ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το Αν. Ιλλυρικό και η προβληματική συνύπαρξη των τριών συστημάτων εκκλησιαστικής διοικήσεως (Μητροπολιτικό-Εξαρχικό-Πατριαρχικό)

ΔρΘ. Αρχιμ. Χρυσόστομου Συμεωνίδη

Το παρόν άρθρο σκοπεύει να εξετάσει υπό διαφορετική οπτική γωνία το ζήτημα του Αν. Ιλλυρικού, η δικαιοδοσία του οποίου ταλάνισε επί αιώνες τις σχέσεις όχι μόνο των δύο πρώτων θρόνων, της Πρεσβυτέρας και της Νέας Ρώμης (πατριαρχικό σύστημα), αλλά και των κατά τόπους Εκκλησιών της εν λόγω διοικήσεως με την Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης, όπως αποδείχθηκε από τις σύντονες προσπάθειές τους για την διατήρηση του ανεξαρτήτου της επαρχιακής Συνόδου (μητροπολιτικό σύστημα) έναντι των εξαρχικών (υπερμητροπολιτικών) δικαιωμάτων του θρόνου της πρωτεύουσας της υπαρχίας. Ο εσωτερικός ανταγωνισμός των τριών διαφορετικών διοικητικών συστημάτων οφείλεται στο γεγονός ότι η εισαγωγή και εφαρμογή αυτών στην εκκλησιαστική διοίκηση δεν στερείτο εντάσεων, καθώς οι τρεις αυτοί «διοικητικοί κύκλοι» δεν λειτούργησαν αυτομάτως ως ομόκεντροι και σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους. Τα βαθύτερα μάλιστα αίτια του χρόνιου αυτού διοικητικού-δικαιοδοσιακού ζητήματος οδήγησαν τελικά, στα τέλη του Θ΄ αἰώνα στο πρώτο σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως με αφορμή το σχετιζόμενο άμεσα με το Αν.Ιλλυρικό Βουλγαρικό ζήτημα επί πατριαρχίας Μ. Φωτίου (867).

Το ζήτημα βεβαίως συνδέεται αναμφισβήτητα: α) με την βαθμιαία μετάβαση από το μητροπολιτικό σύστημα διοίκησης, στο εξαρχικό και ακολούθως στο πατριαρχικό και β) με τις διοικητικές μεταβολές της αυτοκρατορίας και τις αυτονόητες επιδράσεις που αυτές εκ των πραγμάτων επέφεραν στη διοίκηση της Εκκλησίας. Υπό αυτήν την έννοια, το Αν. Ιλλυρικό αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της διαχρονικής διαλεκτικής σχέσεως Εκκλησίας και Κόσμου. Η ταυτόχρονη προβολή από όλους τους εμπλεκομένους θεσμούς, από την μία κανόνων επικυρωμένων από Οικουμενικές συνόδους για το εκκλησιαστικό μοντέλο διοικήσεως (μητροπολιτικό, εξαρχικό, πατριαρχικό) σε μία μεταβατική για την Εκκλησία περίοδο και, από την άλλη, αυτοκρατορικών διαταγμάτων αφαίρεσης ή προσθήκης εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών περιγράφει το πλαίσιο της αναλύσεως που ακολουθεί.

α) Το διοικητικό καθεστώς του Ιλλυρικού Η υπαρχία του Ιλλυρικού (praefectura Illyricum), υπήρξε μία εκ των τεσσάρων υπαρχιών, στις οποίες διαιρέθηκε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία με τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (299). Οι άλλες τρεις ήταν της Ανατολής, της Ιταλίας και της Γαλλίας. Ο ιστορικός Ζώσιμος περιγράφει τα όρια του Ιλλυρικού ως ακολούθως: «ετέρω δε (υπάρχω) Μακεδόνας και Θεσσαλούς και Κρήτας και την Ελλάδα και τα ςπερί αυτήν νήσους και αμφοτέρας Ηπείρους και προς ταύταις Ιλλυριούς και Δάκας και Τριβαλλούς και τους άχρι της Βαλερίας Παιόνας και επί τούτοις την άνω Μοισίαν» (1). Τα όρια που παραθέτει ο Ζώσιμος συμπίπτουν με αυτά που περιγράφει η Notitia Dignitatum, του Ε αἰώνα (2). Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι ήδη από τους χρόνους του Μ. Κωνσταντίνου Ιλλυρικό ονομαζόταν η περιοχή που εκτεινόταν από το δυτικό τμήμα των Βαλκανίων, νότια του Δουνάβεως, μέχρι την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου (3).

Οι διαιρέσεις του ρωμαϊκού κράτους συνεχίσθηκαν και καθ' όλον σχεδόν τον Δ αἰώνα. Κατά τη νέα διαίρεση του 335, η υπαρχία του Ιλλυρικού δόθηκε στους Κώνστα και Δαλμάτιο, μαζί με την Αφρική την Ιταλία και την Θράκη (4). Η τελευταία, μετά τον θάνατο του Δαλμάτιου (338), προσαρτήθηκε οριστικά στην επικράτεια του Κωνστάντα και έκτοτε ανήκε πάντοτε στην Ανατολή. Στη νέα διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους μεταξύ Ουάλεντος και Ουαλεντιανού Α (367), ο τελευταίος έλαβε την Δύση με το Ιλλυρικό, το οποίο μέχρι το 378 ανήκε στο Δυτικό κράτος. Μετά τον θάνατο του Ουάλεντος (378), όταν ο Γρατιανός προσέλαβε « κοινωνόν της βασιλείας » τον Μ. Θεοδόσιον, παραχώρησε σ' αυτόν πάσαν την Ανατολή και ένα μέρος του Ιλλυρικού, ήτοι την Μακεδονία, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Αχαΐα (5), τις νότιες δηλαδή περιοχές του, καθώς οι βόρειες βρίσκονταν στα χέρια των Γότθων.

