ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Για το πρόβλημα της συνταγματικότητος διατάξεων τοῦ νόμου: «Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας»- Γνωμοδότηση

Β. Ι. Φειδάς, Εκκλησία 8, Μάιος 1987, σελ. 319-324 

Το άρθρο 3 παραγρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (1975), που ρυθμίζει, σε νέα βάση τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, προσφέρεται για αποκλίουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις όχι βεβαίως γιατί η διατύπωσή του είναι ασαφής, αλλά κυρίως γιατί οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις είναι κατά κανόνα χρηστικές. Όταν προσεγγίζη κανείς το κείμενο της διατάξεως με πολιτειοκρατικά κριτήρια, Αντικειμενικά ή υποκειμενικά, τότε αναζητεί συσταλτική ερμηνεία των διατάξεων, ενώ, όταν προσεγγίζη τις ίδιες διατάξεις με εκκλησιαστικά κριτήρια, καταλήγει αναπόφευκτα σε διασταλτική ερμηνεία του κειμένου. Το πρόβλημα λοιπόν της αυθεντικής αποκαταστάσεως του βουλήματος του συνταγματικού νομοθέτη είναι καθαρά ερμηνευτικό, αφού οι προϋποθέσεις της όλης διατυπώσεως της παραγράφου είναι ποίκιλες και καλύπτουν ευρύτατες περιοχές του εσωτερικού Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας με περιεκτική διατύπωση.

Βασικές έννοιες της συνταγματικής αυτής διατάξεως είναι οι ακόλουθες:

α΄. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «η επικρατούσα θρησκεία» στην Ελλάδα, όχι μόνο με στατιστική έννοια, αλλά και με τον χαρακτήρα της επίσημης θρησκείας του Κράτους, όπως φαίνεται και από την επίκληση της Αγίας Τριάδος στο προοίμιο του Συντάγματος.

β'. Η Ορθόδοξος Εκκλησία, «που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό», είναι αυτοκέφαλη στο εκκλησιαστικό διοικητικό της καθεστώς μέσα στα πλαίσια των ρυθμίσεων του Πατριαρχικού Τόμου (1850) και της Συνοδικής Πράξεως (1928) του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

γ'. Ανώτατη διοικητική αρχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος είναι η I. Σύνοδος της Ιεραρχιας, η οποία συγκροτείται από το σύνολο των εν ενεργεία άρχιερέων.

δ'. Η Διαρκής I. Σύνοδος, που προέρχεται αποκλειστικά από την I. Σύνοδο της Ιεραρχίιας και αποτελεί το εντεταλμένο διοικητικό όργανο της I. Συνόδου της Ιεραρχίας, συγκροτείται από τους εν ενεργεία αρχιερείς, επί τη βάσει των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου (1850) και της Συνοδικής Πράξεως (1928), «όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος».

ε . Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος «υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά» με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως «και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού», και «τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς άποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις».

Στη γνωμάτευση αυτή θα περιορισθούμε μόνο σε ορισμένες πτυχές, οι οποίες δεν αναδείχθηκαν επαρκώς στην περίφημη γνωμάτευση των καθηγητών Α. Μάνεση και Κ. Βαβούσκου. Άλλωστε η γνωμάτευση αυτή τέθηκε ως βάση και για τη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας (ν. 590/1977) από την Κληρικολαϊκή Επιτροπή.

2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού». Η διάταξη αυτή δεν είναι μία επανάληψη ή απλή εμμονή στην παραδοσιακή διατύπωση, που επανάλήφθηκε τυπικά από τον συντακτικό νομοθέτη. Στην περίπτωση αυτή ο συντακτικός νομοθέτης, που είναι εξ ορισμού νομικώς αδέσμευτος και ρυθμίζει κυριαρχικά την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας, αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα του θεσμού της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως θεοσύστατου οργανισμού. Ο συντακτικός νομοθέτης αποφεύγει να καθορίση την ταυτότητα του εκκλησιαστικού οργανισμού αδέσμευτα και δέχεται αυτούσια την περιγραφή της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, σύμφωνα με την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος αναγνωρίζει ως κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Είναι οπωσδήποτε εύλογη η πρόταση ότι οι λέξεις «που γνωρίζει ως κεφαλή της τον Κύριο Ιησού Χριστό» θα μπορούσαν να παραλειφθούναφ' ενός μεν ως περιτταί, καθ' ο αυτονόητοι δια χριστιανικήν Εκκλησίαν, αφ' ετέρου δε διότι δια του ημών», εις πρώτον πληθυντικόν, υποδηλούνται όλοι οι Έλληνες, ενώ υπάρχουν και πολίται πρεσβεύοντες άλλας γνωστάς θρησκείας...» (Α. Μάνεσης, Γνωμοδότησις, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, 19-20, 1975, 304).

