ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Η θεόπνευστη Αγία Γραφή ως ασάλευτη πέτρα (βάση) του μαθήματος των θρησκευτικών

Παναγιώτη Ι. Μπούμη,
Ομότ. Καθηγ. Παν/μίου Αθηνών

Κατά πρώτον διευκρινίζουμε, γιατί χαρακτηρίζουμε την Αγία Γραφή θεόπνευστη. Τούτο πράττουμε, γιατί πράγματι είναι θεόπνευστη. Η ίδια η Αγία Γραφή λέει: «Πᾶσα γραφή θεόπνευστος και ὠφέλιμος πρός διδασκαλίαν, πρός ἔλεγχον, πρός ἐπανόρθωσιν, πρός παιδείαν τήν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος (= τέλειος) ᾖ ὁ του Θεοῦ ἄνθρωπος, πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἐξηρτισμενος» (Β΄ Τιμ. 3,16-17).

Αλλ' εκτός αυτού και η Εκκλησία, η οποία μάς παρέδωσε τον κανόνα, δηλ. τον κατάλογο των βιβλίων της Αγίας Γραφής μιλάει περί των θεοπνεύστων και θείων βιβλίων αυτής. Έτσι έχουμε τους κανόνες πε΄ (85) αποστολικό, κδ΄/λβ΄ (24/32) Καρθαγένης, ξ΄ (60) Λαοδικείας, Μ. Αθανασίου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Αμφιλοχίου του Ικονίου με τελευταίο τον β΄ καν. της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου, ο οποίος επικυρώνει τους ανωτέρω κανόνες. Και με τον ορθό συνδυασμό των ανωτέρω κανόνων έχουμε τον πλήρη κανόνα των θεοπνεύστων και θείων βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά με την επικύρωση και το συνδυασμό των εν λόγῳ κανόνων έχουμε και μία αυθεντική εκ μερους της Εκκλησίας απάντηση στο ερώτημα, ποιά Γραφή, ποιά βιβλία είναι θεόπνευστα. Και λέμε αυτό, γιατί μπορεί κάποιος να πει ότι το ανωτέρω χωρίο της Αγίας Γραφής λέει ότι «είναι θεόπνευστη κάθε γραφή, κάθε βιβλίο», δηλ. είναι θεόπνευστα και άλλα βιβλία που δεν συμπεριλαμβάνονται στη παραδοθείσα Αγία Γραφή. Γι' αυτό και καλώς έπραξε η Εκκλησία και καθόρισε, ποιά βιβλία περιλαμβάνονται στον κατάλογο, στον κανόνα, της Αγίας Γραφής. Και επίσης καλώς τον ονόμασε και κανόνα που συνεπάγεται το κλειστό, το ορισμενο, των βιβλίων της Αγίας Γραφής, που σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος να προσθέσει άλλα βιβλία στον κανόνα, αλλά ούτε και να αφαιρέσει από αυτά.

Το θεόπνευστος έχει μία ειδική έννοια. Σημαίνει την Αποκαλυμμενη ἀλήθεια. Τα βιβλία που είναι θεόπνευστα περιέχουν αλήθειες που είναι αποκαλυμμενες από τον Θεό στους συγγραφείς τους με την έμπνευση και τι φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και δεν έχουν ἀνακαλυφθεῖ με την ἀνθρώπινη διανοητική δύναμη και λογική. Ὁ Θεός και οι αλήθειες περί Θεού και της βασιλείας Αυτού, περί γενέσεως του κόσμου, περί ανθρώπων και των άλλων εμψύχων και αψύχων όντων και των σχέσεων αυτών, περί του Χριστού και της Εκκλησίας και των μελών της κ.ά. δεν είναι επινόηση του ανθρώπου, του νου του, αλλά είναι μία υπερφυσική αποκάλυψη, την οποία «ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι (από) Θεοῦ ἄνθρωποι» (Α΄ Πέτρ. 1,21). Και ως εκ τούτου η θεία αλήθεια είναι και αλάθητη και αυθεντική.

Επομένως το χωρίο δεν πρέπει να διαβάζεται «Πάσα Γραφή θεόπνευστος» και να σταματάμε εκεί, αλλά να διαβάζεται «Πάσα Γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν . . . ». Και αυτό έχει σημασία. Γιατί, αν σταματήσουμε και αποχωρίσουμε την πρόταση «Πάσα Γραφή θεόπνευστος» (και προσθέσουμε μάλιστα και το «εστί» ως ευκόλως εννοούμενο), τότε είναι σαν να δεχόμαστε το άτοπο ότι κάθε γραφή είναι θεόπνευστη και επίσης τότε το «και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν ...» μοιάζει ξεκάρφωτο και ασύνδετο (παρά την ύπαρξη του συμπλεκτικού συνδέσμου και).

