ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Νεώτεραι προσπάθειαι οικονομήσεως δυσκολιών τινών εν τω αλαθήτω του Πάπα

Στυλιανού Στ. Χαρκιανάκι, Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας,
Περί το αλάθητον της Εκκλησίας εν τη Ορθοδόξω Θεολογία
,
β΄ εκδ. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2014, σελ. 159-164

Εν ετει 1962 εκυκλοφόρησε σπουδαιότατον δια την συστηματικήν Θεολογίαν σύγγραμμα υπό του Ρωμαιοκαθολικού συστηματικού εν Τυβίγγη Θεολόγου Hans Küng, εις το οποίον επανειλημμένως εδόθη η ευκαιρία όπως παραπεμψωμεν εν τοις έμπροσθεν.

Βεβαίως το έργον τούτο, λόγω του σχετικώς προσφάτου της εκδόσεως αυτού και της μη μεταφράσεως του εισέτι εκ της Γερμανικής εις άλλας των ευρωπαϊκών γλωσσών, δεν εγένετο ακόμη ευρύτερον γνωστόν, πλην ως βέβαιον πρέπει να θεωρηθή, ότι η ευρυτέρα διάδοσις του έργου τούτου πολλάς θέλει προκαλέσει συζητήσεις και εκτός του γερμανόφωνου θεολογικού χώρου, λόγω των κατ' εξοχήν εκκλησιολογικών θεμάτων, άτινα διαπραγματεύεται, και των εν προκειμένω τολμηρών εν πολλοίς δια την Ρωμαιοκαθολικήν Θεολογίαν απόψεων του συγγραφέως. Η τοιαύτη λοιπόν σπουδαιότης του εν λόγω συγγράμματος επιτρέπει ασφαλώς, όπως λάβωμεν τούτο ως αντιπροσωπευτικόν δια την μελέτην των νεώτερων προσπαθειών της Δυτικής Θεολογίας προς οικονόμησιν σοβαρών δυσκολιών εν τω θέματι του αλαθήτου του Πάπα.

Ο Η. Küng παρέχει πάσαν την εκ της Δυτικής εκκλησιαστικοκανονικης Παραδόσεως απαραίτητον ύλην εις μίαν συστηματικήν θεολογικήν σύνθεσιν, δια να αποδείξη, ότι αι «συνοδικαι ιδέαι» και η άποψις, καθ' ην ο Πάπας δύναται κατ' αρχήν να πλανηθή και να τεθή υπό τον ελέγχον της Συνόδου, δεν αποτελούν «επαναστατικάς» και αιρετικάς δοξασίας (σελ. 274), υπό του Ockam και του Marsilius το πρώτον εξενεχθείσας, ως συνήθως διατείνονται οι αδιάλλακτοι θιασώται του Παπισμού, αλλά γνήσιους καρπούς της εκκλησιολογικης σκέψεως της Δύσεως από των αρχαιότατων χρόνων, ερειδομένας μετά πάσης νομιμότητος επί της γνησίας εκκλησιολογικής Παραδόσεως (σελ. 263 και 265) (1). Το όντως μετά γενναιότητος και πολλής κατ' αρχήν αντικειμενικότατος εκφερόμενον τούτο πόρισμά του στηρίζει ο Küng και δια των εμβριθών μελετών του Β. Tierney (2).

Παρά ταύτα όμως ο τόσον τολμηρός δια ρωμαιοκαθολικάς συνθήκας Küng αδυνατεί να διατυπώση και την εσχάτην συνέπειαν των πορισμάτων αυτού, ήτοι να ομολογήση, ότι ο Πάπας είναι δυνατόν να πλανηθή και ex cathedra αποφαινόμενος και ουχί μόνον ως doctor privatus. Δεν αποτολμά τούτο ο Küng, διότι τότε ουχί μόνον το imprimatur θα ήτο αδύνατον να λάβη προς έκδοσιν του τοσαύτα σχόλια προξενησαντος πολύκροτου βιβλίου του, αλλά θα διέτρεχεν ούτος και τον κίνδυνον του αφορισμού εκ της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, εφ όσον θα εφωράτο διαρρήδην αρνούμενος τα εν τη Α' Βατικανή Συνόδω σχετικώς θεσπισθέντα.

