ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η εικόνα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως και ο κανόνας 82 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Καθηγητοῦ Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ

1. Οἱ εἰκονομαχικές ἔριδες τῶν Η΄ καί Θ΄ αἰώνων ἔχουν κοινή βάση τό θεολογικό περιεχόμενο τῶν εἰκόνων ἔστω καί κατά τρόπο ἀντιθετικό, ἀφοῦ οἱ μέν εἰκονόφιλοι προέβαλλαν θεολογικούς λόγους γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς ἤδη καθιερωμένης στή θεία λατρεία τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων, ἐνῶ οἱ εἰκονομάχοι ἀντιπαρέθεταν θεολογικούς λόγους γιά τήν ἀπόρριψη τῶν ἱ. εἰκόνων ἀπό τή θεία λατρεία καί τήν πνευματική ζωή τῶν πιστῶν. Βεβαίως, ἡ διαλεκτική αὐτή ἀντιπαράθεση γιά τή θέση τῆς εἰκόνας στή θεία λατρεία καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν ἦταν νέα, ἀλλά τόσο ἡ ὑπεράσπιση , ὅσο καί ἡ ἀπόρριψη τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων, καίτοι ἀπέρρεαν ἀπό συγκεκριμένες θεολογικές διαφορές σέ σοβαρά ζητήματα πίστεως, δέν εἶχαν ἀναπτύξει μία συστηματική θεολογική ὑποστήριξη τῶν ἀντιθέτων ἐπιλογῶν τους. Εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητη ἡ ἱστορική διαπίστωση ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε θεολογική παρέκκλιση ἀπό τήν παραδεδομένη πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ συνοδευόταν ἀπό τήν ἀμφισβήτηση ἤ τήν ἀπόρριψη τῆς εἰκόνας ὄχι μόνο στή θεία λατρεία, ἀλλά καί στήν πνευματική ζωή τῶν πιστῶν, ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε ἀμφισβήτηση τῆς θεότητας ἤ τῆς ἀνθρωπότητας ἤ ἀκόμη καί τῆς πραγματικῆς ἑνώσεώς τους στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δημιουργοῦσε σοβαρά θεολογικά ζητήματα καί γιά τήν ἐξεικόνισή του.

Πράγματι, ὅλες οἱ μεγάλες αἱρέσεις τῶν Δ΄ και Ε΄ αἰώνων, οἱ ὁποῖες ἀμφισβήτησαν τήν πληρότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός («ἄψυχον σῶμα») καί ὁ Ἀπολιναρισμός («ἄλογον ἄνθρωπον»), ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιθέσεών τους ὡς πρός τή φυσική του θεότητα, ἀπέρριπταν ὡς θεολογικῶς ἀπαράδεκτη τήν ἐξεικόνισή του καί γενικότερα τίς εἰκόνες στή θεία λατρεία. Τό ἴδιο ἔπρατταν καί οἱ μεγάλες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀμφισβητοῦσαν τήν πραγματική ἤ τήν ἀσύγχυτη ἕνωση τῶν δύο τελείων φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Νεστοριανισμός («φαινομενική ἕνωσις ἤ συνάφεια») καί ὁ Μονοφυσιτισμός («σύγχυσις τῶν δύο φύσεων»). Ἡ καταδίκη τῶν αἱρέσεων αὐτῶν ἀπό τίς τέσσαρες πρῶτες Οἰκουμενικές συνόδους καί ἡ διατύπωση τοῦ δόγματος τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο τελείων φύσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης, «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως» προκάλεσαν τήν ἀπόσχιση τῶν Ἀρειανῶν, τῶν Ἀπολιναριστῶν, τῶν Νεστοριανῶν καί τῶν Μονοφυσιτῶν ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐπέμειναν στίς αἱρετικές τους διδασκαλίες καί ἀπέρριψαν τίς εἰκόνες ἀπό τή λατρεία τους, καίτοι τίς εἶχαν ἀποδεχθῆ πρίν ἀπό τήν καταδίκη τους.

Ὁ ἐκκλησιαστικός ἱστορικός Εὐσέβιος, ἡγετική μορφή τῶν ἀρειανοφρόνων κατά τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ Δ΄ αἰώνα, ἀναφέρει ὅτι σέ ὁρισμένους ναούς ὑπῆρχαν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων «ἐθνικῇ συνηθείᾳ», ἤτοι ὡς εἰδωλολατρική ἐπίδραση (Ἐκκλ. Ἱστορία, VII , 18), ἀλλ' ἀπεδοκίμαζε τήν ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀφ' ἑνός μέν γιατί θεωροῦσε ἀδύνατη τήν ἐξεικόνιση τῆς θείας δόξας μέ νεκρά καί ἄψυχα χρώματα, ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί τή χαρακτήριζε ξένη πρός τήν ἐκκλησιαστική παράδοση ( PG 20, 1545- 1548). Ἐν τούτοις, ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρει σέ ἐπιστολή του πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰουλιανό τόν Παραβάτη (361-363), ὅτι τίς εἰκόνες («χαρακτῆρες») τῶν ἀποστόλων, τῶν προφητῶν καί τῶν ἁγίων «τιμῶ καί προσκυνῶ, κατ' ἐξαίρετον τούτων παραδεδομένων ἐκ τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί οὐκ ἀπηγορευμένων, ἀλλ' ἐν πάσαις ἐκκλησίαις ἡμῶν τούτων ἀνιστορουμένων» ( PG 32, 1100), ἐνῶ διακήρυσσε ὅτι ἡ ἀποδιδόμενη στίς ἱ. εἰκόνες τιμή «ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει». Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τονίζει τήν ὑπεροχή τῆς διδακτικῆς δυνάμεως τῶν ἱ. εἰκόνων ἔναντι τοῦ προφορικοῦ ἤ καί τοῦ γραπτοῦ λόγου, «ἅ γάρ ὁ λόγος διά τῆς ἀκοῆς παρίστησι, ταῦτα γραφική σιωπῶσα διά μιμήσεως δείκνυσιν» ( PG 31, 509). Τή δύναμη αὐτή περιγράφει μέ ἐντυπωσιακό τρόπο στήν ὁμιλία του γιά τόν μάρτυρα Βαρλαάμ: «Ἀνάστητέ μοι νῦν, ὦ λαμπροί τῶν ἀθλητικῶν κατορθωμάτων ζωγράφοι, τήν τοῦ στρατηγοῦ κολοβωθεῖσαν εἰκόνα ταῖς ὑμετέραις μεγαλύνατε τέχναις. Ἀμαυρότερον παρ' ἐμοῦ τόν στεφανίτην γραφέντα τοῖς τῆς ὑμετέρας σοφίας περιλάμψατε χρώμασιν. Ἀπέλθω τῇ τῶν ἀριστευμάτων τοῦ μάρτυρος παρ' ὑμῶν νενικημένος γραφῇ. Χαίρω τήν τοιαύτην τῆς ἡμετέρας ἰσχύος σήμερον νίκην ἡττώμενος...Ἐγγραφέσθω τῷ πίνακι καί ὁ τῶν παλαισμάτων ἀγων o θέτης Χριστός, ᾧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν» ( PG 31, 489) .

Συνεπῶς, ὁ Μ. Βασίλειος ἀφ' ἑνός μέν ἀντικρούει τήν πολεμική τῶν ἀρειανοφρόνων κατά τῶν ἱ. εἰκόνων ὡς ἀπηγορευμένων ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί ὡς ξένων πρός τήν ἀποστολική παράδοση («οὐκ ἀπηγορευμένων»), ἀφ' ἑτέρου δέ τονίζει τήν ἀναγωγική σχέση τῶν ἱ. εἰκόνων ὄχι μόνο πρός τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο («πρωτότυπον»), ἀλλά καί πρός τόν κοινό ἀγωνοθέτη ὅλων τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων Ἰησοῦ Χριστό. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στήν Ὁμιλία του γιά τόν μάρτυρα Θεόδωρο τονίζει τήν ἐποπτική δύναμη τῶν ἱ. εἰκόνων, ἀφοῦ τ ό σῶμα τῶν πιστῶν «πρῶτον μέν τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῶν ὁρωμένων ψυχαγωγεῖται, οἶκον βλέπων ὡς Θεοῦ ναόν, ἐξησκημένον λαμπρῶς τῷ μεγέθει τῆς οἰκοδομῆς, καί τῷ τῆς ἐπικοσμήσεως κάλλει, ἔνθα καί τέκτων εἰς ζώων φαντασίαν τό ξύλον ἐμόρφωσε, καί λιθοξόος εἰς ἀργύρου λειότητα τάς πλάκας ἀπέξεσεν. Ἐπέχρωσε δέ καί ζωγράφος τά ἄνθη τῆς τέχνης ἐν εἰκόνι διαγραψάμενος, τάς ἀριστείας τοῦ μάρτυρος, τάς ἐνστάσεις, τάς ἀλγηδόνας, τάς θηριώδεις τῶν τυράννων μορφάς, τάς ἐπηρείας, τήν φλογοτρόφον ἐκείνην κάμινον, τήν μακαριωτάτην τελείωσιν τοῦ ἀθλητοῦ, τοῦ ἀγωνοθέτου Χριστοῦ τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς τό ἐκτύπωμα, πάντων ἡμῶν ὡς ἐν βιβλίῳ τινί γλωττοφόρῳ διά χρωμάτων τεχνουργησάμενος, σαφῶς διηγόρευσε τούς ἀγῶνας τοῦ μάρτυρος, καί ὡς λειμῶνα λαμπρόν τόν νεών κατηγλάισεν. Οἶδε γάρ καί γραφή σιωπῶσα ἐν τοίχῳ λαλεῖν, καί τά μέγιστα ὠφελεῖν» ( PG 46, 737).

