἔδοξε καί τῇ τιμῇ προηγεῖσθαι αὐτόν, μηδέν τε πράττειν περιττόν τούς λοιπούς ἐπισκόπους ἄνευ αὐτοῦ, κατά τόν ἀρχαῖον κρατήσαντα ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν κανόνα· ἤ ταῦτα μόνα, ὅσα τῇ ἑκάστου ἐ πιβάλλει παροικία, καί ταῖς ὑπ' αὐτήν χώραις...».

Κατά την αυτήν περίοδον ευρισκόμεθα προ ενός έτερου τίτλου, του εξάρχου, όστις εκαλείτο επίσης αρχιεπίσκοπος εν ευρυτέρα έννοια. Ο έξαρχος είχεν εξουσίαν ευρυτέραν της του μητροπολίτου. Ο τίτλος ούτος εδίδετο εις τους κατόχους των εδρών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Καισαρείας, Εφέσου και Ηράκλειας εν τη Ανατολή, οίτινες είχον δικαιοδοσίαν εντός μιας εκκλησιαστικής περιοχής, ευρυτέρας της του μητροπολίτου. Οι έξαρχοι εκέκτηντο τα αυτά πρεσβεία επί των μητροπολιτών, παρόμοια των οποίων οι μητροπολίται είχον επί των επισκόπων.

Κατά το από του Ε'-ΣΤ' αιώνος διάστημα δέον να επισημάνωμεν και μίαν άλλην εξέλιξιν εις την ιεραρχικήν διαβάθμισιν. Έξαρχοι τίνες, οπως οι της Αλεξανδρείας και Αντιοχείας και οι κάτοχοι των εδρών της ΚΠόλεως και των Ιεροσολύμων, θα αποκτήσωσι τον τίτλον του πατριάρχου. Κατ' αρχάς τα δίκαια των πατριαρχών εβασίζοντο επί του εθιμικού δικαίου, βραδέως εξελισσόμενα. Ο πατριάρχης είχεν, ως ο μητροπολίτης και ο έ ξαρχος επί περιωρισμένου επιπέδου, πρεσβεία προσωπικού χαρακτήρος. Εκείνος έπεκύρωνε τας έκλογάς των μητροπολιτών και γενικώς είχε το δικαίωμα της εποπτείας επί των δογματικής και κανονικής υφής ζητημάτων εντός του πατριαρχείου του.

Ο στ' κανών της Α' εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου, 325, ομιλεί περί των πρεσβειών των Εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσεως:

«Τά ἀ ρχαῖα ἔ θη κρατείτω, τά ἐν Αἰγύπτῳ καί Λιβύῃ καί Πενταπόλει, ὥστε τόν ἐν Ἀλεξάνδρειᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τήν έξουσίαν ἐ πειδή καί τῷ ἐν Ρώμῃ ἐ πισκόπῳ τοῦτο σύνηθες ἐ στιν. Ὁμοίως δέ καί κατά τήν Ἀντιόχειαν, καί ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις, τά πρεσβεῖα σώζεσθαι ταῖς Ἐκκλησίαις...».

Ο κανών ούτος έρχεται να επικύρωση μίαν προϋπάρχουσαν ήδη κατάστασιν. Ομιλεί περί των πρεσβειών των τριών Εκκλησιών, ειδικώς της Ρώμης, της Αλεξανδρείας και της Αντιοχείας, και περί άλλων επαρχιών, άνευ όμως εξ ονομασίας αυτών.

Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας έχαιρε μεγάλης φήμης εντός της Χριστιανικής Εκκλησίας. Τούτο ωφείλετο εις το γεγονός ότι η Αλεξάνδρεια ήτο η δευτέρα μείζων πόλις εντός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την ύπαρξιν μεγάλων επισκόπων, ο ίτινες ανήλθον τον θρόνον τούτον, τας παραδόσεις περί του πρωίμου κηρύγματος και καθιδρύσεως του Χριστιανισμού υπό Μάρκου, μαθητού του Πέτρου και το ότι ήτο εν μέγα ιεραποστολικόν κέντρον και ε ν κέντρον των Χριστιανικών γραμμάτων με την περίφημον κατηχητικήν σχολήν και τους θεολόγους αυτής. Εις τους Επισκόπους Αλεξανδρείας ανεγνωρίζετο η εξουσία ό χι μόνον επί της Αιγύπτου, αλλά της Λιβύης και της Πενταπόλεως ακόμη δε και της Θηβαΐδος. Κατά πάσαν πιθανότητα, τάσεις προς εγκατάστασιν του μητροπολιτικού συστήματος θα εξεδηλώθησαν, αλλά συν τω χρόνω ο επίσκοπος Αλεξανδρείας επεξέτεινε την κυριαρχίαν αυτού εφ' όλων των επισκόπων εις τας ευρείας ταύτας περιοχάς. Τα πρεσβεία του επισκόπου Αλεξανδρείας εφ' όλων των επισκόπων εμφανίζονται ως μία φυσική κατάστασις, παραλληλιζόμενα προς την ιδίαν έξουσίαν, ην ο επίσκοπος Ρώμης είχεν εν τη Δύσει.