Δύναται όμως να λεχθή μετ' απολύτου βεβαιότητος, ότι τα υπό του Küng παρατιθέμενα στοιχεία της Δυτικής Παραδόσεως ως άμεσον λογικήν συνέπειαν έχουν, ότι ο Πάπας δύναται και ex cathedra να πλανηθή; Καθ' ημάς αναμφιβόλως. Προς τούτο όμως δέον να ενθυμηθή τις πώς καθορίζεται στοιχειωδώς παρά των Ρωμαιοκαθολικών η έννοια του ex cathedra : Μια απόφασις του Πάπα θεωρείται ως ex cathedra εξενεχθείσα, όταν αφορά εις την Πίστιν και τα ήθη ( fides et mores ) της Οικουμενικής Εκκλησίας. Μήπως όμως ακριβώς και κυρίως εις περιπτώσεις αφορώσας εις την Πίστιν της Οικουμενικής Εκκλησίας δεν υπεστήριξαν την υπεροχήν της Συνόδου έναντι του Πάπα πάντες οι υπό της ερεύνης μνημονευόμενοι δυτικοί υπέρμαχοι του συνοδικού συστήματος; Καίτοι κατά την ομολογία του K ü ng (σελ. 267) η νεωτέρα διάκρισις ex cathedra - doctor privatus δεν ήτο άγνωστος εις την μεσαιωνικήν Παράδοσιν της Δύσεως, οι τον συνοδισμόν κατά τούτον ή εκείνον τον τρόπον μαρτυρούντες δυτικοί εκπρόσωποι (οίτινες λεχθήτω ότι μετά της αυτής ενίοτε υποστηρίζουν εμμονής και τον Παπισμόν), ήκιστα εποιήσαντο χρήσιν της τοιαύτης διακρίσεως. Ούτω π.χ. το decretum Gratiani ενώ καταλείπει άθικτον το κύρος της προτάσεως « Papa a nemine judicatur », ως μόνην εξαίρεσιν γνωρίζει την ήδη και υπό του Humbert a silva Candida μνημονευόμενην περίπτωσιν: « nisi deprehendatur a fide devius », του K ü ng παρατηρούντος εν προκειμενω· «Τουτο είχε τεραστίας συνεπείας: Από του 12ου έως του 14ου αιώνος το δυνατόν κατάδικης και εκθρονίσεως αιρετικού τίνος Πάπα παρέμεινε το κοινόν δίδαγμα ( sententia communis ) των Κανονολόγων, και των πλέον έτι παπικών. Τούτο δε προεβλέπετο ουχί δια μόνην την περίπτωσιν της αιρέσεως, διότι ήδη και η Summa του Ρουφίνου (†1190) συγκαταλέγει εις την αίρεσιν και το (αίρεσιν ως συνέπειαν έχον) σχίσμα» (3).

Εφ' όσον λοιπόν ο Γρατιανός ( decretum Gratiani ) αφ' ενός αναφέρει την περίπτωσιν του δυνατού της εν τη Πίστει πλάνης του Πάπα και την ως εκ τούτου υπό της Συνόδου εκδίκασιν και κατάδικην του ( a fide devius ), αφ' ετέρου δε την Πίστιν ( fides ) χαρακτηρίζει ως κοινόν θέμα πάντων των Χριστιανών (4), παρατηρών περί αυτής: « Quae universalis est , quae omnium communis est , quae non solum ad clericos verum etiam ad laicos et at omnes omnmo pertmet christianos » (5), επόμενον είναι, ότι εκλαμβάνει τον Πάπαν και ex cathedra δυνάμενον να πλανηθή. Διότι, ως και ανωτέρω είπομεν, τι άλλο προσδιορίζει το ex cathedra ή η αναφορά εις την Πίστιν πάντων των μελών, ήτοι την Πίστιν της Οικουμενικής Εκκλησίας;

Τα αυτά παρατηρητεα και περί του Johannes Teutonicus , του τοσαυτην ασκησάντος επίδρασιν κατά τον 14 ο αιώνα εν τη Δύσει δια της περίφημου αυτού glossa ordinaria . Και ούτος παρατηρεί, ότι « ubi de fide agitur ... tunc synodus major est Papa » (6), ταύτα δε κατοχυροί δια της γνωστής Ρωμαϊκής αρχής: « quod omnes tangit ab omnibus judicetur » (7).

