ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Εκκλησία και ελληνικό κράτος: εισαγωγικές παρατηρήσεις σε ένα διαρκώς επίκαιρο ζήτημα (1)

Ελένη Παλιούρα

 

1. Εισαγωγή – Η Εκκλησία εντός του ελληνικού Κράτους

Σε οποιοδήποτε εγχείρημα επισκόπησης των σχέσεων κράτους – εκκλησίας, σκόπιμη είναι η εννοιολογική αποσαφήνιση των δύο υποκειμένων των υπό εξέταση σχέσεων και η οριοθέτηση του πεδίου έρευνας, καθώς το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει τις ανθρωπιστικές επιστήμες γενικότερα από πολλές πτυχές, γεγονός που δικαιολογείται από την πολυδιάστατη παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην πολιτεία (2). Ποιο είναι το Κράτος και ποια η Εκκλησία, ποιοι είναι οι δύο θεσμικοί παράγοντες, η διασύνδεση των οποίων εξετάζεται σε κάθε περίπτωση; Πιο αναλυτικά, η εννοιολογική προσέγγιση της Εκκλησίας δεν απαντά ούτε σε έναν ενιαίο ορισμό, ούτε σε μία μονάχα πνευματική και διοικητική συγκρότηση. Η ένταξη του όρου Εκκλησία στο περιεχόμενο του αρχαιοελληνικού δημόσιου δικαίου, δεν σχετίζεται με τη μετέπειτα εξέλιξή του, που αφετηρία έχει τον πρώτο αποστολικό αιώνα και τη διάδοση του χριστιανισμού (3).

Από την πλευρά, πάντως, του Εκκλησιαστικού δικαίου ο όρος Εκκλησία ανταποκρίνεται συνοπτικά στο σύνολο των ομοδόξων Χριστιανών, σημασία που προέκυψε μετά τη διακοπή κοινωνίας μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας το 1054 και τη διασάλευση της εκκλησιαστικής ενότητας (4). Ποια είναι, όμως, η Εκκλησία μέσα στο ελληνικό κράτος; Όταν γίνεται λόγος για την ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, αναφερόμαστε ουσιαστικά σε κατ' αρχήν πέντε διαφορετικές εκκλησιαστικές δικαιοταξίες, που συνυπάρχουν στην ελληνική επικράτεια. Πρόκειται για την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, στην οποία θα επικεντρωθεί και η παρούσα διερεύνηση των σχέσεων κράτους - εκκλησίας, το ιδιαίτερο καθεστώς των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, που υπάγονται απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και το Άγιο Όρος (5). Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε το 1830, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου, ενώ η τελική προσάρτηση εδαφών σημειώθηκε μετά το πέρας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, γεγονός που έχει σημασία στη συγκρότηση των ως άνω αναφερόμενων εκκλησιαστικών δικαιοταξιών (6).

Δεν παραγνωρίζεται, πάντως, από τη νομοθεσία η ιδιαίτερη φύση της εκκλησιαστικής έννομης τάξης, αφού στον ισχύοντα καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος είναι νόμος του Κράτους (7) προερχόμενος εκ της ολομέλειας του κοινοβουλευτικού σώματος, αναφέρεται η εκκλησία ως θείον καθίδρυμα, και η νομική προσωπικότητα που της παρέχεται καθίσταται εμφανές ότι εξυπηρετεί τις νομικές μόνο σχέσεις της, τη διευκόλυνσή της δηλαδή στις συναλλαγές και την προστασία της έναντι τρίτων (8). Ο πολιτειακός νόμος τόσο ο υπέρτατος μέσα στον κρατικό οργανισμό, το Σύνταγμα δηλαδή, όσο και ο κοινός, καθορίζουν το νομικό περίβλημα και δεν υπεισέρχονται στον καθορισμό της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας.

2.Δύο κανονιστικά κείμενα της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας

Βασικός σταθμός στη διαμόρφωση των σχέσεων Κράτους Εκκλησίας υπήρξε η διά της νομοθετικής οδού ανακήρυξη της Εκκλησίας της Ελλάδος ως αυτοκέφαλης το 1833 με τη Διακήρυξη περί ανεξαρτησίας, επί Όθωνος, το περιεχόμενο της οποίας, βέβαια, συνεπαγόταν υποταγή της εκκλησιαστικής διοικήσεως στην κρατική εξουσία (10). Βέβαια, ο όρος Εκκλησία της Ελλάδος με τον τρόπο που νοείται σήμερα, δηλαδή το σύμπλεγμα της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών που διοικούνται από την τελευταία,όμως, μετά την προσάρτηση σε αυτή των Μητροπόλεων της Επτανήσου το 1866 και των Μητροπόλεων της Άρτας και της Θεσσαλίας (πλην της Μητρόπολης Ελασσώνος) το 1882, εντυπώθηκε το πρώτον σε πολιτειακό νομοθέτημα του 1931 (11). Στο βασιλικό διάταγμα του Όθωνα, κατ' ακριβολογίαντου Συμβουλίου της αντιβασιλείας, που αποτέλεσε και τον πρώτο καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η τελευταία αναφέρεται ως Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος (12).