Εν αναφορά προς την Εκκλησίαν της Αντιοχείας και τας άλλας Εκκλησίας, ο κανών ομιλεί, κατά ενα γενικόν τρόπον, δια την διατήρησιν των πρεσβειών αυτών. Η Αντιόχεια είχε πολλά τα κοινά προς την πόλιν της Αλεξανδρείας. Ήτο η τρίτη μεγάλη πόλις της αυτοκρατορίας. Η εγκαθίδρυσις του Χριστιανισμού εκεί συνδέεται με τας προσπάθειας των δύο αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ήδη από των αποστολικών χρόνων, ήτο εν σπουδαίον ιεραποστολικόν κέντρον και ενεφάνιζε τους καρπούς των ακαδημαϊκών μόχθων δια της θεολογικής αυτής σχολής. Ο επίσκοπος Αντιοχείας Ιγνάτιος φαίνεται κατά την εποχήν του να εξήσκει κυριαρχίαν επί της επαρχίας της Συρίας, ενώ κατά τους χρόνους της συγκλήσεως της Α' εν Νίκαια Οικουμενικής Συνόδου το κύρος του επισκόπου Αντιοχείας φαίνεται ότι επεξετείνετο εκτός της Συρίας και προς τας επαρχίας της Παλαιστίνης, Φοινίκης, Αραβίας, Μεσοποταμίας, Κιλικίας και Ισαυρίας. Ο π. Ντβόρνικ, ανακεφαλαιών τας επί του σημείου τούτου γνώμας των εκκλησιαστικών Ιστορικών, λέγει:

«Δια την περίπτωσιν της Αντιοχείας σώζονται ολιγώτερα γραπτά απο δεικτικά στοιχεία από την περίπτωσιν της Αλεξανδρείας, και είναι δύσκολον να είπωμεν, εάν και κατά πόσον οι Πατέρες ανεγνώρισαν την εξουσίαν του επι σκόπου Αντιοχείας επί των μητροπολιτών πασών των επαρχιών της διοικήσεως της Ανατολής, ή μόνον το δικαίωμα του να χειροτονή επισκόπους εις περιοχάς τινας εκτός της επαρχίας της Συρίας, επί της οποίας είχεν άμεσον δικαιοδοσίαν ως μητροπολίτης» (2).

Εις την αξιόλογον εργασίαν του π. Γουσταύου Μπαρντύ, «Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Κωνσταντινούπολις (325-451)», δύναται τις να παρακολούθηση τας υφισταμένας σχέσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των εδρών της Αλεξανδρείας και της Αντιοχείας κατά και μετά την Σύνοδον της Νικαίας (3).

Τα έτη 329-373 καλύπτονται με τον Αθανάσιον εν τη επισκοπή της Αλεξανδρείας και τους συνεχείς αυτού αγώνας κατά των Αρειανών και ημιαρειανών εν Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και ΚΠόλει. Μετά την καταδίκην του Ορθοδόξου επισκόπου Ευσταθίου (330), ήρχισε το Αντιοχειανόν σχίσμα, με μίαν σειράν Αρειανών επισκόπων αφ' ενός και ενός Ορθοδόξου καταλείμματος αφ' ετέρου. Δια της ανόδου εις τον επισκοπικόν θρόνον της Αντιοχείας του Μελετίου το 360 και μέχρι του 378, η κατάστασις ήτο πολύ σοβαρά εν Αντιό χεια, δια της αναγνωρίσεως αυτού ως Ορθοδόξου επισκόπου υπό πλείστων Εκκλησιών εν τη Ανατολή, ενώ αι Εκκλησίαι Αλεξανδρείας και Ρώμης ετέλουν εν κοινωνία μετά του επισκόπου Παυλίνου, αντιθέτου προς τον Μελέτιον.

Εν τη Α' Οικουμενική Συνόδω της Νικαίας, δια του ζ' κανόνος, γίνεται μνεία μιας ετέρας επισκοπικής καθέδρας:

«Ἐπειδή συνήθεια κεκράτηκε, καί παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τόν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τήν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς· τῇ μητροπόλει σωζό μενου τοῦ οἰκείου ἀ ξιώματος».

Ο επίσκοπος Αιλίας (Ιεροσολύμων) ετέλει υπό τον μητροπολίτην Καισαρείας, της Παλαιστίνης. Λόγω της ιδιαιτέρας τιμής, της απονεμόμενης εις την Αγίαν Πόλιν, ο επίσκοπος Ιεροσολύμων προσεπάθησεν, ολίγον κατ' ολίγον, να επωφεληθή του γεγονότος τούτου και να κινηθή προς την απόκτησιν του ανωτάτου εν τη εκκλησιαστική διοικήσει βαθμού. Εν Νικαία οι Πατέρες απένειμαν εις αυτόν την τιμητικήν διάκρισιν του μητροπολίτου και τον αφήκαν υπό την δικαιοδοσίαν του Καισαρείας και Αντιοχείας.

Ο αυτός πατήρ Μπαρντύ παρουσιάζει δια των εξής ασυνηθών λέξεων την εμφάνισιν ενός τετάρτου εκκλησιαστικού κέντρου εν τη Ανατολή, όπερ επέπρωτο ν' απόκτηση εν πρωτείον μεταξύ των Εκκλησιών της περιοχής ταύτης του κόσμου:

«Όθεν, εις στιγμήν καθ' ην εκινδύνευε να καταποντισθή, παρεμβαίνει εις την κατά παράδοσιν έριν μεταξύ Αντιοχείας και Αλεξανδρείας μια Εκκλησία, άνευ παρελθόντος, σχεδόν άνευ ιστορίας και η οποία ουδένα έτερον τίτλον ηδύνατο να εμφανίση υπέρ εαυτής, ει μη ότι ήτο η νέα πρωτεύουσα: Η Κωνσταντινούπολις» (4).