Το Ιλλυρικό, συμφώνως προς τον αρχαιότερο κατάλογο του διοικητικού συστήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ( laterculus Veronensis ), ο οποίος συνετάχθη περί τα τέλη της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου, αποτελούσαν δύο διοικήσεις, των Μοισιών ( Diocesis Moesiarum ) και των Παννονιών ( Diocesis Pannoniarum ). Από τα μέσα του Δ αἰώνα, η διοίκηση των Μοισιών χωρίσθηκε σε δύο μικρότερες διοικήσεις, την Μακεδονική ( Diocesis Macedoniae ) και τη Δακική ( Diocesis Daciae ). Έκτοτε, το Ιλλυρικό αποτελείτο από τις διοικήσεις ( dioceses ) Παννονίας, Δακίας και Μακεδονίας . Οι πρώτοι θρόνοι των διοικήσεων υπήρξαν αντιστοίχως, οι πολιτικές πρωτεύουσες αυτών, ήτοι το Σίρμιο, η Σαρδική και η Θεσσαλονίκη αντιστοίχως. Από τα μέσα του Δ αἰῶνος η διοίκηση της Παννονίας τελούσε υπό την επιρροή του θρόνου των Μεδιολάνων και του εμβληματικού μητροπολίτου αυτού, τον ι. Αμβρόσιο (6), ο οποίος μάλιστα χειροτόνησε τον Σιρμίου Ανέμιο (376), συμμετείχε στη σύνοδο του Σιρμίου (378), ενώ συνεκάλεσε σύνοδο το 381 στην Ακυληία για την κρίση των επισκόπων της Παραλίου Δακίας και της Άνω Μοισίας Παλλαδίου και Σεκουνδιανού. Σ' αυτήν τη σύνοδο συμμετείχε και ο επίσκοπος Σιρμίου Ανέμιος με τον τίτλο « Caput totius Illyrici ». Η εξάρτηση της Παννονίας από τον θρόνο των Μεδιολάνων δικαιολογείτο από το γεγονός ότι η πόλη αυτή της Β. Ιταλίας είχε καταστεί πρωτεύουσα του κράτους της Δύσεως, δεν μπορούσε όμως να γίνει δεκτή από το θρόνο της Ρώμης, ο οποίος και κατέλαβε προσπάθειες για την αφαιρέσει από τη δικαιοδοσία των Μεδιολάνων, όπως θα δούμε και κατωτέρω.

Οι διοικήσεις της Μακεδονίας και της Δακίας αποτέλεσαν το μετέπειτα Αν. Ιλλυρικό επί εποχής Μ. Θεοδοσίου. Πιο συγκεκριμένα, η διοίκηση της Μακεδονίας αποτελείτο από τις επαρχίες Κρήτης, Αχαΐας, Θεσσαλίας, Νέας Ηπείρου, Παλαιάς Ηπείρου και Μακεδονίας και τις αντίστοιχες ιστορικές μητροπόλεις Γόρτυνος, Κορίνθου, Λαρίσης, Δυρραχίου, Νικοπόλεως και Θεσσαλονίκης (7). Η τελευταία, ως γειτνιάζουσα με την πρωτεύουσα του ανατολικού κράτους, ενωρίτατα αύξησε το κύρος της χάριν στην πολιτική και γεωγραφική της σπουδαιότητα. Πράγματι, σημαντικότερο ρόλο και από αυτήν τη γεωγραφική εγγύτητα με την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, έπαιξε το γεγονός ότι υπήρξε η έδρα της υπαρχίας του Ιλλυρικού και πρωτεύουσα του Αν. Ιλλυρικού, όπως και παρέμεινε μέχρι το 535, οπότε και μετακινήθηκε προσωρινώς στην Πρώτη Ιουστινιανή, προς τιμή της γενέτειρας του Ιουστινιανού. Κατά τον Θεοδώρητο, η Θεσσαλονίκη ήταν « ηγουμένη δε της Θετταλίας και Αχαΐας και μέντοι και άλλων παμπόλλων εθνών, όσα των Ιλλυριών τον υπάρχον ηγούμενον έχει » (8). Συνεπώς, το κύρος του θρόνου της Θεσσαλονίκης αυξήθηκε κατά το β ἥμισυ του Δ αἰώνα, λόγω της πολιτικής σπουδαιότητας της πόλης, ιδία επί Μ. Θεοδοσίου.

Το 379 οι διοικήσεις της Δακίας και της Μακεδονίας, ήτοι το Ανατολικό Ιλλυρικό, παραχωρήθηκαν στο Ανατολικό κράτος, παραχώρηση που ανακλήθηκε το 380, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι παραιτήθηκαν ποτέ από τα δικαιώματά τους οι αυτοκράτορες του Ανατολικού κράτους (9). Η οριστική λύση του διοικητικού αυτού ζητήματος δόθηκε μόνο μετά τον θάνατο του Μ. Θεοδοσίου (395). Πράγματι, το ρωμαϊκό κράτος διηρημένο σε ανατολικό και δυτικό αποδόθηκε στους δύο υιούς του, Αρκάδιο και Ονώριο αντίστοιχα. Το Ιλλυρικό, ενώ μέχρι τότε ανήκε στη Δύση, έχοντας κοινή διοικητική κεφαλή, ήτοι ύπαρχο, κοινό με την Ιταλία ( Praefectus Praetorio Italiae et Illyrici ), υπήχθη για πρώτη φορά στο κράτος της Ανατολής (10). Αυτή η λύση στα πλαίσια της πολιτικής διοίκησης δεν συνοδεύθηκε και από μία αντίστοιχη σε επίπεδο εκκλησιαστικής διοίκησης, όπως θα διαπιστώσουμε και κατωτέρω.

Β) Η μετάβαση από το Μητροπολιτικό στο Εξαρχικό σύστημα

Η οφειλομένη σε πολιτικούς λόγους ραγδαία αύξηση του κύρους της μητροπόλεως της Θεσσαλονίκης το τελευταίο τέταρτο του Δ αἰώνα, ήρθε να ενταχθεί στο ήδη υπάρχον διοικητικό πλαίσιο και την απρόσκοπτη λειτουργία των προαναφερθεισών ιστορικών μητροπόλεων Γόρτυνος, Κορίνθου, Λαρίσης, Δυρραχίου, Νικοπόλεως στα πλαίσια του μητροπολιτικού συστήματος, ως αυτό οριζόταν από τον 4ο κανόνα της Α Οἰκουμενικῆς (11), αλλά και τον 9ο της Συνόδου της Αντιοχείας (12). Η υπό τον μητροπολίτη κάθε επαρχίας επαρχιακή σύνοδος εξέλεγε και χειροτονούσε τόσο τους επισκόπους, όσο και τον εκάστοτε μητροπολίτη αυτής, παρουσιάζοντας έτσι διοικητική αυτάρκεια, συμφώνως προς τους κανόνες 4 και 5 της Α Οἰκουμενικῆς συνόδου (13). Οι επίσκοποι κάθε επαρχίας όφειλαν να γνωρίζουν τον « εν αυτοίς πρώτον και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν » (14). Αυτό το μητροπολιτικό μοντέλο διοικήσεως, το οποίο εξασφάλιζε αυτονομία στις μητροπόλεις υποστηρίχθηκε, όπως θα δούμε και κατωτέρω, από τις κατά τόπους εκκλησίες του Ιλλυρικού, ιδιαίτερα μάλιστα των αποστολικών μητροπόλεων (Κόρινθος, Γόρτυνα, Νικόπολις) έναντι όλων των μεταγενεστέρων προσπαθειών τόσο των θρόνων της Πρεσβυτέρας και της Νέας Ρώμης για την υπαγωγή τους σ' αυτούς επί τη βάσει πλέον του πατριαρχικού συστήματος, όσο και έναντι του θρόνου της Θεσσαλονίκης ως πρωτεύουσας της υπαρχίας, επί τη βάσει του εξαρχικού δικαίου, όπως αυτό άρχισε να διαγράφεται από την Α Οἰκουμενική και να συγκεκριμενοποιήθηκε στην Β Οἰκουμενική Σύνοδο (2ος κανόνας).

