ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το Πνεύμα του Πατρός (και του Υιού)

Συμπληρωματικά στοιχεία στη γνωμοδότηση περί το Filioque
Παν. Ι. Μπούμη,Ομότ. Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών,
«ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ετ. 91, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2014 σελ. 561-568

 

Προ καιρού στο περιοδικό «Εκκλησία» δημοσιεύσαμε σε συνέχειες μια εκτενή «γνωμοδότηση περί το Filioque » με το γενικό τίτλο «Το Πνεύμα του Πατρός (και του Υιού)» (1). Αυτή αναφερόταν στη «Διασάφησιν» του Ποντιφικού Συμβουλίου σχετικά με «Το "προϊέναι" του Αγίου Πνεύματος εις την Ελληνικήν και την Λατινικήν παράδοσιν» (2). Στη Γνωμοδότηση αυτή κάναμε λόγο για τη διαφορά μεταξύ του «εκπορεύεσθαι» που υπάρχει στο Ελληνικό κείμενο του Ιω. 15,26 («το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται») και της λατινικής μεταφράσεώς του, όπου χρησιμοποιείται το ρήμα procedere (« Spiritum veritatis , qui a Patre procedit »). Και είπαμε ότι το εκπορεύεσθαι (στο Ιω. 15,26) σημαίνει το πηγάζειν, έχει την αφετηρία του, το είναι του, την αιτία του, ενώ το procedere αντιστοιχεί στο προϊέναι, η προέρχεσθαι, και έχει και την έννοια του πηγάζειν, αλλά και την έννοια του εξέρχεσθαι, του προχέεσθαι-εκχέεσθαι.

Εκεί μάλιστα μεταφέραμε και παραθέσαμε και τις εξής δύο αξιόλογες διευκρινίσεις-ομολογίες της εν λόγω «Ποντιφικής Διασαφήσεως»:

α) Συγκεκριμένως («Διασάφησις», σελ. 11) έχει: «Εκ των όρων των εχόντων σχέσιν προς οιανδήποτε αρχήν, ο όρος processio είναι ο γενικώτερος. Τον χρησιμοποιούμεν δι' οιανδήποτε αρχήν· επί παραδείγματι, λέγομεν ότι η γραμμή προέρχεται από το στίγμα της τελείας, ότι η ακτίς προέρχεται από τον ήλιον, ο ποταμός από την πηγήν του, ως και εις πλείστας όσας άλλας περιπτώσεις».

β) Η άλλη (σελ. 10) λέει: «Όπως η λατινική βίβλος ( Vulgata και αι προηγούμεναι μεταφράσεις) είχε μεταφράσει το Ιωάν. ιε , 26 (παρά του Πατρός εκπορεύεται) με " qui a Patre procedit ", οι Λατίνοι μετέφρασαν το εκ του Πατρός εκπορευόμενον του Συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως με " ex Patre procedentem " ( Mansi VII , 112B). Ούτως, εις τον λόγον της αιωνίας αρχής του Αγίου Πνεύματος, εξισούτο εσφαλμένως αλλ' ακουσίως η περί εκπορεύσεως ανατολική θεολογία και η περί processio δυτική».

Η έκφραση ότι «εξισούτο εσφαλμένως αλλ' ακουσίως η περί εκπορεύσεως ανατολική θεολογία και η (με την) περί processio δυτική» αναγνωρίζει και δέχεται την εσφαλμένη εξίσωση από απροσεξία του «εκπόρευσις» (του Ιω. 15,26) και του (με το) « processio ».

Για να ισχύουν όμως αυτά περί του ρήματος εκπορεύεσθαι στο Ιω. 15,26, πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως και μία άλλη παράμετρο-παρουσία στο χωρίο αυτό, η αλλιώς, για να καταστήσουμε αυτά πιο πειστικά, πρέπει να τα ενισχύσουμε και με ορισμένα άλλα δεδομένα του Ιω. 15,26.

Και είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε και αυτά τα δεδομένα, γιατί ενδέχεται εκτός των άλλων να προβάλει κάποιος την άποψη ότι το ρήμα εκπορεύεσθαι δεν έχει πάντοτε μόνο την έννοια του πηγάζειν, αλλά έχει και την έννοια του εξέρχεσθαι η και προϊέναι. Μάλιστα μπορεί να ισχυριστεί ότι εναλλάσσονται αυτά τα δύο ρήματα ακόμη και σ' αυτήν την ίδια την Καινή Διαθήκη. Οπότε δικαιολογείται κανείς να υποστηρίξει ότι η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ρημάτων, εκπορεύεσθαι και εξέρχεσθαι, δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική και δίνει λαβή και αφορμή για διάφορες παρανοήσεις και παρεκκλίσεις.

Πράγματι, λοιπόν, μπορεί να φέρει παραδείγματα και από την Καινή Διαθήκη γι' αυτήν την έννοια του εκπορεύεσθαι και την εναλλαγή του με το εξέρχεσθαι. Ας μεταφέρουμε κι εμείς μερικά απ' αυτά.

1) Στο Ματθ. 3,5 έχουμε: «Τότε εξεπορεύετο προς αυτόν (τον Ιωάννην) Ιεροσόλυμα και πάσα η Ιουδαία και πάσα η περίχωρος του Ιορδάνου». Πρβλ. και το Μαρκ. 1,5. Πρβλ. και το Λουκ. 3,7, όπου σχετικώς λέει: «Έλεγεν ουν τοις εκπορευομένοις όχλοις βαπτισθήναι υπ' αυτού . . . ».