Ἐν τούτοις, ἡ σχέση αὐτή προκαλοῦσε θεολογικές ἀντιρρήσεις ὡς πρός τή δυνατότητα ἐξεικονίσεως τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τῶν διαφωνούντων γιά τήν πληρότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ ( ἀρειανῶν, ἀπολιναριστῶν ) ἤ γιά τήν πραγματική ἕνωση τῶν δύο τελείων φύσεων τοῦ Χριστοῦ ( νεστοριανῶν, μονοφυσιτῶν ). Εἶναι λοιπόν χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἱ. εἰκόνες ἀπορρίφθηκαν ὄχι μόνο ἀπό τούς ἀκραίους μονοφυσίτες ( εὐτυχιανιστές ), ἀλλά καί ἀπό τούς μετριοπαθεῖς πολεμίους τῆς ἀσαφοῦς ὁρολογίας τῆς δογματικῆς ἀποφάσεως τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου ( Φιλόξενος Ἱεραπόλεως, Σεβῆρος Ἀντιοχείας κ. ἄ.), οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν εἰδικές πραγματεῖες ἐναντίον τῶν εἰκόνων, καίτοι ἦσαν ὑπέρμαχοι τῆς Χριστολογίας τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Πράγματι, τό δόγμα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο τελείων φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ προσέφερε τήν ἀναγκαία θεολογική βάση γιά τήν ἐξεικόνιση τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἡ ἀπόρριψη τοῦ δόγματος αὐτοῦ συνεπαγόταν καί τήν ἀπόρριψη τῆς ἐξεικονίσεώς του. Ἐν τούτοις, ἀκόμη καί οἱ ἀντίθετες πρός τόν ἀκραῖο Μονοφυσιτισμό ἀντιχαλκηδόνιες ἐκκλησιαστικές κοινότητες ( Συροϊακωβίτες, Κόπτες, Ἀρμένιοι ), οἱ ὁποῖες ἀπεδέχοντο τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου γιά τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, κατάργησαν τίς εἰκόνες στήν λατρεία τους, καίτοι δέν εἶχαν σοβαρούς θεολογικούς λόγους γιά τήν ἐπιλογή τους αὐτή, γι' αὐτό καί δέν ἀντιμετώπισαν σοβαρά θεολογικά προβλήματα γιά τήν ἐπανένταξη τῶν εἰκόνων στή λειτουργική τους παράδοση, ἰδιαίτερα μετά τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (787).

Βεβαίως, ἡ θεολογική ἀντιπαράθεση γιά τήν τιμή τῶν ἱ. εἰκόνων ὀξύνθηκε μετά τήν Δ΄Οἰκουμενική συνόδο (451) τόσο στήν Ἀνατολή, ὅσο καί στή Δύση, ἀφοῦ στήν μέν Ἀνατολή μεγάλες ἀντιχαλκηδόνιες ὁμάδες χριστιανῶν τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Συρίας ἀποσχίσθηκαν τελικῶς ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ στή Δύση ἡ ἐπέκταση τῆς κυριαρχίας τοῦ Βησιγοτθικοῦ κράτους στήν Ἱσπανία καί στή Ν. Γαλλία ἔκανε αἰσθητότερη τήν θεολογική ἀμφισβήτηση τῶν ἱ. εἰκόνων. Ἄλλωστε, στή Δύση ἡ διάδοση τῶν ἱ. εἰκόνων ὑπῆρξε βραδεία, ἀφοῦ ἡ σύνοδος τῆς Ἐλβίρας (305) εἶχε ἀπαγορεύσει τήν εἰσαγωγή εἰκόνων στούς ναούς, ἐνῶ ἡ ἐπιφύλαξη αὐτή ἐνισχύθηκε κατά τόν Ε΄ αἰώνα τόσο ἀπό τούς ἀρειανόφρονες Βησιγότθους στήν Ἱσπανία ὅσο καί ἀπό τούς Ὀστρογότθους καί Λογγοβάρδους στήν Ἰταλία. Προφανῶς, ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἐντολή τοῦ ἐπισκόπου Μασσαλίας Σηρήνου νά καταστραφοῦν ὅλες οἱ εἰκόνες τῶν ναῶν, ἡ ὁποία προκάλεσε τήν ἀποτρεπτική παρέμβαση τοῦ πάπα Γρηγορίου Α΄ (590-604), ἀφοῦ οἱ ἱ. εἰκόνες λειτουργοῦσαν ὡς «γράμματα γιά τούς ἀγραμμάτους» πιστούς. Ἡ θεολογική ἑρμηνεία τοῦ Ὅρου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου ἀπό τήν Ε΄ Οἰκουμενική σύνοδο (553) μέ βάση τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου γιά τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἔκλεισε τόν κύκλο τῶν θεολογικῶν ἀντιθέσεων ( ἐνυπόστατον, σύνθετος ὑπόστασις ), ἀφοῦ οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι εἶχαν ἤδη ἀποσχισθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Συνεπῶς, παρά τίς θεολογικές ἀντιπαραθέσεις, ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση ἀποδέχθηκε γενικῶς τήν ἔνταξη τῶν ἱ. εἰκόνων στό εἰκονογραφικό πρόγραμμα τῶν ναῶν καί ἐξέφραζε μέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια τήν τιμή πρός τίς ἱ. εἰκόνες, οἱ ὁποῖες λειτουργοῦσαν καί ὡς ἐποπτικό μέσο διδασκαλίας καί πνευματικῆς οἰκοδομῆς τῶν πιστῶν στή βίωση τῶν τελουμένων στή θεία λειτουργία.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, μετά τήν Δ΄ Οἰκουμενική σύνοδο προβλήθηκε μέ χαρακτηριστική ἔμφαση ἡ θεολογική σχέση τῶν ἱ. εἰκόνων ὄχι μόνο μέ τή θεία λατρεία, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη ἱστορία τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τόν σταθερό καί ἀμετάβλητο πυρῆνα τῆς λειτουργικῆς καί τῆς ὅλης μυστηριακῆς ἐμπειρίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Νεῖλος (Ε΄ αἰώνας) ὑποστήριζε ὅτι εἶναι ἀναγκαία γιά διδακτικούς λόγους ἡ ἐξεικόνιση σημαντικῶν θεμάτων ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στούς ναούς, «ὅπως ἄν οἱ μή εἰδότες γράμματα, μηδέ δυνάμενοι τάς θείας ἀναγιγνώσκειν Γραφάς, τῇ θεωρίᾳ τῆς ζωγραφίας μνήμην τε λαμβάνωσι τῆς τῶν γνησίως τῷ ἀληθινῷ Θεῷ δεδουλευκότων ἀνδραγαθίας καί πρός ἅμιλλαν διεγείρονται τῶν εὐκλεῶν καί ἀοιδίμων ἀριστευμάτων, δι' ὧν τῆς γῆς τόν οὐρανόν ἀντηλλάξαντος, τῶν βλεπομένων τά μή ὁρώμενα προτιμήσαντες» ( PG 79, 577). Βεβαίως, ὁ ἅγιος Νεῖλος ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στόν διδακτικό χαρακτήρα τῶν ἱ. εἰκόνων γιά τούς «μή εἰδότας γράμματα», ἀλλά συγχρόνως προβάλλει ὡς πρότυπα πρός μίμηση τούς πνευματικούς ἀγῶνες τῶν εἰκονιζομένων ἁγίων, ἡ «θεωρία» τῶν ὁποίων ἦταν ἐξ ἴσου εὐεργετική καί γιά τούς «εἰδότας γράμματα», ἀφοῦ ἡ θέα τους εἶναι ἀναγωγική πρός μίμηση τῆς ἐπίγειας «πολιτείας» τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν ὁποία ἐμπνέονται ὅλοι οἱ πνευματικοί ἀγῶνες τῶν ἁγίων, καίτοι δέν κρίθηκε ἀναγκαία ἡ ἀναφορά τους στίς σχετικές ἱ. εἰκόνες τῶν ναῶν.

2. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι ἡ τραγική διάσπαση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀπό τίς θεολογικές ἔριδες τῶν Δ΄ και Ε΄ αἰώνων, καίτοι ἔπληξε τά μεγάλα κέντρα ἐκκλησιαστικῆς τέχνης τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Συρίας, ἀνέδειξε συγχρόνως καί τήν ἀνάγκη θεολογικῆς ἑρμηνείας τῆς βαθύτερης σχέσεως τῶν ἱ. εἰκόνων μέ τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογική ὑποστήριξη ἦταν ἀναγκαία ἀφ' ἑνός μέν γιατί ἀμφισβητεῖτο ἀπό τίς ἀπεσχισμένες αἱρετικές ὁμάδες (Ἀρειανούς, Νεστοριανούς, Μονοφυσίτες), οἱ ὁποῖοι κυριαρχοῦσαν στήν Αἴγυπτο καί στίς ἀνατολικές ἐπαρχίες τοῦ Βυζαντίου, ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί βεβαίωνε τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας γιά τό πρόσωπο καί τό ἐπίγειο ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα προσέδωσαν σαφέστερο ἱστορικό χαρακτήρα στό ὅλο θεματολόγιο τοῦ εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῶν ναῶν ἤδη κατά τόν ΣΤ΄ αἰώνα. Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία ἀπέφυγε περιέργως νά ρυθμίση μέ ἐπίσημη ἀπόφαση ἕνα τόσο σημαντικό θεολογικό ζήτημα γιά τή λειτουργική παράδοση καί τήν πνευματική ζωή τῶν πιστῶν μέχρι τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική σύνοδο (691), καίτοι ἡ ἀποδοχή τῶν ἱ. εἰκόνων ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση καθιστοῦσε εὐχερέστερη τήν ἐκκλησιαστική παρέμβαση.

Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία, παρά τήν εὐρεία καθιέρωση τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων στή θεία λατρεία καί στήν πνευματική ζωή τῶν πιστῶν, δέν προέβη στήν ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος μέ ἕνα κανόνα Οἰκουμενικῆς ἤ καί τοπικῆς συνόδου, ὁ ὁποῖος θά καθόριζε τή θέση τους στή θεία λατρεία, διευκόλυνε τίς χρηστικές ἤ καί τίς καταχρηστικές ἑρμηνεῖες στή διαλεκτική ἀντιπαράθεση γιά τίς εἰκόνες. Τό ἔλλειμμα αὐτό θά μποροῦσε νά ἐξηγηθῆ μέ ἱστορικούς ὅρους ἀφ' ἑνός μέν γιατί ἡ ἀμφισβήτηση τῶν ἱ. εἰκόνων ἀπό τούς Ἀρειανούς ἦταν δευτερεῦον καί παρεπόμενο θεολογικό ζήτημα, τό ὁποῖο ἄλλωστε ἐξέλιπε μέ τήν κατάργηση τοῦ Ἀρειανισμοῦ στήν Ἀνατολἠ (380), ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί ἡ ἀρνητική στάση τῶν Νεστοριανῶν καί τῶν Μονοφυσιτῶν ἔναντι τῶν ἱ. εἰκόνων ἐκδηλώθηκε μετά τήν ἀπόσχισή τους ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι περί τά τέλη τοῦ Ε΄ αἰώνα. Ἐν τούτοις, ἡ ἀπουσία ὁποιασδήποτε κανονικῆς παρεμβάσεως γιά τήν εἰσαγόμενη στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἰκονογραφική παράδοση ὑποδηλώνει ἀναμφιβόλως καί τήν ἀπουσία μιᾶς συγκροτημένης θεολογικῆς προτάσεως γιά τόν λόγο καί τόν τρόπο ὄχι μόνο τῆς ἀναγωγικῆς ἀναφορᾶς τῆς εἰκόνας πρός τό πρωτότυπον (Μ. Βασίλειος), ἀλλά καί τῆς βαθύτερης σχέσεώς της μέ τήν πνευματική ἐμπειρία τῆς θείας λατρείας, οἱ ὁποῖες προϋπέθεταν μία συστηματική θεολογική ἑρμηνεία τοῦ χριστολογικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἦταν στό ἐπίκεντρο τόσο τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, ὅσο καί τοῦ εἰκογραφικοῦ προγράμματος.