Και για να το διατυπώσουμε και αλλιώς: Το χωρίο δεν πρέπει να διαβάζεται «Πάσα Γραφή εστί θεόπνευστος», ότι δηλ. το θεόπνευστος είναι κατηγορούμενο στο υποκείμενο «πάσα Γραφή», αλλά πρέπει να διαβάζεται «Πάσα Γραφή θεόπνευστος εστί και ωφέλιμος. Το θεόπνευστος δηλ. πρέπει να εννοείται ως επιθετικός προσδιορισμός στο Γραφή, ως μιά μόνιμη ιδιότητα Αυτής. Και ακόμη καλλίτερα: Να διαβάζεται «Πάσα θεόπνευστος Γραφή είναι και ωφέλιμος ...». Δηλαδή εξαρτάται από το πού θα τοποθετήσουμε το ρήμα εστί, που θα πρέπει να το εννοήσουμε, αφού παραλείπεται.

Οι ελληνιστές (στο συντακτικό) πράγματι λένε ότι το ρήμα εστί παραλείπεται, όταν (ως) ευκόλως εννοούμενο. Σωστά λένε. Ναι, αλλά που θα το εννοήσουμε στο προκείμενο χωρίο, μεταξύ του «πάσα Γραφή» και του «θεόπνευστος» ή μετά το «θεόπνευστος» και συνδεόμενο στενά και άρρηκτα με το «και ωφέλιμος»; Φυσικά το δεύτερο σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και προηγουμενως.

Και το συναφές ἐρώτημα: Η Αγία Γραφή το παρέλειψε απλώς ως ευκόλως εννοούμενο, ή γιατί ήθελε να μάς δώσει αφορμή να ερευνήσουμε τα πράγματα επισταμένως, με προσοχή; Πού πρέπει να εννοήσουμε, ή μάλλον με τί να συνδέσουμε το «και ωφέλιμος»; Προφανώς ότι πρέπει να το συνδέσουμε με το «θεόπνευστος». Τίποτε δεν είναι τυχαίο στην Αγία Γραφή. Και ο συγγραφέας να το έκανε άθελά του ή και να παρέλειψε το ρήμα εστί κατά το «ευκόλως εννοούμενο», αλλά το Πνεύμα το Άγιον, το οποίο οδηγοῦσε («έφερε») τον άγιο συγγραφέα, είχε το λόγο του, το σκοπό του που παρελείφθη. Νομίζουμε ότι ολοφάνερα συμβαίνει αυτό, και αυτό είναι ένα δείγμα, μία απόδειξη της θεοπνευστίας κατά τη συγγραφή της Αγίας Γραφής. Είναι και ένα παράδειγμα για το πώς εννοείται η θεοπνευστία. Εδώ έχει θέση ο λόγος του αποστόλου Πέτρου: «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ' ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι (ἀπό) Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1,21).

Επομένως εδώ εφ' όσον δεν είναι δυνατόν να είπε η Αγία Γραφή ότι είναι κάθε γραφή θεόπνευστος και εφ' όσον οι κανόνες της Εκκλησίας, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15), καθόρισαν τα θεόπνευστα βιβλία, είμαστε υποχρεωμενοι να εννοήσουμε το ρήμα εστί μετά το «Πάσα Γραφή θεόπνευστος» και να πούμε ότι κάθε θεόπνευστη Γραφή είναι και ωφέλιμη πρός διδασκαλία κ.τ.λ.

Κατόπιν τούτου ερχόμαστε να εξηγήσουμε και τις δύο έννοιες της θεοπνευστίας της Αγίας Γραφῆς, την παθητική και την ενεργητική, όπως ορθώς έχει επιστημονικώς επισημανθεί και το γιατί είπαμε ότι αυτή είναι η βάση του μαθήματος των θρησκευτικών: Με την παθητική έννοια η Γραφή αυτή θεωρείται θεόπνευστη ως «υπό του Θεού εμπνευσθείσα» στο συγγραφέα της, υπό δε την ενεργητική έννοια ως «αποπνέουσα το θείον Πνεύμα» και «εμπνέουσα τούτο εις τους αναγνώστας αυτής» (Παν. Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, Αθήναι 1959, σελ. 108-109 και Παν. Μπούμη, Οι κανόνες της Εκκλησίας περί του κανόνος της Αγίας Γραφής, Αθήναι 1986, σελ. 146 και 183). Με την παθητική, λοιπόν, σημασία αποδίδουμε μία μόνιμη ιδιότητα στο θεόπνευστο κείμενο της Αγίας Γραφῆς, ενώ με την ενεργητική σημασία εννοούμε μία έκτακτη-φωτιστική ενέργεια στο μελετητή Της.