2) Στο Ματθ. 4,4 έχουμε: «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού».

3) Στο Ματθ. 15,18-20 λέγεται: «Τα δε εκπορευόμενα εκ του στόματος εκ της καρδίας εξέρχεται, κακείνα κοινοί τον άνθρωπον. Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι . . . 20 ταύτά εστιν τα κοινούντα τον άνθρωπον . . . ».

4) Ερχόμαστε στο Λουκ. 4,22: «Και πάντες εμαρτύρουν αυτώ και εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού».

5) Στο Λουκ. 4,36-37 έχουμε: «Τις ο λόγος ούτος ότι . . . επιτάσσει τοις ακαθάρτοις πνεύμασιν και εξέρχονται (από τον άνθρωπο) ; Και εξεπορεύετο ήχος περί αυτού (του Ιησού Χριστού) εις πάντα τόπον της περιχώρου».

6) Στο Πραξ. 19,12 έχουμε επίσης μια εναλλαγή η μάλλον διπλή γραφή: α) Οι Eb .- Er . Nestle – K . Aland κ.α. ( Novum Testamentum Graece ) έχουν: « . . . τα τε πνεύματα τα πονηρά εκπορεύεσθαι ». β) Η Αποστολική Διακονία (Η Καινή Διαθήκη) έχει: « . . . τα τε πνεύματα τα πονηρά εξέρχεσθαι απ' αυτών».

7) Στην Αποκ. 16,14: «Πνεύματα δαιμονίων . . . α εκπορεύεται (η εκπορεύεσθαι) επί τους βασιλείς της οικουμένης όλης».

Επομένως είμαστε υποχρεωμένοι και λογικό είναι να καταφύγουμε στη βοήθεια και των άλλων δεδομένων του χωρίου Ιω. 15,26, για να καταλήξουμε και να πεισθούμε ότι το εκπορεύεται σ' αυτό έχει την ειδική έννοια του πηγάζειν και όχι του εξέρχεσθαι. Τούτο συγκεκριμένως ενισχύεται και από την ύπαρξη της προθέσεως παρά και μάλιστα δύο φορές κοντά-κοντά στο ίδιο χωρίο.

Αλλ' ας δούμε το χωρίο Ιω. 15,26 για άλλη μία φορά, όπου ο Κύριος λέει: «Όταν δε έλθη ο παράκλητος ον εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της αληθείας ο παρά του πατρός εκπορεύεται . . . ».

Μάλλον, λοιπόν, εδώ ο Κύριος θέλει να επιστήσει με την επανάληψη της προθέσεως παρά την προσοχή μας και σ' αυτή, θέλει να υπογραμμίσει το ρόλο της και τη σημασία της, την επίπτωσή της, στο ρήμα εκπορεύεσθαι και να τονίσει την έννοια αυτού, θα λέγαμε, να το νοηματοδοτήσει.

Προς τούτοις το ευχάριστο και ενθαρρυντικό για μας είναι ότι δύο παλαιότεροι έγκριτοι μεταφραστές-ερμηνευτές θεολόγοι φαίνεται έλαβαν υπ' όψη τους αυτήν την παράμετρο-υπόδειξη, ενσυνειδήτως η ασυνειδήτως. Έτσι ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας αποδίδει το Ιω. 15,26 ως εξής: «Όταν δηλαδή θα έλθη ο Παράκλητος, τον οποίον εγώ ως οδηγόν και βοηθόν σας θα σας στείλω από τον Πατέρα, το Άγιον Πνεύμα δηλαδή, το οποίον ως πηγή της αληθείας φανερώνει και εις τους ανθρώπους την αλήθειαν και το οποίον εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός , όπως αναπηδά ο ποταμός από την φυσικήν πηγήν του . . . ». Ο Παν. Τρεμπέλας την έκφραση «από τους κόλπους του Πατρός» ίσως πήρε από τον Θεοφύλακτο Βουλγαρίας, ο οποίος λέει: «Ου γαρ εξ οικείων κόλπων αυτός προΐεμαι το Πνεύμα, αλλά παρά του Πατρός δι' εμού χορηγείται» (3). Εκείνο που είναι άξιο προσοχής είναι ότι ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας δεν μένει στο απλό « από τον Πατέρα» που μεταφράζει την πρώτη φορά, αλλά λέει ότι το Άγιον Πνεύμα «εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός».

Εκτός από τον καθηγητή Παν. Τρεμπέλα και ο άλλος έγκριτος ερμηνευτής της Καινής Διαθήκης, ο Ιω. Κολιτσάρας (από τους παλαιούς γυμνασιάρχες) στην ερμηνεία του γράφει: «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος, τον οποίον εγώ θα στείλω εις σας εκ μέρους του Πατρός, το Άγιον Πνεύμα, που είναι η αλήθεια και η πηγή της αληθείας και το οποίον εκπορεύεται από τον Πατέρα, εκείνος θα μαρτυρήση δι' εμέ».

Και εδώ άξιον προσοχής είναι ότι ο Ιω. Κολιτσάρας δεν αρκείται να γράψει και να μεταφράσει απλώς το παρά με το από , αλλά κάτι, ίσως και το γλωσσικό του αισθητήριο, τον ωθεί να δώσει και την έννοια του «εκ μέρους».

