ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ζητήματα εφαρμογής των ιερών κανόνων (1),

Αναστάσιου Κ. Βαβούσκου,
προδημοσίευση από το έργο
Ερμηνευτική Προσέγγιση ιερών κανόνων

Οι ιεροί κανόνες, όπως ειπώθηκε παραπάνω, δεν θεσπίσθηκαν ως σύνολο ρυθμίσεων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή από ένα και μοναδικό νομοθετικό όργανο με συγκεκριμένη σύνθεση. Αντιθέτως, συνετάγησαν σε διαφορετικές εποχές, που απείχαν χρονικώς αρκετά έτη μεταξύ τους, προήλθαν από διαφορετικές πηγές (σύνοδοι, Πατέρες της Εκκλησίας, συλλογή αποστολικών κανόνων) και - αν και ρυθμίζουν κατά το μάλλον ή ήττον τα ίδια θέματα - παρουσιάζουν μεταξύ τους διαφοροποιήσεις (έλλειψη ταυτότητας ορολογίας, επιβαλλομένης ποινής κ.λ.π.).

Τα παραπάνω δεδομένα έχουν τόσο θετική όσο και αρνητική χροιά. Από τη μία πλευρά, η αποδοχή της θετικότητας των δεδομένων αυτών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ιεροί κανόνες μέσα από αυτή την εξελικτική πορεία τους καταγράφουν τις μεταβολές στον εκκλησιαστικό Οργανισμό, αποτυπώνοντας τον ιστορικό βίο της Εκκλησίας. Παρέχουν, λοιπόν, μια συνολική εικόνα των μεταλλαγών του ζωντανού οργανισμού της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς δράσεώς του, πραγματικώς αυθεντική, αφού η καταγραφή γίνεται σε ανύποπτο χρόνο, και δη την ίδια τη στιγμή που λαμβάνει χώρα το καταγραφόμενο γεγονός ή η καταγραφόμενη αντίληψη.

Από την άλλη πλευρά, τα δεδομένα αυτά, όμως, περιέχουν και μία αρνητική χροιά, διότι η διαπιστούμενη διαφορετικότητα δημιουργεί το φαινόμενο της συνυπάρξεως μεταξύ των ιερών κανόνων και ρυθμίσεων που συμπίπτουν ως προς το αντικείμενο, στο οποίο αφορούν, διαφοροποιούνται όμως ως προς τον τρόπο αντιμετωπίσεώς του. Το φαινόμενο αυτό θέτει επί τάπητος τα ζητήματα της καταργήσεως, της αχρησίας και της αντιθέσεως των ιερών κανόνων.

 

α. Το ζήτημα της καταργήσεως των ιερών κανόνων (2)

Στον τομέα του Εκκλησιαστικού δικαίου και του δικαίου εν γένει, η κατάργηση ενός νόμου επέρχεται υπό δύο μορφές, είτε υπό τη μορφή της ρητής καταργήσεως είτε υπό τη μορφή της σιωπηρής καταργήσεως (3). Ρητή κατάργηση επέρχεται, όταν νεότερος νόμος περιέχει διάταξη, με την οποία καταργεί μία ή περισσότερες διατάξεις ή το σύνολο του νομοθετήματος. Σιωπηρή κατάργηση επέρχεται, όταν νεότερος νόμος, χωρίς να εμπεριέχει ρητή διάταξη για την κατάργηση του παλαιοτέρου νόμου, εισάγει ρύθμιση αντίθετη ή έστω διαφορετική. (4)

Το ερώτημα, που τίθεται, είναι, αν οι αρχές αυτές βρίσκουν πεδίο εφαρμογής στο Κανονικό Δίκαιο.