Πώς πραγματοποιήθηκε, όμως, η παροχή της αυτοκεφαλίας δια νόμου και όχι διά πράξεως της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ήταν και το αρμόδιο όργανο για την παροχή αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ελλάδος (13); Η κατάσταση είχε ως εξής: η έλευση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας διενεργήθηκε τη χρονική περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου – ελλαδικής Εκκλησίας βρίσκονταν υπό τη σκιά της διακοπής τους, που έλαβε χώρα κατά την έναρξη του επαναστατικού αγώνα του 1821. Υπεύθυνος μεταξύ άλλων και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα από τα μέλη της αντιβασιλείας υπήρξε ο Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ, στενός συμβουλος του οποίου φέρεται να ήταν ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης. Αμφότεροι υπήρξαν άνθρωποι με εξαιρετική μόρφωση και προέβησαν στην υλοποίηση των πολιτικών σκοπιμοτήτων της Αντιβασιλείας, που ήταν η αποτροπή παροχής συντάγματος, κάτι στο οποίο θα συνέβαλε η αποδυνάμωση του κλήρου διαμέσου της δέσμευσης της ελλαδικής εκκλησίας στο κράτος (14).

Με αυτή την ενέργεια προκλήθηκαν τριβές τόσο στο εσωτερικό της εκκλησίας και του κράτους, αφού δημιουργήθηκαν δύο πλευρές, μία υπέρ της αυτοκεφαλίας της εκκλησίας της Ελλάδος με κύριο εκφραστή τον Φαρμακίδη και μία κατά με εκφραστή τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων, όσο και στις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο δεν αναγνώριζε την Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός της επιστροφής εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχη Άνθιμου Δ΄ άθικτης επιστολής που είχε αποστείλει η προαναφερθείσα Σύνοδος εκ μέρους του πρώτου ουσιαστικά προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος Νεοφύτου, όπως παραδόθηκε κατά την απονομή εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως του Παρασήμου του Σωτήρος στον Άνθιμο (15).

Η αποκατάσταση των σχέσεων Εκκλησίας της Ελλάδος – Οικουμενικού Πατριαρχείου επήλθε μετά από αποστολή γράμματος εκ μέρους του ελληνικού κράτους μέσω του υπουργικού συμβουλίου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο περιείχε αίτημα για ανεξαρτησία της ελλαδικής εκκλησίας και με τη συνεπακόλουθη έκδοση του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850, με τον οποίο ανακηρυσσόταν το πρώτον η Εκκλησία της Ελλάδος αυτοκέφαλη, όχι αναδρομικά δηλαδή (16). Η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, λοιπόν, υφίσταται κανονικώς από το 1850 και είναι ενωμένη δογματικώς με τη μητέρα Εκκλησία, καθώς και με τις υπόλοιπες ομόδοξες Εκκλησίες, όντας διοικητικώς ανεξάρτητη (17).

Ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο των σχέσεων κράτους εκκλησίας αποτελούν οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών. Πρόκειται για τις περιοχές που απελευθερώθηκαν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και δεν προσαρτήθηκαν στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος με Συνοδική και Πατριαρχική Πράξη, όπως συνέβη στην περίπτωση των Επτανήσων, της Άρτας και της Θεσσαλίας. Πρόκειται για τις Μητροπόλεις της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου, της Δυτικής Θράκης, της Μακεδονίας και της Ελασσόνας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέθεσε επιτροπικώς τη διοίκησή τους στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος υπό δέκα ρητούς όρους, όπως αναγράφονται στην Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, συναινούσης και κυρούσης της ελληνικής πολιτείας. Η κύρωση, βέβαια, από την ελληνική πολιτεία φάνηκε να είναι προγενέστερη της έκδοσης της πατριαρχικής πράξης, αν και αυτό είναι νομικά αδύνατον. Όντως, βέβαια, είχε δημοσιευτεί νόμος με το περιεχόμενο της Πράξης του 1928, ο οποίος όριζε ότι οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών εξομοιώνονται ως προς τα πάντα προς τους Μητροπολίτες της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ότι εντάσσονται σε κοινό νομοθετικό πλαίσιο με την τελευταία (18).

Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850 μαζί με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, αποτελούν δύο μη κρατικά κανονιστικά κείμενα, δύο κανονιστικά κείμενα της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, που τυγχάνουν συνταγματικής κατοχύρωσης στο Σύνταγμα του 1975, όπως ισχύει με τις υφιστάμενες αναθεωρήσεις. Η συνταγματική αυτή κατοχύρωση λαμβάνει χώρα στο τρίτο άρθρο, που ρυθμίζει κατ'αρχήν τις σχέσεις κράτους - εκκλησίας. Αν και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η συνταγματική κατοχύρωση αφορά όλο το φάσμα των δύο αυτών κειμένων, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είναι το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο στην Ελλάδα έχει διαπλάσει μια διαφορετική ερμηνεία, που έγκειται στη συνταγματική κατοχύρωση της Πράξης και του Τόμου μόνο στην έκταση που σχετίζεται με τη συγκρότηση του διαρκούς διοικητικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλαδή της διαρκούς ιεράς συνόδου. Σκόπιμο είναι να αναφερθούν δύο χαρακτηριστικές υποθέσεις. Η πρώτη είναι η περίπτωση της μετάθεσης του Μητροπολίτη Άνθιμου από τη μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης και η παράβαση του πέμπτου όρου της Πράξης του 1928, που ορίζει την πλήρωση των κενών Μητροπολιτικών θρόνων των Νέων Χωρών βάσει του καταλόγου εκλογίμων προς αρχιερατεία με πρόβλεψη έγκρισης αυτού εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο δύναται να υποδείξει υποψηφίους. Απαγορεύονται, επίσης, ρητά οι μεταθέσεις των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών. Στη σχετική προσφυγή που πραγματοποιήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το τελευταίο έκρινε το 2008 ότι ο ως άνω πέμπτος όρος της Πράξης του 1928 δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς, με τη μειοψηφία, ωστόσο, να υποστηρίζει κατά λέξη ότι «κατοχυρώνονται όλες οι διατάξεις του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928 στο σύνολό τους, όχι δε μόνον οι διατάξεις εκείνες των εν λόγω κειμένων, οι οποίες αφορούν τον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου» (19).