Ωστόσο, ο συντακτικός νομοθέτης δεν εκρινε την πρόταση περιττή και τη συμπεριέλαβε στη διάταξη του Συντάγματος για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η διατήρηση της συγκεκριμένης φράσεως από τον συντακτικό νομοθέτη δεν μπορεί να θεωρηθή συμπτωματική, αφού μάλιστα η όλη διατύπωση του σχετικού με την Ορθόδοξη Εκκλησία άρθρου του Συντάγματος υπέστη σημαντικές μεταβολές σε σχέση με την αντίστοιχη διατύπωση των προηγουμένων Συνταγμάτων. Η διατήρηση της φράσεως εκφράζει πράγματι τη συγκεκριμένη βούληση του συντακτικού νομοθέτη να μη απαλειφθή το χαρακτηριστικώτερο στοιχείο της αυτοσυνειδησίας και της ιδιαιτερότητας της ταυτότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, «που γνωρίζει ως κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό».

Ο όρος «κεφαλή» είναι σημαντικός τόσο για την ορθόδοξη Εκκλησιολογια, όσο και για την ιστορία της σχετικής συνταγματικής διατάξεως, γιατί, αφ' ένός μεν αποκλείει κάθε τάση ανακηρύξεως του φορέα της πολιτειακής εξουσίας ως «κεφαλής» της Εκκλησιας, αφ' ετέρου δε κατοχυρώνει και συνταγματικά τη θεμελιώδη διδασκαλία της, Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι «κεφαλή» του όλου εκκλησιαστικού σώματος αναγνωρίζεται υπ' αυτής ο ιδρυτής της Εκκλησίας, ο Ιησούς Χριστός.

Με την παραδοχή αυτή ο συντακτικός νομοθέτης κατοχυρώνει συνταγματικά ολόκληρη την ορθόδοξη εκκλησιολογία για τη συγκρότηση και τη λειτουργία του σώματος τοϋ Χριστού, ήτοι της Εκκλησίας, γιατί η σχετική φράση εκφράζει αυτούσια την σχετική πατερική παράδοση της ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Εκκλησία ως το σώμα Χριστού, που πραγματώνεται σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή, αναγνωρίζει ως μοναδική κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, κατ' αντίθεση δηλαδή προς τις πολιτειοκρατικές θεωρίες, οι οποίες αναπτύχθηκαν στη Δύση κατά την μετά την προτεσταντική Μεταρρύθμιση περίοδο και προέβαλλαν ως «κεφαλή» της τοπικής Εκκλησιας κάθε κράτους τον μονάρχη, σύμφωνα με το δόγμα «huius regio eius religio». Οι ιδέες αυτές επεβίωσαν στην κρατική θεωρία του δυτικοευρωπαι κού Διαφωτισμού, ο δε όρος «κεφαλή» της Εκκλησίας προσέλαβε συγκεκριμένο περιεχόμενο στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, ήτοι δηλώνει την πηγή της εξουσίας στη ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η αναγνώριση του δυτικοευρωπαίου μονάρχη ως «κεφαλής» της Εκκλησίας συνέδεε την πηγή της εξουσίας της Εκκλησίας με την πηγή της εξουσίας του Κράτους, ενώ η διακήρυξη της αρχής ότι «κεφαλή» της Εκκλησίας είναι ο Ιησούς Χριστός αποσυνέδεε την πηγή της εξουσίας της Εκκλησίας από την πηγή της εξουσίας του Κράτους.