Η απάντηση μάλλον θα είναι αρνητική. Αν και ο επιστημονικός αυτός κλάδος, ανεξαρτήτως της ειδικής φύσεώς του, εντάσσεται και στην ευρύτερη «οικογένεια» του Δικαίου, οι γενικές αυτές αρχές δεν ισχύουν στο Κανονικό Δίκαιο. Ανασχετικός παράγοντας για το μη συμβατό των αρχών αυτών με το Κανονικό Δίκαιο, και ειδικότερα με τους ιερούς κανόνες, είναι αυτή η ίδια η παράδοση της Εκκλησίας και πιο συγκεκριμένα, η παγία τακτική των Οικουμενικών συνόδων - αρχής γενομένης από την Δ΄ Οικουμενική - να επαναβεβαιώνουν την ισχύ του κανονικού έργου των προγενεστέρων αυτών μέσα από μία ιδιαίτερης μορφής κωδικοποίηση, μια οιονεί κωδικοποίηση.

Η κωδικοποίηση αυτή συνίσταται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στη μνεία μόνο των συνόδων και των ιερών κανόνων, που αυτές θέσπισαν, δίχως αυτή η μνεία να συνοδεύεται από ταξινόμηση των κανόνων αυτών και «κάθαρση» τους από άλλους κανόνες, που συνιστούν επαναλήψεις ή διαφορετικές εκδόσεις προηγουμένων ή ακόμη και κανόνες «καιρικούς», που θεσπίσθηκαν δηλαδή για συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές.

Η οιονεί αυτή κωδικοποίηση έγινε για πρώτη φορά από την Δ΄ Οικουμενική σύνοδο, ακολούθησε μια δεύτερη και πιο ολοκληρωμένη από την Πενθέκτη Οικουμενική σύνοδο, ενώ η τρίτη και τελευταία έγινε από την Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο και αποτελεί επανάληψη αυτής της Πενθέκτης.

Παρά ταύτα, το φαινόμενο ιερών κανόνων που αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα από διαφορετική - μερικώς ή ολικώς - οπτική γωνία είναι υπαρκτό και η διαπίστωση αυτού του φαινομένου παραμένει ισχυρή. Με άλλες λέξεις, έχουμε μια κατάσταση διαμορφωμένη de facto , η οποία όμως δεν έχει αντιμετωπισθεί de jure . Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να δούμε την έκταση του φαινομένου αυτού, σε ποιους δηλαδή κανόνες παρατηρείται, προκειμένου να το αξιολογήσουμε σωστά και επιζητήσουμε τη λύση του ή μια φόρμουλα που θα εξομαλύνει τις συνέπειές του.

Εκτός του φαινομένου αυτού βρίσκονται οι αποφάσεις των Οικουμενικών συνόδων, που αφορούν στο δόγμα. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η περί δόγματος διδασκαλία που διατυπώθηκε από την Α΄ Οικουμενική σύνοδο, και επιβεβαιώνεται έκτοτε από τις επόμενες χρονικώς Οικουμενικές συνόδους, διατυπώθηκε άπαξ και παρέμεινε αναλλοίωτη. Οποιαδήποτε περί το δόγμα άποψη, διαφορετική των αποφάσεων της Νικαίας, απορριπτόταν και καταδικαζόταν, όπως προκύπτει και από τη κύρια αιτία συγκλήσεως των Οικουμενικών συνόδων, που δεν ήταν άλλη από την καταδίκη συγκεκριμένων κάθε φορά δογματικών διδαχών, που κρινόταν ότι συνιστούσαν παραποίηση των δογματικών αποφάσεων της Α΄ Οικουμενικής συνόδου. Με αποτέλεσμα, να μην υπάρχει πραγματική δυνατότητα για σύμπτωση κανόνων με το ίδιο (δογματικό) περιεχόμενο αλλά με διαφορετική ρύθμιση και να μην τίθεται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και ζήτημα καταργήσεως κάποιου ή κάποιων εξ αυτών.