Η δεύτερη υπόθεση αναφέρεταιστην προσβολή της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο απεφάνθη ότι η συνταγματική κατοχύρωση των δύο πατριαρχικών κειμένων περιλαμβάνει μόνο τη συγκρότηση της διαρκούς ιεράς συνόδου, συνεπώς το γεγονός ότι η προσφώνηση του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος στον Τόμο του 1850 είναι Μητροπολίτης Αθηνών, στην Πράξη του 1928 Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ενώ στον ισχύοντα καταστατικό χάρτη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, δεν ενέχει σημασία. Επίσης, το Δικαστήριο στο σκεπτικό του ανέπτυξε το εννοιολογικό περιεχόμενο του τίτλου Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, καταλήγοντας στο ότι αποτελεί έναν τιμητικό χαρακτηρισμό του προέδρου των σημαντικότερων συλλογικών οργάνων της Εκκλησίας και ότι δεν του προσδίδει αρμοδιότητες που εκτείνονται πέραν της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (20).

3. Διασύνδεση της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας με την πολιτική

Η ιστορική διαδρομή από τη γέννηση του ελληνικού κράτους έως σήμερα καταδεικνύει την έντονη επιρροή ποιμεναρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα, γεγονός που αμέσως εγείρει προβληματισμό σχετικά με το ποια μπορεί να είναι η θέση της Εκκλησίας στο πολιτικό προσκήνιο. Το φαινόμενο, πάντως, δεν είναι άγνωστο ούτε στη βυζαντινή περίοδο με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαο Μυστικό, που διετέλεσε ηγετικό μέλος της αντιβασιλείας του ανήλικου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ (21), αλλά και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φώτιο, ο οποίος μεταξύ άλλων συνέβαλε στην παραγωγή ενός νομοθετήματος με περιεχόμενο ρυθμιστικό για τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας, την Εισαγωγή (22).

Μορφή της εκκλησιαστικής και ταυτοχρόνως της πολιτικής δικαιοταξίας στο νεότερο ελληνικό κράτος αποτέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο οποίος ανέλαβε αξιώματα της κοσμικής εξουσίας σε μια περίοδο, ωστόσο, κρίσιμη για το ελληνικό κράτος, την περίοδο από την κατοχή στον εμφύλιο πόλεμο. Βέβαια, ήδη από την περίοδο του θέματος της αρχιεπισκοπικής εκλογής και της πρωτοφανούς ακύρωσής της εκ μέρους του συμβουλίου της επικρατείας μετά από αίτηση μελών της ιεραρχίας, η κρατική εξουσία επεδείκνυε έντονο ενδιαφέρον προς την εκκλησιαστική διοίκηση με τις μεγάλες δυνάμεις να λαμβάνουν θέση επί αυτής (23). Ο Δαμασκηνός διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδος για διάστημα δύο περίπου εβδομάδων (24). Δεν διαθέτουμε πρακτικά συζητήσεως του κοινοβουλίου εκείνης της περιόδου, καθώς οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες είχαν διακοπεί για διάστημα δέκα περίπου ετών. Πιο πριν, το 1944 ανατέθηκε η αντιβασιλεία από τον Γεώργιο Β΄ στο πρόσωπο του Δαμασκηνού (25), έπειτα από παραίνεση του Άγγλου Πρωθυπουργού Ουίνστων Τσώρτσιλ, με αποτέλεσμα η Ιερά Σύνοδος να προεδρεύεται στο εξής από τον αντιπρόεδρο Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα. Η περίοδος της αντιβασιλείας του Δαμασκηνού έληξε μετά την επάνοδο του Γεωργίου διά δημοψηφίσματος το 1946 (26).

Λίγα χρόνια μετά τον αρχιεπισκοπικό θρόνο κατέλαβε ο Ιάκωβος, μονάχα όμως για δεκατρείς ημέρες, αφού υπέβαλε την παραίτησή του στις 25 Ιανουαρίου 1962. Το συμβάν προκλήθηκε εξαιτίας της τεταμένης κατάστασης από την εκλογή του στις 13 Ιανουαρίου και έπειτα, αφού άρχισαν να διαδίδονται φήμες, μέχρι και καταγγελίες εις βάρος του νέου αρχιεπισκόπου «δι'ακατανόμαστους πράξεις». Το θέμα πέρασε αμέσως στο κοινοβούλιο. Ενδεικτικά, πραγματοποιήθηκε ερώτηση του βουλευτή Αθηνών Ηλία Μπρεδήμα, ο οποίος τόνισε μάλιστα τη δυσφορία του πληρώματος της Εκκλησίας, καθώς και ερώτηση των βουλευτών της ένωσης κεντρώων, οι οποίοι μετέθεσαν το βάρος στην Κυβέρνηση, κατηγορώντας την συνοπτικά ότι είχε επιδείξει εύνοια στο πρόσωπο του Ιακώβου. Ο τύπος υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός με το πρόσωπό του, μιλώντας για εκκλησιαστική κρίση, αστυνομικά μέτρα, σχολιάζοντας την απουσία του υπουργού παιδείας από την ενθρόνιση του Ιακώβου, ενώ παράλληλα είχε διαδοθεί η φήμη ότι η κυβέρνηση επιθυμούσε να ακυρώσει την εκλογή. Μετά την παραίτηση επήλθε εξομάλυνση της κατάστασης, ενώ ο Ιάκωβος απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες (27).

Ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί και αυτή του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου και της δράσης του με χαρακτηριστική τη στάση του απέναντι στην αναγραφή ή μη του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητος, στάση η οποία αποτέλεσε έναυσμα ενός μεγάλου διαλόγου σχετικά με το περιεχόμενο των ομιλιών του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος και με το αν η τελευταία ασκεί δημόσια εξουσία. Το ζήτημα, βέβαια, των ταυτοτήτων αντιμετωπίστηκε από τα εθνικά και τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα σαφώς υπό το πρίσμα της αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας, του δικαιώματος δηλαδή αποσιώπησης των θρησκευτικών πεποιθήσεων (28). Παρεμφερής υπόθεση αντιμετωπίστηκε δικονομικά και μέσω ατομικής προσφυγής στο ΕΔΔΑ κατά του Τουρκικού κράτους από πολίτη που θεώρησε ότι η ταυτότητά του έπρεπε να αναγράφει πως είναι μέλος του Αλεβιτισμού και όχι του Ισλάμ. Το ενδιαφέρον σε αυτή την υπόθεση, είναι ότι η Τουρκία, αν και λαϊκό Κράτος, γεγονός κατοχυρωμένο στο κείμενο του συντάγματός της προέβλεπε αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτοτήτων. Η διάταξη αυτή κατακρίθηκε από το ευρωπαϊκό δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου ως παράβαση της υποχρέωσης του κράτους για θρησκευτική ουδετερότητα (29).

4.Σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας ή Κράτους – Θρησκευμάτων;

Οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας στο ελληνικό κράτος ρυθμίζονται κατ' αρχήν στο τρίτο άρθρο του ισχύοντος Συντάγματος, του οποίου η πρώτη παράγραφος θέτει ένα γενικό πλαίσιοτης σημερινήςδιασύνδεσης της εκκλησιαστικής με την πολιτειακή έννομη τάξη (30), σε συνάρτηση με την ελληνική πραγματικότητα ως προς την ύπαρξη και λειτουργία του θρησκευτικού στοιχείου (31). Η παράγραφος αυτή αρχικά αποτυπώνει τον όρο επικρατούσα θρησκεία, όρος διαπιστωτικός κατά το ισχύον Σύνταγμα, με αρκετά μεν αντίθετα επιχειρήματα περί κανονιστικού περιεχομένου του (32), με το γεγονός της σύγκρισης του ισχύοντος Συντάγματος δε με το προγενέστερο του 1952 να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε προνομιακή θέση έναντι των λοιπόν δογμάτων και θρησκειών που λειτουργούν εντός της ελληνικής επικράτειας. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει και η εθνική νομολογία, αλλά και η ίδια η ύπαρξη του άρθρου υπ' αριθμ. 13 του ισχύοντος Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας (33).

Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα που θέτει η πρώτη παράγραφος του ρυθμιστικού των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας άρθρου του Συντάγματος είναι η Συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων. Περί της ερμηνευτικής προσέγγισης των ως άνω αναφερομένων έχουν διαμορφωθεί τρεις κυρίως απόψεις, με την πρώτη να δέχεται την εν συνόλω κατοχύρωση των ιερών κανόνων, τη δεύτερη και επικρατούσα από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας να περιέχει την κατοχύρωση μόνο των δογματικών και των θεμελιωδών διοικητικών θεσμών, και τέλος την τρίτη άποψη να απαντά στη διατήρηση της κανονικής ενότητας Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος (34).Παρέλκει η εξέταση του τρίτου ζητήματος που εισάγει το υπό εξέταση άρθρου, δηλαδή της συνταγματικής κατοχύρωσης του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928, καθώς αναλύθηκε παραπάνω.

Ο θεσμικός ρόλος της Εκκλησίας είναι έκδηλος σε όλο το φάσμα του ευρωπαϊκού χώρου. Το γεγονός αυτό απαντά στις διαφορετικέςιστορικοπολιτικές συνθήκες που οδήγησαν σε ένα ορισμένο σύστημα σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας (35) σε κάθε χώρα (36). Ακριβώς, λοιπόν, επειδή οι ιστορικοπολιτικές συνθήκες διέφεραν από χώρα σε χώρα, κυρίως του ευρωπαϊκού κόσμου, και γι' αυτό το λόγο οι σχέσεις κράτους - εκκλησίας σε αυτές διακρίνονται από πολυμορφία, εντός του πλαισίου πάντα της διεθνώς πλέον κατοχυρωμένης, τόσο σε επίπεδο νομικώς δεσμευτικών κειμένων όσο και σε επίπεδο ηθικοπολιτικώς μόνο δεσμευτικών διακηρύξεων, θρησκευτικής ελευθερίας, και ακριβώς λόγω της νομοθετικής και νομολογιακής εξέλιξης όλων των εκφάνσεων του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, σήμερα είναι πιο σφαιρικό να εξετάζουμε τις σχέσεις κράτους θρησκευτικών κοινοτήτων και όχι μόνο τις σχέσεις κράτους Εκκλησίας, αφού σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη διαθέτουν ανάλογη νομοθεσία. Στην Ελλάδα ο σχετικός νόμος είναι o υπ'αριθμ. 4301/2014, ο οποίος εισάγει δύο νέες μορφές νομικής προσωπικότητας αποκλειστικά θρησκευτικού χαρακτήρα, το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο και το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Ο νόμος απευθύνεται σε όσες ενώσεις που εξυπηρετούν θρησκευτικό σκοπό επιθυμούν να λάβουν νομική προσωπικότητα που δεν εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, ενώ εξαιρούνται οι ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και όσες εκκλησίες βρίσκονται σε κοινωνία με αυτή, οι Μουφτείες και οι Ισραηλιτικές κοινότητες (37).