Η μετατόπιση των πολιτικών θεωριών της Δύσεως από τον μονάρχη στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και η προβολή του λαού ως πηγής κάθε έξουσίας του Κράτους δεν εξουδετέρωσε το πολιτειοκρατικό σύνδρομο του σύγχρονου Κράτους έναντι της Εκκλησίας, γιατί ο νέος φορέας της πολιτειακής εξουσίας, η Κυβέρνηση, ως εκπρόσωπος του λαού και ως εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας, δεν παραιτήθηκε από τα προνόμια του μονάρχη στη διοίκηση της Εκκλησίας του συγκεκριμένου Κράτους. Το σύστημα της «νομωκρατούσης» Πολιτείας εκφράζει ακριβώς την παραδοχή ότι ο λαός είναι η πηγή κάθε εξουσίας που ασκείται στο Κράτος, ακόμη και της εκκλησιαστικής έξουσίας. Μια τέτοια όμως παραδοχή αποτελεί την αποθέωση του πολιτειοκρατικού συστήματος και οπωσδήποτε την ολοκληρωτική υποταγή της Εκκλησίας στο Κράτος.

Το άρθρ. 3 παράγρ. 1 του Συντάγματος του1975 κατοχυρώνει ως έχει την έστω αυτονόητη διδασκαλία της Εκκλησιας για τη Χριστοκεντρική οντολογία της, αφού κατοχυρώνει με τη φράση «που γνωρίζει ως κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό» την ετερότητα της πηγής και τον πρωτογενή χαρακτήρα της έκκλησιαστικής εξουσίας, ήτοι τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και τον θείο νόμο.

Ο συντακτικός νομοθέτης με τη φράση αυτή δεν αφομοιώνει την πίστη της Εκκλησίας στο βούλημα του Συντάγματος του, αλλά αποδέχεται αυτή κατά την εκκλησιαστική περιγραφή ως ιδιαίτερο καταστατικό στοιχείο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, γι' αυτό και την παραθέτει με επεξηγηματικού χαρακτήρα αναφορική πρόταση.

Σύμφωνα με το βούλημα του συντακτικού νομοθέτη πηγή της εκκλησιαστικής εξουσίας είναι η «κεφαλή» του σώματος της Εκκλησίας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, και οπωσδήποτε όχι ο λαός με το κριτήριο της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Η παραδοχή αυτή τού συντακτικού νομοθέτη, περιττή ίσως στα προηγούμενα Συντάγματα, γίνεται ουσιαστική στο Σύνταγμα του 1975, στο οποίο ενισχύθηκε η αυτοτέλεια της Εκκλησίας στην εσωτερική της διοίκηση με συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

3. Ο συντακτικός νομοθέτης, ο οποίος ρυθμίζει σε αντίθεση με τον κοινό νομοθέτη κυριαρχικά την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας, αποτύπωσε με σαφήνεια τη βούλησή του στα άρθρα 3 και 13, όπως και στα άλλα περί θρησκείας άρθρα του Συντάγματος, για τη θεμελίωση των συνταγματικών προϋποθέσεων κατοχυρώσεως της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, έστω και αν δεν θέλησε να φθάση μέχρι την κήρυξη χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Το βούλημα αυτό του συντακτικού νομοθέτη, που περιορίζει ανάλογα την εξουσία του κοινού νομοθέτη στη ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων, εκφράζεται όχι μόνο με το γράμμα, αλλά και το πνεύμα των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, όπως αυτό εκφράσθηκε σε όλες τις διαδικασίες και τις συζητήσεις ψηφίσεως του ισχύοντος Συντάγματος από τη Βουλή των Ελλήνων (Πρακτικά Β' Υποεπιτροπής, Συνεδρίαση 5, Ίανουαρίου 1975, σελ. 10 κ. εξ., Πρακτικά της Βουλής, Συνεδριάσεις ΟΕ' και ΟΣΤ', 22-23 Απριλίου 1975, σελ. 2100 κ. εξ.).