Περαιτέρω, το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται στους κανόνες, που προβλέπουν την οργάνωση και λειτουργία θεμελιωδών θεσμών διοικήσεως της Εκκλησίας, όπως είναι οι σχετικοί με το συνοδικό σύστημα και την εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Από τη μία πλευρά, το συνοδικό σύστημα ως διοικητικός θεσμός ακολούθησε συγκεκριμένη πορεία με διαρκή διεύρυνση της γεωγραφικής του βάσεως, χωρίς να τροποποιηθεί στον πυρήνα του και να μετατραπεί από συλλογικός τρόπος ασκήσεως διοικήσεως σε προσωποπαγή αρμοδιότητα ή να μεταβιβασθεί π.χ. από τους κληρικούς σε πρεσβυτέρους ή μοναχούς. Από την άλλη πλευρά, η εκκλησιαστική δικαιοσύνη ως θεσμός απονομής δικαιοσύνης ακολούθησε επίσης εξελικτική πορεία, με διεύρυνση των βαθμών δικαστικής δικαιοδοσίας, η οποία επιβαλόταν από την εκάστοτε διαμορφούμενη διοικητική πραγματικότητα, χωρίς όμως η εξέλιξη αυτή να επιφέρει ουσιώδεις μεταβολές στον τρόπο κρίσεως, όπως π.χ. την κατάργηση του επισκοπικού δικαστηρίου για την πρωτοβάθμια κρίση των πρεσβυτέρων, διακόνων και μοναχών. Κατά συνέπεια, ούτε στην περίπτωση αυτή μπορεί στην πράξη να τεθεί ζήτημα καταργήσεως προηγουμένου κανόνα από χρονικώς μεταγενέστερο.

Y πό αυτά τα δεδομένα, οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να παρουσιασθεί το φαινόμενο της διαφορετικής αντιμετωπίσεως του ιδίου θέματος από κανόνες, που συνδέονται με σχέση προγενέστερου - μεταγενέστερου, είναι αυτές των διοικητικής φύσεως θεμάτων και των κανονικών παραπτωμάτων. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να έχουμε αντικρουόμενες διατάξεις (π.χ. ένας κανόνας να επιτρέπει το γάμο των κληρικών, ένας άλλος όχι), στη δεύτερη διαφορετικές ποινές είτε ως προς το είδος είτε ως προς τη διάρκεια. Και επειδή, όπως είδαμε παραπάνω, αφενός η κατάργηση ιερών κανόνων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως θεωρία λόγω των κωδικοποιητικών αποφάσεων - κυρίως - της Πενθέκτης αλλά και της Ζ΄ Οικουμενικής συνόδου, αφετέρου όμως υπάρχει μια πραγματική κατάσταση συμπτώσεως ιερών κανόνων με το ίδιο αντικείμενο αλλά με διαφορετική από τον καθένα αντιμετώπιση του ρυθμιζομένου αντικειμένου, η λύση υπό τις ισχύουσες συνθήκες μπορεί να δοθεί μόνο μέσω της εφαρμογής των κριτηρίων της ερμηνευτικής προσεγγίσεως των ιερών κανόνων.

 

β. Το ζήτημα της αχρησίας στους ιερούς κανόνες (5)

Ένα άλλο ζήτημα, το οποίο αναφύεται κατά την εφαρμογή των ιερών κανόνων, είναι, αν υπάρχουν ιεροί κανόνες, οι οποίοι έχουν τεθεί σε αχρησία. Το ζήτημα αυτό αφορά σε κανόνες, που ρύθμισαν προβλήματα, τα οποία εμφανίσθηκαν συγκεκριμένη χρονική στιγμή και εξαλείφθηκαν αργότερα. Πρόκειται, δηλαδή, με άλλες λέξεις για τους κανόνες «καιρικού» χαρακτήρα, για τους κανόνες που κλήθηκαν να παίξουν συγκεκριμένο ρόλο για αιτία που έληξε στην πράξη ή τουλάχιστον δεν επανεμφανίσθηκε σε εύλογο χρόνο. Στις περιπτώσεις, μάλιστα, αυτές, δεν υπήρξε μεταγενέστερος κανόνας, που να καταργεί αυτόν που έπαιξε το ρόλο του και φαίνεται να μην έχει λόγο υπάρξεως ή που να εισάγει νέα ρύθμιση ανανεώνοντας το περιεχόμενο και τη δυνατότητα εφαρμογής του.