Σε μια εποχή, συνεπώς, στην οποία η πλειονότητα εκφράζει την επιθυμία για χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, είναι πρωτίστως απαραίτητο να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έννοιας «χωρισμός». Αν η αναφορά στον ως άνω χωρισμό πηγάζει από την αντίληψη περί προνομιακής μεταχείρισης της Εκκλησίας της Ελλάδος και της ελλαδικής ορθόδοξης Εκκλησίας εν συνόλω, ήδη υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοιο γεγονός. Αν το αίτημα του χωρισμούαποτελεί ουσιαστικά αίτημα επαναπροσδιορισμού της νομικής προσωπικότητας δημοσίου δικαίου, είναι σκόπιμο να διευκρινισθεί ότι τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (38) εν συνόλω απαρτίζουν μία ιδιάζουσα κατηγορία δημόσιων νομικών προσώπων, που δεν ασκούν δημόσια εξουσία (39).

Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου ξεκινάει από τη χαοτική νομοθεσία πάνω στα ζητήματα εκκλησιαστικού δικαίου (40) και δικαίου των θρησκευμάτων, που ισχύει στο ελληνικό κράτος, νομοθεσία που πολλές φορές παρουσιάζει δυσχέρειες ήδη από το γράμμα του νόμου, οι οποίες μεταφέρονται στη δικονομική πρακτική των εθνικών και των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Μάλιστα, η πρώτη απόφαση του ΕΔΔΑ, με την οποία αυτό εισήλθε στην ουσία της εξέτασης ζητημάτων θρησκευτικής ελευθερίας αφορούσε την Ελλάδα (41). Είναι σκόπιμο, λοιπόν, να σημειωθεί η ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται η έννοια του χωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος τόσο στο δημόσιο διάλογο όσο και στις ιδιωτικές συνομιλίες που πραγματοποιούνται σχετικά με αυτό το θέμα καθημερινά. Τι σημαίνει χωρισμός Κράτους – Εκκλησίας; Η άποψη που διατυπώνεται με την παρούσα είναι ότι κάθε συζήτηση που έχει ως κεντρικό πυρήνα το ακανθώδες αυτό ζήτημα είναι απαραίτητο να έχει ως αφετηρία αυτό το ερώτημα και τον σαφή προσδιορισμό του, καθώς μάλιστα οι σχέσεις αυτές περιέχουν πλήθος άλλων ζητημάτων, όπως είναι το μάθημα των θρησκευτικών (42). Εν τέλει, η έννοια χωρισμός και γενικότερα τα συστήματα ενώσεως ή χωρισμού, που έχουν διαμορφωθεί στη θεωρία, με σκοπό την κατηγοριοποίηση των σχέσεων Εκκλησίας Κράτους ανά περίοδο και ανά χώρα, ανταποκρίνονται στο νομικό πλαίσιο που επικρατεί ανάμεσα στους δύο οργανισμούς. Για παράδειγμα, στην Πορτογαλία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο το σύστημα του απόλυτου χωρισμού Κράτους – Εκκλησίας και Κράτους – Θρησκευτικών κοινοτήτων, ωστόσο υφίσταται σύνδεση των τελευταίων με τον κρατικό οργανισμό (43).

5.Συμπεράσματα – η θρησκευτική αυτοδιοίκηση στο προσκήνιο

Σχέσεις κράτους – εκκλησίας:Πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δεν υπάρχει ορθή ή λανθασμένη άποψη. Υπάρχουν αντιθέτως επιλογές διαμόρφωσης του θρησκευτικού φαινομένου στο κράτος που είναι ο ρυθμιστής. Η ύπαρξη ενός θρησκευτικού κράτους για παράδειγμα είναι κατ' αρχήν μια επιλογή, όπως και η ύπαρξη ενός πλήρως εκκοσμικευμένου κράτους, διότι είναι ζήτημα το αν όντως αυτά τα δύο μοντέλα διαμόρφωσης των θρησκευμάτων μέσα στο κράτος αποτελούν όντως επιλογές, αν συνυπολογίσουμε το δικαίωμα της θρησκευτικής αυτονομίας (άρθρο 3παρ.1Σ, 13παρ.1Σ, 9 και 11ΕΣΔΑ, 17ΣΛΕΕ), αλλά και της προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο σύνολό τους. Μέσα από την κατά βάση ιστορική επισκόπηση των σχέσεων κράτους – εκκλησίας στο ελληνικό κράτος, -χωρίς να αναλυθεί το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης και των εξελίξεων των τελευταίων μηνών, καθώς το παρόν άρθρο έχει σκοπό να λειτουργήσει ως μια εισαγωγή- μπορούν να πραγματοποιηθούν ορισμένες παρατηρήσεις-συμπεράσματα που ως κεντρικό άξονα έχουν τη θρησκευτική αυτοδιοίκηση.