Θα πρέπει να τονισθεί σ' αυτό το σημείο ότι το μητροπολιτικό μοντέλο διοικήσεως εισήχθη ως αντίστοιχο της διαιρέσεως της αυτοκρατορίας σε επαρχίες. Ο επίσκοπος λοιπόν της πρωτεύουσας της επαρχίας (μητρόπολη), ο μητροπολίτης, θεωρείτο, όπως είδαμε, ο πρώτος της επαρχίας και υπ' αυτήν την ιδιότητα προήδρευε της επαρχιακής συνόδου των επισκόπων, συμφώνως προς τους προαναφερθέντες κανόνες. Ήδη όμως από τις αρχές του Δ΄ αιώνα αναπτύχθησαν ευρύτερες εκκλησιαστικές περιφέρειες πέριξ των σημαντικότερων πόλεων της αυτοκρατορίας, ήτοι την Ρώμη, την Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια. Οι επίσκοποι αυτών των πόλεων απέκτησαν πρεσβεία τιμής έναντι όλων των όμορων επαρχιών, τόσο λόγω μόνο της αποστολικότητάς τους, όσο και της μεγάλης πολιτικής σημασίας τους. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ήδη από την Α Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) εθεωρείτο ήδη αρχαία συνήθεια η υπεροχή των εν λόγω επισκόπων στα πλαίσια της εκκλησιαστικής διοικήσεως. Η αρχαία αυτή συνήθεια επικυρώθηκε με τον 6 ο κανόνα της Α Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ο οποίος και έθεσε κατ' ουσίαν τα θεμέλια του πατριαρχικού συστήματος .

Η διοικητική υπεροχή των εν λόγω θρόνων συνέπεσε με την υιοθέτηση από το ρωμαϊκό κράτος του νέου διοικητικού συστήματος, της συνενώσεως πολλών επαρχιών υπό μία πολιτική διοίκηση ( diocesis ). Την εποχή συγκλήσεως της Α Οικουμενικῆς συνόδου, όπως είδαμε και ανωτέρω, η αυτοκρατορία διαιρείτο σε δώδεκα διοικήσεις. Ο συντάκτης του κανόνα, μπορεί να αναφέρεται ρητώς μόνο στους τρεις προαναφερθέντες θρόνους (Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια), αλλά υπονοεί ότι το ίδιο θα ίσχυε και για τις άλλες περιπτώσεις, καθώς αναφέρει: « και εν ταις άλλαις επαρχίαις σώζεσθαι ταις εκκλησίαις », αναγνωρίζοντας έτσι ανάλογα δικαιώματα και στους πρώτους μητροπολίτες των λοιπών διοικήσεων. Μολονότι ο ρωμαιοκαθολικός Hefele (15) συμπέρανε ότι αυτό θα ίσχυε για τις διοικήσεις της Ασίας, του Πόντου και της Θράκης, δεν εφαρμόζει την ίδια συλλογιστική και στην περίπτωση του Αν. Ιλλυρικού, αλλά και των άλλων διοικήσεων του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, θεωρώντας ότι αυτό αυτονόητα υπαγόταν καθ' ολοκληρία στη παπική καθέδρα.

Ο 6 κανόνας όμως της Α Οἰκουμενικῆς συνόδου δεν καθορίζει ουδόλως τα ακριβή όρια του θρόνου της Ρώμης. Είναι πιθανότερο πάντως ότι η δικαιοδοσία του περιοριζόταν στη διοικητική περιφέρεια του Vicarii urbis Romae, που αποτελούσε μέρος της Ιταλικής διοικήσεως. Αντιθέτως, οι επτά επαρχίες της Βορείου Ιταλίας βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Μιλάνου. Όπως είδαμε ήδη, σ' αυτόν υπαγόταν και η διοίκηση της Πανονίας. Συνεπώς, η υπαγωγή του Αν. Ιλλυρικού στη Ρώμη δεν στοιχειοθετείται από τα κείμενα μέχρι και την Β Οἰκουμενική σύνοδο. Η τελευταία όμως, με τον 2 ο κανόνα, μολονότι καθόριζε τα εξαρχικά δικαιώματα για τις διοικήσεις του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης, δεν αναφέρει τίποτε περί Αν. Ιλλυρικού. Η σιωπή αυτή θα μπορούσε να εξηγηθεί είτε από το γεγονός ότι η Β Οἰκουμενική σύνοδος είχε ως μέλη αυτής επισκόπους του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, οι οποίοι συνεπώς θεώρησαν ότι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν και για τις εκκλησίες της Δύσεως, στην οποία ανήκε εκκλησιαστικά το Αν. Ιλλυρικό (16), είτε εκ του γεγονότος ότι μέχρι εκείνη την εποχή η πολιτική πρωτεύουσα τη διοικήσεως ήταν ακόμη το Σίρμιο, το οποίο από το 351 μάλιστα κατέστη η έδρα του αυτοκράτορος Κωνστάντιου. Πράγματι, ο επίσκοπος του Σιρμίου θεωρείτο πρώτος επίσκοπος του Ιλλυρικού και υπό αυτήν την ιδιότητα, ως επίσκοπος της πρωτεύσας του Ιλλυρικού εκπροσωπούσε εξ ονόματος την ιεραρχία του, όπως αποδεικνύεται από την περίπτωση του επισκόπου Σιρμίου Ανέμιου και τη συμμετοχή του στη σύνοδο της Ακυλίας (381) (17).