Θα μπορούσαμε να πάρουμε ως παράδειγμα την περίπτωση της κατεδαφίσεως μη χριστιανικών μνημείων. Η σύνοδος της Καρθαγένης αποφάσισε ν' αποτανθεί στην πολιτειακή εξουσία και να ζητήσει την καταστροφή των εναπομεινάντων ειδώλων και των λειψάνων της ειδωλολατρίας. Θέσπισε, λοιπόν, ισάριθμους κανόνες, τον 58 ο και τον 84 ο . Με τον 58 ο αποφάσισε να προσφύγει στους βασιλείς και να ζητήσει την καταστροφή των εναπομεινάντων ειδώλων και ναών (6): Ων χάριν αιτήσαι δει τους θρησκευτικωτάτους βασιλείς, ώστε τα εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν κελεύσαι παντελώς ανακοπήναι · και γαρ εν πολλοίς τόποις και παραθαλασσίοις και διαφόροις κτήσεσιν ακμάζει έτι της πλάνης ταύτης η αδικία · ίνα παραγγελθώσι και αυτά απαλειφθήναι, και οι ναοί αυτών οι εν τοις αγροίς και αποκεκρυμμένοις τόποις χωρίς τινος ευκοσμίας καθεστώτες παντί τρόπω κελευσθώσι καταστραφήναι. Με τον 84 ο αποφάσισε να προσφύγει στους βασιλείς και να ζητήσει την καταστροφή των λειψάνων της ειδωλολατρίας (7): Ομοίως ήρεσεν αιτηθήναι από των ενδοξοτάτων βασιλέων, ίνα τα λείψανα της ειδωλολατρείας, μη μόνον τα εν ξοάνοις, αλλά και εν οιοισδήποτε τόποις, ή άλσεσιν, ή δενδροις, παντί τρόπω εξαλειφθώσι .

Είναι ένα κλασσικό παράδειγμα, που μνημονεύεται από τους υποστηρικτές της απόψεως ότι η κανονική νομοθεσία είναι μια πεπερασμένη και παρωχημένη νομοθεσία. Το ερώτημα, που τίθεται ως επακόλουθος προβληματισμός, είναι, αν τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες αυτοί σήμερα. ΄Η μήπως η σημερινή πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις σύγχρονες αντιλήψεις για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, και ιδίως - για την ελληνική - της παγκόσμιας κληρονομιάς, περιθωριοποιεί τους κανόνες αυτούς και τους τοποθετεί στην ουσία εκτός πλαισίου εφαρμογής; Όταν, μάλιστα, η ίδια η Εκκλησία πρωτοστατεί συχνά στην προσπάθεια για τη διαφύλαξη και προστασία όχι μόνο του φυσικού αλλά και του πολιτιστικού περιβάλλοντός μας, τμήμα του οποίου συνιστά και η πολιτιστική κληρονομιά μας και δη τα μνημεία μας (8). Η απάντηση δύσκολα θα μπορούσε να είναι θετική και συνεπώς δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε τους συγκεκριμένους κανόνες.