Ως κριτήρια για την άσκηση από την Εκκλησία της πρωτογενούς αυτής έξουσίας ορίζονται:

α'. η Ορθόδοξη πίστη, όπως αυτή φυλάσσεται από τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και τις άλλες ομόδοξες Εκκλησίες,

β'. οι ιεροί άποστολικοί και συνοδικοί κανόνες και οι ιερές παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

γ'. οι διατάξεις του Συνοδικού Τόμου (1850) και της Πατριαρχικής Πράξεως (1928) που προσδιορίζουν το κανονικό διοικητικό καθεστώς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ειδικώτερα ως προς τις διατάξεις του Συνοδικού Τόμου και της Πατριαρχικής Πράξεως είναι ορθές οι παρατηρήσεις των Α. Μάνεση Κ. Βαβούσκου. Δια της συνταγματικής κατοχυρώσεως των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 πράγματι «καθιερούται, έστω εμμέσως δια της αναφορας εις τα Πατριαρχικά κείμενα η σύμφωνος γνώμη της Εκκλησίας... και πρόδηλος υπήρξεν ο σκοπός του (ήτοι του συντακτικού νομοθέτη), όπως δια των τροποποιήσεων και προσθηκών, των επενεχθεισών εις τας σχετικάς διατάξεις του Συντάγματος, απαλλάξη την Εκκλησίαν από τον καταθλιπτικόν κρατικόν παρεμβατισμόν» (Γνωμοδότησις, 308). Με βάση τα κριτήρια αυτά συντάχθηκε από Κληρικολαϊκή 'Επιτροπη ο προβλεπόμενος από το Σύνταγμα του 1975 θεσμικός νόμος περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας (ν. 590 / 1977), που αποτυπώνει το πνεύμα και το γράμμα των ρυθμίσεων του ισχύοντος Συντάγματος του 1975.

Κατά τους Α. Μάνεση και Κ. Βαβούσκο στο Σύνταγμα της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής, «εάν η καθιέρωσις του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας εκρίθη πρόωρος, η βαθμιαία ουχ ήττον απομάκρυνσις εκ του συστήματος της νόμω κρατούσης Πολιτείας, ως τούτο ίσχυε παρ' ημίν, εθεωρήθη τελικώς υπό του συντακτικού νομοθέτου του 1975 ως επιβεβλημένη. Ακριβώς δε προς τον σκοπόν τούτον εγένοντο οι τροποποιήσεις και προσθήκαι συνταγματικών διατάξεων, αφορωσών εις την διοίκησιν της Εκκλησίας και γενικώτερον εις τας σχέσεις αυτής προς την Πολιτείαν» (Γνωμοδότησις, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, 1920, 1975, 306). Στα πλαίσια αυτά της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη αναβίωσε η Κληρικολαϊκή Επιτροπή (ν. 462/1976) για τη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, ο οποίος έπρεπε να προσαρμοσθή στα νέα συνταγματικά πλαίσια του Συντάγματος του 1975. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας (ν. 590/1977) αποτυπώθηκε το βούλημα του συντακτικού νομοθέτη του 1975 για προοδευτική απομάκρυνση της Εκκλησίας από το Κράτος, ειδικώτερα δε με τις ρυθμίσεις:

α'. για τη ρητή κατοχύρωση του «αυτοδιοίκητου» της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος.

β'. για την άναγνώριση ως δεσμευτικού και για την Πολιτεία του κύρους των ιερών κανόνων ως του κατ' εξοχήν εσωτερικού δικαίου της Εκκλησίας, αφού στην Εισηγητική έκθεση του Καταστατικού Χάρτη διακηρύσσεται από την Πολιτεία ότι οι ι. κανόνες είναι ο πραγματικός Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας.

γ'. για την εκχώρηση στα Συνοδικά Διοικητικά Όργανα της Εκκλησίας των αναγκαίων εξουσιοδοτήσεων ασκήσεως νομοθετικής εξουσίας για τη ρύθμιση με κανονισμούς ή κανονιστικές αποφάσεις όλων των εσωτερικών ζητημάτων της Εκκλησίας.

Κατά τις συζητήσεις των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη στη Βουλή διεκηρύχθη από όλες τις κομματικές παρατάξεις ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν ήσαν επαρκείς για την αναγκαία ανεξαρτητοποίηση και την ελευθερία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εντούτοις αυτές κρίθηκαν σημαντικές από την Εκκλησία προς την κατεύθυνση της συναλληλίας των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.