Αυτή πάντως η απόδοση είναι σύμφωνη και με το Συντακτικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης (Εν Αθήναις 1965) του Αχ. Τζάρτζανου, ο οποίος στον πίνακα (σ. 76) γράφει και αποδίδει την πρόθεση παρά με την έκφραση «εκ μέρους», και ακολούθως στη σελ. 83 επαναλαμβάνει ακόμη πιο χαρακτηριστικά: «Παρά . . . 2. Με γενικήν (αφαιρετικήν) . . . β) μεταφορικώς, εις δήλωσιν προελεύσεως = εκ μέρους, από (μόνον μετά γενικής προσώπου): παρ' ημών απάγγελλε τάδε Ξ.».

Παρομοίως και μεταγενεστέρως ο Κων. Κατεβαίνης, Συντακτικόν της Ελληνικής Γλώσσης , Αθήναι, χ.χ., σελ. 66, σημειώνει και επιμαρτυρεί: «Η παρά μετά γεν. (προσώπου) σημαίνει εκ μέρους· π.χ. παρά βασιλέως πολλοί προς Κύρον απήλθον (Ξ)· ταύτα παρά σου εμάθομεν (Ξ)».

Πρβλ . και Jean Humbert ( μτφ . Γ. Κουρμούλη), Συντακτικόν της αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης , Αθήναι 1957, σελ. 302: «ΠΑΡΑ . . . Ακολουθουμένη υπό της γενικής (αφαιρετικής) η παρά σημαίνει "από το μέρος του" εν συγκεκριμένη εννοία».

Έτσι μας υποδεικνύεται σαφώς ότι είμαστε υποχρεωμένοι να συνεξετάζουμε το ρήμα εκπορεύεσθαι με την πρόθεση παρά που προσφέρει πολλά. Η επιχειρηματολογία για τη διάκριση και διαφορά μεταξύ των δύο ρημάτων εκπορεύεσθαι και προϊέναι (η εξέρχεσθαι) δεν είναι πλήρης και πειστική, όταν εξετάζουμε το εκπορεύεσθαι του Ιω. 15,26 μόνο του χωρίς τη συνεξέτασή του με την πρόθεση παρά που το συνοδεύει. Είμαστε υποχρεωμένοι να λαμβάνουμε υπ' όψη και τη δική της προσφορά και λειτουργία. Η αλλιώς: Η αληθής έννοια του εκπορεύεσθαι στο Ιω. 15,26 δεν βρίσκεται με τη μεμονωμένη εξέταση του ρήματος χωρίς τη συνεξέτασή του και με την πρόθεση παρά που το συνοδεύει.

Αναμφισβητήτως, λοιπόν, η πρόθεση παρά έχει το ρόλο της και το λόγο της στην όλη καλή κατανόηση και πλήρη και καλή απόδοση του εκπορεύεται. Και ο ρόλος της αυτός πρέπει (έπρεπε) να λαμβάνεται υπ' όψη και κατά τις μεταφράσεις του χωρίου αυτού, τόσο στην ελληνική γλώσσα (παλαιότερη και νεότερη), όσο και στις άλλες γλώσσες.

Αντ' αυτού και αντί να γίνεται η αξιοποίησή της, όχι μόνο παραθεωρείται, αλλά κατ' ουσίαν αντικαθίσταται, όταν χρησιμοποιούμε άλλες προθέσεις (ιδίως την από), οι οποίες δεν έχουν την ίδια σημασία και το ίδιο βάρος με αυτή. Και τότε μάλιστα θα λέγαμε ότι έχουμε και παραχάραξη του πρωτότυπου κειμένου. Και αυτό είναι ένα κακό, το οποίο έχει πολλά παρεπόμενα. Λέει ένα σοφό γνωμικό: «Ενός κακού γινομένου μύρια έπονται»: Από παρερμηνείες μέχρι αιρέσεις και διαιρέσεις.

Με αφορμή τα ανωτέρω ίσως πει κάποιος: Αφού το εκπορευόμενον έχει και την έννοια του εξερχόμενον και επίσης αφού στο Σύμβολο της Πίστεως δεν έχουμε την πρόθεση παρά, αλλά την πρόθεση εκ, τότε μήπως και στο ελληνικό Σύμβολο δεν είναι καλή η διατύπωση, η απόδοση; Μήπως δηλ. το «εκ του Πατρός εκπορευόμενον» δεν σημαίνει το «ο παρά του Πατρός εκπορεύεται», αλλά το «από του Πατρός εξερχόμενον»; Δηλ. δεν σημαίνει την αΐδιο εκπόρευση, αλλά τον εν χρόνω ερχομό;

Πιθανώς, θα απαντούσε κάποιος προχείρως, ναι. Ωστόσο εν πρώτοις το «εκπορευόμενον» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την έννοια του «σήμερον εξερχόμενον», γιατί, όπως έχουμε γράψει στην εν λόγω γνωμοδότησή μας, ο εν συνεχεία προσδιορισμός «το (Άγιον Πνεύμα) το λαλήσαν δια των προφητών» προσδιορίζει και ανάγει τα πράγματα στην προ του Ιησού Χριστού περίοδο, η αλλιώς μας μεταφέρει στην προαιώνιο και αΐδιο εκπόρευσή Του και όχι στη μετά Χριστό αποστολή και ερχομό Του. Άρα στο Σύμβολο το εκπορευόμενον έχει την έννοια της εκπορεύσεως-αφετηρίας-πηγής-αρχής και όχι της πέμψεως και αφίξεως.