Οἱ θεολογικές αὐτές προϋποθέσεις γιά μία συγκροτημένη κανονική παρέμβαση της Ἐκκλησίας στό ζήτημα τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων διαμορφώθηκαν μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Γ΄ καί Δ΄ Οἰκουμενικῶν συνόδων (431, 451) γιά τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο τελείων φύσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καίτοι οἱ ἀποφάσεις αὐτές διέσπασαν μέ θεολογικά κριτήρια τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας σέ ὑπερμάχους καί σέ πολεμίους τῶν ἱ. εἰκόνων. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ Ε΄ Οἰκουμενική σύνοδος (553) εἶχε πλέον τόσο τίς ἀναγκαῖες θεολογικές προϋποθέσεις, ὅσο καί τό ἐκκλησιαστικό κίνητρο γιά νά προβῆ σέ μία κανονική βεβαίωση τῆς καθιερωμένης ἄλλωστε ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἀλλά τό ἔργο της περιορίσθηκε μόνο στήν ἀντιμετώπιση τοῦ κρισίμου γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας χριστολογικοῦ ζητήματος καί δέν ἐπεκτάθηκε στήν ἀντιμετώπιση τῶν παρεπομένων κανονικῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα εἶχαν συσσωρευθῆ μετά τήν Δ΄ Οἰκουμενική σύνοδο (451-553). Ἐν τούτοις, ἡ συνεπής ἑρμηνεία τοῦ δόγματος τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως ( ἐνυπόστατον, σύνθετος ὑπόστασις ) ἀποτελοῦσε πλέον μία ἐπαρκῆ θεολογική βάση τόσο γιά τήν ἀνάπτυξη ἑνός συγκροτημένου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος στήν ἁγιογράφηση τῶν ναῶν, ὅσο καί γιά τήν ἑρμηνεία τῆς λειτουργικῆς του σχέσεως μέ τή θεία λατρεία.

Τή συνείδηση αὐτή ἐπιβεβαιώνει μέ σύντομο καί περιεκτικό τρόπο ὁ κανόνας 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου (691), ὁ ὁποῖος κάλυψε ἀναδρομικῶς τό κανονικό «ἔλλειμμα» τόσο τῆς Ε΄, ὅσο καί τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (680). Ὁ κανόνας 82 τῆς Συνόδου θεωρεῖ αὐτονόητη τήν ἤδη καθιερωμένη στή θεία λατρεία εἰκονογραφική παράδοση, τά θεολογικά κριτήρια τῆς ὁποίας προβάλλει γιά νά ἀπαγορεύση τή διατήρηση στήν Ἐκκλησία τῆς Δύσεως τῆς ἐθιμικῆς συμβολικῆς ἐξεικονίσεως τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀμνοῦ: «Ἔν τισι τῶν σεπτῶν εἰκόνων γραφαῖς ἀμνός δακτύλῳ τοῦ Προδρόμου δεικνύμενος ἐγχαράττεται, ὅς εἰς τύπον παρελήφθη τῆς χάριτος, τόν ἀληθινόν ἡμῖν διά νόμου προϋποφαίνων ἀμνόν, Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν . Τούς οὖν παλαιούς τύπους καί τάς σκιάς, ὡς τῆς ἀληθείας σύμβολά τε καί προχαράγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ παραδεδομένους κατασπαζόμενοι, τήν χάριν προτιμῶμεν καί τήν ἀλήθειαν, ὡς πλήρωμα νόμου ταύτην ὑποδεξάμενοι. Ὡς ἄν οὖν τό τέλειον κἀν ταῖς χρωματουργίαις ἐν ταῖς ἁπάντων ὄψεσιν ὑπογράφηται, τόν τοῦ αἴροντος τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ἀμνοῦ, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα καί ἐν ταῖς εἰκόσιν ἀπό τοῦ νῦν, ἀντί τοῦ παλαιοῦ ἀμνοῦ, ἀναστηλοῦσθαι ὁρίζομεν. Δι' αὐτοῦ τό τῆς ταπεινώσεως ὕψος τοῦ Θεοῦ Λόγου κατανοοῦντες, καί πρός μνήμην τῆς ἐν σαρκί πολιτείας, τοῦ τε πάθους αὐτοῦ καί τοῦ σωτηρίου θανάτου χειραγωγούμενοι, καί τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως» (Κ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων ΙΙ, 492-493).

Ἡ σημασία τοῦ κανόνα αὐτοῦ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική ἀφ' ἑνός μέν γιατί ἐκφράζει τήν ἤδη καθιερωμένη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν τιμή τῶν ἱ. εἰκόνων κατά τόν Ζ΄ αἰώνα, ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί προβάλλει τή χριστοκεντρική προοπτική τοῦ ὅλου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῶν ναῶν καί μάλιστα μία ὁλόκληρη πενηντακονταετία πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τῆς εἰκονομαχικῆς ἔριδας. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ Σύνοδος ἀπορρίπτει τήν γλώσσα τῶν συμβόλων γιά τήν εἰκονική παράσταση τοῦ προσώπου καί τῶν μεγάλων γεγονότων τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου κατά τόν ἐπίγειο βίο τοῦ Χριστοῦ καί ἐπιβάλλει τήν ἐξεικόνισή του πάντοτε «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα», ἤτοι ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά τή λυτρώση μέ τό ὅλο ἔργο του ἀπό τόν θάνατο, γι' αὐτό πρέπει «τό τέλειον κἀν ταῖς χρωματουργίαις ἐν ταῖς ἁπάντων ὄψεσιν ὑπογράφηται», ἤτοι ὅπως ἐπέλεξε ὁ ἴδιος νά ἐμφανισθῆ καί νά κηρύξη στόν κόσμο. Ἡ ἀξίωση τῆς προβολῆς στίς εἰκόνες τοῦ «ἀνθρωπίνου χαρακτῆρος» τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποκλείει βεβαίως «τούς παλαιούς τύπους καί τάς σκιάς», τούς ὁποίους ἀναγνωρίζει «ὡς τῆς ἀληθείας σύμβολα καί προχαράγματα», ἀλλά στή νέα ἐν Χριστῷ πραγματικότητα οἱ χριστιανοί «τήν χάριν προτιμῶμεν καί τήν ἀλήθειαν, ὡς πλήρωμα νόμου ταύτην ὑποδεξάμενοι». Στή νέα αὐτή πραγματικότητα ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ «ἀπαράλλακτος εἰκών καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός», ἔγινε ἄνθρωπος και ταπεινώθηκε «ἐν σαρκί» γιά νά ἀποκατασταθῆ στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τό ἀρχέτυπο κάλλος τῆς ἀχρειωμένης εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καί νά καταστῆ δυνατή ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία βιώνεται ὡς προσωπική ἐμπειρία μέ τή μετοχή τῶν πιστῶν στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Τό εἰκογραφικό λοιπόν πρόγραμμα ἔχει ὡς ἀμετάβλητο θεολογικό πυρήνα τήν ὅλη ἱστορία τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀφοῦ σέ αυτήν ἀναφέρονται τόσο τά «τῆς ἀληθείας σύμβολά τε καί προχαράγματα» τῶν «παλαιῶν τύπων καί σκιῶν», ὅσο καί τά προαναγγελλόμενα μέ τούς «παλαιούς τύπους καί σκιάς» πραγματικά γεγονότα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀποκάλυψε τήν ἀλήθεια τῶν «παλαιῶν συμβόλων» καί ἔγινε ἀστείρευτη πηγή θείας χάριτος γιά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι, ὁ σχολιαστής τοῦ κανόνα Ἰωάννης Ζωναρᾶς συνοψίζει τήν ἐντολή τοῦ κανόνα στήν περιεκτική φράση, ὅτι οἱ χριστιανοί πρέπει να «προτιμῶμεν τήν χάριν καί τήν ἀλήθειαν, ἤγουν αὐτά τά πράγματα, τά διά συμβόλων δηλούμενα», τήν ἐξεικόνιση δηλαδή τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα», ὅταν μάλιστα οἱ εἰκόνες ἀναφέρονται σέ γεγονότα τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, τά παλαιά «τῆς ἀληθείας σύμβολα καί προχαράγματα» δέν καταργοῦνται, ἀφοῦ ἐκφράζουν πραγματικά στάδια τῆς ἱστορίας τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας μέχρι τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν πρέπει νά ἐπεκτείνονται καί σέ γεγονότα τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ συγκεφαλαιώθηκαν στό πρόσωπό του ὅλα τά παλαιά «τῆς ἀληθείας σύμβολα καί προχαράγματα», τά ὁποῖα βεβαιώθηκαν ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως καί λειτουργοῦν κατ' ἀναφοράν πρός αὐτή.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ πιστοί μέ τή συμμετοχή τους στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καλοῦνται νά μιμηθοῦν στή δική τους πνευματική ζωή τήν ἐπίγεια «πολιτεία» τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἤ πρέπει νά ἀποτελεῖ τή βασική πηγή τῶν θεμάτων τοῦ εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῶν ναῶν, γιατί οἱ πιστοί ἐνισχύονται «δι' αὐτοῦ, τό τῆς ταπεινώσεως ὕψος τοῦ Θεοῦ Λόγου κατανοοῦντες, καί πρός μνήμην τῆς ἐν σαρκί πολιτείας, τοῦ τε πάθους αὐτοῦ καί τοῦ σωτηρίου θανάτου χειραγωγούμενοι, καί τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως». Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ περιεκτική αὐτή φράση τοῦ κανόνα ἐμπεριέχει ὄχι μόνο τό θεματολόγιο , ἀλλά καί τό ὅλο θεολογικό βάθος τοῦ εἰκονογραφικοῦ προγράμματος, ἀφοῦ ὑπομνηματίζει μέ ἐποπτικό τρόπο τά τελούμενα στή θεία λειτουργία καί νοηματοδοτεῖ τό μυσταγωγικό τους περιεχόμενο γιά τή βίωση τῆς ἐν Χριστῷ καινῆς ζωῆς, γι' αὐτό προβάλλονται στό εἰκονογραφικό πρόγραμμα οἱ ἅγιοι και οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως ὡς ἐξαίρετα ὑποδείγματα «τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως», στήν ὁποία καλοῦνται νά μετάσχουν ὅλοι οἱ πιστοί.