Σύμφωνα πάντοτε προς τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη του 1975, το Σύνταγμα «δεν εγκαταλείπει την ρύθμισιν της διοικήσεως της Εκκλησίας εις την κατά το μάλλον ή ήττον ελευθέραν ή και αυθαίρετον εκτίμησιν του κοινού νομοθέτου, αλλά θεσπίζει περιορισμούς προς εξασφάλισιν της Εκκλησίας έναντι κρατικών επεμβάσεων, ανεπίτρεπτων κατά τους ιερούς κανόνας, του λοιπού δε και κατ' αυτό τούτο το Σύνταγμα» (Μάνεσης Βαβούσκος, Γνωμοδότησις, 304-305), διότι «σαφής τυγχάνει η βούλησις τού συντακτικού νομοθέτου, όπως η Εκκλησία παύση να υπόκειται εις την Πολιτείαν, εκατέρας τούτων ασχολουμένης με τα καθ' εαυτήν ίδια ζητήματα, αμφοτέρων δε συνεργαζομένων εν ισοτιμία δια τα κοινά» (Γνωμοδότησις, 310).

4. Το κύριο ερμηνευτικό πρόβλημα αναφέρεται στην έκταση της συνταγματικής κατοχυρώσεως «των ιερών αποστολικών και συνοδικών κανόνων», που προκύπτει από την αδόκιμη και θεολογικά εσφαλμένη διάκριση των δογματικών από τους διοικητικούς κανόνες στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στη σχετική βιβλιογραφία. Η διάκριση αυτή έγινε για τον περιορισμό της εκτάσεως της συνταγματικής κατοχυρώσεως των ιερών κανόνων μόνο στους δογματικούς κανόνες και οπωσδήποτε όχι σε όλους τους διοικητικούς κανόνες. Και αν ακόμη γίνη κατ' ανάγκην δεκτή μια τέτοια διάκριση, η οποία είναι άγνωστη στην ορθόδοξη παράδοση, παραμένει πάντοτε οξύτατο το πρόβλημα των κριτηρίων εφαρμογής της διακρίσεως αυτής ως προς τον χαρακτήρα των ιερών κανόνων. Βεβαίως, ο χαρακτηρισμός των κανόνων αποτελεί αποκλειστική εσωτερική υπόθεση του σώματος της Εκκλησίας, αφού ούτε η νομοθετι κή, ούτε η εκτελεστική, ούτε και η δικαστική εξουσία μπορεί να διεκδικήση ανάλογη αύθεντία. Ένας κανόνας, ο οποίος χαρακτηρίζεται στη νομολογία διοικητικός, μπορεί να αποτυπώνη ολόκληρη τη δογματική διδασκαλία για τη φύση και την ουσία της Εκκλησίας, όπως λ.χ. όλοι οι ι. κανόνες που αναφέρονται στη σχέση επισκόπου, ενορίας και εφημεριακού κλήρου τόσο της εκκλησιαστικής διοικήσεως, όσο και της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.

Είναι εύνόητο ότι δογματική υποδομή έχουν κατ' αρχήν όλοι οι θεωρούμενοι διοικητικοί κανόνες, οι όποιοι τηρούνται απαρασάλευτα από όλες τις αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αφού η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, να τηρή απαρασάλευτα τους ι. κανόνες «όπως εκείνες», με τις οποίες οφείλει να είναι, κατά συνταγματική πάλιν επιταγή, «δογματικά ενωμέν η». Με το πανορθόδοξο αύτό κριτήριο γίνεται ασφαλέστερη αφ' ενός μεν η διάκριση μεταξύ των θεμελιωδών και των απλών διοικητικών ή καιρικών ι. κανόνων, αφ' ετέρου η παραδοχή ότι το σύνταγμα κατοχυρώνει όλους τους θεμελιώδεις ι. κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται από όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Με βάση το ερμηνευτικό αυτό κριτήριο το Σύνταγμα του 1975 κατοχυρώνει το αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας, όπως αυτό κατανοήθηκε και ερμηνεύθηκε με τον θεσμικό νόμο 590/1977.