Η μεταφορά της πολιτικής διοίκησης του Αν. Ιλλυρικού από το Σίρμιο στη Θεσσαλονίκη επί Μ. Θεοδοσίου, σήμανε ταυτόχρονα την αύξηση και του εκκλησιαστικού κύρους της, καθώς έτσι κατέστη ο πρώτος θρόνος του Αν. Ιλλυρικού. Η δε εμπνευσμένη ποιμαντική μορφή του Αχολίου (360-383), ο οποίος διακρίθηκε στην Β Οἰκουμενική σύνοδο προσέδωσε και εκκλησιαστικό κύρος, σε συνδυασμό με την αναμφισβήτητη αποστολικότητα του θρόνου της. Μία επιστολή του πάπα Σιρικίου προς τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ανύσιο, η οποία χρονολογείται πέντε μόλις χρόνια μετά την σύγκληση της Β Οἰκουμενικῆς συνόδου (η οποία πάντως δεν αναγνωριζόταν ακόμη ως τέτοια από τη εκκλησία της Ρώμης), ήτοι το 386, αποδεικνύει ότι ο επίσκοπος Ρώμης του αναγνώρισε εξαρχικά δικαιώματα και τη δυνατότητα να χειροτονεί επισκόπους στο Ιλλυρικό, συμφώνως προς τα ψηφισθέντα από την Α Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (18). Η δε άσκηση για πρώτη φορά της εξαρχικής δικαιοδοσίας της μητροπόλεως της Θεσσαλονίκης εφαρμόσθηκε με το ζήτημα του Ναϊσού Δακίας Βονώσου, ο οποίος αμφισβητούσε το αειπάρθενο της Θεοτόκου. Η υπόθεση παραπέφθηκε στη σύνοδο της Καπύης (391), όπου αποφασίσθηκε η παραπομπή της υποθέσεως στη σύνοδο των επισκόπων της Μακεδονικής διοικήσεως υπό την προεδρία του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Ανύσιο (384-407), παρά το γεγονός ότι η Σαρδική δεν υπαγόταν πολιτικά στην Μακεδονική διοίκηση. Όταν μάλιστα ο Ανύσιος και οι επίσκοποι του Ιλλυρικού αποτάθηκαν στον πάπα για να εξετάσει και ο ίδιος την υπόθεση του Βονώσου, ο ποντίφικας παρέπεμψε το ζήτημα στη δικαιοδοσία των επισκόπων της Μακεδονίας, όπως όρισε και η σύνοδος της Καπύης (19).

γ) Εξαρχική δικαιοδοσία και Βικαριάτο της Ρώμης

Η μετάβαση επί Ανυσίου από την μητροπολιτική στην εξαρχική δικαιοδοσία δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις από τις ιστορικές μητροπόλεις του Ιλλυρικού, οι οποίες ως ήταν φυσικό ενέμειναν στο μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, όπως αυτό είχε καθιερωθεί από την Α Οἰκουμενική σύνοδο, και στην αυτόνομη λειτουργία των επαρχιακών συνόδων των δικαιοδοσιών τους, οι οποίες υπό την προεδρία του Μητροπολίτη της επαρχίας μπορούσαν να εκλέγουν και να χειροτονούν επισκόπους στην περιοχή δικαιοδοσίας τους, άνευ οποιασδήποτε ανάμειξης άλλου θρόνου. Η επιβολή του υπερμητροπολιτικού κύρους της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει ο θρόνος της Ρώμης και η εφαρμογή του σε ζητήματα χειροτονιών και κρίσεως επισκόπων των λοιπών εκκλησιών του Ιλλυρικού ήταν άγνωστη, καθώς η μητροπολιτική οργάνωση των εν λόγω επαρχιών (Κρήτης, Αχαΐας, Θεσσαλίας, Παλαιάς και Νέας Ηπείρου) ήταν πανίσχυρη (20). Η ανάδειξη της υπερμητροπολιτικής δικαιοδοσίας της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης από τον παπικό θρόνο συνδέθηκε εν τέλει άρρηκτα με την περίφημη ίδρυση του περίφημου παπικού βικαριάτου της Θεσσαλονίκης, συμφώνως προς την οποία η διοίκηση του Ιλλυρικού περιήλθε στην διοικητική δικαιοδοσία του θρόνου της Ρώμης.

Η χρονολόγηση του παπικού βικαριάτου προκάλεσε διαφωνίες στην ερευνητική κοινότητα, όπως συνέβη και με τους λόγους θεσπίσεώς του. Για την πλειοψηφία των ρωμαιοκαθολικών ως επί το πλείστον ερευνητών (21), αλλά και ελλήνων ιστορικών εξαρτωμένων από τη διεθνή βιβλιογραφία (22), το παπικό βικαριάτο ιδρύθηκε είτε στα τελευταία χρόνια του πάπα Δάμασου Α (366-384), είτε επί του πάπα Σιρικίου (384-399). Οι Leporskij και H. Fuhrmann υποστήριξαν ότι οι σχέσεις της εκκλησίας της Ρώμης με την μητρόπολη Θεσσαλονίκης αναπτύχθηκαν επί Αχολίου, ενώ περιέπεσε βαθμιαία σε διοικητική εξάρτηση από τον παπικό θρόνο επί Ανυσίου και Ρούφου, για να ολοκληρωθεί η ίδρυση του Βικαριάτου την 17 ην Ιουνίου του 417 (23).

Το παλαιότερο κείμενο της περίφημης συλλογής αλληλογραφίας των παπών με τους εκάστοτε μητροπολίτες Θεσσαλονίκης ( Collectio Ecclesiae Thessalonicensis ) είναι η προαναφερθείσα επιστολή του πάπα Σιρίκιου προς τον Ανύσιο Θεσσαλονίκης, η οποία απλά του αναγνωρίζει υπερμητροπολιτική δικαιοδοσία στις μητροπόλεις του Ιλλυρικού, χωρίς καμμία αναφορά περί Βικαριάτου. Κατά μία άλλη χρονολόγηση που ακολούθησε μία ομάδα ιστορικών, το πιθανότερο είναι η εν λόγω επιστολή να λειτούργησε ως αφετηρία για την μετάβαση από το εξαρχικό καθεστώς που αναγνωρίστηκε μ' αυτήν στο παπικό Βικαριάτο για τους διάδοχους πάπες και κυρίως τον Ιννοκέντιο Α (401-417) (24). Πράγματι, μία εμπεριστατωμένη χρονολόγηση του παπικού Βικαριάτου μπορεί να γίνει επί τη βάσει μιας επιστολής του πάπα Ιννοκεντίου Α (415) προς τον Θεσσαλονίκης Ρούφο. Σ' αυτήν καθορίζεται η εξουσία της μητροπόλεως της Θεσσαλονίκης στο Αν. Ιλλυρικό, συμφώνως προς τα πεπραγμένα των προκατόχων αυτού Δάμασου, Σιρίκιου και Αναστασίου, οι οποίοι και αναγνώρισαν τα υπερμητροπολιτικά δίκαια του Αχολίου και του Ανυσίου (25). Αν θεωρήσουμε αξιόπιστη την μαρτυρία αυτή, οδηγούμασθε στα τελευταία έτη ιερατείας του Δάμασου (366-384). Σε μεταγενέστερη επιστολή του πάπα Λέοντος Α (440-461) προς τον Αναστάσιο Θεσσαλονίκης, αναφέρει ότι ο προκάτοχός του Σιρίκιος είχε παραχωρήσει υπερμητροπολιτική εξουσία στον Θεσσαλονίκης Ανύσιο (26). Κατά την γνώμη μας η χρονολόγηση του βικαριάτου είναι στενά συνυφασμένη με τους λόγους που οδήγησαν την παπική καθέδρα σ' αυτήν την επιλογή.