Αυτές τις ιδιότητες και μάλιστα με αυτές τις έννοιες δεν μπορούμε να τις προσγράψουμε και να τις αποδώσουμε κατά κυριολεξία στους συγγραφείς των πατερικών κειμένων, όσο άγιοι ή θεοφόροι και αν ήταν οι συντάκτες τους. Φυσικά τις ιδιότητες αυτές πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να τις αποδώσουμε στους συγγραφείς των διαφόρων επιστημονικών και μη βιβλίων.

Εδώ αποδεικνύεται και η υπεροχή της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής σε όσα σημεία βεβαίως αναφέρεται, π.χ. και στις σχέσεις των ανθρώπων και στη συγκρότηση των κοινωνιών και στην απόκτηση αληθινής παιδείας και στην επικράτηση της δικαιοσύνης και της ειρήνης μεταξύ των εθνῶν, καθώς επίσης και στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του περιβάλλοντος και άλλων υπαρξιακών ζητημάτων της ζωής των ανθρώπων. Όσοι περιφρονούν και παραθεωρούν αυτές τις θείες αλήθειες που δόθηκαν από το Θεό από αγάπη προς τον άνθρωπο, στερούν τους μαθητές από τη σταθερή πέτρα της ζωής με κίνδυνο να χτίζουν τα παιδιά το σπίτι τους επάνω στην άμμο (πρβλ. Ματθ. 7,24-27), αντί να τα βοηθούν να γίνουν άρτιοι και τέλειοι πολίτες καταρτισμενοι για κάθε έργο αγαθό και ωφέλιμο.

Έτσι νομίζουμε δικαιολογείται το γιατί είπαμε ότι (πρέπει να) είναι η Αγία Γραφή η βάση της διδασκαλίας των θρησκευτικών. Με αυτή τη διπλή έννοια κατανοείται και ερμηνεύεται ορθώς και το άλλο χωρίο της Αγίας Γραφής, όπου επίσης έχουμε μία απόδειξη της θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής, και το οποίο ενισχύει τα προηγούμενα. Αυτό το χωρίο έχει ως εξής: «Όταν δε έλθῃ εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ἰω. 16,13). Αυτό ελέχθη προς τους αποστόλους από τον ίδιο τον Κύριο. Πράγματι αποκάλυψε σ' αυτούς όλη την αλήθεια, δηλ. με αυτούς ολοκληρώνεται όλη η χριστιανική αλήθεια, η αποστολική παράδοση. Μετά την Αποκάλυψη και του Ιωάννου του Θεολόγου δεν έχουμε άλλη αποκάλυψη της θεόθεν αληθείας. Γιατί αν είχαμε, τότε δεν έπρεπε ο Ιησούς Χριστός να πει στους αποστόλους ότι θα τους οδηγήσει «εις πάσαν», σε όλη την αλήθεια Του, αφού θα είχαμε και κάποιον άλλον που θα μας αποκάλυπτε, θα προσέθετε εκ των υστέρων, και άλλη θεία αλήθεια μετά από αυτούς, μετά την αποστολική παράδοση. Ούτε έπρεπε η Εκκλησία στο Σύμβολο της Πίστεως να χαρακτηρίζεται αποστολική, αφού θα είχαμε και μεταποστολική αποκάλυψη και παράδοση.

Αλλά όμως έτσι θα έλεγε κάποιος ότι το χωρίο θα ίσχυε μόνο για τους Αποστόλους και όχι και για τους επιγενόμενους χριστιανούς. Άρα αυτούς δεν θα τους οδηγούσε σε όλη την αλήθεια. Και είναι αυτό ποτέ νοητό και δυνατό; Ευτυχώς όμως το χωρίο χρησιμοποιεί το ρήμα οδηγήσει, οπότε μέσα σ' αυτό το περιεκτικό ρήμα μπορούμε να εννοήσουμε και την ανακάλυψη της αλήθειας με το φωτισμό και την καθοδηγία του Αγίου Πνεύματος. Με την βοήθεια και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος μπορούμε να ανακαλύπτουμε, να ερμηνεύουμε και να μεταδίδουμε ορθώς τα αποκεκαλυμμενα νοήματα της Αγίας Γραφής. Έτσι έχουμε, διαπιστώνουμε και επιβεβαιώνουμε και την ενεργητική σημασία του θεόπνευστος. Επομένως πάντοτε επικαλούμενος το φωτισμό και τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος μπορεί να μεταδίδει ο θεολόγος καθηγητής γνήσια και ορθά την αλήθεια, τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και γενικότερα των σχετικών αποφάσεων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας στους μαθητές του.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.