Συγγραφείς ως οι Χάρνακ, Βαιλχέ, Ζανέν και Ντβόρνικ οριστικώς δέχονται την υπαρξιν της Χριστιανικής Εκκλησίας εν Βυζαντίω κατά την διάρκειαν του Β' αιώνος. Ε κ των εις την διάθεσιν ημών πηγών δεν είναι εύκολον μετά βεβαιότητος να καθορίσωμεν το έτος, καθ' ο ο Χριστιανισμός εκηρύχθη εν τη πόλει ταύτη. Συναφής προς τούτο είναι η παράδοσις περί του Ανδρέου, του αδελφού του Πέτρου, όστις ήλθεν εις το Βυζάντιον και εγκαθίδρυσε την πρώτην Εκκλησιαστικήν διοργάνωσιν κατά την προς την Σκυθίαν περιοδείαν αυτού. Δύο εκ των τελευταίως γραψάντων επί του θέματος τούτου, ο εις, ο π. Ντβόρνικ, θεωρεί πιθανήν την υπαρξιν της ως άνω παραδόσεως από των χρόνων του Μ. Κωνσταντίνου, αλλά καταρρίπτει την ιστορικότητα αυτής, ε νώ ο δεύτερος, ο αείμνηστος Ηλιουπόλεως Γεννάδιος, φαίνεται να αποδέχηται την παράδοσιν ταύτην, ως κεκτημένην μίαν ίστορικήν άξίαν και δυναμένην να ανευρεθή, κατ' αυτόν, εις τους προ του Μ. Κωνσταντίνου χρόνους. Δια της χρήσεως των μεθόδων της ιστορικής ερεύνης, η παράδοσις αύτη δεν είναι δυνατόν ευκόλως να παραμερισθή.

Η Εκκλησία του Βυζαντίου προβάλλει εν τη ιστορία πρώτον ως μία επισκοπή της διοικήσεως της Ηράκλειας, Θράκης, ακόμη κατά τον χρόνον και μετά την ίδρυσιν της Νέας Ρώμης (330). Εξειλίχθη εις εν μέγα εκκλησιαστικών κέντρον κατά τα έτη 330-451 μ. Χ., λόγω της ειδικής θέσεως, την οποίαν είχεν ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ενταύθα εφηρμόσθη η αρχή της προσαρμογής προς την πολιτικήν διαίρεσιν και διοικητικήν διοργάνωσιν της αυτοκρατορίας. Ενώ αργότερον η ε τέρα α ρχή της αποστολικότητος της έδρας ελήφθη ωσαύτως ύπ' όψιν.

Το γεγονός ότι η ΚΠολις κατέστη το 330 η έδρα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μας επιτρέπει να υποθέσωμεν ότι ο επίσκοπος της δεν ηδύνατο να παραμένη εις α πλούς τιτλούχος υπό τον μητροπολίτην Ηράκλειας. Η σημασία της διαφαίνεται εκ του γεγονότος ότι μητροπολίται ως ο Ευσέβιος ο Νικομήδειας και πατριάρχαι, ως ο Ευδόξιος ο Αντιοχείας, κατέβαλον πολλάς προσπαθείας δια να μετατεθούν εις την επισκοπήν ΚΠόλεως. Φαίνεται πιθανή η τοποθέτησις των επισκόπων ΚΠόλεως επί της ιδίας προς τους εξάρχους γραμμής, μολονότι δεν κατείχον ακόμη ιδίαν ε κκλησιαστικήν περιοχήν.

Αι σχέσεις του Αθανασίου μετά των Αρειανών πολιτικών αρχόντων εν Βυζαντίω δεν ήσαν ομαλαί. Κατά τον Νόρμαν Χ. Μπαίυνς, «τα δεινά και ο θρίαμβος του Αθανασίου ανύψωσαν την Αλεξάνδρειαν εις μιαν θέσιν αναντιρρήτου υπεροχής» (5).

Δια της ανόδου εις τον Βυζαντινόν θρόνον ενός Ορθοδόξου αυτοκράτορος εν τω προσώπω Θεοδοσίου του Μεγάλου, το Ορθόδοξον εν τη πόλει ταύτη κατάλειμμα εκάλεσεν ως επίσκοπον αυτής Γρηγόριον τον Ναζιανζηνόν. Από της άλλης πλευράς, Πέτρος ο Αλεξανδρείας ανέθηκεν εις επισκόπους τινάς της δικαιοδοσίας αυτού, διαμένοντας εν τη πρωτευούση, να προβώσιν εις την χειροτονίαν Μαξίμου τινός του κυνικού, ενός φιλοσόφου, αλλ' η συνωμοσία αύτη α πέτυχεν.

Το έτος 381 η Β' Οικουμενική Σύνοδος εκλήθη εις την ΚΠολιν. Κατά την διάρκειαν των συνεδριών αυτής Γρηγόριος ό ΚΠόλεως, κατόπιν των εναν τίον αυτού κατηγοριών γενομένων υπό Αιγυπτίων επισκόπων και του Αρχοντίου του Θεσσαλονίκης, εγκατέλειψε την ΚΠολιν και μετέβη προς τον τόπον της διαμονής αυτού εν μονώσει. Ο νέος επίσκοπος υπήρξεν ο Νεκτάριος. Η αυτή σύνοδος, μετά τον θάνατον Μελετίου του Αντιοχείας, δεν εδέχθη ω ς κανονικών επίσκοπον τον Παυλίνον, ενώ οι 'Αντιοχείς εξέλεξαν ω ς επίσκοπον αυτών τον Φλαβιανόν, όστις έλαβε μέρος εις τας εργασίας της συνόδου ταύτης. Το κύρος της χειροτονίας Μαξίμου του κυνικού και πασών των υπ' αυτού γενομένων χειροτονιών δεν ανεγνωρίσθη δια του δ' κανόνος της συνόδου.

Ο β' κανών της συνόδου άρχεται δια μιας προτροπής προς τους επι σκόπους, όπως μη αναμιγνύωνται εις τα ζητήματα των άλλων διοικήσεων, και συνεχίζει:

«...κατά τούς κανόνας, τόν μέν Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπον, τά ἐν Αἰγύπτῳ μόνον οἰκονομεῖν τούς δέ τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, τήν Ἀνατολήν μόνην διοικεῖν φυλαττομένων τῶν ἐν τοῖς κανόσι τοῖς κατά Νίκαιαν πρεσβειῶν τῇ Ἀντιοχέων Ἐκκλησίᾳ· καί τούς τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τά κατά τήν Ἀσιανήν μόνον διοικεῖν καί τούς τῆς Ποντικῆς, τά τῆς Ποντικῆς μόνον καί τούς τῆς Θράκης τά τῆς Θρακικῆς μόνον οἰκονομεῖν...».