5. Τα συνταγματικά αυτά πλαίσια σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας ανατράπηκαν με τις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας, που ψηφίσθηκε από τη Βουλή με τη συνοπτική διαδικασία του «επείγοντος» και προκάλεσε οξύτατη ένταση στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Οι διατάξεις του νόμου, ιδιαίτερα των άρθρων 7 και 8, αποδοκιμάσθηκαν από την Εκκλησία ως βάναυση, αντικανονική και αντισυνταγματική επέμβαση της Πολιτείας στα sacra interna corporis, που καταργεί όχι μόνο το αυτοδιοίκητο, αλλά και την ίδια την αυτοτέλεια του πνευματικού οργανισμού της Εκκλησίας. Η δυναμική αντιπαράθεση της Εκκλησίας προς την Πολιτεία, με ιδιαίτερη έμφαση στις διατάξεις των άρθρων 7 και 8, καθιστά πρόδηλο ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων αυτών κρίνονται ιδιαίτερα επαχθείς για την εκπλήρωση της αποστολής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο ανεξάρτητα από αυθαίρετες πολιτειακές επεμβάσεις. Πράγματι, ο νόμος εισάγει τέτοιες ρυθμίσεις, έστω και αν ατές δεν αποτελούσαν την πρόθεση του εισηγητή του νομοσχεδίου και της Βουλής των Ελλήνων:

α'. Ο εκάστοτε Υπουργός 'Εθνικης Παιδείας και Θρησκευμάτων εφοδιάζεται με πρωτοφανείς σε έκταση, γενικότητα και αοριστία εξουσιοδοτήσεις ρυθμίσεως, χωρίς γνώμη καν της Εκκλησίας, σοβαρών εσωτερικών εκκλησιαστικών ζητημάτων διοικήσεως και λειτουργίας των Μητροπόλεων, των Ενοριών, των Προσκυνημάτων, των Φιλανθρωπικών Ιδρυμαάτων, των Εκκλησιαστικών Οργανισμών και γενικώτερα κάθε νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου της Εκκλησίας. Οι ρυθμίσεις αυτές αναδεικνύουν τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας ανώτατο διοικητή και ρυθμιστή των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

β'. Παραθεωρεί θεμελιώδη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την οργανική και αδιάσπαστη ενότητα των μελών του σώματος της Εκκλησίας, ήτοι του κλήρου και του λαού, και εισάγει την λαϊκιστική αντίληψη περί του λαού του δυτικού κρατισμού στον χώρο της Εκκλησίας, αφού αυτονομεί την έννοια του λαού από την οργανική ενότητα του σώματος της Εκκλησίας και προβάλλει το κοσμικό πνεύμα ταξικών κριτηρίων μεταξύ Ιεραρχίας, Εφημεριακού Κλήρου και λαού.

γ'. Διαχωρίζει την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας από τα προορισμένα για την εκπλήρωσή της εκκλησιαστικά πράγματα και μέσα, τη διοίκηση και τη διαχείριση των οποίων αφαιρεί από τους Μητροπολίτες και τον εφημεριακό κλήρο και την αναθέτει, κατά παράβαση των αποστολικών και συνοδικών κανόνων, σε συλλογικά όργανα με συντριπτική πλειονοψηφία λαϊκών αιρετών μελών παρά την άντίθεση της Ιεραρχίας, του εφημεριακού Κλήρου, των Θεολογικών Σχολών, των Θεολόγων Μ. Εκπαιδεύσεως, όλων των πολιτικών κομμάτων και μεγάλου μέρους του ορθοδόξου λαού.

δ'. Περιορίζει, αποδυναμώνει ή ακόμη και καταργεί τη σύμφωνη προς τους ιερούς κανόνες αποκλειστική ευθύνη και αναγκαία ελευθερία της Ιεραρχίας και του εφημεριακού Κλήρου για τον απρόσκοπτο προγραμματισμό και την αυτοτελή επιτέλεση του λατρευτικού, του ποιμαντικού, του κοινωνικού και του καθ' όλου πνευματικού έργου της Μητροπόλεως και της Ενορίας, αφού τα Μητροπολιτικά και τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια μπορούν να αποφασίζουν όχι μόνο για τη σκοπιμότητα της δαπάνης, αλλά και για την αποψίλωση της Μητροπόλεως και της Ενορίας από τα αναγκαία υλικά μέσα, με τη διαδικασία της αναθέσεως της αξιοποιήσεως ή περαιτέρω αξιοποιήσεως της ακίνητης περιουσίας τους στον κρατικό φορέα τού Ο.Δ.Ε.Π. ή και σε άλλο κρατικό φορέα.