Εἶναι λοιπόν προφανής ἡ ἰδιαίτερη σπουδαιότητα τοῦ κανόνα 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου (691) γιά τήν ἱστορική ἐξέλιξη τῆς χριστιανικῆς ζωγραφικῆς, ἀφ' ἑνός μέν γιατί ἐπιβεβαιώνει τήν εὐνόητη ἄλλωστε τάση γιά τήν καθιέρωση ἑνός συγκροτημένου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος ἁγιογραφήσεως τῶν ναῶν, ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί καθορίζει καί τή θεμελιώδη θεολογική ἀρχή γιά τήν χριστοκεντρική ἀνάπτυξη τοῦ θεματολογίου του μία σχεδόν πεντηκονταετία πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων (727-843). Ἡ σπουδαιότητα ὅμως τοῦ κανόνα γίνεται μεγαλύτερη, γιατί περιβλήθηκε μέ τό κῦρος μιᾶς Οἰκουμενικῆς συνόδου καί κάλυψε ἕνα δυσεξήγητο «ἔλλειμμα» τῆς κανονικῆς παραδόσεως σέ ἕνα ἰδιαίτερα εὐαίσθητο χῶρο ὄχι μόνο τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, ἀλλά καί τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητας. Οἱ εἰκονομαχικές ἔριδες ἀνέδειξαν πληρέστερα τή σημασία τοῦ κανόνα αὐτοῦ, γιατί οἱ πολέμιοι τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων παρέβαιναν πλέον ρητή ἐπιταγή ἑνός κανόνα Οἰκουμενικῆς συνόδου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξ ὁρισμοῦ ὑποχρεωτικό κῦρος γιά ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί δέν μποροῦσε νά ἀθετηθῆ ἤ νά ἀλλοιωθῆ, χωρίς μάλιστα αἰτιολογημένη ἀπόφαση μιᾶς νέας Οἰκουμενικῆς συνόδου. Ὁ κανόνας 2 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου ὅριζε, ὅτι «εἰ δέ τις ἁλῶ κανόνα τινά τῶν εἰρημένων καινοτομῶν ἤ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατά τόν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτός διαγορεύει τήν ἐπιτιμίαν δεχόμενος καί δι' αὐτοῦ ἐν ᾧπερ πταίει θεραπευόμενος».

Βεβαίως, ὁ κανόνας 82 τῆς Συνόδου δέν ἀντιμετωπίζει τό ζήτημα τῆς ἀθετήσεως ἤ τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων, ἀφοῦ αὐτή εἶχε ἤδη καθιερωθῆ στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἡ διορθωτική παρέμβασή του σέ μιά παραδοσιακή εἰκονογραφική σύνθεση τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ὑποστηρίχθηκε μέ τήν προβολή τῆς χριστοκεντρικῆς δομῆς τοῦ ὅλου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος , ἡ ὁποία εἶχε πλέον πλήρη θεολογική θεμελίωση καί δέν ὑπέκειτο σέ ἀμφισβητήσεις. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ κανόνας 82 δέν προβλέπει κυρώσεις σέ περίπτωση ἐμμονῆς σέ παλαιές ἐθιμικές παραδόσεις «συμβόλων καί προχαραγμάτων», ἀφοῦ ἦσαν σκιές καί προτυπώσεις τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας, οἱ ὁποῖες ἐκπληρώθηκαν καί συγκεφαλαιώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ, γι' αὐτό καίτοι δέν ἀπαγορεύει τήν ἔνταξή τους στό εἰκονογραφικό πρόγραμμα τῶν ναῶν, κρίνει μέ καθαρῶς θεολογικά κριτήρια ὅτι οἱ παλαιοί τύποι δέν πρέπει νά μεταφέρονται καί στήν εἰκονογράφηση γεγονότων τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ ὁρατοῦ πλέον γενομένου κατά τήν ἐνανθρώπηση Λόγου τοῦ Θεοῦ.

3. Ἡ ἔκρηξη λοιπόν τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων στίς ἀρχές τοῦ Η΄ αἰώνα ἦταν πλέον ἀντίθετη ὄχι μόνο πρός μία ἤδη καθιερωμένη στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας παράδοση γιά τήν τιμή τῶν ἱ. εἰκόνων, ἔστω καί γιά διδακτικούς σκοπούς, ἀλλά καί πρός τόν κανόνα 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου, ὁ ὁποῖος προσέδιδε θεολογικό περιεχόμενο στήν ὅλη λειτουργική χρήση τῶν ἱ. εἰκόνων, μέ ἐπίκεντρο μάλιστα τό πρόσωπο καί τό λυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, στήν ἀρχή τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων ἀποδοκιμάσθηκαν κυρίως οἱ ἀκραῖες καί ὁπωσδήποτε θεολογικῶς ἀνερμάτιστες ἐκφράσεις τῆς εὐλαβείας τῶν πιστῶν πρός τίς ἱ. εἰκόνες, γι' αὐτό καί ἀντιμετωπίσθηκε στήν ἀρχή ὡς καθαρῶς ποιμαντικό ζήτημα ( ἀνύψωση τῶν ἱ. εἰκόνων ὑπεράνω τοῦ φυσικοῦ ὕψους τῶν πιστῶν ), ἀλλ' ἡ ἐμμονή τους στις ἀκραῖες ἐκφράσεις παρέσυρε τόν συνετό αὐτοκράτορα Λέοντα Γ΄ (717-741) στήν αὐθαίρετη ἔκδοση τοῦ εἰκονομαχικοῦ διατάγματος γιά τή βίαιη ἀπομάκρυνση ὅλων τῶν ἱ. εἰκόνων ἀπό τούς ναούς (730), ἡ ὁποία ἀφαιροῦσε σημαντικό στοιχεῖο ἀπό τη λειτουργική παράδοση καί δημιουργοῦσε de facto σοβαρό θεολογικό ζήτημα. Ὁ αὐτοκράτορας πείσθηκε στίς εἰσηγήσεις τῶν εἰκονομάχων ἀρχιερέων ( Νακωλείας Κωνσταντίνου, Ἐφέσου Θεοδοσίου καί Κλαυδιουπόλεως Θωμᾶ ) καί δέν μποροῦσε νά ἀντιληφθῆ τή σοβαρή διαφορά τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν πιστῶν ἀπό τίς εἰκόνες ( ποιμαντικό ζήτημα ) ἀπό τήν ἀπομάκρυνση τῶν εἰκόνων ἀπό τή θεία λατρεία ( θεολογικό ζήτημα ).

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης Γερμανός Α΄(715-730) προσπάθησε νά ἀποτρέψη τόν αὐτοκράτορα ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς ἀποφάσεώς του καί τοῦ ὑπέδειξε τήν ἀνάγκη συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς συνόδου, ἀφοῦ «χωρίς Οἰκουμενικῆς συνόδου καινοτομῆσαι πίστιν ἀδύνατον» ( PG 98, 156), ἐνῶ συγχρόνως ἀμφισβήτησε τό δικαίωμα τοῦ αὐτοκράτορα νά παρεμβαίνη αὐθαιρέτως σέ ζητήματα πίστεως. Τό ζήτημα λοιπόν τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων ἦταν σοβαρό ζήτημα πίστεως καί ὄχι βεβαίως ζήτημα ἁπλῶν λειτουργικῶν ἐθίμων ἤ εὐλαβῶν παραδόσεων , ὅπως συνήθως ὑποστηρίζεται καί σήμερον στή σχετική γραμματεία τῆς Δύσεως. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης ἀντιπαρέθεσε τήν κατοχυρωμένη μέ τόν κανόνα 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου μακραίωνη παράδοση γιά τήν τιμή τῶν ἱ. εἰκόνων καί ὑποστήριξε ὅτι «αἱ ἅγιαι ἕξ οἰκουμενικαί σύνοδοι ταύτας εὑροῦσαι, προσκυνεῖσθαι διετάξαντο καί οὐκ ἀποστρέφεσθαι...Ἡ γάρ τοῦ Χριστοῦ εἰκών τό αὐτοῦ φέρει ἅγιον ὄνομα, καθ' ὅ ἐν σαρκί ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη...Ὁ γάρ τήν εἰκόνα αὐτοῦ ἀτιμάζων, εἰς τό ἐν αὐτῇ ἐγχαραττόμενον ἀναπέμπει τήν ὕβριν. ..» ( PG 100, 1085). Στήν ἀντιπαράθεση αὐτή ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης ἔχασε τόν θρόνο του, ἀφοῦ ἐξαναγκάσθηκε σέ παραίτηση, ἐνῶ ὁ αὐτοκράτορας ἔχασε τήν σύνεσή του, ἀφοῦ ἀναγκάσθηκε νά ὑποστηρίξη ὅτι οἱ ἱ. εἰκόνες ὄχι μόνο δέν ἔχουν ἁγιογραφική θεμελίωση («τίς ἡμῖν παρέδωκε σέβεσθαι καί προσκυνεῖν χειροποίητα»), ἀλλά καί ὅτι «εἰδώλων τύπον ἀναπληροῦσι καί οἱ προσκυνοῦντες αὐτάς εἰδωλαλάτραι» ( Mansi XII , 959).

Ὁ πατριάρχης Γερμανός ἐνημέρωσε ὀφειλετικῶς πρίν ἀπό τήν παραίτησή του τόν πάπα Ρώμης καί τούς ἐμπεριστάτους πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς μέ τίς ἀναγκαῖες ἐπισημάνσεις γιά τή σοβαρότητα τοῦ ζητήματος , γι ' αὐτό καί ὁ πάπας Γρηγόριος Β΄ (715-731) μέ βίαιη ἐπιστολή του ἀποδοκίμασε τήν παρέμβαση τοῦ αὐτοκράτορα σέ ζητήματα πίστεως , ἀφοῦ «οὐκ εἰσι τά δόγματα τῶν βασιλέων , ἀλλά τῶν ἀρχιερέων» (Mansi, XII, 975), ἀντιπαρέθεσε αὐτούσιο τό δεύτερο μέρος τοῦ κανόνα 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου (Mansi XIII, 93), καίτοι κατέκρινε τή ρωμαϊκή παράδοση γιά τήν ἐξεικόνιση τοῦ Χριστοῦ ὡς « ἀρνίον », ἀντέκρουσε τόν χαρακτηρισμό τῶν ἱ . εἰκόνων ὡς «εἰδώλων» καί ἀρνήθηκε νά ἀναγνωρίση τόν ἀποδεχθέντα τό εἰκονομαχικό διάταγμα διάδοχο τοῦ ἐξαναγκασθέντος σέ παραίτηση Γερμανοῦ , ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε πλέον τήν ἡγεσία τοῦ ἀγώνα τῶν μοναχῶν ἐναντίον τοῦ εἰκονομαχικοῦ διατάγματος . Ὁ αὐτοκράτορας ἐνοχλήθηκε ἀπό τίς ἀντιδράσεις καί σκλήρυνε τή στάση του ἔναντι τῶν ὑπερμάχων τῶν ἱ . εἰκόνων , ἐνῶ ἀπείλησε τόν πάπα Ρώμης ὅτι θά ἀπέστελλε στρατό στή Ρώμη «καί τοῦ ἁγίου Πέτρου τήν εἰκόνα κατακλάσω καί Γρηγόριον τόν ἐκεῖσε ἀρχιερέα δεδεμένον ἀνακομίσω» (Mansi, XII, 975). Βεβαίως , μποροῦσε νά πραγματοποιήση τήν ἀπειλή μέ σχετική ἐντολή στόν βυζαντινό ἔξαρχο τῆς Ραβέννας , ἀλλά δέν θά μποροῦσε νά ἐλέγξη τίς ἀναπόφευκτες ἀντιδράσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος .

Οἱ ἀπρόβλεπτες πολιτικές, ἐκκλησιαστικές καί κοινωνικές προεκτάσεις τοῦ ζητήματος ἀπό τίς διευρυνόμενες ἀντιδράσεις στήν Ἀνατολή καί στή Δύση ἐναντίον τοῦ εἰκονομαχικοῦ διατάγματος δέν ἔκαμψαν τόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε πλέον τίς ἀντιδράσεις καί ὡς ἀμφισβήτηση τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, γι' αὐτό καί ἐφάρμοσε μέ μεγαλύτερη βιαιότητα τίς ἀποφάσεις του. Οἱ φορητές εἰκόνες τῶν ναῶν ἀφαιρέθηκαν καί καταστράφηκαν, οἱ τοιχογραφίες τῶν ναῶν σβήσθηκαν καί οἱ ἡγέτες τῶν ἀντιδρώντων διώχθηκαν, καίτοι τά σκληρά αὐτά μέτρα δέν εἶχαν καί δέν μποροῦσαν νά ἔχουν γενική ἐφαρμογή οὔτε ἐναντίον ὅλων τῶν ἀντιδρώντων, οὔτε σέ ὅλους τούς ναούς. Προφανῶς, δέν καταστράφηκαν οἱ ψηφιδωτές παραστάσεις στήν Ἁγία Σοφία καί σέ ἄλλους ναούς τῆς Κπόλεως καί τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ τοιχογραφίες τῶν ὑψηλοτέρων ζωνῶν πολλῶν ναῶν κ.λπ., ἀλλά ἀπαγορεύθηκε αὐστηρῶς ἡ εἰκονογράφηση νέων ναῶν, ἐνῶ ὁ παπικός θρόνος τιμωρήθηκε μέ τήν προσάρτηση τῶν βυζαντινῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ν. Ἰταλίας ( Ἀπουλίας, Καλαβρίας, Σικελίας ) καί τοῦ Ἀν. Ἰλλυρικοῦ στήν κανονική δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Κπόλως (732/3).

Οἱ προκλητικές ὅμως ἀποφάσεις τῆς εἰκονομαχικῆς συνόδου τῆς Ἱερείας (754) ἐπιβεβαιώνουν τήν ἔκταση τῆς καταστροφῆς τῶν ἱ. εἰκόνων καί τῶν ἀμφίων τῶν ναῶν σέ ὅλη τήν ἔκταση τῆς αὐτοκρατορίας: «Ἡμεῖς
οἱ τό τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα περικείμενοι, ὁμοφώνως ὁρίζομεν ἀπόβλητον εἶναι καί ἀλλοτρίαν καί ἐβδελυγμένην ἐκ τῆς τῶν χριστιανῶν Ἐκκλησίας πᾶσαν εἰκόνα ἐκ παντοίας ὕλης καί χρωματουργικῆς τῶν ζωγράφων κακοτεχνίας πεποιημένην... Μηκέτι τολμᾶν ἄνθρωπον τόν οἱονδήποτε ἐπιτηδεύειν τό τοιοῦτον ἀπό τοῦ παρόντος κατασκευᾶσαι εἰκόνα ἤ προσκυνῆσαι ἤ στῆσαι ἐν ἐκκλησίᾳ ἤ ἐν ἰδιωτικῷ οἴκῳ ἤ κρῦψαι. Εἰ μέν ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος εἶεν, καθαιρείσθω, εἰ δέ μονάζων ἤ λαϊκός ἀναθεματιζέσθω καί τοῖς βασιλικοῖς νόμοις ὑπεύθυνος ἔστω, ὡς ἐνάντιος τῶν τοῦ Θεοῦ προσταγμάτων καί ἐχθρός τῶν πατρικῶν δογμάτων... Ὁρίζομεν δέ καί τοῦτο, μή τολμᾶν ἄνθρωπον τόν οἱονοῦν, ἐκκλησίας Θεοῦ ἤ εὐαγοῦς οἴκου προεστῶτα, προφάσει ἐκμειώσεως τῆς τοιαύτης τῶν εἰκόνων πλάνης, ἐπιβαλεῖν τάς αὐτοῦ χεῖρας εἰς ἀφιερωμένα τῷ Θεῷ ἅγια σκεύη χάριν μεταποιήσεως, τοῦ εἶναι αὐτά ἔνζωδα... Μήτε μήν εἰς ἐνδυτάς ἤ ἕτερα βῆλα ἤ εἰς ἕτερόν τι, ἀφιερωμένον εἰς ἱεράν ὑπουργίαν, διά τό μή ἀχρείωσιν εἰς αὐτά γίνεσθαι
...» ( Mansi , XIII , 324- 329).

Ἡ ἀμφισβήτηση ὅμως τῆς ἁγιογραφικῆς θεμελιώσεως τῆς εἰκονογραφικῆς παραδόσεως ἀπό τούς εἰκονομάχους γινόταν πλέον ἕνα ἰσχυρό ἐπιχείρημα μέ τήν ἐπίσημη ὑποστήριξη τοῦ αὐτοκράτορα, τό ὁποῖο κλόνιζε καί τό θεολογικό βάθος τῆς εἰσαγωγῆς τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ εὐνόητη ἔμφαση στά σχετικά χωρία τῆς Π. Δ. γιά τήν ἀπαγόρευση τῶν εἰκόνων. Ὁ ἐπίσκοπος Νεαπόλεως τῆς Κύπρου Λεόντιος σέ σχετικό Λόγο του «Ὑπέρ τῆς χριστιανῶν ἀπολογίας, κατά Ἰουδαίων καί περί τῶν ἁγίων εἰκόνων» ( PG 94, 1597-1609) ἀντέκρουσε τούς ἰσχυρισμούς τῶν Ἰουδαίων γιά τήν ἀπαγόρευση τῶν εἰκόνων ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τή μομφή γιά ἐκτροπή τῶν χριστιανῶν πρός τήν εἰδωλολατρία, ἐνῶ προσέφερε χρήσιμο ὑλικό στόν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό γιά τή σύνταξη τῶν τριῶν περιφήμων ἀντιρρητικῶν λόγων του «Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας» ( PG 94, 1232- 1420). Προφανῶς, ὁ πρῶτος λόγος γράφηκε πρό τῆς ἐκθρονίσεως τοῦ πατριάρχη Γερμανοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δύο μετά τήν ἐκθρόνισή του, ἀλλά καί οἱ τρεῖς ἀφ' ἑνός μέν ἀντέκρουσαν τά ἐπιχειρήματα τῶν εἰκονομάχων, ἀφ' ἑτέρου δέ ἀνέπτυξαν τό ὅλο θεολογικό βάθος τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων γιά τή λειτουργική παράδοση καί τήν πνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας (Β. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλ. Ἱστορία, Ι, 774 κἑξ).

 

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀπέκρουσε τήν πολεμική γιά τήν προσομοίωση τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων μέ τήν εἰδωλολατρία, τονίζοντας ὅτι οὐδεμία ἀναλογία ὑπάρχει μεταξύ εἰκόνας καί εἰδώλου ἀφ' ἑνός μέν γιατί τό εἰκονιζόμενο στήν εἰκόνα πρόσωπο εἶναι ὑπαρκτό καί ὄχι ἀνύπαρκτο, ὅπως στά εἴδωλα, ἀφ' ἑτέρου δε γιατί ἡ τιμή πρός τίς εἰκόνες ἀνάγεται στό εἰκονιζόμενο πρόσωπο («πρωτότυπον») καί δέν περιορίζεται στίς ἴδιες τίς εἰκόνες, ὅπως συμβαίνει στά εἴδωλα. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, κάθε ὁρατό καί ὑπαρκτό πρόσωπο εἶναι δυνατόν νά παρασταθῆ καί εἰκονικῶς, γι' αὐτό εἶναι δυνατή καί ἡ ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ὁρατός κατά τήν ἐνανθρώπησή του «ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου». Ἔτσι, ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» τήν ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ἑνώθηκε μέ τή θεία φύση στή θεία ὑπόσταση τοῦ Λόγου «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως», γι' αὐτό καί ἡ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» «σύνθετος ὑπόστασις» τοῦ Λόγου κατέστη ὁρατή «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» της, ὅπως ὁρίζει ὁ κανόνας 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου. Ὁ κανόνας αὐτός ἐκφράζει τήν ἑνότητα τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στή θεία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου , χωρίς νά θίγη τήν ἀκεραιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἤ τήν πραγματική ἕνωσή της μέ τή θεία στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, «οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διά τήν ἕνωσιν, μᾶλλον δέ σωζομένης καί τῆς ἰδιότητος ἑκατέρας φύσεως εἰς ἕν πρόσωπον καί μία ὑπόστασιν συντρεχούσης ...».