Ο κανών ούτος ετέλει εν συναρτήσει προς την πολιτικήν διαίρεσιν της Ανατολικής αυτοκρατορίας και έθετεν αυστηρούς περιορισμούς εις τας ενερ γείας και τας κινήσεις των επισκόπων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Εφέσου, Καισαρείας και Ηράκλειας. Επεσφράγιζε το κύρος του στ' κανόνος της Α' εν Νικαία Συνόδου εν σχέσει προς τους επισκόπους της Αλεξανδρείας και της Αντιοχείας ως εξάρχων και κατωνόμαζε την φοράν ταύτην τας τρεις διοικήσεις της Ασίας, του Πόντου και της Θράκης. Αλλ' ο κανών ωμίλει ενταύθα μόνον περί των εν ταις διοικήσεσι ταύταις επισκόπων, χωρίς να εξονομάζη τους εξάρχους.

Ο γ' κανών της αυτής συνόδου έθιγε τα πρεσβεία της έδρας της ΚΠόλεως:

«Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην».

Από του 330 και εξής, δηλαδή εις διάστημα 50 ετών, ο επίσκοπος ΚΠόλεως κατέστη, μετά μίαν σταδιακήν ανάπτυξιν, ο δεύτερος εις την τάξιν προ-καθεδρίας ιεράρχης εντός της Καθολικής Εκκλησίας και πρώτος εν τη Ανατολή. Εις την εκκλησιαστικήν νομοθεσίαν υφίσταται παράδειγμα αναγνωρίσεως πρωτείου τιμής μιας άλλης καθέδρας. Η ιδία γλώσσα, ως είδομεν, εχρησιμοποιήθη δια τα Ιεροσόλυμα εν τω ζ' κανόνι της εν Νικαία συνόδου (325), καίτοι δι' έτερον λόγον.

Ο γ' κανών της εν ΚΠόλει συνόδου του 381 καθ' οιονδήποτε τρόπον δέον να μη εκληφθή ως υποβιβάζων το πρωτείον του Ρώμης. Αντιθέτως, το πρωτείον τούτο σαφώς εκτίθεται ως βάσις προς σύγκρισιν, ως συνέβη τούτο και πρότερον εν Νικαία, δια του στ' κανόνος, εν αναφορά προς την Αλεξάνδρειαν. Ο κανών ούτος ήτο μάλλον μία απόφασις ληφθείσα κατά της έδρας της Αλεξανδρείας, ήτις τοιουτοτρόπως εκινήθη προς την τρίτην θέσιν εν τη εκκλησιαστική προκαθεδρία. Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Τιμόθεος υπέγραψε ταύτην, πράγμα το οποίον έπραξαν και οι λοιποί των ιεραρχών της Ανατολής. Η Ρώμη, στενώς συνδεόμενη μετά της Αλεξανδρείας, ουδέν η δύνατο να πράξη ενώπιον της δημιουργηθείσης καταστάσεως.

«Είναι δυνατόν ουτω να εξαχθή το συμπέρασμα ότι η Δύσις σιωπηλώς, καίτοι ακουσίως, απεδέχθη τον γ' κανόνα, τον ψηφισθέντα εν ΚΠόλει τό 381» (6).

Μετά τήν σύνοδον της ΚΠόλεως, τα πρεσβεία τιμής τα αναγνωρισθέντα εις τον έπίσκοπον του Βυζαντίου δεν παρέμειναν απλαί λέξεις, αλλ' έβαινον παράλληλα προς μίαν φυσικήν έξέλιξιν της διοικητικής αυτού εξουσίας. Ελπιδοφόρον σημείον των καιρών αποτελεί η ανάγνωσις σελίδων ωσάν αυτάς εις τα βιβλία των πατέρων Ντβόρνικ και Χατζάρ (7), οίτινες, παραμερίζοντες κατηγορίας κατά των επισκόπων ΚΠόλεως δια τας εξελίξεις των ετών 381-451, ε μφανίζουσι την ανάπτυξιν της καθέδρας ταύτης γενομένην άνευ βίαιων ενερ γειών, αλλά καθ' ίνα φυσικόν και κανονικόν τρόπον και συμφώνως προς τας ιστορικάς ανάγκας των καιρών.

Ο ο μότ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κονιδάρης (8), επεξηγών τον τρόπον καθ' ον διεμορφώθη το πατριαρχείον ΚΠόλεως, μεταξύ άλλων επισημαίνει τρία σημεία, άτινα είναι:

«1) Ο Οικουμενικός χαρακτήρ της εκλογής του Νεκταρίου (381-397) ω ς ΚΠόλεως μετά την παραίτησιν του Γρηγορίου - 2) ο σχηματισμός της πρώτης αρχικής «τάξεως προκαθεδρίας των θρόνων» της Ανατολής, ήτοι των «εκ θέσεων» ή «τακτικών» ( Notitia Episcopatuum ), τ.έ. των καταλόγων των περιεχόντων τας μητροπόλεις, Αυτοκέφαλους Αρχιεπισκοπάς και επισκοπάς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και 3) η δράσις του Ιωάννου του Χρυσοστόμου (398-404) και του Αττικού (406-425)».