Αλλ' εκτός αυτού πρέπει να προσθέσουμε και να τονίσουμε ότι η πρόθεση εκ στο Σύμβολο αντικαθιστά επαξίως και επιτυχώς την πρόθεση παρά του Ιω. 15,26. Δηλαδή με τη χρησιμοποίηση της εκ υποδεικνύει και την αναλογία της εκπορεύσεως προς τη γέννηση του Υιού εκ του Πατρός (πρβλ. το «σχήμα καθ' έλξιν»), επειδή και στο σχετικό περί του Υιού άρθρο λέει: «Και εις ένα Κύριον . . . τον εκ του Πατρός γεννηθέντα». Με την επανάληψη αυτή της προθέσεως εκ αποφεύγεται και η ανισότητα μεταξύ Υιού και Αγίου Πνεύματος, αλλά συγχρόνως προσδιορίζεται και η ομοιότητα-αναλογία γεννήσεως-εκπορεύσεως. Έτσι η χρησιμοποίηση της προθέσεως εκ αντί της παρά στο ελληνικό κείμενο του Συμβόλου δεν επηρεάζει κακώς το νόημα από απόψεως θεολογικής και λογικής, αλλά μάλλον επιδρά ευμενώς.

Αλλά και πέρα από την ανωτέρω θεολογική επιχειρηματολογία και γραμματολογικώς τα πράγματα ευοδούνται και ενισχύονται. Και αυτό επιτυγχάνεται από αυτά που διαλαμβάνει «Το Συντακτικόν της Ελληνικής Γλώσσης», το οποίο κάνει λόγο για τις δύο σχετικές προθέσεις εκ και από , καθώς και για τη διαφορά τους . Συγκεκριμένως το Συντακτικόν του Αχ. Τζάρτζανου λέει:

«Εξ, εκ. Αρχική σημασία από μέσα, από μέσα από ». Και συνεχίζει: «Με γενικήν (αφαιρετικήν) μόνον · α) τοπικώς = από (μέσα από) . . . β) μεταφορικώς, συνήθως εις δήλωσιν αμέσου (η υπογράμμιση δική μας) καταγωγής . . . » (σελ. 80).

Ωσαύτως ο Κων. Κατεβαίνης, Συντακτικόν της Ελληνικής γλώσσης , σελ. 56, γράφει: «Η εκ μετά γεν. σημαίνει αρχήν και κίνησιν εκ των ένδον τινός, μέσα από, από . . . γ ) μεταφορικώς εις δήλωσιν 1) της αμέσου καταγωγής . . . 2) Της αιτίας . . . ».

Εις επίρρωσιν της εννοίας της προθέσεως εκ , ότι δηλ. η πρόθεση εκ στην ελληνική γλώσσα έχει την έννοια του έσωθεν, του (από) μέσα από, υποδεικνύεται και από την Αγία Γραφή. Έτσι στο Μαρκ. 7,20-23 έχουμε: «Έλεγεν (ο Κύριος) δε ότι το εκ του ανθρώπου εκπορευόμενον, εκείνο κοινοί τον άνθρωπον. Έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισμοί οι κακοί εκπορεύονται, πορνείαι, κλοπαί . . . πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εκπορεύεται και κοινοί τον άνθρωπον».

Και αυτά για την έννοια και λειτουργία της προθέσεως εκ .

Αντιθέτως για την πρόθεση από ο Αχ. Τζάρτζανος (σελ. 78) σημειώνει: «Από. Αρχική σημασία μακράν από, από · πρβλ. άπω. (Συνώνυμος της εκ αλλ' η μεν από σημαίνει απομάκρυνσιν από τα έξω τινός, η δε εκ απομάκρυνσιν από τα έσω τινός). Μόνον με γενικήν (αφαιρετικήν) · α) . . . γ) μεταφορικώς, εις δήλωσιν καταγωγής (εμμέσου)».

Ο Κων. Κατεβαίνης, Συντακτικόν , σελ. 55, γράφει: «Η από μετά γεν. σημαίνει α ) χωρισμόν και απομάκρυνσιν . . . β ) αρχήν και κίνησιν από τινος . . . γ ) μεταφορικώς εις δήλωσιν α ) της εμμέσου καταγωγής . . . ».

Από τα ανωτέρω δεδομένα συγκεντρώνουμε, μεταφέρουμε και εξαίρουμε τα εξής, τα οποία διαφωτίζουν τα εξεταζόμενα: α) Για την πρόθεση εκ έχουμε ότι σημαίνει το από μέσα, από μέσα από, το έσωθεν, απομάκρυνσιν από τα έσω τινός και δηλώνει την άμεση καταγωγή. β) Για την πρόθεση από έχουμε ότι σημαίνει μακράν από, από, χωρισμόν και απομάκρυνσιν, απομάκρυνσιν από τα έξω τινός και δηλώνει την έμμεση καταγωγή.

Σημ. Εδώ παρεμπιπτόντως σημειώνουμε ότι τις ανωτέρω εκφράσεις μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε και για θεολογικές διατυπώσεις, γενικώς και σε θεολογικές προτάσεις σχετικώς με την εκπόρευση και την αποστολή του Αγίου Πνεύματος.

Κατόπιν των δεδομένων αυτών εδώ υπενθυμίζουμε και όσα αφορούν στην πρόθεση παρά , για να κάνουμε και την απαραίτητη σύγκριση και συσχετισμό με τη σημασία της προθέσεως εκ . Όπως είδαμε, λοιπόν, πιο μπροστά η πρόθεση παρά χρησιμοποιείται «εις δήλωσιν προελεύσεως» = εκ μέρους, από (μόνον μετά γενικής προσώπου), και σημαίνει «εκ μέρους η εκ μέρους τινός» η «από το μέρος του». Έτσι, νομίζουμε ότι γίνεται εμφανής η μεγάλη εννοιολογική σχέση των προθέσεων εκ (του Συμβόλου της Πίστεως) και του παρά (του Ευαγγελίου, Ιω. 15,26). Η έκφραση του Συμβόλου «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον» αποδίδει πολύ εύστοχα την έκφραση του Ευαγγελίου «ο παρά του Πατρός εκπορεύεται». Και εννοεί το εκπορεύεται με την έννοια του πηγάζειν.