Δύναται λοιπόν κατόπιν όλων τούτων να αρνηθή οιοσδήτις αντικειμενικός κριτής, ότι κατά τους κλασσικούς δυτικούς εκπροσώπους του συνοδικού συστήματος, ακριβώς εις τα αφορωντα εις την όλην Εκκλησίαν δηλ. ex cathedra (8), ενδέχεται να πλανηθή ο Πάπας, και τότε κρίνεται αναλόγως υπό της Συνόδου; Πώς όμως εξηγείται η κατάδικη του Πάπα υπό Συνόδου παρά Ρωμαιοκαθολικής πλευράς; Κατ' αρχήν προσπαθεί ο H . Kung να αποδείξη, ότι και αύτη η Α' Βατικανή Σύνοδος δεν αποκλείει μόνον πάντα άκρον Γαλλικανισμόν και Συνοδισμόν, αλλ' εξ ίσου και πάντα άκρον Παπισμόν (9), είτα δε υπενθυμίζει τον απόκρυφον χαρακτήρα της προτάσεως « prima sedes a nemine judicatur » (10). Και διαλλασσεται μεν εν τινι μέτρω, δια των δυό τούτων κεντρικών παρατηρήσεων, η θεωρία προς τα αναντίρρητα ιστορικά γεγονότα εν τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, ενταύθα όμως εύρηνται και τα έσχατα όρια, μέχρι των οποίων εξικνείται ο άλλως τολμηρός, ως ελέχθη, Küng, διότι την κατάδικην του Πάπα υπό Συνόδου δεν δύναται και ούτος να ερμηνεύση άλλως η εν τω πνεύματι της γνωστής θεωρίας των αρχαιότερων και σύγχρονων Ρωμαιοκαθολικών Κανονολόγων, καθ' ην η καταδικαστική κατά του Πάπα απόφασις της Συνόδου χαρακτηρίζεται ως sententia declaratoria. Ούτω χρησιμοποιεί και ο Küng τα αυτά επιχειρήματα των Κανονολόγων, καταφεύγων και ούτος, κατά τρόπον μη αναιρούντα ουδέ ποσώς θίγοντα την εν τη Εκκλησία υψίστην αυθεντίαν του Ρωμαίου Ποντίφηκος, εις συλλογισμόν, όστις και αν έτι δεν ήθελε χαρακτηρισθή ως τούτ' αυτό σοφιστία, ήκιστα συντελεί εις ευόδωσιν του επιδιωκομένου σκοπού.

Ο εν λόγω συλλογισμός έχει ούτω: Το αν η Οικουμενική Σύνοδος εκθρονίζη και καταδικάζη ως αιρετικόν τον Πάπαν, τούτο δεν σημαίνει ποσώς, ότι αύτη αποτελεί αυθεντίαν υπέρ τον Πάπαν, διότι η απόφασις και κρίσις της Συνόδου δεν κέκτηται ενεργητικόν, αλλά διαπιστωτικόν, αναγγελτικόν χαρακτήρα (sententia declaratoria). Ως η δήλωσις θανάτου, λέγουν, δεν προξενεί ουδ' επιφέρει τον θάνατον, αλλ' απλώς αναγγέλλει αυτόν, ούτω και η υπό της Συνόδου κατάδικη του Πάπα δέον όπως μη εκληφθή εν τη εννοία ότι η Σύνοδος τυγχάνει το ποιητικόν αίτιον της κατάδικης, διότι το ποιητικόν αίτιον ταύτης υπήρξεν η αίρεσις ή η πνευματική ανικανότης (12) (η δεύτερα περίπτωσις προκείμενου περί εκθρονίσεως μόνης).

Αλλ' υπ' Ορθοδόξου πλευράς τίθεται νυν το ερώτημα: Αρκεί μία τοιαύτη εξεζητημένη διάκρισις διά να αφαιρέση τον χαρακτήρα της αυθεντίας από της συνοδικής αποφάσεως; Ή ορθότερον: Αρκεί ο αντικειμενικός περιορισμός του ποιητικού αιτίου εις μόνον το γεγονός της αιρέσεως ή της πνευματικής ανικανότητος, όπως αρθή από της συνοδικής αποφάσεως ο χαρακτήρ της αυθεντίας και του δικαστικού κύρους; Μήπως και εις την περίπτωσιν της δι' αφορισμού αποκόψεως οιουδήτινος μέλους της Εκκλησίας, το κυρίως τον αφορισμόν επενέγκον ποιητικόν αίτιον δεν είναι η αίρεσις καθ' εαυτήν ή η οιαδήτις ετέρα νοσηρά κατάστασις, δι' ην και αφωρίσθη ο τέως πιστός; Παύομεν όμως δια τούτο να λέγωμεν ότι η Εκκλησία ως αυθεντία υπέρ το μεμονωμένον μέλος απέκοψε τούτο, χρωμένη τη ην εν απολύτω ευθύνη κέκτηται εξουσία;