Συνεπῶς, ὁ ὁρατός γενόμενος ἐν Χριστῷ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά ἀναπαρασταθῇ καί εἰκονικῶς, ὅπως ὁράθηκε ἀπό τούς ἀποστόλους καί τούς ἀκροατές του, ἤτοι κατά τόν ὁρατό ἀνθρώπινο χαρακτήρα τῆς συνθέτου ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καί ὄχι βεβαίως κατά τήν ἀόρατη καί τήν εἰκονικῶς ἀπερίγραπτη θεία φύση του ἤ μόνο κατά τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἀντιθέτως, ἡ θεολογία τῶν εἰκονομάχων ἀγνόησε τό δόγμα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως καί ἀντιμετώπισε τό ζήτημα τῆς ἐξεικονίσεως τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὑπό τήν προοπτική μόνο τῆς φύσεως ἤ τοῦ προσώπου , γι' αὐτό ἔθεταν συνεχῶς ὡς δίλημμα τό ἐρώτημα, ἄν στίς ἱ. εἰκόνες εἰκονίζεται μόνο ἡ ἀνθρώπινη φύση ἤ καί ἡ θεία φύση . Ἄν εἰκονίζεται μόνο ἡ ἀνθρώπινη φύση, τότε εἰσάγεται ἡ αἵρεση τοῦ νεστοριανισμοῦ ( χωρισμός τῶν δύο φύσεων ), ἐνῶ ἄν εἰκονίζεται καί ἡ θεία φύση, τότε εἰσάγεται ἡ αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ( σύγχυση τῶν δύο φύσεων ), ἀφοῦ ἡ θεία φύση εἶναι ἀόρατη καί ἀπερίγραπτη μέ φυσικά χρώματα ἤ εἰκόνες ( Mansi XIII , 252, 256, 259-260). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὑποστήριζαν ὅτι ἡ ἐξεικόνιση τοῦ Χριστοῦ κατά τόν «ἀνθρώπινον χαρακτῆρα», συμφώνως πρός τόν κανόνα 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου, εἶναι ἀδύνατη ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἀντίθετη πρός τήν Ἁγία Γραφή καί τίς ἀποφάσεις τῶν ἕξι πρώτων Οἰκουμενικῶν συνόδων, ἀλλά καί γιατί εἰσῆγε αἵρεση στήν κατ' ἐξοχήν πνευματική λατρεία τοῦ χριστιανισμοῦ, τήν ὁποία ἀπέδιδαν στήν «ἀνόητον ἐπίπνοιαν τοῦ σκαιογράφου, δι' οἰκτράν αἰσχροκέρδειαν ἐπιτηδεύσαντος τό ἀνεπιτήδευτον, τοῦτ' ἐστιν τά καρδίᾳ πιστευόμενα καί στόματι ὁμολογούμενα χερσί βεβήλοις διαμορφῶσαι»( Mansi XIII , 269).

Βεβαίως, οἱ εἰκονομάχοι πίστευαν ὅτι ὁ Χριστός προσέλαβε κατ' οὐσίαν τελεία ἀνθρώπινη φύση, ἀλλ' ὄχι καί «ἰδιοσύστατον πρόσωπον», γι' αὐτό καί ἡ «μή σχηματίζουσα ἀνθρώπινον μορφήν» θεία εὐχαριστία εἶναι ἡ μόνη δυνατή ἐξεικόνισή του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, ὅπως ὑποστήριζαν, «ὕλη μόνη ἐστίν , ἀνθρωπίνης οὐσίας κατά πάντα τελείας, μή χαρακτηριζούσης ἰδιοσύστατον πρόσωπον, ἵνα μή προσθήκη προσώπου ἐν τῇ θεότητι παρεμπέσῃ. Οὕτω καί τήν εἰκόνα ὕλην ἐξαίρετον, ἤτουν ἄρτου οὐσίαν, προσέταξε προσφέρεσθαι, μή σχηματίζουσαν ἀνθρώπινον μορφήν, ἵνα μή εἰδωλολατρία παρεισαχθῇ» ( Mansi , XIII , 264). Συνεπῶς, οἱ εἰκονομάχοι θεωροῦσαν τήν ἄμορφη ὕλη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου τῆς θείας εὐχαριστίας εἰκόνα τῆς ὅλης ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ἀληθινό σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ μετά τόν καθαγιασμό τους, γι' αὐτό ἀπέρριπταν τήν ἐξεικόνιση τοῦ Χριστοῦ κατά τόν «ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» γιά νά μήν εἰσαχθῆ «προσθήκη προσώπου ἐν τῇ θεότητι», ἤτοι στά θεῖα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία θά ὁδηγοῦσε σέ εἰδωλολατρία, ἐνῶ ἀπέκλειαν καί τήν ἐξεικόνιση τῶν ἁγίων μέ «κοινήν καί ἄτιμον» ὕλη, ἡ ὁποία μείωνε ἤ ὕβριζε τή δόξα τῶν ἁγίων ( Mansi XIII , 269).

Ἡ μετάθεση λοιπόν στή θεολογία τῶν εἰκονομάχων τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τήν ὑπόσταση στή φύση καί στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀφ' ἑνός μέν ἀποσυνέδεε ἐσφαλμένως τήν προσέγγιση τοῦ ζητήματος ἀπό τό δόγμα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως , ὅπως αὐτό καθορίσθηκε ἀπό τίς Γ΄, Δ΄, Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικές συνόδους, ἀφ' ἑτέρου δέ συνέδεε αὐθαιρέτως τό εἰκονιστό τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ μέ μόνα τά ὑλικά ἤ ὁρατά στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως , καίτοι αὐτά μετεῖχαν μέ τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων στήν ἀκτινοβολία τῆς θείας δόξας καί τήν καθιστοῦσαν ὁρατή ἤ αἰσθητή στούς ἀνθρώπους, ὅπως συνάγεται λ. χ. ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν ἀποστόλων κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀπέρριψε τόν χαρακτηρισμό τῶν ἱ. εἰκόνων ὡς «κοινῆς καί ἀτίμου» ὕλης, ἡ ὁποία μείωνε ἤ ὕβριζε τή δόξα τῶν ἁγίων: «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δέ τόν τῆς ὕλης δημιουργόν, τόν ὕλην δι' ἐμέ γενόμενον καί ἐν ὕλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καί δι' ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καί σέβων οὐ παύσομαι τήν ὕλην, δι' ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται...Ἤ οὐχ ὕλη τό τοῦ σταυροῦ ξύλον τό τρισόλβιον καί τρισμακάριστον;... Ἤ οὐχ ὕλη τό μέλαν καί ἡ τήν εὐαγγελίων παναγία βίβλος;...Ἤ οὐχ ὕλη ἡ ζωηφόρος τράπεζα ἡ τόν ἄρτον ἡμῖν τῆς ζωῆς χορηγοῦσα;...Ἤ οὐχ ὕλη πρό τούτων ἁπάντων τό τοῦ Κυρίου μου σῶμα καί αἷμα; Ἤ πάντων τούτων ἄνελε τό σέβας καί τήν προσκύνησιν Θεοῦ καί φίλων Θεοῦ ὀνόματι ἁγιαζομένων καί διά τοῦτο θείου Πνεύματος ἐπισκιαζομένων χάριτι. Μή κάκιζε τήν ὕλην, οὐ γάρ ἄτιμος. Οὐδέν γάρ ἄτιμον, ὅ παρά Θεοῦ γεγένηται.. .» (Περί τῶν ἁγίων εἰκόνων 1,16).

 

Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων μεταξύ τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ ( communicatio idiomatum ) ἐξέφραζε πλήρως το θεολογικό βάθος τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κάθε μία ἀπό τίς δύο φύσεις ἐνεργοῦσε τά ἰδικά της σέ κοινωνία πάντοτε μέ τήν ἄλλη φύση, ἐνῶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καθόριζε κατά τόν ἐπίγειο βίο τοῦ Χριστοῦ ὡς «ταμίας» καί «διαιτητής» τόν χρόνο καί τόν τρόπο ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως καί τῆς ἐνεργείας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του, συμφώνως πρός τούς λόγους τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, γι' αὐτό «ἦν ὑπέρ ἄνθρωπον αὐτοῦ τά ἀνθρώπινα» ( Mansi XI , 484-485). Ἡ ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο τελείων φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, «ὧν ἡ σύνοδος τό μέγα τῆς ὑπερφυοῦς Ἰησοῦ φυσιολογίας ποιησαμένη μυστήριον», κατέστησε «σύνθετον τήν ὑπόστασιν» καί ὁρατόν «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τό ἔβλεπαν οἱ ἀπόστολοι καί οἱ ἀκροατές του κατά την «ἐπίγειον πολιτείαν» του. Συνεπῶς, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, «εὐσεβῶς ὁμολογεῖσθαι χρή τάς τε τοῦ Χριστοῦ φύσεις, ὧν αὐτός ἕνωσις ἦν ἀληθής κατ' ἄμφω τάς φύσεις ...»( PG 91, 1049-1052), γι' αὐτό ὁ θέλων καί ὁ ἐνεργῶν δι' ἑκατέρας φύσεως ἦτο ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ.

 

4. Ἡ ἐντυπωσιακή συμβολή τοῦ παπικοῦ θρόνου στούς ἀγῶνες τῶν εἰκονοφίλων τῆς Ἀνατολῆς γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων, ἐκφράσθηκε κυρίως ἀπό τούς πάπες Γρηγόριο Β΄(715-731) καί Γρηγόριο Γ΄(731-741), οἱ ὁποῖοι ἦσαν συριακῆς καταγωγῆς καί ὑπέρμαχοι τῆς σχετικῆς ἀνατολικῆς παραδόσεως. Ἐν τούτοις, τό ζήτημα τῆς θέσεως τῶν ἱ. εἰκόνων στή λειτουργική παράδοση παρέμεινε ἀνοικτό γιά τόν χριστιανικό κόσμο τῆς Δύσεως ἀφ' ἑνός μέν γιατί ἦταν δυσχερής ἡ παρακολούθηση τῶν θεολογικῶν τάσεων τῆς Ἀνατολῆς ὡς πρός τή σημασία τῶν συνεπειῶν τοῦ δόγματος τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως γιά τήν ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ (καν. 82 Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου), ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί ἦταν προφανής ἡ αρνητική ἐπίδραση τῆς ἀνεικονικῆς λατρείας τῶν ἀρειανοφρόνων Βησιγότθων τῆς Ἱσπανίας στόν κόσμο τῶν νεοφωτίστων Φράγκων, οἱ ὁποῖοι ἀπορρόφησαν τούς Βησιγότθους καί τήν ἀξιόλογη πνευματική τους κληρονομία ( γλώσσα, δίκαιο, θεολογία κ.λπ.) ἤδη ἀπό τά μέσα τοῦ ΣΤ΄ αἰώνα. Ἡ εὐρεία ἀπήχηση τῆς θεολογικῆς ἔριδας τοῦ Υἱοθετισμοῦ ( adoptionismus ) στό Φραγκικό κράτος κατά τόν Η΄ αἰώνα ἀφ' ἑνός μέν ἐπιβεβαιώνει τίς βησιγοτθικές ἐπιδράσεις στή θεολογία τῶν Φράγκων, ἀφ' ἑτέρου δέ ἐξηγεῖ τήν ἀντιφατική στάση στό ζήτημα τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων τῆς συνόδου τῆς Φραγκφούρτης (794), ἡ ὁποία συνῆλθε ὑπό τήν προεδρία τοῦ Καρλομάγνου, μέ τή συμμετοχή ἐκπροσώπου τοῦ πάπα Ἀδριανοῦ Α΄ (772-795) καί πολλῶν δυτικῶν ἐπισκόπων, γιά νά ἀξιολογήση τίς ἀποφάσεις τόσο τῆς εἰκονομαχικῆς συνόδου τῆς Ἱερείας (754), ὅσο καί τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (787).