Οι επίσκοποι ΚΠόλεως, φυσικώ τω λόγω, ήρχισαν να αναμιγνύωνται εις τας υποθέσεις των γειτονικών διοικήσεων, δηλ. της Θράκης (Ηράκλειας), Ασίας (Εφέσου) και Πόντου (Καισαρείας). Αι ενέργειαι, εις τας οποίας προέβη ο ι. Χρυσόστομος προς διακανονισμόν των υποθέσεων των εκκλησιών της Μ. Ασίας, η εκλογή του διακόνου αυτού Ηρακλείδου ως επισκόπου Εφέσου κ.ά., εν τη πράξει καταδεικνύουν τα εξελισσόμενα δίκαια των επισκό πων ΚΠόλεως εν ταις περιοχαίς ταύταις.

Εάν στρέψωμεν την προσοχήν ημών εις την εκκλησιαστικήν διπλωματίαν ε πί ανωτέρου επιπέδου, βλέπομεν τας προσπάθειας, τας οποίας καταβάλλουν οι εκάστοτε επίσκοποι Αλεξανδρείας και Αντιοχείας δια να τοποθετούν εις την πρώτην ε ν τη Ανατολή έδραν άνδρας συνδεόμενους προς αυτούς. Μετά τον θάνατον του Νεκταρίου (397), υπήρχον δύο υποψήφιοι δια την επισκοπήν ΚΠόλεως. Εις ηλικιωμένος πρεσβύτερος της Αλεξανδρείας, ο Ισίδωρος, υπο στηριζόμενος υπό του πανίσχυρου Θεοφίλου Αλεξανδρείας, και εις πρεσβύτερος εξ Αντιοχείας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Προετιμήθη ο δεύτερος, τον οποίον ο Θεόφιλος εχειροτόνησεν εις επίσκοπον. Ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας έλαβε την εκδίκησίν του από τον Ιωάννην ΚΠόλεως, ότε ο τελευταίος ανεμίχθη εις τας Ωριγενιστικάς Έριδας και κατεδικάσθη υπό της παρά την Δρυν συνόδου το 403. Η Αντιόχεια επέτυχε και πάλιν αργότερον δια της αποστο λής εις τον θρόνον ΚΠόλεως ενός έτερου πρεσβυτέρου εκείθεν, του Νεστορίου (428-431). Εναντίον αυτού την φοράν ταύτην ηγέρθη Κύριλλος ο Αλεξανδρείας (412-444). Ο Νεστόριος κατηγορήθη ως αιρετικός και κατεδικάσθη υπό της Γ' ε ν Εφέσω Οικουμενικής Συνόδου του 431. Τρίτον συμβάν της ιδίας φύσεως υπήρξεν η σύγκρουσις μεταξύ Διοσκόρου του Αλεξανδρείας (444-451) και Φλαβιανού του ΚΠόλεως. Ο Φλαβιανός (446-449) κατεδικάσθη το 449 υπό της ούτω καλούμενης Ληστρικής συνόδου της Εφέσου. Ο Διόσκορος ανεβίβασεν εις την επισκοπήν ΚΠόλεως τον αποκρισιάριον αυτού Ανατόλιον, όστις όμως αργότερον εστράφη κατά του προστάτου αυτού. Διόσκορος ο Αλεξανδρείας εδέχθη το ανάθεμα ω ς αιρετικός υπό της Δ' ε ν Χαλκηδόνι Οικουμε νικής Συνόδου το 451.

Τα προαναφερθέντα γεγονότα συνιστούν το υπόβαθρον δια την τελικήν ανάπτυξιν της θέσεως της Εκκλησίας ΚΠόλεως, ήτις επεκυρώθη υπό της Συνόδου της Χαλκηδόνος.

Οι κανόνες θ' και ιζ' δίδουν εις τους Ανατολικούς επισκόπους το δικαίωμα του εκκλήτου προς τον έξαρχον της διοικήσεως ή τον επίσκοπον ΚΠόλεως κατά των κρίσεων των μητροπολιτών. Ο κη' κανών της αυτής συνόδου είναι το σπουδαιότερον κείμενον, το καθορίζον τα πρεσβεία της Εκκλησίας ΚΠό λεως. Ο περίφημος ούτος και επίμαχος κανών έχει ως έξης:

«Πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁ γίων Πατέρων ὅροις ἑπόμενοι, καί τόν ἀρτίως ἀναγνωσθέντα κανόνα τῶν ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατων ἐπισκόπων, τῶν συναχθέντων ἐπί τοῦ τῆς εὐσεβοῦς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέᾳ Ρώμῃ, γνωρίζοντες, τά αὐτά καί ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καί ψηφιζόμεθα περί τῶν πρεσβειῶν τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης· καί γάρ τῷ θρόνῳ π ρεσβυτέρας Ρώμης, διά τό βασιλεύειν τήν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τά πρεσβεῖα. Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλεία καί σύγκλητοι τιμηθείσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβειῶν τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ρώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ' ἐκείνην ὑπάρχουσαν. Καί ὥστε τούς τῆς Ποντικῆς, καί τῆς Ἀσιανῆς, καί τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δέ καί τούς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπό τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατά Κωνσταντινούπολη ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας· δηλαδή ἑκάστου μητροπολίτου τῶν προειρημένων διοικήσεων μετά τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων χειροτονοῦντος τούς τῆς ἐπαρχίας ἐ πισκόπους, καθώς τοῖς θείοις κανόσι διηγόρευται - χειροτονεῖσθαι δέ, καθώς εἴρηται τούς μητροπολίτας τῶν προειρημένων διοικήσεων παρά τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά τό ἔθος γινομένων, καί ἐπ' αὐτόν ἀ ναφερομένων».

Ο κανών ούτος, γενικώς, δεν εισήγε νέαν τινά τάξιν εντός της Χριστιανικής Εκκλησίας. Παρείχε μάλλον επίσημον και κανονικήν επισφράγισιν εις μίαν τάξιν πραγμάτων προϋφισταμένην ήδη, μετά την Β' Οικουμενικήν Σύν οδον της ΚΠόλεως. Ειδικά τινα σημεία είναι δυνατόν να εξαχθούν εξ αυτού.