Μία προσέγγιση για τα αίτια αυτής της επιλογής διατυπώθηκε διεξοδικώς από τον Β. Ι. Φειδά, για τον οποίον ο θρόνος της Ρώμης, θέλοντας με αυτήν την κίνηση να περιορίσει την εξάπλωση της δικαιοδοσίας του θρόνου των Μεδιολάνων επί της Πανονίας, στράφηκε προς την εξασφάλιση μιας ειδικής σχέσεως με τον πρώτο θρόνο του Ιλλυρικού, την Θεσσαλονίκη, η οποία υπήρξε και η έδρα του prefectus praetori Illyrici . Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια πρακτική δικαιοδοσιακής εξάρτησης του θρόνου της Θεσσαλονίκης επεχείρησε και ο θρόνος των Μεδιολάνων, καθώς και ο ι. Αμβρόσιος είχε αλληλογραφία με τον Θεσσαλονίκης Ανύσιο (27), ενώ παρέπεμψε την περίπτωση του επισκόπου Ναϊσού Δακίας Βονώσου σε σύνοδο υπό τον Ανύσιο Θεσσαλονίκης. Ο ανταγωνισμός Ρώμης και Μεδιολάνων υπήρξε κατά τον Β. Ι. Φειδά η αιτία για την ανακήρυξη του θρόνου της Θεσσαλονίκης ως παπικού Βικαριάτου, καθώς, όπως τονίζει: « Ο θρόνος της πρωτευούσης της υπαρχίας του Ιλλυρικού ηδύνατο να επιβληθή εν ταις διοικήσεσι Μακεδονίας, Δακίας και Παννονίας, αποκρούων ούτω τας διεκδικήσεις του θρόνου των Μεδιολάνων εν Παννονία και Δακία και παρέχων τας προϋποθέσεις δια την διείσδυσιν του κύρους του θρόνου της Πρεσβυτέρας Ρώμης εις ολόκληρον το Ιλλυρικόν » (28). Κατά τη γνώμη μας, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει να αποκλεισθεί, καθώς στην πράξη ήταν αδύνατον την εν λόγω εποχή να επιβληθεί εκ μέρους του θρόνου της Θεσσαλονίκης οποιαδήποτε υπερμητροπολιτική εξουσία σε ζητήματα χειροτονιών και κρίσεως, καθώς το μητροπολιτικό σύστημα εφαρμοζόταν απρόσκοπτα και οι ίδιες οι Εκκλησίες υπεραμύνονταν της μητροπολιτικής αυτονομίας τους, όπως θα δούμε μέχρι και τον ΣΤ αἰώνα, ήτοι πολύ αργότερα από την θρυλούμενη ανακήρυξη παπικού Βικαριάτου. Οποιαδήποτε τέτοια κίνηση για την επιβολή υπερμητροπολιτικής (εξαρχικής) δικαιοδοσίας ήταν καταδικασμένη εκ των προτέρων να μείνει ανεφάρμοστη, καθώς όχι μόνο δεν ήταν σύμφωνη προς τους κανόνες της Α Οἰκουμενικῆς συνόδου (4 και 5), αλλά και διότι καμμία εκ των μητροπόλεων του Αν. Ιλλυρικού δεν ήταν διατεθειμένη να απωλέσει την αυτάρκεια που της προσέφερε το μητροπολιτικό σύστημα και τη δυνατότητα να εκλέγονται οι επίσκοποι εκάστης επαρχίας από την επαρχιακή σύνοδο, από την οποία χειροτονούνταν και οι μητροπολίτες αυτής. Ποιός λοιπόν είναι ο λόγος αυτής της κινήσεως εκ πρώτης όψεως κενής περιεχομένου κινήσεως της ανακηρύξεως του θρόνου της Θεσσαλονίκης ως παπικού Βικαριάτου;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν ότι η ανακήρυξη του παπικού Βικαριάτου της Θεσσαλονίκης κατ' ουσίαν προέβαλλε επιστολιμιαία τις παπικές αξιώσεις περί παπικού πρωτείου για την υπαγωγή του Αν. Ιλλυρικού στη δικαιοδοσία του θρόνου της Ρώμης και όχι για την επιβολή του σε ολόκληρη την Εκκλησία. Πράγματι, η αλληλογραφία των παπών με τους εκάστοτε επισκόπους Θεσσσαλονίκης περιστρεφόταν περί το δίκαιο των χειροτονιών, καθώς και το δικαίωμα του πάπα να καθορίζει την διοικητική κεφαλή του Αν. Ιλλυρικού. Ο πάπας Σισίκιος (384-398) σε επιστολή του προς τον Θεσσαλονίκης Ανύσιο προέτασσε την εποπτεία του επισκόπου Θεσσαλονίκης επί πάσης χειροτονάις και κρίσεως επισκόπων του Αν.Ιλλυρικού, ήτοι Δακία, Μακεδονία, αλλά και της Παννονίας, η οποία είχε περιέλθει στη δικαιοδοσία των Μεδιολάνων (29).

Είναι σαφές ότι κατά την εν λόγω περίοδο παρατηρείται η γενικότερη τάση των τιμωμένων με εξαιρετικά πρεσβεια τιμής επισημοτάτων θρόνων να διευρύνουν τις περιφέρειες δικαιοδοσίας του χειροτονείν. Πρόκειται κατ' ουσίαν για την πρώτη άτυπη εισαγωγή του πατριαρχικού συστήματος διοικήσεως, το οποίο άρχισε να αποτυπώνεται και με κανονικές διατάξεις, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τον 3ο κανόνα της Β Οἰκουμενικῆς συνόδου (381) και την αναγνώριση ίσων πρεσβείων τιμής του θρόνου της Νέας Ρώμης με την Πρεσβυτέρα, η οποία διατηρούσε όμως το πρωτείο της (30).