ε'. Αποσυνδέει την όλη οργάνωση του ενοριακού πνευματικού έργου από τη σύμφωνη προς τους ι. κανόνες και την ορθόδοξη Εκκλησιολογία προσωπική ευθύνη του Μητροπολίτου της εκκλησιαστικής επαρχίας και καθιστά την Ενορία, με τη διαδικασία αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των αιρετών λαϊκών μελών των Εκκλησιαστικών και των Μητροπολιτικών Συμβουλίων, πεδίο κομματικών συγκρούσεων με καταλυτικές συνέπειες για την καθολικότητα, την ενότητα και τον πνευματικό χαρακτήρα τού λατρευτικού και ποιμαντικού έργου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

στ'. Μεταμορφώνει τον εκκλησιαστικό Οργανισμό Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.) σε κρατικό φορέα υπό τον απόλυτο έλεγχο του Υπουργου Παιδείας και του αναθέτει την ουσιαστική δήμευση ολόκληρης της ακίνητης μοναστηριακής περιουσίας με άμεσες ή έμμεσες διοικητικές διαδικασίες και την έμμεση διοίκηση της περιουσίας των Μητροπόλεων και των Ενοριών με τη μορφή της περαιτέρω αξιοποιήσεως κ.λπ.

ζ'. Επεμβαίνει στον πνευματικό χαρακτήρα της Εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και επιβάλλει την παράσταση λαϊκού δικηγόρου και τη δημοσιότητα της διαδικασίας, παρά την πρόδηλη αντίθεση της ρυθμίσεως προς το πνεύμα και το γράμμα της καθ' όλου ορθοδόξου κανονικής παραδόσεως και της σύγχρονης πράξεως σε ολόκληρη την Ορθοδοξία.

Είναι ευνόητο ότι οι ρυθμίσεις αυτές του νόμου, πέρα από την οποιαδήποτε διευθέτηση του ζητήματος της μοναστηριακής περιουσίας και αδιάφορα από τον τρόπο εφαρμογής τους από την εκτελεστική εξουσία, ανατρέπουν όχι μόνο την παραδεκτή βάση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά παραμορφώνουν τις ίδιες τις εσωτερικές δομές και τη λειτουργία τους στο σώμα της Εκκλησίας. Με τον νόμο επιχειρείται, συνειδητά ή ασυνείδητα, η προβολή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας ως πηγής κάθε εξουσίας στο σώμα της Εκκλησίας και αγνοείται η θεμελιώδης διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι ο Ιησούς Χριστός ως η Κεφαλή αυτής είναι η πηγή πάσης εκκλησιαστικής έξουσίας. Η νέα αυτή νοοτροπία εξηγεί την ένταση και την παράταση της έντάσεως στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, αφού σε κάθε ρύθμιση ζητημάτων με προεδρικά διατάγματα ή Υπουργικές αποφάσεις θα υπάρχη η εκκλησιαστική αντιπαράθεση-διακήρυξη: «πειθαρχείν δει

Θεώ μάλλον ή ανθρώποις».

Το αίτιο της εντάσεως βρίσκεται όχι τόσο στο συγκεκριμένο περιεχόμενο των επιμέρους ρυθμίσεων, αλλά και στη ρίζα τους, η οποία τρέφεται από το εκκοσμικευμένο σύνδρομο του συγχρόνου απόλυτου Κρατισμού και νοθεύει το αυθεντικό περιεχόμενο της ορθοδόξου εκκλησιολογίας. Στο καίριο αυτό ζήτημα της ορθοδόξου εκκλησιολογίας δεν υπάρχουν πράγματι σημαντικά περιθώρια συμβιβαστικής υποχωρήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι πολύ χαρακτηριστικό για την ορθή εκτίμηση του όλου προβλήματος, ότι με τις ρυθμίσεις των άρθρων 7 και 8 περιήλθε αυτομάτως σε δευτερεύουσα μοίρα το επίμαχο ζήτημα της μοναστηριακής περιουσίας, το οποίο κυριαρχούσε μέχρι τη γνωστοποίηση των σχετικών διατάξεων στις συζητήσεις των αρμοδίων φορέων της Εκκλησίας και της Πολιτείας.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.