Ο κη' κανών της Χαλκηδόνος τελεί εν αμέσω συναρτήσει προς τον γ' κανόνα της ΚΠόλεως. Εν Χαλκηδόνι ωσαύτως βάσις προς σύγκρισιν είναι η Εκκλησία της Ρώμης, η οποία ήτο η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Εις την Εκκλησίαν ΚΠόλεως, ένθα διέμενεν ο αυτοκράτωρ, ελειτούργει η σύγ κλητος και η οποία είχε τα αυτά προνόμια τιμής ως πρωτεύουσα της αυτο κρατορίας, τα αυτά προς την Εκκλησίαν της Ρώμης πρεσβεία τιμής ανεγνωρίσθησαν. Η αρχή της προσαρμογής προς τήν πολιτικήν διαίρεσιν της αυτο κρατορίας ακολουθείται δια μίαν εισέτι φοράν ενταύθα. Ο κανών όμως ομιλεί περί ίσων πρεσβειών μεταξύ της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης.

Ενώ εις τον γ' κανόνα τής ΚΠόλεως (381) εγένετο λόγος περί πρεσβειών τιμής άνευ τοπικών προσδιορισμών, ενταύθα εισάγεται το θέμα της δικαιοδοσίας του θρόνου της Νέας Ρώμης. Οι αρχιεπίσκοποι ΚΠόλεως θα έχωσι το δικαίωμα να χειροτονώσι «μόνους» τους μητροπολίτας Πόντου, Ασίας και Θράκης, «ἔτι δέ καί τούς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους», όπερ σημαίνει ότι ο αρχιεπίσκοπος ούτος θα έχη άμεσον έξουσίαν επί των περιοχών τούτων. Η χρήσις της εκφράσεως «μόνους» μας μεταφέρει εις την ορολογίαν της συνόδου της ΚΠόλεως, ένθα η δικαιοδοσία των επισκόπων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ασίας, Πόντου και Θράκης εκτίθεται και περιορίζεται.

Κατόπιν των συνεχών ερίδων των επισκόπων Ιεροσολύμων προς τους μητροπολίτας Καισαρείας και Παλαιστίνης αφ' ενός και τους εξάρχους Αντιοχείας αφ' ετέρου, ο Ιουβενάλιος Ιεροσολύμων κατώρθωσε να απόκτηση κατά την Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικήν Σύνοδον ανεξάρτητον καθεστώς δια την Ε κκλησίαν αυτού. Εις τα Ιεροσόλυμα εδόθησαν αι τρεις επαρχίαι της Παλαιστίνης, αίτινες ελήφθησαν εκ της Εκκλησίας Αντιοχείας.

Εν τω μεταξύ, αρχομένου του Ε' αιώνος, οι αρχιεπίσκοποι των πέντε πρώτων εδρών: Ρώμης, ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων ήρχισαν να καλώνται πατριάρχαι. Από του Ιωάννου Β' (518-520) ο πατριάρχης ΚΠόλεως γνωρίζεται ως Οικουμενικός Πατριάρχης, του τίτλου τούτου ουδέν περισσότερον προσθέτοντος εις το πρωτείον τιμής, του οποίου απέλαυεν ήδη ούτος εντός της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Θωμάς Όουεν Μάρτιν εις την μελέτην του επί του κη' κανόνος τοποθετεί εντός των ορθών πλαισίων τας σχέσεις της ΚΠόλεως προς τα άλλα πατριαρχεία της Ανατολής:

«Δια του περιορισμού της κυριαρχίας του ΚΠόλεως επί του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης μόνον, οι συντάξαντες τον κανόνα ίσως να ηθέλησαν να ικανοποιήσουν τους Επισκόπους Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, οίτινες είχον περιορισθή υπό του κανόνος της ΚΠόλεως από του να επεκταθούν πέραν των ορίων των περιοχών αυτών. Η ΚΠολις εξυψούτο εις μίαν μείζονα δύναμιν εντός των εκκλησιαστικών κύκλων, αλλά κατά τα φαινόμενα δεν προέβαινεν εις τούτο κατά ένα τρόπον, δια του οποίου θα κατεπατούντο τα πρεσβεία των άλλων μειζόνων επισκόπων. Εν τη πραγματικότητι, η θέσις αυτών εφαίνετο ότι ενισχύετο δια του γεγονότος ότι ο επίσκοπος της αυτοκρατορικής πόλεως εξήσκει το αυτό είδος κυριαρχίας επί της βορείου περιοχής του Ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, την οποίαν είχε και η Αλεξάνδρεια επί του νοτίου και ο Πάπας επί της Δύσεως. Αύτη ήτο η μορφή της εξουσίας, την οποίαν η Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα ήθελον να εξασκούν επί του ανατολικού και νοτιοανατολικού τμήματος της Ανατολικής Αυτοκρατορίας» (9).

Η Εκκλησία της Ρώμης, εάν λάβωμεν υπ' όψιν τας δηλώσεις τας γενομένας υπό του πάπα Λέοντος και άλλων παπών, δεν εδέχθη το κύρος του κη' κανόνος της Χαλκηδόνος. Αλλ' εις περιπτώσεις εκκλησιαστικών σχέσεων μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης, η Εκκλησία Ρώμης ηναγκάζετο να αναγνωρίζη εν τω προσώπω του πατριάρχου ΚΠόλεως ίνα συμπάρεδρον, ιστάμενον υψηλά εις την γραμμήν προκαθεδρίας των εκκλησιαστικών πρωθιεραρχών. Εκ των Πρακτικών των Ρωμαϊκών Οικουμενικών Συνόδων του 869-870 εν ΚΠόλει, του 1215 εν Λατερανώ και του 1439 εν Φλωρεντία (10), βλέπομεν την Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν αποδεχομένην τον Οικουμενικόν Πατριάρχην δεύτερον εις την σειράν μετά τον πάπαν της Ρώμης και προ του πατριάρχου Αλεξανδρείας. Ούτω, εν τίνι τρόπω, επιτρέπεται να είπωμεν, καθώς φαίνεται, ότι η Εκκλησία της Ρώμης αναγνωρίζει τα πρεσβεία του πατριάρχου ΚΠόλεως εν σχέσει προς τα λοιπά Ανατολικά πατριαρχεία.