Και εδώ τίθεται το δεύτερο ερώτημα, αν δηλαδή και κατά πόσο δύναται αυτή η επί μακρόν ασκούμενη από την Εκκλησία ομοιόμορφη πρακτική - δηλαδή το έθιμο, αφού περί αυτού πρόκειται - να δημιουργήσει στα συγκεκριμένα παραδείγματα ουσιαστικώς νέο δίκαιο, να εξομοιωθεί στην πράξη με νέα κανονική διάταξη, που να θέτει συγκεκριμένους κανόνες όχι μόνο εκτός εφαρμογής αλλά και σε αχρησία. Και ενώ το ερώτημα, αν εφαρμόζονται οι συγκεκριμένοι κανόνες, θα απαντηθεί με σχετική ευχέρεια αρνητικώς, το ερώτημα αν τίθενται σε αχρησία αυτοί οι κανόνες θα έχει διαφορετική αντιμετώπιση. Διότι, η έννοια «αχρησία» είναι όρος με μη προσδιορισμένο από πλευράς Κανονικού Δικαίου εννοιολογικό περιεχόμενο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να καθορισθούν και οι προϋποθέσεις, βάσει των οποίων ένας ή περισσότεροι κανόνες της αυτής ή διαφορετικής ομάδας θα τεθούν σε αχρησία. Διότι, αν μη τι άλλο, η θέση ως ζητήματος Κανονικού Δικαίου της «αχρησίας» στους ιερούς κανόνες μετατρέπει τη συγκεκριμένη έννοια σε νομοκανονικό όρο, και συνεπώς είναι απαραίτητο να οριοθετηθεί εννοιολογικώς και να διευκρινισθούν οι προϋποθέσεις της. Για να θεμελιωθεί η «αχρησία» στους ιερούς κανόνες, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί το εύρος της μη εφαρμογής ενός ή περισσοτέρων ιερών κανόνων: α) κατά τόπο, διότι η περιορισμένη τοπικώς μη εφαρμογή δεν καθιστά τον κανόνα μη εφαρμοστέο για την καθόλου Εκκλησία, β) κατά όργανο, διότι εάν ένα επισκοπικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει συγκεκριμένο κανόνα δε συνεπάγεται ότι ο κανόνας αυτός έχει τεθεί σε «αχρησία» και γ) κατά χρόνο, δηλαδή ποιος είναι ο εύλογος χρόνος μη εφαρμογής ενός κανόνα, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει τεθεί σε αχρησία.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις καθίσταται σαφές ότι για τη θεμελίωση της απόψεως περί αχρησίας στους ιερούς κανόνες απαιτείται η αποδεδειγμένη γενικότητα, καθολικότητα και διάρκεια στη μη εφαρμογή «καιρικού» χαρακτήρα κανονικών διατάξεων, που θα πρέπει ταυτοχρόνως να συνιστά και εδραία πεποίθηση της συνειδήσεως του πληρώματος της Εκκλησίας. Μέχρι όμως να προσδιορισθεί ο όρος αυτός νομοκανονικώς, ζήτημα αχρησίας δεν μπορεί να τεθεί. Συνεπώς, οι κανόνες «καιρικού» χαρακτήρα τίθενται καταρχήν στην πράξη εκτός πλαισίου εφαρμογής, χωρίς όμως η αντιμετώπισή τους αυτή να οδηγεί και σε νομοκανονική «αχρησία». Οι κανόνες αυτοί παραμένουν ισχυροί αλλά μη εφαρμόσιμοι, μέσω του ερμηνευτικού κριτηρίου της μεταβολής των συνθηκών που επέβαλλαν την ψήφισή τους.

 

  γ. Το ζήτημα της αντιθέσεως στους ιερούς κανόνες (9)

Κατά την εφαρμογή των ιερών κανόνων ο ερμηνευτής έχει να αντιμετωπίσει ένα ακόμη φαινόμενο, το φαινόμενο της αντιθέσεως στους ιερούς κανόνες. Το φαινόμενο της αντιθέσεως παρουσιάζεται, όταν επί του αυτού θέματος, επί του αυτού αντικειμένου, έχουμε περισσότερους του ενός κανόνες, που θεσπίσθηκαν από συνόδους του ιδίου ή διαφορετικού επιπέδου αυθεντίας αλλά με διαφορετικές μεταξύ των ρυθμίσεις, που οδηγούν σε αντικρουόμενα και αλληλοαναιρούμενα συμπεράσματα. Την ύπαρξη αυτού του φαινομένου την αναγνωρίζει και ο Θ. Βαλσαμών στο σχόλιό του υπό τον 16 ο κανόνα της συνόδου της Καρθαγένης, τον οποίο θα δούμε αμέσως παρακάτω, όπου σαφώς δηλώνει, ότι ο συγκεκριμένος κανόνας δεν γνωρίζει, αν εφαρμόσθηκε στην Αφρική, αλλά πάντως δεν εφαρμόσθηκε στις υπόλοιπες εκκλησίες, λόγω εναντιώσεως προς τον 26 ο κανόνα των Αποστόλων: «Τούτο δε ει παρά τοις εν Αφρική εκράτησεν, ουκ οίδα, παρά δε ταις άλλαις εκκλησίαις ου κρατεί. Νομίζω δε, ότι ουδέ εν τινι χώρα τούτο εκράτησε ποτέ, ως εναντιούμενον τω αποστολικώ κανόνι, τω ορίζοντι, αναγνώστας και ψάλτας, και μετά το εις κλήρον προελθείν, γαμείν, και μη καιρόν αυτοίς γάμου ορίζοντι, μήτε εγκράτειαν επαγγέλεσθαι απαιτούντι» (10).