Άρα ερμηνεύει το χωρίο του Ιωάννου επιτυχώς το Σύμβολον της Πίστεως και δεν το παραχαράσσει. Μη λησμονούμε ότι οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων στηρίζονται, ακολουθούν και εφαρμόζουν τα δεδομένα της Αγίας Γραφής και άρα την ερμηνεύουν, και μάλιστα την ερμηνεύουν αυθεντικώς.

Βεβαίως κατόπιν των ανωτέρω όσο επιτυχής είναι η απόδοση της προθέσεως παρά με την εκ τόσο άστοχη θα ήταν η απόδοσή της με την από . Αυτή θα μας οδηγούσε να εκλάβουμε το εκπορεύεσθαι με την έννοια του εξέρχεσθαι και όχι του πηγάζειν. Και θα μας παρέσυρε να συνυπονοήσουμε και το «από τον Υιό».

Μετά ταύτα θα έλεγε κάποιος: Καλά αυτά. Αλλά αυτά ισχύουν για το ελληνικό κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως. Όμως τι έχουμε να πούμε για το λατινικό κείμενο; Εμείς, λοιπόν, θα λέγαμε ότι τα ίδια ισχύουν και για το λατινικό κείμενο (για το ex Patre procedentum ), εφ' όσον η πρόθεση ex έχει την ίδια σημασία και λειτουργία με την ελληνική πρόθεση εκ.

Και νομίζουμε ότι την έχει. Και σ' αυτό μας ωθεί και η εξής σκέψη-υπόθεση: Ότι ίσως οι τότε Πατέρες εκτός των προαναφερθέντων λόγων έβαλαν στο ελληνικό κείμενο την πρόθεση εκ (και όχι την παρά), για να διευκολύνουν και το λατινικό Σύμβολο, το οποίο έχει το αντίστοιχο ex στη γλώσσα αυτή, αλλά δεν έχει, δεν υπάρχει πλήρης αντιστοιχία της παρά με άλλη πρόθεση εκεί.

Εάν, λοιπόν, γίνει δεκτό ότι η πρόθεση ex έχει την ενέργεια που έχει η πρόθεση εκ στα ελληνικά (4), τ. ε. του έσωθεν, της αμέσου προελεύσεως και καταγωγής, τότε ενισχύει το procedere με την έννοια του πηγάζειν. Δηλαδή πράττει ο,τι πράττει και η πρόταση «το λαλήσαν δια των προφητών (= qui locutus est per prophetas )».

Επίσης: Εφ' όσον το ex και το procedere μας ενισχύουν και οδηγούν στην έννοια του πηγάζειν, τότε αποδυναμώνεται και ακυρώνεται το procedere με την έννοια του προϊέναι-προέρχεσθαι-εξέρχεσθαι. Και τότε είναι προφανές ότι η προσθήκη του Filioque δεν έχει θέση, είναι λανθασμένη.

Επομένως, νομίζουμε, καλώς ελέχθη ότι τα ίδια ισχύουν και για το λατινικό κείμενο του Συμβόλου.

Βεβαίως τα πράγματα αλλάζουν, αν αντί της προθέσεως ex -εκ χρησιμοποιήσουμε αβασάνιστα η εννοήσουμε απλουστευτικά και άκριτα την πρόθεση a (= από). Εάν αυτή σημαίνει ο,τι και στα ελληνικά η από, τ. ε. την έμμεση καταγωγή, την απομάκρυνση από τα έξω κάποιου, τότε τα πράγματα εκτρέπονται της ορθής ερμηνείας. Τότε δηλ. ενισχύεται το procedere με την έννοια του εξέρχεσθαι και τότε μπορεί να συνυπονοηθεί και να εισαχθεί και το Filioque . Και τούτο, όταν ιδίως δεν προσεχθεί η πρόταση «το λαλήσαν δια των προφητών», η οποία μας αποτρέπει από αυτό, επειδή, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, μας ανάγει στην αΐδιο εκπόρευσή Του.

Και όμως, όπως τα πράγματα δείχνουν, δυστυχώς το a εννόησαν πολλοί πιστοί της Δυτικής Ευρώπης, αν και χρησιμοποιούσαν το ex . Και τούτο, γιατί παρασύρθηκαν από τη μετάφραση της λατινικής Βουλγάτας και των άλλων σχετικών μεταφράσεων. Αυτήν την εμπλοκή ίσως μαρτυρεί, έστω ασυνειδήτως, και η εξής ομολογία της «Διασαφήσεως», την οποία είδαμε και στην αρχή της παρούσας συμπληρωματικής Γνωμοδοτήσεως. Τη μεταφέρουμε και πάλι: «Όπως η λατινική βίβλος ( Vulgata και αι προηγούμεναι μεταφράσεις) είχε μεταφράσει το Ιωάν. ιε , 26 (παρά του Πατρός εκπορεύεται) με " qui a Patre procedit ", οι Λατίνοι μετέφρασαν το εκ του Πατρός εκπορευόμενον του Συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως με " ex Patre procedentem " ( Mansi VII , 112B)».