―Χρειάζεται σοβαρός διάλογος πάνω σε διατάξεις οι οποίες φαινομενικά ωφελούν την αυτοδιοίκηση της εκκλησίας, καθώς ο τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής τους μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων, όπως αναλύθηκε ως άνω, καθώς η διάκριση των κανόνων σε δογματικούς και διοικητικούς σαφώς θίγει την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας, αφού δεν έχει πραγματοποιηθεί από την ίδια της Εκκλησία. ―Μέσα από την επισκόπηση των διατάξεων του Κ.Χ.Ε.Ε. σε συνδυασμό με την υπάρχουσα νομολογία και νομοθεσία, είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ότι πλήρης ανεξαρτησία του κράτους από την εκκλησία και της εκκλησίας από το κράτος δεν υπάρχει. Ο πολίτης του κράτους είναι ενδεχομένως και μέλος μιας θρησκευτικής κοινότητας και το μέλος της θρησκευτικής κοινότητας είναι πολίτης του κράτους. Γι' αυτό το λόγο το ζητούμενο είναι η συζήτηση στο δημόσιο διάλογο ενός ερωτήματος: Ποια είναι τα όρια της κρατικής παρέμβασης στην Εκκλησία και ποια είναι η μορφή συνεργασίας κράτους – εκκλησίας σε συνάρτηση με την παρουσία της τελευταίας στη δημόσια σφαίρα κατά την κανονική παράδοση και κατά την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα; Η ερώτηση αυτή έχει ως βάση τη διαπίστωση ότι ο πραγματικός Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι ούτε νόμος του κράτους ούτε κανονισμός της Εκκλησίας. Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ορθόδοξης Εκκλησίας γενικά είναι το κανονικό της δίκαιο. Το ζητούμενο, λοιπόν, στο σύνολο της νομοθεσίας που ρυθμίζει τη λειτουργία της εκκλησίας στο ελληνικό κράτος είναι η κατάρτισή της σύμφωνα με το δικαίωμα της θρησκευτικής αυτονομίας.

―Οι σχέσεις κράτους – εκκλησίας δεν συμπυκνώνονται στο χαρακτηρισμό τους με τους όρους «ένωση» ή «χωρισμός», αλλά στη ρύθμιση της λειτουργίας των θρησκευμάτων μέσα στην πολιτεία.


 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)Το παρόν είναι δημοσιευμένο στα πρακτικά του 2 ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Πολιτικής Φιλοσοφίας του συλλόγου Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας «σὺνἈθηνᾷ» στις σελίδες 345-360, με τον τίτλο «Οι σχέσεις κράτους – εκκλησίας στο ελληνικό κράτος»: Κ. Μικέλης & Κ. Γεωργιάδης (εκδ.), "Τί δεῖτὸκύριονεἶναιτῆς πόλεως; (Ἀριστ. Πολ.)", Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Πολιτικής Φιλοσοφίας, Καβάλα: Λογία/Logia 2018. Σημειώνεται ότι το κείμενο έχει υποστεί επεξεργασία.

(2)Βλ.και Βλάσιος Φειδάς, «Σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους», «Οἱ σχέσεις Ἐκκλησίαςκαί Κράτους ἀποτελοῦν μία ἰδιαίτερη πτυχή τοῦγενικώτερου ζητήματος τῆς σχέσεως Ἐκκλησίαςκαί κόσμου, ἀφοῦ ἡ πνευματική ἀποστολήτῆςἘκκλησίαςἀναφέρεταιστήν πρόσληψη, τήνἀναικαίνισηκαίτήνἀναφοράτοῦ κόσμου στόθεΐοἱδρυτή της Ἰησοΰ Χριστό».

(3)Βλ.ΣπύροςΤρωιάνος – Γεώργιος Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο , Αθήνα – Κομοτηνή 2003 2 , σ.1-3.

(4)Βλ.Ιωάννης Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου , Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2016 3 , σ.1επ.

(5)Βλ.ΣωτήρηςΜητραλέξης (επιμ.), Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος , Αθήνα 2015, σ.114-119.

(6)Βλ.Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος, «Το μεταθετό των Επισκόπων στην Εκκλησία της Ελλάδος», Νομοκανονικά 2/2007, σ. 35-68.

(7)Ν.590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» {ΦΕΚ 146/Α/31.5.1977}, όπως ισχύει με τις υφιστάμενες τροποποιήσεις.

(8)Άρθρο 1 ν.590/1977: «Ἡ ἘκκλησίατῆςἙλλάδος, οὖσα θεῖον καθίδρυμα καὶ ἔχουσα κεφαλὴν τὸν Κύριον ἡμῶν ἸησοῦνΧριστόν, εἶναι ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ ῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, στοιχοῦσα τῇ διδασκαλίᾳ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς καὶ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, τὰ δόγματα, τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις {…} Κατὰ τὰς νομικὰς αὐτῶν σχέσεις ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, αἱ Μητροπόλεις, αἱ ἐνορίαι μετὰ τῶν Ἐνοριακῶν αὐτῶν Ναῶν, αἱ Μοναί, ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, ὁ ΟΔΕΠ, τὸ ΤΑΚΕ, τὸ Διορθόδοξον Κέντρον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου {…}», βλ.καιΣτΕ 502/2011: «{…}η ιδιάζουσα φύση και ο χαρακτήρας των μονών ως ιδιαίτερης φύσεως νομικών προσώπων. Πράγματι, κατά την γνώμη αυτή, οι ιερές μονές χαρακτηρίζονται μεν ρητώς από τον νόμο ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά τις νομικές τους σχέσεις (άρθρο 1 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και, ειδικώς για την καθ' ης η αίτηση ακυρώσεως Ιερά Μονή{…}, άρθρο 1β΄ του Εσωτερικού Κανονισμού), δεν συνιστούν, όμως, φορείς ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας».

(9)Το κράτος νομοθετεί διά της νομοπαραγωγικής διαδικασίας που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα του 1975, όπως ισχύει με τις υφιστάμενες αναθεωρήσεις, και κατά τη διαδικασία που ρυθμίζει ο ισχύων Κανονισμός της Βουλής. Η Εκκλησία θεσπίζει κανόνες δικαίου, οι οποίοι σε πολυάριθμες περιπτώσεις έχουν κυρωθεί μέσω πολιτειακών νομοθετημάτων. Ένα παράδειγμα της βυζαντινής περιόδου αποτελεί η Νεαρά 131 του Ιουστινιανού, με την οποία εξομοιώθηκαν από άποψη τυπικής ισχύος με αυτοκρατορικό νόμο οι ιεροί κανόνες των τεσσάρων πρώτων Οικουμενικών Συνόδων , βλ.ΣπύροςΤρωιάνος, Ψηφίδες Ιστορίας Δικαίου Απώτερης και Νεότερης , Αθήνα 2013, σ.292-293.