Ο δικαιολογητικός λόγος υπάρξεως του φαινομένου αυτού δεν είναι άλλος από την αλλαγή των ιστορικών συνθηκών, η οποία επιφέρει αναγκαστικώς και μεταβολή των αναγκών της Εκκλησίας οδηγώντας της σε «διορθωτικές» κινήσεις μέσω της θεσπίσεως νέων κανόνων προσαρμοσμένων στη νέα πραγματικότητα.

Η διαφοροποίηση αυτή στις ρυθμίσεις προσδιορίζεται ειδικότερα είτε στα πρόσωπα, που ο κανόνας αφορά, είτε στην επιβαλλόμενη ποινή (στην περίπτωση κανονικού παραπτώματος). Ένα παράδειγμα αποτελεί το θέμα του γάμου των κληρικών (πλην επισκόπων). Το θέμα αυτό αντιμετωπίζεται από έναν κανόνα Τοπικής συνόδου, έναν κανόνα Οικουμενικής συνόδου, προστιθεμένου και ενός κανόνα Αποστολικού. Ειδικότερα:

Το θέμα του γάμου των κατωτέρων κληρικών αντιμετωπίσθηκε από την Τοπική σύνοδο της Αγκύρας (10 ος κανόνας), από την Πενθέκτη Οικουμενική (6 ος κανόνας) και από τον 26 ο κανόνα των Αποστόλων.

Κατά τον 10 ο κανόνα της Αγκύρας (11): Διάκονοι, όσοι καθίσταναι, παρ' αυτήν την κατάστασιν ει εμαρτυρήσαντο και έφασαν χρήναι γαμήσαι, μη δυνάμενοι ούτω μένειν, ούτοι μετά ταύτα γαμήσαντες, έστωσαν εν τη υπηρεσία, διά το επιτραπήναι αυτοίς υπό του επισκόπου. Τούτο δε, ει τινες σιωπήσαντες, και καταδεξάμενοι εν τη χειροτονία μένειν ούτω, μετά ταύτα ήλθον επί γάμον, πεπαύσθαι αυτούς της διακονίας .

Κατά τον 6ο κανόνα της Πενθέκτης (12): Επειδή παρά τοις αποστολικοίς κανόσιν είρηται, των εις κλήρον προαγομένων αγάμων, μόνους αναγνώστας, και ψάλτας, γαμείν · και ημείς τούτο παραφυλάττοντες, ορίζομεν, από του νυν μηδαμώς υποδιάκονον, ή διάκονον, ή πρεσβύτερον, μετά την επ' αυτώ χειροτονίαν, έχειν άδειαν, γαμικόν εαυτώ συνιστάν συνοικέσιον. Ει δε τούτο τολμήσοι ποιήσαι, καθαιρείσθω. Ει δε βούλοιτό τις των εις κλήρον προερχομένων, γάμου νόμω συνάπτεσθαι γυναικί, προ της του υποδιακόνου, ή διακόνου, ή πρεσβυτέρου χειροτονίας τούτο πραττέτω .

Κατά τον 26 ο κανόνα των Αποστόλων (13): Των εις κλήρον προσελθόντων αγάμων, κελεύομεν βουλομένους γαμείν, αναγνώστας, και ψάλτας μόνους.