Είναι προφανές, όπως συνάγεται και απ' όσα ακολούθησαν, ότι η Πρεσβυτέρα Ρώμη θέλησε να ανακόψει και να περιορίσει τις επεκτατικές τάσεις όχι βεβαίως των Μεδιολάνων, αλλά της Νέας Ρώμης σε όμορες εκκλησιαστικές περιφέρειες. Η επέκταση της δικαιοδοσίας της Νέας Ρώμης επί των εξαρχικών διοικήσεων της Θράκης, του Πόντου και της Ασίας, προκατέβαλε αναμφισβήτητα αρνητικά την εκκλησία της Ρώμης. Η παραχώρηση υπό του επισκόπου Ρώμης του δικαιώματος του χειροτονείν στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης προϋποθέτει ότι το Αν. Ιλλυρικό ανήκε στη δικαιοδοσία του πάπα, θέλοντας έτσι να προλάβει αντίστοιχη διεκδίκηση εκ μέρους της Νέας Ρώμης. Γι' αυτό, κατά την γνώμη μας, είναι βέβαιο ότι οι πρώτες επιστολές προσέγγισης του παπικού θρόνου με τους επισκόπους Θεσσαλονίκης, αναμφισβήτητα άρχισαν μετά την Β Οἰκουμενική σύνοδο της Κωνπόλεως (381), την οποία οι δυτικοί την θεωρούσαν απλή σύνοδο των ανατολικών Εκκλησιών, οι αποφάσεις της οποίας δεν μπορούσε να είναι δεσμευτικές για όλη την Εκκλησία, πολύ περισσότερο για τον διάδοχο του αποστόλου Πέτρου. Η προσέγγιση αυτή είχε στην αρχή την μορφή αναγνωρίσεως της εξαρχικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως της Θεσσαλονίκης. Πως όμως θα μπορούσε να δικαιολογήσει μία τέτοια κίνηση, τη στιγμή που μέχρι τότε δεν υπάρχει καμμία προγενέστερη μαρτυρία που να υπαινίσσεται αναγνώριση εξαρχικής δικαιοδοσίας, ούτε πολύ περισσότερο την μεταγενέστερη ανακήρυξή της σε παπικό Βικαριάτο. Αναμφισβήτητα, η παπική καθέδρα, βασιζόμενη στο γεγονός ότι το Ιλλυρικό ανήκε στο κράτος της Δύσεως, θεώρησε αυτονόητο ότι ως ο μόνος επισημότατος θρόνος της Δύσεως είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να ορίσει κάποιον επίσκοπο ως εκπρόσωπό της, επιλογή που μετά τις αποδεδειγμένα επεκτατικές τάσεις της Νέας Ρώμης που ακολούθησαν την Β Οἰκουμενική σύνοδο, φάνηκε ότι ήταν μονόδρομος.

Σε αυτά τα πλαίσια, ο Ρώμης Ιννοκέντιος Α (402-417) στην επιστολή του προς τον Ρούφο Θεσσαλονίκης (415) τον αποκαλεί για πρώτη φορά βικάριο του επισκόπου Ρώμης στο Αν. Ιλλυρικό, καθορίζοντας μάλιστα και τις αρμοδιότητές του, οι οποίες συνίσταντο στην εκλογή, την χειροτονία και την κρίση των επισκόπων και άσκηση προεδρίας της συνόδου των επισκόπων του Αν. Ιλλυρικού. Ταυτοχρόνως, οριζόταν ότι οι εφέσεις των επισκόπων του Αν. Ιλλυρικού και οι causae majores έπρεπε να παραπέμπωνται στον θρόνο της Ρώμης (31). Ταυτόχρονα όμως με την επικύρωση της υπερμητροπολιτικής εξουσίας του επίσκοπου Θεσσαλονίκης, ο πάπας κατοχυρώνει και τα δικαιώματα των μητροπολιτών εντός των ορίων της οικείας επαρχίας αυτών. Φαίνεται πάντως ότι οι μητροπολίτες δεν δέχθηκαν αυτήν την καινοτομία, που ουσιαστικά καταργούσε το μέχρι τότε ασκούμενο μητροπολιτικό σύστημα επί τη βάσει των κανόνων 4 καί 5 τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς.

Η εκ των μητροπολιτών παραθεώρηση του νέου ρόλου του επίσκοπο Θεσσαλονίκης καταφαίνεται και από την περίπτωση της εκλογής του Περιγένη και την χειροτονία του στην επισκοπή των Παλαιών Πατρών από τον Μητροπολίτη Κορίνθου Αλέξανδρο. Η άρνηση των κατοίκων να τον δεχθούν ως επίσκοπο, προκάλεσε μείζον κανονικό ζήτημα στο οποίο δεν ενεπλάκη ο Θεσσαλονίκης. Αντιθέτως, οι αντίπαλοί του απευθύνθηκαν στον παπικό θρόνο για την επίλυση του ζητήματος. Μολονότι ο πάπας Βονιφάτιος Α θεώρησε κανονική την μετάθεση του Περιγένη (32), η επαρχιακή σύνοδος δεν αναγνώρισε τον Περιγένη ως κανονικό επίσκοπο. Σε αντίστοιχη κρίση που προέκυψε από την καθαίρεση του επισκόπου Σάλτων Περεβίου και την αντικατάστασή του από τον Μάξιμο χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του Θεσσαλονίκης Ρούφου, ο Βονιφάτιος Α ὑποχρεώθηκε σε επιστολή του προς τους επισκόπους του Αν. Ιλλυρικού να τους επικρίνει, διότι περιφρόνησαν την θέση του παπικού θρόνου στην περίπτωση του Περιγένη. Στην επιστολή του (33) ο Βονιφάτιος Α τονίζει ότι η εκκλησία της Ρώμης έχει το πλήρωμα της εκκλησιαστικής εξουσίας θείω δικαίω, διότι την παρέλαβε από τον απόστολο Πέτρο, το δε πρωτείο εξουσίας της αναγνωρίσθηκε με τον 6 ο κανόνα της Α Οἰκουμενικῆς συνόδου, ουδεμία δε σύνοδος επισκόπων δύναται να αναθεωρήσει απόφαση του πάπα, σε μία έμμεση απόρριψη της εγκυρότητας των αποφάσεων της υπό αμφισβήτηση Β Οἰκουμενικῆς συνόδου. Κατακλείοντας την επιστολή του, τονίζει ότι ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης ως φύλακας των δικαίων του παπικού θρόνου στο Ιλλυρικό είναι η ύψιστη αυθεντία σε αυτό.