(10) «Διακήρυξις περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» {ΦΕΚ Α΄ 23/1-13.8.1833}. Το νομοθετικό αυτό κείμενο προέβλεπε ως κεφαλή της ελλαδικής Εκκλησίας κατά το διοικητικό της μέρος τον ρωμαιοκαθολικό Όθωνα.

(11) Ν.5438/1932 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 5187 – Καταστατικός Νόμος της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος», {ΦΕΚ 178/Α/1.6.1932}, όπου στο άρθρο 1 αποτυπώνεται η σημερινή συγκρότηση του διαρκούς διοικητικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος, γι'αυτό αναφέρω και το νόμο αυτό ως καθιερωτικό τουσημερινού όρου «Εκκλησία της Ελλάδος» και όχι τον προγενέστερο ν.5187/1931, βλ.και Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος, «Η Εκκλησία της Ελλάδος και αι σχέσεις της προς το Οικουμενικό Πατριαρχείον», Δίκαιο και Πολιτική Τεύχος 15, 2001, σ.13-23.

(12) Στο άρθρο 1 της διακήρυξης αναγράφεται: «Η Ορθόδοξος Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος».

(13)Η αυτοκεφαλία ισοδυναμεί με τη διοικητική ανεξαρτησία. Βλ.Τρωιάνος, Ψηφίδες , ό.π., σ.63επ., όπου χαρακτηριστικά στη σελίδα 63: «Το θέμα της ανεξαρτησίας και της αυτοτέλειας στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν την άσκηση της εκκλησιαστικής διοικητικής εξουσίας αποτέλεσε κατ'ουσίαν ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πρόβλημα εκκλησιαστικής πολιτικής και όχι απλώς και μόνο ζήτημα διοικητικής τεχνικής».

(14) Βλ.ΣπύροςΤρωιάνος, «Η εκκλησιαστική πολιτική του ελληνικού κράτους κατά το 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα», Ανάτυπο, Αθήνα 2006, σ.7επ.

(15) Βλ.Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο – Θεωρία και Νομολογία , Θεσσαλονίκη 2013, σ.57επ., επίσης βλ.ΚωνσταντίνοςΡαμιώτης, Η Εκκλησία μέσα στην Ελληνική Πολιτεία , Αθήνα 1997, σ.81-82.

(16) Βλ.Ραμιώτης, Η Εκκλησία , ό.π., σ.83, για το σώμα της επιστολής βλ.Θεοκλητος Α. Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967 , Α΄ Τόμος, Αθήνα 1969, σ.164-167.

17) Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος Τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς συγκροτηθείσης ἐν ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ Σωτῆρος χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ πεντηκοστῷ, ἐνμηνὶ Ἰουνίῳ, Ἰνδικτιῶνος Η´, περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν, βλ.ΣπύροςΤρωιάνος – Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Βασική Θρησκευτική Νομοθεσία και Νομολογία , Αθήνα 2009, σ. 73-77.

(18) Ν.3615/1928 «Περί εκκλησιαστικής διοικήσεως των εν ταις ΝέαιςΧώραις της Ελλάδος Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου» {ΦΕΚ 123/Α/12.7.1928}, άρθρο 1.

(19)ΣτΕ 409/2008 και ΣτΕ 410/2008 (Νομοκανονικά1/2008, σ.150επ. με παρατηρήσεις Κ. Μπεή) σχετικά με την πλήρωση της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, όπου συγκεκριμένα στη ΣτΕ 409/2008 (μειοψηφία): {…}κατοχυρώνονται όλες οι διατάξεις του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 29.6.1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης της 4.9.1928 στο σύνολό τους, όχι δε μόνον οι διατάξεις εκείνες των εν λόγω κειμένων, οι οποίες αφορούν στον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου {…}.

(20) ΣτΕ 3767/2002: {…}κατοχυρώνονται συνταγματικά όχι όλες οι διατάξεις που περιέχονται στον Πατριαρχικό Τόμο και τη Συνοδική Πράξη, αλλά μόνο οι διατάξεις εκείνες των εν λόγω κειμένων, οι οποίες αναφέρονται στον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης και κατ΄ ίσο αριθμό από τις επαρχίες της Παλαιάς Ελλάδας και των Νέων Χωρών {…}.

(21) Βλ.ενδ. Βασίλειος Διον. Κουκουσάς, Πτυχές της Βυζαντινής και Εκκλησιαστικής Ιστορίας , Θεσσαλονίκη 2014, σ.393-397.

(22) Βλ.Σπύρος Τρωιάνος, Οι Πηγές του Βυζαντινού Δικαίου , Αθήνα – Κομοτηνή 2011, σ.240-246.

(23) Την ακύρωση της αρχιεπισκοπικής εκλογής προετοίμασε εκ του παρασκηνίου ο Ιωάννης Μεταξάς, όπως ο ίδιος μαρτυρεί στο Ημερολόγιό του. Η απόφαση της ακύρωσης είναι η ΣτΕ 936/1938 δημοσιευμένη σε Στράγκα, Εκκλησίας Ελλάδος , ό.π., Τόμος Δ΄, 1972, σ.2193-2198.

(24) ΦΕΚ 253/Α/17.10.1945 και ΦΕΚ 264/Α/1.11.1945.

(25) ΦΕΚ 40/Α/31.12.1944.