Ἡ σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης, καίτοι ἀποδέχθηκε τίς εἰκόνες ὡς χρήσιμο διακοσμητικό ἤ παιδαγωγικό στοιχεῖο τῶν ναῶν γιά τή διδασκαλία τῶν πιστῶν ( γράμματα γιά τούς ἀγραμμάτους ) καί τήν τιμητική προσκύνηση τῶν ἁγίων καί τῶν ἱ. λειψάνων, ἐν τούτοις δέν εἶχε τίς ἀναγκαῖες θεολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀξιολόγησή τους καί ἀπέρριψε ὡς αἱρετικές τόσο τήν εἰκονομαχική σύνοδο τῆς Ἱερείας, ὅσο καί τήν Ζ΄ Οἰκουμενική σύνοδο. Ὁ Καρλομάγνος ἀπέστειλε τά σχετικά 85 capitula μέ ἐπιστολή του καί στόν πάπα Ἀδριανό, ὁ ὁποῖος ἀντέκρουσε τό περιεχόμενό τους μέ βάση τήν καθιερωμένη ἐκκλησιαστική παράδοση καί τοῦ συνέστησε ὅτι ὄφειλε νά ἀποδεχθῆ τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου ὡς σύμφωνες καί πρός τή δυτική παράδοση γιά τήν τιμή τῶν ἱ. εἰκόνων ( Mansi XIII , 759-810), ἐνῶ τοῦ ὑπέδειξε ὅτι θά ἀρκοῦσε καί ἡ μή ἀναγνώριση τῆς οἰκουμενικότητας τῆς συνόδου γιά νά ἐνοχληθῆ ὁ βυζαντινός αὐτοκράτορας, ὅπως συνάγεται καί ἀπό τή σχετική ἐπιστολογραφία στά Capitularia τοῦ Καρλομάγνου (Β. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλ. Ἱστορία, Ι, 792).

Εἶναι ὅμως προφανές ὅτι ἡ ἀποδοχή τοῦ διακοσμητικοῦ ἤ καί τοῦ παιδαγωγικοῦ χαρακτήρα τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἱ. εἰκόνων, ἡ ὁποία ἐξέφραζε καί τήν καθιερωμένη δυτική παράδοση, δέν ἀπέρρεε ἀπό μία συγκροτημένη ἀνάπτυξη τοῦ θεολογικοῦ βάθους τῆς μυσταγωγικῆς σχέσεως τῶν ἱ. εἰκόνων πρός τήν λειτουργική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτό τόσο οἱ θέσεις τοῦ πάπα Ἀδριανοῦ, ὅσο καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου ἀποδοκιμάσθηκαν ὡς εἰσαγωγή τῆς «λατρείας» τῶν ἱ. εἰκόνων ἀπό τή σύνοδο τῶν Παρισίων (825) καί ἀπό ἐξέχοντες ἀρχιερεῖς τοῦ φραγκικοῦ κράτους, ὅπως οἱ Χίνκμαρ Ρείμων, Αἰνείας Παρισίων ( PL 121, 685- 762) κ.λπ. Τό θεολογικό ὅμως βάθος πήγαζε ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τό λυτρωτικό μήνυμα τῆς ὅλης «ἐπίγειας πολιτείας» τοῦ Χριστοῦ γιά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, ὅπως αὐτό διακηρύσσεται ἀπό τόν κανόνα 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου ἤδη πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τῶν εἰκομαχικῶν ἐρίδων, ἀλλ' ὁ παπικός θρόνος δέν προέβαλλε τόν κανόνα αὐτό, ἐπειδή στρεφόταν ἐναντίον μιᾶς ρωμαϊκῆς παραδόσεως γιά τήν ἐξεικόνιση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀμνοῦ. Προφανῶς, ἡ Δύση δέν συμμετέσχε στή θεολογική ὑποστήριξη τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων μέ τήν ἀξιοποίηση τοῦ δόγματος τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως γιά τήν προβολή τόσο τῆς χριστοκεντρικῆς τυπολογίας τοῦ ὅλου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῶν ναῶν, ὅσο καί τοῦ θεολογικοῦ βάθους τῆς μυσταγωγικῆς σχέσεως τῶν ἱ. εἰκόνων μέ τήν ὅλη λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, μετά τό σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως (1054) ἀποδυναμώθηκε ἡ ρωμαϊκή παράδοση γιά τήν παιδαγωγική ἀξία τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων, ἀφοῦ ἡ σχολαστική θεολογία, ἀφ' ἑνός μέν ὑπερτόνισε τήν αἰσθητική κυρίως προοπτική τῆς διακοσμήσεως τῶν ναῶν εἰς βάρος τῆς μυσταγωγικῆς σχέσεως τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων μέ τή λειτουργική ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀφ' ἑτέρου δέ ὑποβάθμισε τό θεολογικό βάθος τῆς ὅλης χριστολογικῆς διαλεκτικῆς γιά τήν ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι, τό δόγμα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως παρέμεινε δυσνόητο στούς διχοτομικούς διαλεκτικούς συλλογισμούς τῶν σχολαστικῶν θεολόγων ὄχι μόνο ὡς πρός τή σχέση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας ( corpus Christi mysticum ), ἀλλά καί ὡς πρός τή σχέση κτιστοῦ καί ἀκτίστου αἰσθητοῦ καί ὑπεραισθητοῦ , ἀφοῦ στους σχολαστικούς συλλογισμούς ὁτιδήποτε ἦταν αἰσθητό ἦταν ὁπωσδήποτε κτιστό. Ἔτσι, εἰσήχθησαν οἱ νεώτερες καινοτομίες τόσο γιά τήν ἑρμηνεία τ ῆς μεταβολῆς τῶν τιμίων δώρων τῆς θείας εὐχαριστίας σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ ( transsubstatiatio ), ὅσο καί γιά τή διάκριση τῆς θείας χάριτος ( κτιστή-ἄκτιστη ), καίτοι ἡ πατερική θεολογία ἑρμήνευσε καί τά δύο ὑπό τό φῶς τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν αἰσθητῶν καί ὑπεραισθητῶν στοιχείων στή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι ὁ κορυφαῖος τῶν σχολαστικῶν θεολόγων Θωμᾶς Ἀκινάτης, καίτοι εἶχε βαθύτατη γνώση τῆς χριστολογικῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας γιά τήν ὑποστατικη ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἐν τούτοις εἰσήγαγε διχοτομικές διακρίσεις ὡς πρός τήν λατρεία τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ τόσο μεταξύ τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅσο καί μεταξύ τῶν ὑποκειμενικῶν κινήτρων τῶν πιστῶν γιά τή ἀπονεμόμενη στήν ἀνθρώπινη φύση χωριστή τιμή, ἤτοι ἀνεξαρτήτως ἤ καί κατ' ἀναφοράν πρός τή θεία φύση. Ἔτσι, ὑποστήριξε ὅτι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ λατρεία τῆς ἄκτιστης θείας σοφίας ( θεία φύση ) καί ἄλλο πρᾶγμα ἡ λατρεία τῆς κτιστῆς σοφίας ( ἀνθρώπινη φύση ) τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι διαφορετικό πρᾶγμα ἡ ἀπονομή λατρείας στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή αὐτή ἀνήκει στό τιμώμενο θεῖο πρόσωπο ( λατρεία ), καί διαφορετικό πρᾶγμα ἡ ἀπονομή της, ἐπειδή ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ καθ' αὑτήν τελειώθηκε μέ ὅλες τίς δωρεές τῆς θείας χάριτος ( δουλεία ). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, εἰσῆγε διπλῆ τιμή (λατρεία, δουλεία) στήν εἰκόνα τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, ἤτοι στήν ἰδιαίτερη τιμή ἀναφερόταν στή θεία φύση τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι στήν ἴδια τήν εἰκόνα ( λατρεία ), καί στή χωριστή τιμή πρός τήν ἀνθρώπινη φύση του ( δουλεία ), ἐπειδή μέ αὐτή φανερώθηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐν σαρκί, κατά τόν τύπο τῆς τιμῆς πρός τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ' οἱ διακρίσεις αὐτές δέν ἦσαν σύμφωνες πρός τό δόγμα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ( Summa Theologiae , III , 25, 1- 5).

Πράγματι, ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ὑποστήριζε ὅτι οἱ ἴδιες οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καί ὁ Σταυρός, ὡς πράγματα αὐτά καθ' αὑτά δέν εἶναι ἄξια τιμῆς, ἀλλά τιμῶνται μόνο κατά τήν ἀναφορά τους πρός τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, γι' αὐτό καί ἀπέφυγε ὁποιαδήποτε ἀναφορά στήν τιμή τῶν εἰκόνων ὄχι μόνο τῶν ἁγίων, ἀλλά καί τῶν μεγάλων γεγονότων τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ἐξηγεῖται τόσο ἡ διακριτική (Λούθηρος) ὅσο καί ἡ κατηγορηματική (Ζβίγγλιος, Καλβίνος) ἀπόρριψη τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων καί τῶν ἁγίων ἀπό τήν προτεσταντική λατρεία, ἡ ὁποία κατέστησε ἀναγκαία τήν ἐπιστροφή καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας στό κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (787). Ἐν τούτοις, ἡ σχετική ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Τριδέντου (1563-1565) ὄχι μόνο δέν μποροῦσε βεβαίως νά θεραπεύση τίς παγιωμένες πλέον συγχύσεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὑποβαθμίσει τή θέση τῶν ἱ. εἰκόνων στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί προκάλεσε τήν ὁριστική ἀποσύνδεση τῶν εἰκόνων στή λατρευτική ζωή τῶν προτεσταντικῶν κοινοτήτων. Ἡ ἀνακίνηση ὅμως τοῦ ζητήματος τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων (ΙΣΤ΄-ΙΖ΄ αἰῶνες) διευκόλυνε τήν προβολή στή Δύση τῆς θεολογικῆς ἑρμηνείας τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ὅπως μέ τίς περίφημες Ἀποκρίσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Ἱερεμίου Β΄ τοῦ Τρανοῦ πρός τούς Βιρτεβεργείους λουθηρανούς θεολόγους, τήν Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ Μητροφάνους Κριτοπούλου, τήν ὀρθόδοξη Κατήχηση ἤ Ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου Μογίλα κ.λπ. Ὡστόσο, οἱ ὁμολογιακές ἀντιπαραθέσεις τῆς ἐποχῆς δέν ἐπέτρεπαν πλέον μία συνεπῆ ἀντιρρητική θεολογική ἀξιολόγηση τῶν διχοτομικῶν ἑρμηνειῶν τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων, οἱ ὁποῖες παρέμειναν στή δυτική παράδοση ὡς εὐλαβεῖς ἐκφράσεις τῆς θρησκευτικῆς τέχνης.