Η επίμονη και κατηγορηματική προβολή του παπικού πρωτείου μπορεί να εξηγηθεί ως αντίδραση προς τον κανόνα 3 της Β Οἰκουμενικῆς συνόδου και της απόδοσης ίσων πρεσβείων τιμής στον θρόνο της Νέας Ρώμης, αλλά και στην απόφαση του Θεοδοσίου Β νά θέσει το Αν. Ιλλυρικό υπό τη δικαιοδοσία του θρόνου της Κωνπόλεως. Πράγματι, με διάταγμα που κοινοποίησε στον Praefecto praetori o Illyrici Φίλιππο (14 Ιουλίου 421) ότι τα αναφυόμενα κανονικής φύσεως ζητήματα στο Ιλλυρικό έπρεπε εφ' εξής να επιλύονται από τον θρόνο της Νέας Ρώμης: « Τας αναφυομένας κανονικάς αμφισβητήσεις εν όλω τω Ιλλυρικώ ου δει τέμνεσθαι παρά γνώμην του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και της αυτής συνόδου, ήτις έχει τα προνόμια της αρχαίας Ρώμης » (34). Ο πάπας Βονιφάτιος Α ζήτησε και πέτυχε την βοήθεια του αυτοκράτορα του δυτικού κράτους Ονωρίου για την απόσυρση του εν λόγω διατάγματος και την τήρηση της αρχαίας κανονικής τάξεως του Ιλλυρικού (35).

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο παπικός θρόνος δεν διεκδίκησε άμεση δικαιοδοσία στο Αν. Ιλλυρικό, ούτε το δικαίωμα να χειροτονούν οι πάπες τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης και Βικάριο τους, ούτε πάλι την κρίση επισκόπων, αλλά μόνο το δικαίωμα τελεσιδικίας για σοβαρές περιπτώσεις ( causae majores ). Κατά την γνώμη μας, αυτή η πρωτοβουλία του παπικού θρόνου αποσκοπούσε στην de jure ακύρωση της αναγνωρίσεως των ίσων πρεσβείων τιμής της Νέας Ρώμης με τον κανόνα 3 της Β Οἰκουμενικῆς, η οποία άλλωστε δεν αναγνωριζόταν ως τέτοια από την Έκκλησία της Δύσεως. Γι' αυτό και στην επιστολή του προτάσσεται ο κανόνας 6 της Α Οἰκουμενικῆς που θεωρείτο ως το κανονικό θεμέλιο του παπικού πρωτείου, αλλά και η μη συμπερίληψη στους κανόνες αυτής του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ως ενός εκ των επισημοτάτων θρόνων, προνόμιο αποκλειστικό των τριών θρόνων (Ρώμης, Αλεξανδρείας και Αντιόχειας). Επιπλέον, η διαφύλαξη της αρχαίας κανονικής τάξεως, κατ' ουσίαν εξασφάλιζε ταυτόχρονα την λειτουργία του μητροπολιτικού συστήματος. Είναι όμως πιθανόν, ότι η ταυτόχρονη εμπλοκή του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αττικού στην περίπτωση του Περιγένη, θεωρήθηκε ως απόπειρα του θρόνου της Νέας Ρώμης να διασαλεύσει την κανονική τάξη, με την έμμεση επιβολή του απορρέοντος από τον κανόνα 3 του πατριαρχικού της δικαίου. Συνεπώς, με την ανακήρυξη του επισκόπου Θεσσαλονίκης σε παπικό Βικάριο επιχειρήθηκε από τον πάπα Ρώμης η αποτροπή οποιασδήποτε παρέμβασης του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ενώ, ταυτόχρονα, δια της υποταγής των μητροπολιτών του Αν. Ιλλυρικού στον παπικό Βικάριο θα επιβεβαιωνόταν εμμέσως και η υπαγωγή τους στον θρόνο της πρεσβυτέρας Ρώμης.


Υποσημειώσεις

(1) Ζώσιμος, Ιστορία Νέα, Β 33.

(2) Otto Seeck, Notitia Dignitatum, Βερολίνο 1876, σελ. 9-10.

(3) F. Dvornik, ‘La lutte entre Byzance et Rome à propos de l'Illyricum au XIème siècle', Mélanges Charles Diehl, Paris 1930, 61-86. Piperkoviç, Το Ιλλυρικό και τα επ' αυτού δίκαια των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνστανινουπόλεως κατά τας λατινικάς βλέψεις, Αθήναι 1919, σελ. 15-16. Κ. Άμαντος, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους Α (95-867), Αθήναι 19532, σελ. 162.

(4) Ζώσιμος, Β, 39

(5) Ζώσιμος, Δ, 25, 26 και 27.

(6) J. R. Palanque, Saint Ambroise et l'empire romain, Paris 1933, σελ. 92 κεξ.

(7) Αντίστοιχα, η διοίκηση της Δακικής χωριζόταν σε πέντε επαρχίες, στην Μεσόγειο Δακία, την παρόχθια Δακία, την Πρώτη Μοισία, τη Δαρδανία και την Πρεβαλιτάνη.

(8) Θεοδώρητος, Εκκλ . Ιστορία Ε, 17.

(9) Βλ. V. Grumel, ‘L'Illyricum de la mort de Valéntinien Ier (375) à la mort de Stilicon (408)', REB 9 (1951), σελ. 5-46.

(10) Γενικότερα περί των διοικητικών αλλαγών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά την εν λόγω εποχή βλ. εκτενέστερα J. R. Palanque, ‘La Préfecture de Prétoire de l'Illyricum au IVe siècle', Byzantion 21 (1951), σελ. 5- 14. V. Grumel, ‘L'Illyricum de la mort de Valentinien Ier (375) à la mort de Stilicon (408)', REB 9 (1951), σελ. 5- 46.

(11) Βλ. Ράλλης-Ποτλής, Σύνταγμα . ΙΙ, σελ. 122.