(26) Για τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνό βλ.ΘεοδόσηςΑθ. Τσιρώνης, Εκκλησία Πολιτευομένη, Ο Πολιτικός λόγος και ρόλος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913-1941) ,Θεσσαλονίκη 2010, σ.369επ., Ιωάννης Θεοδωρίδης, Συμπλοκή Νομιμότητας και Κανονικότητας, η περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνού , Θεσσαλονίκη 2011, σσ.814.

(27)Βλ.Σωκράτης Ν. Καπλανέρης (επιμ.), Αναδρομή, Τιμητικόν Αφιέρωμα εις τον Αρχιεπίσκοπον π ρ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρόν Ιάκωβον Βαρβανάτσον , Μέγαρα 1991, σ.21-51, καθώς και Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος , ό.π., Τόμος ΣΤ΄, Αθήνα 1980, σ.3799επ.

(28)Χαρακτηριστική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Σοφιανόπουλος κλ. κατά Ελλάδος, 12.12.2002.

(29) ECHRCASE OF S İ NANI Ş IK . TURKEY 02/05/2010.

(30)Άρθρο 3πα.1: «Eπικρατούσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατολικής OρθόδοξηςEκκλησίας του Xριστού. H Oρθόδοξη Eκκλησία της Eλλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Eκκλησία του Xριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Eίναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Iερά Σύνοδο των εν ενεργεία Aρχιερέων και από τη Διαρκή Iερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο KαταστατικόςXάρτης της Eκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Tόμου της κθ΄ (29) Iουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.»

(31) Βλ.γενικά Ειρήνη Χριστινάκη, «Τα συνταγματικά όρια της αναθεωρήσεως του νομικού καθεστώτος της Εκκλησίας της Ελλάδος», Θεολογία 1/2018, σ.129-163.

(32)Βλ.ενδ. Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά – Ελένη Παλιούρα, «Σχόλιο στην ΣτΕΟλ 660/2018 για τον χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών», ΘΠΔΔ 4-5/2018, σ.345-347.

(33)Βλ.ΣπύροςΤρωιάνος, «Ο χωρισμός Πολιτείας και Εκκλησίας στο Σύνταγμα του 1975», Δίκαιο και Πολιτική , Τεύχος 15, 2001, σ.53-59, καθώς και ενδεικτικά ΣτΕ 2289/2001 (δημοσίευση σε ΝΟΜΟΣ): {…} Το άρθρο 3 του Συντάγματος {…} ούτε εισάγει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των Ελλλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών {…}.

(34)Τα βασικά εγχειρίδια του εκκλησιαστικού δικαίου αναφέρουν τις τρεις αυτές απόψεις. Επίσης, βλ.ΣτΕ 2569/1990, όπου παραπέμπονται ευθέως ιεροί κανόνες στο αιτιολογικό της απόφασης, όπως συμβαίνει και στην ΑΠ 17/2008, βλ.επίσης και ΟλΣτΕ 3003/2014 για τη συνταγματική κατοχύρωση των βασικών διοικητικών θεσμών της Εκκλησίας προς διασφάλιση του κύρους και της εύρυθμης λειτουργίας της.

(35)Για το ζήτημα αυτό βλ.και Προκόπιος Μητροπολίτης Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου, «Συστήματα Σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, Μορφαί του Χωρισμού», Καβάλα 1987, σσ.135.

(36)Ένα εύλογο παράδειγμα αποτελεί το καθεστώς κράτους – εκκλησίας που επικρατεί στη Γαλλία, το οποίο επηρεάστηκε από συγκεκριμένες ιστορικοπολιτικές συνθήκεςΒλ.ενδεικτικά G erhardRobbers , Κράτη και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση , Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2007, σ.59επ..

(37)Βλ.γενικά για το περιεχόμενο των διατάξεων του νόμου Ελένη Παλιούρα, Το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα , ΝομοκανονικάΑνάλεκτα 12, Αθήνα 2019, σσ.235.

(38) Όχι τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα του άρθρου 12 του νόμου 4301/2014 που ανήκουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.

(39) Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων 17.11.2016, αρ.πρωτ.: 195863/Θ1, «Περί επικοινωνίας των υπηρεσιών του ΥΠΠΕΘ με την Εκκλησία της Ελλάδος, την Εκκλησία της Κρήτης, τις Ιερές Μητροπόλεις Δωδεκανήσου, τις Ισραηλιτικές Κοινότητες και τις Μουφτείες Θράκης», όπου αναφέρεται ότι τα εν λόγω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν αποτελούν κρατικά νομικά πρόσωπα, ούτε βρίσκονται στη σφαίρα της δημόσιας διοίκησης, είναι απαραίτητο δε η μορφή νομικής προσωπικότητας, την οποία διαθέτουν, να μην οδηγεί «σε λανθασμένα συμπεράσματα για τη σχέση των εν λόγω νομικών προσώπων με το κράτος, τις υποχρεώσεις που ενδεχομένως αυτά τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα έχουν έναντι τηςπολιτείας και πολύ περισσότερο, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξομοίωσή τους με τα λοιπά εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα».

(40) Η οποία σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να αποτελεί κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος.

(41)ΕΔΔΑ Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, 25.5.1993, για το ζήτημα του προσηλυτισμού.

(42)Βλ.γενικά Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, «Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στις πράξεις των ανεξάρτητων αρχών», Δημόσιο Δίκαιο 4/2018, σ.380-391.

(43) Βλ.Αλτάνα Φίλου – Πασαντάρα, «Η νομική προσωπικότητα των θρησκευτικών κοινοτήτων σε χώρες της Ευρώπης», ΕφημΔΔ 4/2012, σ.552-572.

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.