Το «όπως» που βρίσκεται στην αρχή της ανωτέρω ομολογίας δίνει λαβή να παραλληλίσουμε και να υπονοήσουμε μία επίδραση του « qui a Patre procedit » στο « ex Patre procedentem ».

Αντί, λοιπόν, να κάνουν την απαραίτητη αντιδιαστολή και να μείνουν στο λατινικό κείμενο του Συμβόλου, λαμβάνοντας σοβαρώς υπ' όψη τους την πρόθεση ex , παρασύρθηκαν από το a των μεταφράσεων. Εξέλαβαν το ex του Συμβόλου τους ως το a (=από), παρασυρόμενοι και από τη Βουλγάτα, ίσως δε και από νεότερες αλλόγλωσσες (π.χ. γερμανικές) μεταφράσεις.

Και πράγματι, κατά πρώτον σε διάφορα λατινικά κείμενα της Αγίας Γραφής δυστυχώς η πρόταση του Ιω. 15,26 («ο παρά του Πατρός») αποδίδεται με το a (« qui a Patre »), το οποίο αντιστοιχεί με το από και σημαίνει την έμμεση καταγωγή.

Φέρνουμε μερικά παραδείγματα-μαρτυρίες. Έτσι το Novum Testamentum Latinae ( Secundum editionem Sancti Hieronymi ), Oxonii - Londini 1962, έχει: « Cum autem venerit Paracletus , quem ego mittam vobis a Patre , Spiritum veritatis , qui a Patre procedit , ille testimonium perhibebit de me ».

Και το Novum Testamentum (Theo. Bezae, Londini MCMLXV) έχει : «Quum autem venerit advocatus ille, quem ego mittam vobis a Patre , Spiritus, inquam, ille veritatis, qui a Patri emanat, ille testabitur de me».

Κατόπιν τούτων εύκολο και εύλογο ήταν να παρασυρθούν και πολλές ευρωπαϊκές μεταφράσεις. Προς απόδειξη τούτου παραθέτουμε και το κείμενο τριών γερμανικών μεταφράσεων ενδεικτικώς, οι οποίες μάλλον από το λατινικό κείμενο εξαρτώνται παρά από το ελληνικό πρωτότυπο κείμενο του Ιω. 15,26:

1) Das Neue Testament (Eb.-Er. Nestle u. K. Aland, Stuttgart 195716, σελ . 280: «Wenn aber der Tröster kommen wird, welchen ich euch sendem werde vom Vater, der Geist der Wahrheit, der vom Vater ausgeht , der wird zeugen von mir».

2) Die Gute Nachricht, Das Neue Testament in heutigem Deutsch , Deutsche Bibelstiftung, Stuttgart 19764, σελ . 256: «Der Stellvertreter wird kommen, Es ist der Geist der Wahrheit, der vom Vater kommt . Ich werde ihn zu euch senden . . . ».

3) Neues Testament , Herder Bücherei, Freiburg im Breisgau, 19615, σελ . 125: «Wenn der Helfer kommt, den ich euch vom Vater her senden werde, der Geist der Wahrheit, der vom Vater ausgeht , der wird vom mir zeugen».

Και αυτή η απλούστευση η μάλλον συμμόρφωση και εξομοίωση όλων των ανωτέρω με το a (= από ) έχει τέτοια επίπτωση στην ορθή ερμηνεία του Ιω . 15,26, ώστε ακόμη και ο διαπρεπής καθηγητής της Δογματικής M. Schmaus να αναγκαστεί να γράψει : «Wenn die Schrift (Jo 15,26) sagt, daß der Heilige Geist vom Vater hervorgeht, so ist das nicht im ausschließlichen Sinn zu verstehen. Es bedeutet viel mehr, daß alles, was der Sohn hat, vom Vater ist, also auch das Hauchen» ( Katholische Dogmatik , Band I, München 19606, σελ . 477).

Εμφανής, λοιπόν, είναι η εξάρτηση από το λατινικό κείμενο των μεταφράσεων. Αντί να παρασυρθούν από τις μεταφράσεις και να «διορθώσουν» το Σύμβολο, εννοώντας το από και προσθέτοντας το Filioque , έπρεπε να διορθώσουν τις μεταφράσεις βάσει του Συμβόλου, βάσει του ex . Είπαμε οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων (και μια τέτοια είναι και το Σύμβολο της Πίστεως) είναι οι αυθεντικοί ερμηνευτές της Αγίας Γραφής.

Εφ' όσον αγνοήθηκαν αυτά, από εκεί και πέρα εύκολο ήταν να πάνε στο procedere με την έννοια του εξέρχεσθαι-προχέεσθαι και όχι του πηγάζειν. Και φυσικά το επόμενο βήμα ήταν η προσθήκη του Filioque .

Το άλλο δυστύχημα όμως είναι ότι και Έλληνες μεταφραστές αποδίδουν την πρόθεση παρά του Ιω. 15,26 με την πρόθεση από. Ακόμη και οι Τρεμπέλας και Κολιτσάρας, όπως είδαμε, και αυτοί εν μέρει (τη μία φορά από τις δύο που υπάρχουν στο Ιω. 15,26) αποδίδουν την παρά επιτυχώς. Ο μεν Παν. Τρεμπέλας με το «από τους κόλπους» δηλ. από μέσα από, αμέσως, ο δε Κολιτσάρας με το «εκ μέρους».