Όπως προκύπτει από τους παρατιθέμενους κανόνες, το ρυθμιζόμενο αντικείμενο και στους τρεις κανόνες είναι το θέμα του γάμου των κατωτέρων κληρικών μετά τη χειροτονία. Υπάρχουν, όμως, διαφοροποιήσεις που άπτονται:

α) του οργάνου που νομοθετεί, αφού ένας κανόνας θεσπίσθηκε από Οικουμενική σύνοδο, ένας από Τοπική σύνοδο, προστιθεμένου και ενός κανόνα από τη συλλογή των Αποστόλων.

β) των προσώπων στα οποία αφορούν οι κανόνες. Εξ αυτών, ο αποστολικός κανόνας επιτρέπει το γάμο ψαλτών και αναγνωστών, ο κανόνας της συνόδου της Αγκύρας επιτρέπει το γάμο των διακόνων υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει δήλωση επιθυμίας τελέσεως γάμου προ του μυστηρίου της χειροτονίας, ενώ ο κανόνας της Πενθέκτης αφορά στους υποδιακόνους, διακόνους και πρεσβυτέρους και απαγορεύει το γάμο αυτών μετά τη χειροτονία.

γ) των επιβαλλομένων ποινών. Ο αποστολικός κανόνας δεν προβλέπει ποινή, ενώ οι κανόνες των δύο συνόδων προβλέπουν την ποινή της καθαιρέσεως.

Υπό αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια είναι η ενδεδειγμένη λύση, η οποία θα άρει το αδιέξοδο και θα διευκολύνει τον ερμηνευτή στην επιλογή των κανόνων που θα αντιμετωπίσει ερμηνευτικώς. Η λύση αυτή ευρίσκεται στην ερμηνευτική προσέγγιση των κανόνων μέσω της εφαρμογής - μεμονωμένως ή σωρευτικώς - των ερμηνευτικών κριτηρίων, που θα βοηθήσουν τον ερμηνευτή στην επιλογή των κανόνων εκείνων, που τελικώς θα εφαρμοσθούν.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Χριστοδούλου Αποστόλου, Δοκίμιον Εκκλησιαστικού Δικαίου, εν Κωνσταντινουπόλει, 1896, 55επ. Παντελεήμονος Ροδόπουλου,ό.π., 96επ.

2. Υπέρ της απόψεως ότι στους ιερούς κανόνες τίθεται το ζήτημα της καταργήσεως τάσσεται και ο Ν. Mίλας, ό.π., 93επ. όπου και η σχετική επιχειρηματολογία, περιλαμβάνει όμως υπό την έννοια της καταργήσεως και την αχρησία. Σύμφωνος και Παντελεήμων Ροδόπουλος, ό.π., 102επ.

3. Βλ. άρθρο 2 του Αστικού Κώδικα: Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.

4. Βλ. αντί άλλων Π. Λαδά, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, Ι, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα -Θεσσαλονίκη 2007, 112 - 115.

5. Βλ. επίσης Φειδά Βλ., Ιεροί κανόνες και Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1998, 46επ., κατά τον οποίο το ζήτημα αυτό συνδέεται κυρίως με το ιστορικό περίβλημα, τη μορφή και την καθ' ύλη συνήθη συγκρότηση των ιερών κανόνων.

6. Βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα, ΙΙΙ, 462.

7. Βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα, ΙΙΙ, 511.

8. Βλ. Ελ. Τροβά, Το πολιτιστικό περιβάλλον κατά το Σύνταγμα του 1975/1986/2001, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα 1992, Β. Σκουρή - Α. Ι. Τάχου, Η προστασία του περιβάλλοντος στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1988, Δ. Χριστοφιλόπουλου, Προστασία πολιτιστικών αγαθών, Σειρά: Δίκαιο και Οικονομία, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2005.

9. Βλ. επίσης Φειδά Βλ., Ιεροί κανόνες και Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1998, 53επ., ο οποίος με ισχυρή επιχειρηματολογία τεκμηριώνει την άποψή του περί φαινομενικής και όχι πραγματικής αντιθέσεως στους ιερούς κανόνες.

10. Βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα, ΙΙΙ, 344.

11. Βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα, ΙΙΙ, 39 - 40.

12. Βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα, ΙΙ, 318.

13. Βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα, ΙΙ, 33.

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.