Εν τη Ανατολή ο κη' κανών της εν Χαλκηδόνι Συνόδου θα ρυθμίζη τας σχέσεις του πατριαρχείου ΚΠόλεως προς τα άλλα Ανατολικά πατριαρχεία. Ο κανών ούτος δια μίαν εισέτι φοράν επεκυρώθη δια του κανόνος λγ' της εν Τρούλλω Συνόδου (692).

Δια του αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527-565 ) αι σχέσεις των πέντε πατριαρχικών εδρών καθωρίζοντο δια μιας νέας θεωρίας, της πενταρχίας της Εκκλησίας, κατά την οποίαν αι δογματικαί και λοιπαί θρησκευτικαί υποθέ σεις της Εκκλησίας ώφειλον να λύωνται δια της κοινής συμφωνίας των πέντε πατριαρχών. Η θεωρία αύτη εφηρμόσθη πλήρως και εχρησιμοποιήθη κατά την διάρκειαν των Εικονομαχικών Ερίδων και αργότερον κατά την έριν Φωτίου και Ιγνατίου και τας σχέσεις αυτών προς την Ρώμην, καθώς και μετά τον ΙΑ' αιώνα.

Η ιστορία των τριών Ανατολικών πατριαρχείων, μετά την Σύνοδον της Χαλκηδόνος, είναι πλήρης από τας εσωτερικάς συζητήσεις και τας αποσχίσεις αφ' ενός και την πτώσιν αυτών και των περιοχών των υπό τον Αραβικόν ζυγόν κατά τον Ζ' αιώνα α φ' ετέρου. Εν Αλεξάνδρεια οι αντιτιθέμενοι προς την Χαλκηδόνα εμόρφωσαν την Μονοφυσιτικήν Εκκλησίαν, ενώ εν μικρόν υπό λειμμα των Ορθοδόξων εκλήθησαν Μελχίται. Εν Αντιόχεια εγένετο η απόσχισις των Νεστοριανών, των Μονοφυσιτών και αργότερον των Μαρωνιτών, ενώ το πατριαρχείον Ιεροσολύμων παρέμεινεν εν τω συνόλω του Ορθόδοξον. Ως εν Αλεξάνδρεια, εις ολόκληρον την Μέσην Ανατολήν οι Ορθόδοξοι εκαλούντο Μελχίται.

 

Γ' Τα Πρεσβεία.

 

Εις τας προηγουμένας σελίδας συντόμως εξετέθη ο τρόπος, καθ' ον ανεπτύχθη η Εκκλησία ΚΠόλεως καθ' εαυτήν και ως προς τας σχέσεις αυτής προς τα λοιπά Ανατολικά πατριαρχεία κατά την Α' χιλιετηρίδα. Προτού κατακλείσωμεν, καλόν θα είναι να απαριθμήσωμεν τους τρόπους, δι' ων τα πρεσβεία της Εκκλησίας ταύτης κατενοούντο και ετίθεντο εις εφαρμογήν.

1. Το πρωτείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις την προκαθεδρίαν μεταξύ των άλλων πατριαρχών της Ανατολής, ως εξάγεται εκ της ζωής της
Εκκλησίας, των δηλώσεων των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και των κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, είναι εν πρωτείον τιμής.

2. Το Βυζαντινόν πατριαρχείον ενισχύετο εκ της θέσεως αυτού εν τη πρωτευούση της αυτοκρατορίας και από την παρουσίαν του αυτοκράτορος, όστις διεδραμάτιζεν ένα σπουδαίον ρόλον εις τας σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εντός της Ανατολικής Εκκλησίας. Καίτοι έκαστος των τριών πατριαρχών της Ανατολής είχε τον αποκρισιάριον αυτού προ του αυτοκράτορος, εις πολλάς περιπτώσεις τα ζητήματα αυτών υ πεβάλλοντο εις εκείνον δια του Οικουμενικού Πατριάρχου ως μεσάζοντος.

•  Ένεκα τούτων και άλλων παραγόντων η Εκκλησία ΚΠόλεως απέ κτησε την τιμήν να είναι το ορατόν κέντρον της ενότητος της Εκκλησίας, δια την έκφρασιν του εκκλησιαστικού δικαίου και την ιεραποστολικήν δράσιν. Η σύγκλησις αφ' ετέρου και των επτά Οικουμενικών Συνόδων, των αναγνωριζομένων ως τοιούτων υπό της Μιας Αδιαιρέτου Εκκλησίας εντός της εκ κλησιαστικής αυτής περιοχής, συνέτεινε κατά πολύ εις την ενίσχυσιν της έννοιας ταύτης της Εκκλησίας ΚΠόλεως ως ενός αναμφισβήτητου κέντρου εν τω Ανατολικώ τμήματι της αυτοκρατορίας.