Αυτό το φαινόμενο των απλουστευμένων μεταφράσεων οφείλεται στην επίδραση των ξένων μεταφράσεων στους Έλληνες μεταφραστές η στην απλούστευση και «πτώχευση» της νεότερης Ελληνικής Γλώσσας; Άγνωστο. Πάντως με αυτό το γεγονός οι Έλληνες ερμηνευτές αντί να τίθενται στην πρωτοπορία και τη διακονία της ορθής υποδείξεως και αποδόσεως των Γραφών και στις άλλες γλώσσες από τους ερμηνευτές τους, τους εγκαταλείπουν αβοήθητους να επαναπαύονται η να παρασύρονται σε παρερμηνείες.

Και επίσης μπορεί να μη γνωρίζουμε ακριβώς ποιός και πως παρέσυρε ο ένας τον άλλο, η άφησε να παρασυρθεί, και πόσο ευθύνεται ο καθένας γι' αυτό, όμως ένα πράγμα αναδεικνύεται και από την Ιστορία των ευρωπαϊκών λαών: Ότι οι φραγκόφωνοι πιστοί από τη μια μεριά με τις γλωσσικές τους αδυναμίες (ανυπαρξία λεπτότατων γλωσσικών διακρίσεων) και από την άλλη με την πολιτική τους και στρατιωτική τους δύναμη παρέσυραν τους Λατίνους και παραθεώρησαν και το εκ (εκ του Πατρός) του ελληνικού κειμένου του Συμβόλου της Πίστεως και το ex ( ex Patre ) του δικού τους λατινικού κειμένου και οδηγήθηκαν ισοπεδωτικώς από το a (= από).

Γι' αυτό και τώρα έχουν καθήκον όλες οι πλευρές, ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι και φραγκόφωνοι, να διερευνήσουν την ορθή ερμηνεία του χωρίου του Ιω. 15,26 και να βοηθήσουν αλλήλους στην κατανόηση και αποδοχή και ομολογία αυτής της αλήθειας και δια των διορθωμένων Γραφών και δια του ορθού Συμβόλου της Πίστεως. Για μια τέτοια διόρθωση και επανόρθωση και τη σχετική διαδικασία είχαμε κάνει εκτενή λόγο και στην κυρία γνωμοδότηση. Πάντως με όλα τα ανωτέρω στοιχεία ενισχύονται εκείνα, τα οποία είχαμε γράψει σχετικά με το Filioque στην εν λόγω εκτενή γνωμοδότηση.

Εν πάση περιπτώσει και από την περίπτωση της μεταφράσεως του εδαφίου Ιω. 15,26 αποδεικνύεται εκείνο που λέει ο α κανόνας του Διονυσίου Αλεξανδρείας: «Ου μικρόν εν βίω το παραμικρόν» (5). Γι' αυτό επίσης και ο ιστ κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου υποδεικνύει: «Πρόσεχε ουν ακριβώς τη Γραφή και αυτόθεν ευρήσεις την λύσιν του ζητήματος» (6). Και αυτά είναι ορθά, γιατί ακόμη και η παραμικρή λέξη η συλλαβή δεν έχει μικρή σημασία για την επίγνωση της αλήθειας, «ουδέ βραχείαν συντέλειαν (= ωφέλειαν) εις την του μυστηρίου δύναμιν εισφέρεται», κατά τον Ϟα κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου (7). Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα αλλού παρατηρεί: «Το γαρ μη παρέργως ακούειν των θεολογικών φωνών, αλλά πειράσθαι τον εν εκάστη συλλαβή κεκρυμμένον νουν εξιχνεύειν, ουκ αργών εις ευσέβειαν, αλλά γνωριζόντων τον σκοπόν της κλήσεως ημών· ότι πρόκειται ημίν ομοιωθήναι Θεώ, κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε, ουκ άνευ γνώσεως· η δε γνώσις ουκ εκτός διδαγμάτων. Λόγος δε διδασκαλίας αρχή· λόγου δε μέρη, συλλαβαί και λέξεις. Ώστε ουκ έξω σκοπού γέγονε των συλλαβών η εξέτασις»8.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω θα θέλαμε να παρατηρήσουμε και τα εξής: Βλέπουμε την ακριβολογία και την υπεροχή της Αγίας Γραφής και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων εν συγκρίσει και προς μεγάλες μορφές και παράγοντες της Εκκλησίας. Τώρα, αν οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής γνώριζαν τόσο καλά τη γραμματική και το συντακτικό της ελληνικής γλώσσας, δεν έχουμε το δικαίωμα να το αποκλείσουμε, αλλά έχουμε το δικαίωμα να το αμφισβητήσουμε.

Για τους λόγους αυτούς μήπως, λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι οι μεν Απόστολοι και συγγραφείς της Αγίας Γραφής ήσαν πράγματι θεόπνευστοι, οι δε αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων λαμβάνονταν με την επίνοια και επιστασία του Αγίου Πνεύματος; Νομίζουμε ότι είναι λογικό.

 

Επίμετρο

Μέσα σε μια τέτοια προσπάθεια και επιδίωξη, νομίζουμε, ότι έχει θέση και η προτροπή του Κυρίου προς τον επίσκοπο της «εν Λαοδικεία Εκκλησίας»: «Συμβουλεύω σοι αγοράσαι παρ' εμού χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ίνα πλουτήσης, και ιμάτια λευκά ίνα περιβάλη και μη φανερωθή η αισχύνη της γυμνότητός σου, και κολλύριον ίνα εγχρίση τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπης» (Αποκ. 3,18).