(12) Τους καθ᾽ εκάστην επαρχίαν επισκόπους ειδέναι χρη τον εν τη μητροπόλει προεστώτα επίσκοπον, και την φροντίδα αναδέχεσθαι πάσης της επαρχίας, δια το εν τη μητροπόλει πανταχόθεν συντρέχειν πάντας τους τα πράγματα έχοντας. Όθεν έδοξε και τη τιμή προηγείσθαι αυτόν, μηδέν τε πράττειν περιττόν τους λοιπούς επισκόπους άνευ αυτού, κατά τον αρχαίον κρατήσαντα εκ των Πατέρων ημών κανόνα· η ταύτα μόνα, όσα τη εκαστου επιβάλλει παροικία, και ταις υπ᾽ αυτήν χώραις. Έκαστον γαρ επίσκοπον εξουσίαν έχειν της εαυτού παροικίας, διοικείν τε κατά την εκάστω επιβάλλουσαν ευλάβειαν, και πρόνοιαν ποιείσθαι της χώρας της υπό την εαυτού πόλιν· ως και χειροτονείν πρεσβυτέρους και διακόνους, και μετά κρίσεως έκαστα διαλαμβάνειν· περαιτέρω δε μηδέν πράττειν επιχειρείν, δίχα του της μητροπόλεως επισκόπου, μηδέ αυτόν άνευ της των λοιπών γνώμης. Βλ. Ράλλης-Ποτλής, Σύνταγμα . ΙΙΙ, σελ. 140.

(13) Κανών Δ´: Επίσκοπον προσήκει μάλιστα μεν υπό πάντων των εν τη επαρχία καθίστασθαι· ει δε δυσχερές είη το τοιούτο, η δια κατεπείγουσαν ανάγκην, η δια μήκος οδού, εξ άπαντος τρεις επί το αυτό συναγομένους, συμψήφων γινομένων και των απόντων, και συντιθεμένων δια γραμμάτων, τότε την χειροτονίαν ποιείσθαι· το δε κύρος των γενομένων δίδοσθαι καθ ἑκάστην επαρχίαν τω μητροπολίτη. Κανών Ε´ Περί των ακοινωνήτων γενομένων, είτε των εν κλήρω, είτε των εν λαϊκώ τάγματι, υπό των καθ ἑκάστην επαρχίαν επισκόπων, κρατείτω η γνώμη, κατά τον κανόνα τον διαγορεύοντα, τους υφ ἑτέρων αποβληθέντας υφ ἑτέρων μη προσίεσθαι. Εξεταζέσθω δε, μη μικροψυχία, η φιλονεικία, η τινι τοιαύτη αηδία του επισκόπου, αποσυνάγωγοι γεγένηνται. Ίνα ουν τούτο την πρέπουσαν εξέτασιν λαμβάνοι, καλώς έχειν έδοξεν, εκάστου ενιαυτού, καθ ἑκάστην επαρχίαν δις του έτους συνόδους γίνεσθαι· ίνα κοινή πάντων των επισκόπων της επαρχίας επί το αυτό συναγομένων, τα τοιαύτα ζητήματα εξετάζηται, και ούτως οι ομολογουμένως προσκεκρουκότες τω επισκόπω, κατά λόγον ακοινώνητοι παρά πάσιν είναι δόξωσι, μέχρις αν τω κοινώ των επισκόπων δόξη την φιλανθρωποτέραν υπέρ αυτών εκθέσαι ψήφον. Αι δε σύνοδοι γινεσθωοαν, μία μεν προ της Τεσσαρακοστής, ίνα πάσης μικροψυχίας αναιρουμένης, το δώρον καθαρόν προσφέρηται τω Θεώ· δευτέρα δε, περί τον του μετοπώρου καιρόν.

(14) Αποστολικός Κανών 34: «Τους επισκόπους εκάστου.εθνους ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρώτον και ηγεπισθαι αυτόν ως κεφαλήν ». Βλ. Ράλλη- Ποτλη, Σύνταγμα., ΙΙ, σελ. 45.

(15) Hefele- Leclercq , Histoire des Conciles, Paris 1907, I, σελ. 560-565.

(16) E. Piperkovi ç, Το Ιλλυρικόν και τα επ' αυτού δίκαια των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως κατά τας λατινικάς βλέψεις, Αθήναι 1919, εκδ. Παπασπύρου, σελ. 26.

(17) Mansi ΙΙΙ, 604.

(18) PL 13, 1148. Πρβλ. Hefele, Histoire des Conciles, II, σελ. 231, 234.

(19) Jaffé, Regesta Pontificum Romanorum, Lipsiae 1885-1888, n. 261.

(20) Βλ. Ι. Φειδά, Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού (απ' αρχής μέχρι το 451), Αθήναι 1977, σελ. 263.

(21) J. Zeiler , Les origines chrétiennes dans les provinces danubiennes de l'Empire romain, Paris 1918, éd. Boccard. F. Dvornik, Les légendes de Constantin et de Méthode vues de Byzance, Prague 1933. Hefele- Leclercq, Histoire des Conciles, I, σελ. 565. S. Vailhé, ‘Annexion de l'Illyricum au Patriarcat œcuménique', Echos d'Orient 14 (1911), σελ. 29 κεξ. L. Duchesne, Autonomies ecclésiastiques. Eglises séparées, Paris 1896, éd. Torin et Fils, σελ. 259 κεξ.

(22) B. Στεφανιδου , Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήνα 19592, σελ. 295 κεξ. Γ. Κονιδαρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Ι, Αθήνα 1960, σελ. 528 κεξ.

(23) P. Leporskij, Istorija Thessalonikskago ekzar κ hata do vremeni prisoedinenija ego kj Konstantinopoljiskom Patriarkhatu, S. Petenerburg 1901, σελ. 47. H. Fuhrmann, ‘Studien zur Geschichte mittelalterlicher Patriarchate', Zeitschrift der Savigny Stiftung, 70. Kanonistische Abteilung 39 (1953), σελ. 112- 176.

(24) P. Lemerle , Philippes et la Macédoine orientale à l'époque chrétienne et byzantine. Recherches d'histoire et d'archéologie, Paris, 1945, σελ. 243- 244. Α. Αγγελόπουλος, Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, 106-110.

(25) Mansi VII, 751.

(26) Leo, Epist. VI . PL 54, 617.

(27) PL 16, 959.

(28) Βλ. Ι. Φειδά, Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών, σελ. 263.

(29) Mansi VIII, 750 κεξ.

(30) Τον μεν τοι Κωνσταντινουπόλεως επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης επίσκοπον, δια το είναι αυτήν νέαν Ρώμην .

(31) Mansi VIII, 751- 752.

(32) Mansi VIII, 752-753.

(33) Mansi, VIII, 756- 757.

(34) Ράλλη- Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, VI, 260.

(35) Mansi VIII, 759- 760.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.