•  Το δικαίωμα του εκκλήτου. Το δικαίωμα του εκκλήτου των επισκόπων η των κληρικών προς τον πατριάρχην ΚΠόλεως κατά των αυθαιρεσιών των μητροπολιτών, των ευρισκομένων υπό την δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήτο δικαίωμα του πατριάρχου. Οι σχολιασταί των κανόνων Αριστηνός και Βαλσαμών λέγουν, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δύναται να δεχθή έκκλητον όχι μόνον κατά των ιδίων μητροπολιτών, αλλ' επίσης και κατά των μητροπολιτών, των τελούντων υπό έτερον πατριάρχην, ενώ ο Ζωναράς είναι της γνώμης ότι ο πατριάρχης ΚΠόλεως δεν ηδύνατο να αγάγη προ του δικαστηρίου αυτού και να δικάση μητροπολίτας από άλλας εκκλησιαστικάς καθέδρας παρά τήν θέλησιν αυτών (11). Ε κ της δικαστικής όμως πράξεως της Εκκλησίας είναι δυνατόν να επισημανθώσι περιπτώσεις τινές του εκκλήτου τούτου προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, γενομένας αυτοβούλως υπό των ενδιαφερομένων, των διαβιούντων εκτός των εκκλησιαστικών ορίων του πατριαρχείου ΚΠόλεως ε ν τη Ανατολή.

•  Σταυροπήγιον. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε το δικαίωμα να θέτη υπό την άμεσον αυτού εξουσίαν μονάς τινας, ευρισκομένας εις επισκοπάς εντός της εκκλησιαστικής αυτού δικαιοδοσίας. Ο Βάλσαμων λέγει, ότι ο πατριάρχης ΚΠόλεως ηδύνατο να έχη σταυροπήγια και εντός των ορίων των άλλων πατριαρχικών θρόνων. Από την καθημερινήν όμως πράξιν, δεν είναι εύκολος η διαπίστωσις, εάν ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε τοιαύτα μοναστήρια κατά την υπό εξέτασιν περίοδον (12).

6. Ενδημούσα Σύνοδος. Μία σπουδαία μορφή του συνοδικού συστήματος, ήτις ετέλει εν λειτουργία εν τω πατριαρχείω ΚΠόλεως, δια μέσου της εξεταζόμενης περιόδου, ήτο ή ούτω καλούμενη Ενδημούσα Σύνοδος. Η σύνοδος αύτη οργανικώς συνδέεται προς την ανάπτυξιν του Βυζαντινού πατριαρχείου και τανάπαλιν. Δια της υπάρξεως της το πατριαρχείον απέκτησεν ένα ιδιαίτερον χαρακτήρα, μη συναντώμενον εις την διοργάνωσιν των άλλων Ανατολικών πατριαρχείων, γεγονός όπερ συνέτεινεν εις την διαφοροποίησιν του πατριαρχείου τούτου εκ των άλλων πατριαρχείων.

Ο π. Ιωσήφ Χατζάρ, εις την επιστημονικήν αυτού εργασίαν επί της συνόδου ταύτης κατά την Α' χιλιετηρίδα (13), παρέχει μίαν γενικήν εικόνα μετά πολλών λεπτομερειών του θεσμού τούτου, όστις ελειτούργει ως σώμα 1) νομοθετικόν, 2) δικαστικόν και 3) διοικητικόν.

Μολονότι, αυστηρώς ειπείν, η αρμοδιότης αυτής ε κάλυπτε ζητήματα αναφερόμενα εις την Βυζαντινήν οικουμένην, παρά ταύτα εις περιπτώσεις τινάς ησχολείτο με δογματικά και πειθαρχικά ζητήματα και με την καταδίκην προσώπων, διαβιούντων εκτός των ορίων του Βυζαντινού πατριαρχείου και εντός ολοκλήρου τής Ανατολής.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) F. Dvornik, The Idea of Apostolicity in Byzantium and the Legend of the Apostle Andrew, Cambridge, Mass. : Harvard Univ. Press, 1958. p. 5 (Dumbarton Oaks Studies IV).

(2) E νθ. ανωτ., σ. 13.

(3) In «1054- 1954, L ' Eglise et les Eglises», Chevetogne, Ed. Irenikon, 1954, I, 183-207.

(4) Ενθ. ανωτ., σ. 192.

(5) Norman Η. Baynes, Alexandria and Constantinople : A study in Ecclesiastical Diplomacy, in «Byzantine Studies and other Essays», London : the Athlone Press, 1955, p. 104.

(6) F. Dvornik, op. cit., p. 56

(7) Ibid., pp. 3-105. J. Η ajjar, Le Synode Permanent dans l' Eglise Byzantine des Origines au Xle siecle, Roma: Pont. Institutum Orientalium Studiorum, 1962, pp. 52-79 (Orientalia Christiana Analecta, 164).

(8) Γερασίμου Κονιδάρη, Γενική Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. β ', τ. Α ', σ. 382, Αθήναι, 1957. - Παρθενίου Πολάκη, Ιστορικαί προϋποθέσεις του πρωτείου του Επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1954.

(9) Thomas Owen Martin, The Twenty- Eight Canon of Chalcedon: A Background Note, in A. Grillmeier, S. J. - H. Bacht S. J., Das Konzil von Chalkedon, Wurzburg: Echter- Verlag, 1953, II, 453.

(10) Mansi, C. C., XVI, 174, 406. XXII, 990. J. Gill, The Council of Florence, Cambridge : University Press, 1961, p. 415.

(11) Αριστηνός, Σχόλια εἰς τόν κανόνα Θ ' τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ἐν Ράλλη - Ποτλή, Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, II, 240, Αθήναι, 1852. - Ζωναρᾶς, Σχόλια εἰς τόν κανόνα ιζ ' τῆς ἰδίας Συνόδου, Αὐτ., σ. 260. - Βαλσαμών, Σύνταγμα Ἀλφαβητικόν, Αὐτ., I, 429, Αθήναι 1859.

(12) Αυτόθι.

(13) Joseph Η ajjar, op. cit.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.