Η Αποκάλυψη λέει αυτά, γιατί ο Κύριος είχε υποδείξει προηγουμένως στον επίσκοπο της «εν Σάρδεσιν Εκκλησίας», που είναι ίδιος με τον της Λαοδικείας: «Γίνου γρηγορών, και στήρισον τα λοιπά α έμελλον αποθνήσκειν· ου γαρ εύρηκά σου τα έργα πεπληρωμένα ενώπιον του Θεού μου» (Αποκ. 3,2).

Και τώρα τίθεται το ερώτημα: Που γνωρίζουμε, εάν, έστω ασυνειδήτως, η αναγκαζόμενος από τις εξελίξεις, και ο Πάπας δεν ακολουθεί αυτές τις Συμβουλές του Κυρίου και ένεκα τούτων συναντάται με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τ. ε. με την Ορθόδοξη Εκκλησία; Μήπως το πράττει, για να προμηθευτεί και το «χρυσίον» και τα «ιμάτια» και το «κολλύριον», και για να καταστούν και τα ποικίλα έργα του πεπληρωμένα ενώπιον του Θεού;

Και ένα άλλο ερώτημα: Έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί το δικαίωμα να παρεμποδίσουμε μία τέτοια επιθυμία η και μία τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων, διακόπτοντες τις επαφές και τους διαλόγους, εφ' όσον υποστηρίζουμε ότι έχουμε και διαθέτουμε και το «χρυσίον» και τα «ιμάτια» και το «κολλύριον»;

Και τρίτο ερώτημα: Και δεν πρέπει να σκεπτόμαστε όλοι οι ορθόδοξοι Χριστιανοί και το πιστό πλήρωμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και τις προσδοκίες-επιθυμίες του; Τι φταίει ο απλός πιστός και είναι σωστό να του στερούμε την πληρότητα των μυστηρίων (του), στα οποία θέλει να συμμετέχει και να (μετα)λαμβάνει;

 

Σύνοψη – Πρόταση

Είχαμε προτείνει στην προηγούμενη εκτενή Γνωμοδότηση ότι πρέπει να αντικατασταθεί στο λατινικό κείμενο του Ιω. 15,26 το ρήμα procedere , το οποίο έχει δύο έννοιες (του πηγάζειν και προϊέναι - προέρχεσθαι) με το ρήμα emanare = πηγάζειν. Σ' αυτό μετά τα ανωτέρω δεδομένα δεν θα επιμέναμε, επειδή αντί της ήδη χρησιμοποιουμένης προθέσεως a (= από) μπορεί (πρέπει) να χρησιμοποιηθεί η πρόθεση ex (=εκ), η οποία προσδιορίζει ικανοποιητικά την προέλευση-πηγή, τ.ε. τον Πατέρα.

Το ίδιο θα πράτταμε και για το αρχικό λατινικό κείμενο του Συμβόλου («qui ex Patre procedit» η «ex Patre procedentem»), επειδή από πολλούς αιώνες έχει εγκριθεί και χρησιμοποιηθεί από την Εκκλησία και επειδή στο κείμενο αυτό το procedere ήδη συντάσσεται με το ex (= εκ), που μας ανάγει στην έννοια του έσωθεν, της άμεσης καταγωγής, της πηγής, της αρχής, της αιτίας, τ.ε. στον Πατέρα. Επομένως το άρθρο αυτό μπορεί να μείνει ως έχει. Όπως άλλωστε είχε εξ αρχής και επί αιώνες, και για να μη δημιουργούνται προβλήματα στους πιστούς.

Σημείωση: Ως προς το θέμα της υπάρξεως στο λατινικό Σύμβολο του Filioque και της αξιοποιήσεως-αναλύσεώς του παραπέμπουμε στην εν λόγω προηγούμενη κυρία γνωμοδότηση.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Εκκλησία ΠΗ (2011) 775 εξ.

(2) Εκδ. Typis Vaticanis 1996.

(3) Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον , PG 124,205C.

(4) Πάντως φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη σχέση και αναλογία στη λειτουργικότητα μεταξύ του ελληνικού εκ και του λατινικού ex , καθώς και μεταξύ του ελληνικού από και του λατινικού a ( ab ). Ο J . Humbert (μτφ. Γ. Κουρμούλης) ήδη, γράφοντας για τις προθέσεις από και εκ, κάνει λόγο για κάποια αντιστοιχία και συμφωνία μεταξύ από- ab και εκ- ex . (Βλ. σελ. 290§511 και σελ. 295§521). Πρβλ. και Θεοφ. Α. Κακριδή, Γραμματική της Λατινικής Γλώσσης , (Μέρος Β , Συντακτικόν), Εν Αθήναις, χ.χ., σελ. 99 και 163-165, ως και Αντ. Βράκα, Η Γραμματική του λατινικού λόγου , εκδ. «Έννοια», Αθήνα 2008, σελ. 178 και 185 (για το α-αβ) και σελ. 179 και 187 (για το e-ex).

(5) Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων , τομ. Δ , Αθήνησιν 1854, σελ. 4.

(6) Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα , τομ Δ , σελ. 136. Βεβαίως, αυτή η ακριβολογία μη νομιστεί ότι παραμερίζει την έρευνα της διάνοιας των κειμένων. Αντιθέτως την διασφαλίζει και την ενισχύει, γιατί ο αυτός Μέγας Βασίλειος στον ιη κανόνα του λέει: «Προσέχειν ακριβώς τω κατ' έννοιαν φαινομένω πράγματι, και τη της Γραφής διανοία . . . » ( οπ. παρ ., τομ. Δ , σελ. 140).

( 7 ) Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα , τομ. Δ , σελ. 287.

(8) Μεγάλου Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύματος 1, 2, PG 32,69B.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.