Συνεπῶς, κατά τήν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» ἦταν δυνατή ἀφ' ἑνός γιατί ἡ ὑπόστασις τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐξέφραζε μετά τήν ἐνανθρώπηση τήν ἕνωση τῶν δύο τελείων φύσεων «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως», ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί ἡ ἀποδιδόμενη στόν εἰκονιζόμενο «ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» τιμή ἀναφέρεται στό πρωτότυπον τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ μυστική αὐτή σχέση εἰκόνας καί πρωτοτύπου εἶναι ἀναγωγική ἀπό τά ὁρώμενα καί αἰσθητά πρός τά μή ὁρώμενα καί ὑπεραισθητά γεγονότα τῆς ἱστορίας τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας, τά ὁποῖα βιώνονται ἀπό τούς πιστούς μέ τήν ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος καί ἔχουν τήν ἀναφορά τους στόν ἴδιο τόν τριαδικό Θεό, γι' αὐτό καί, ὅπως ὁμολογεῖ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, μέ τήν ἀποδιδόμενη στίς εἰκόνες τῶν ἁγίων τιμή, «τῷ Θεῷ προσάγω τήν προσκύνησιν καί τήν τιμήν, δι' ὅν καί τούς αὐτοῦ φίλους (=τούς ἁγίους) σέβω» (PG 94, 1348). Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική σύνοδος (787) ἀποδοκίμασε ὡς αἱρετική τήν ἀθέτηση τῆς «ὑποστατικῆς ἑνώσεως» ἀπό τούς εἰκονομάχους καί διακήρυξε τή συνεπῆ πρός τίς δογματικές ἀποφάσεις τῶν ἕξι πρώτων Οἰκουμενικῶν συνόδων εἰκονογράφηση τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, τῶν ἀγγέλων καί ὅλων τῶν ἁγίων καί τῶν ὁσίων τῆς Ἐκκλησίας: «Ὅσῳ γάρ συνεχῶς δι' εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως ὁρῶνται, τοσοῦτον καί οἱ ταύτας θεώμενοι διανίστανται πρός τήν τῶν πρωτοτύπων μνήμην τε καί ἐπιπόθησιν, οὐ μήν τήν κατά πίστιν ἡμῶν ἀληθινήν λατρείαν, ἥ πρέπει μόνῃ τῇ θείᾳ φύσει, ἀλλ' ὅν τρόπον τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ σταυροῦ καί τοῖς ἁγίοις εὐαγγελίοις καί θυμιαμάτων καί φώτων προσαγωγήν πρό τήν τούτων τιμήν ποιεῖσθαι, καθώς καί τοῖς ἀρχαίοις εὐσεβῶς εἴθισται, ἡ γάρ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει καί ὁ προσκυνῶν τήν εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τήν ὑπόστασιν. ..» ( Mansi XIII , 377-380). Εἶναι λοιπόν προφανής ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ κανόνας 82 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου ἀπέκτησε ἰδιαίτερη σπουδαιότητα κατά τήν περίοδο τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων, γιατί:

Πρῶτον , προσέφερε μία ἀδιαμφισβήτητη κανονική κατοχύρωση τῆς ἤδη καθιερωμένης στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἰκονογραφικῆς παραδόσεως μέ τό κῦρος μιᾶς Οἰκουμενικῆς συνόδου, τό ὁποῖο δέν ἦταν δυνατόν νά ἀκυρωθῆ μέ αὐτοκρατορικό διάταγμα, συμφώνως καί πρός σχετική ἀπόφαση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου σέ περίπτωση ἀντιθέσεως ἑνός διατάγματος πρός κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτό τόσο ὁ πατριάρχης Κπόλεως Γερμανός Β΄, ὅσο καί ὁ πάπας Ρώμης Γρηγόριος Β΄, ἀξίωναν τήν ἄμεση σύγκληση Οἰκουμενικῆς συνόδου γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος.

Δεύτερον , συνέδεσε τήν ἀξίωση γιά τήν ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» μέ τή θεολογία τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο τελείων φύσεων τοῦ Χριστοῦ, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης, συμφώνως πρός τίς σχετικές ἀποφάσεις τῶν Γ΄, Δ΄, Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν συνόδων γιά τό χριστολογικό ζήτημα, γι' αὐτό ἀνέδειξε μέ περιεκτικό τρόπο τό θεολογικό βάθος ὄχι μόνο τῆς ἤδη καθιερωμένης στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἰκονογραφικῆς παραδόσεως, ἀλλά καί τῆς προφανοῦς αἱρετικῆς παρεκκλίσεως τῆς ἀνεικονικῆς προτάσεως τῶν εἰκονομάχων.

Τρίτον , προέβαλε τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί τά σημαντικά γεγονότα τοῦ ἐπιγείου βίου του ὡς τόν βασικό ἄξονα τοῦ ὅλου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῶν ναῶν , ἀφοῦ ὅλα τά γεγονότα τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου μέχρι τά ἔσχατα συνδέονται ἀρρήκτως μέ τό ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας καί βιώνονται ἀπό τούς πιστούς στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Τέταρτον , τόνισε μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση ὅτι ἡ ἐξεικόνιση «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» τῶν μεγάλων γεγονότων τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ Χριστοῦ λειτουργεῖ ὡς παιδαγωγός στήν κατά Χριστόν ζωή τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι «δι' αὐτοῦ τό τῆς ταπεινώσεως ὕψος τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατανοοῦντες, καί πρός μνήμην τῆς ἐν σαρκί πολιτείας, τοῦ τε πάθους αὐτοῦ καί τοῦ σωτηρίου θανάτου χειραγωγούμενοι, καί τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως».

Πέμπτον , χαρακτήρισε τή μυστική καί ἀναγωγική σχέση τῆς εἰκόνας μέ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο τοῦ ὁρατοῦ γενομένου «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς αὐτονόητη προτίμηση τῆς πληρωθείσης «ἀληθείας» καί «χάριτος» τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔναντι τῆς σκιώδους «ἀληθείας συμβόλων τε καί προχαραγμάτων» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀφοῦ πρέπει «τό τέλειον κἀν ταῖς χρωματουργίαις ἐν ταῖς ἁπάντων ὄψεσιν ὑπογράφηται» σέ κάθε ἀντίστοιχη περίοδο τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας, χωρίς βεβαίως νά ἀτονῆ ἤ νά ἀλλοιώνεται ὁ ἀναγωγικός χαρακτήρας τους πρός τό ὅλο σχέδιο τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας.

Ἕκτον, ὑπογράμμισε τή σημασία τῆς ἐν Χριστῷ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνάπτυξη ἑνός συγκροτημένου εἰκονογραφικοῦ προγράμματος τῶν ναῶν ἀφ' ἑνός μέν γιατί βεβαίωσε τούς «παλαιούς τύπους καί σκιάς» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί ἀκτινοβολεῖ τήν ἀπορρεύσασα ἐκ «τῆς γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως» διά τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, θεία χάρη, ἡ ὁποία ἀποκατέστησε τό ἀρχέτυπο κάλλος τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου καί κατέστησε δυνατή τή συμμετοχή τῶν ἁγίων στή θεία δόξα.

Ἕβδομον , θεώρησε αὐτονόητη ὄχι μόνο τήν ἀναφορά τῆς τιμῆς τῆς ἱ. εἰκόνας πρός τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, τό πρωτότυπον , ἀλλά καί τήν ἀμφίδρομη μυστική σχέση εἰκόνας καί πρωτοτύπου ,
ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν ἀκτινοβολία τῆς θείας χάριτος τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί βιώνεται ἀπό τούς πιστούς μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή λειτουργική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὄγδοον , ὑποδήλωσε τίς ἐπαχθεῖς συνέπειες τῶν θεολογικῶν συγχύσεων περί τοῦ προσώπου ἤ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ στόν ἐπίγειο βίο του γιά τήν ὀρθή ἑρμηνεία ὄχι μόνο τῆς «ἀληθείας» τῆς ἱστορίας τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας, ἀλλά καί τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τῶν ἱ. εἰκόνων στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτό καί τόσο οἱ χριστομονιστικές προλήψεις ὅσο καί οἱ θεολογικές συγχύσεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας τῆς Δύσεως προκάλεσαν ὄχι μόνο τήν ἀπαξίωση τῶν ἱ. εἰκόνων ἀλλά καί τήν τελική ἀπόρριψή τους ἀπό τήν προτεσταντική Μεταρρύθμιση τοῦ ΙΣΤ΄ αἰώνα, ἡ ὁποία ὑποστηρίχθηκε μέ τήν ἰδιαίτερη προβολή τοῦ Δεκαλόγου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς κώδικα ἠθικῆς γιά τήν πνευματική ζωή τῶν προτεσταντικῶν κοινοτήτων.

Ἔνατον , ἐπέβαλε τήν ἄρρηκτη σχέση μεταξύ τῆς εἰκόνας τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ «κατά τόν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα» καί τοῦ λόγου τῆς εἰκόνας τῶν ἁγίων «τῶν αὐτοῦ φίλων» ὡς σταθερό καί ἀμετάθετο θεολογικό κριτήριο γιά τή συστηματική ἀνάπτυξη καί τή θεολογική ἱεράρχηση τοῦ θεματολογίου τοῦ εἰκονογραφικοῦ προγράμματος, γι' αὐτό μετά τό πέρας τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων ἀνέδειξε πληρέστερα τό λειτουργικό βάθος τῶν ἱ. εἰκόνων στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.

Δέκατον, ἀνήγαγε τήν ἄρρηκτη συζυγία τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων μέ τή λειτουργική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ὡς αἰσθητό κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως κατ' ἀναφοράν ὄχι μόνο πρός τόν λόγο τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας, ἀλλά καί πρός τόν λόγο τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο προεκτείνει τό «σῶμα Χριστοῦ» ( corpus Christi ) στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας, ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση γιά τό πρόσωπο ἤ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λ.χ. οἱ χριστομονιστικές ἤ διχοτομικές προλήψεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας γιά τό πρόσωπο ἤ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, προκαλοῦσε ἀντίστοιχη σύγχυση στή θεολογική ἑρμηνεία τόσο τῆς τιμῆς τῶν ἱ. εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ( λατρεία, δουλεία ), ὅσο καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας ( corpus Christi mysticum ) ἤ τῆς θείας Εὐχαριστίας ( ἄζυμα, μετουσίωσις, ἐπίκλησις ), γι' αὐτό καί τό ζήτημα τῶν ἱ. εἰκόνων τέθηκε στό ἐπίκεντρο τῶν θεολογικῶν ἀντιπαραθέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς μεγάλους κλάδους (Λουθηρανούς, Καλβινιστές) τῆς προτεσταντικῆς Μεταρρυθμίσεως.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.