Πας άρα απαθής κριτής υποχρεούται να ομολογήση, ότι η θεωρία αύτη ήκιστα συντελεί εις ευόδωσίν του δι' ον επενοήθη σκοπού, λογικώς δε ανακρινόμενη άγει φυσικώς και αβιάστως εις την ίδιαν αναίρεσιν.

Το ασύστατον όμως της τοιαύτης θεωρίας διορων, φαίνεται, και K üng, γραφεί έστω και ουχί εν απολύτω λογική συνεπεία: «Εν ω μετρό λοιπόν η συνοδική κρίσις (απόφασις) δεν είναι μεν το αίτιον της καθαιρέσεως του Πάπα και συνεπώς δεν αίρει το αξίωμα αυτού ως έξωθεν επιβαλλομένη και υπέρ αυτόν ιστάμενη αυθεντία, αλλά και εν ω μέτρω πάλιν η συνοδική κρίσις είναι εκείνη, ήτις διαπιστοί την νομικώς έγκυρον απώλειαν του αξιώματος του Πάπα και συνεπώς η Σύνοδος ως κρινουσο άρχη καθιστά την απώλειαν του αξιώματος του Πάπα έγκυρον δια τε κοινόν της Εκκλησίας, μεθ' όλων αυτής των συνεπειών, εν τω αυτω μέτρω δυνάμεθα να είπωμεν, ότι εν τη εννοία ταύτη η Α' Βατικανή Σύνοδος εκπροσωπεί μίαν υπεροχήν της Συνόδου (υπέρ τον Πάπαν) χωρώ τούτο πράγματι να σημαίνη, ότι η Σύνοδος θα απέβαινεν η ανωτέρα και από του Πάπα ανεξάρτητος νομική αυθεντία έναντι της οποίας ούτος θα ίστατο απλώς ως υποτελής» (12).

Πάντως εάν κέκτηνται κύρος τι αι μαρτυρίαι των εν ταις ερεύναις του Tie rney και του Küng μνημονευόμενων δυτικών εκπροσώπων της συνοδικής εκκλησιολογικής σκέψεως, και τούτο δια τούτο δια να στηριχθή ως παραδοσιακόν το εν όψει της νέας εν Βατικανώ Συνόδου εντός κυρίως του Γαλλικού και Γερμανικού Καθολικισμού αρξαμένον αξιέπαινον ρεύμα ενισχύσεως συνοδικού θεσμού και του Επισκοπάτου, εις αντίβαρον της παπικής μοναρχίας, τότε αι μαρτυρίαι αύται δίκαιον και ορθόν είναι να λαμβάνωνται εν όλη αυτών τη σοβαρότητι και μέχρι της εσχάτης συνεπείας, διά να έχουν την δύναμιν να αποφέρουν τους προσδοκωμένους και επιδιωκομένους καρπούς.

Καταδειχθέντος λοιπόν διά μίαν εισέτι φοράν ασύστατου εξ Ορθοδόξου επόψεως του περί του αλαθήτου του Πάπα ρωμαιοκαθολικού δόγματος, συναποδεικνύεται, ότι η ορθή περί αλαθήτου, ως και περί πάσης άλλης εν τη Εκκλησία αυθεντίας, έννοια δίδεται υπό της Ορθοδόξου διδασκαλίας, ην εν κεφαλαίω εξεθηκεν ο ι. Χρυσόστομος εν τω ιδιαιτέρως επ' εσχάτων υπό της Ορθοδόξου ερεύνης εξαρθέντι χωρίω: «Τα μεν γαρ του παρόντος αξιώματα βίου τότε μείζονα φαίνεται, όταν εις ένα περιστή μόνον επί δε των πνευματικών τουναντίον, τότε λάμπει το της τιμής όταν πολλούς της προεδρειας έχη κοινωνούς και όταν ο μετέχων μη εις η, αλλά πολλούς έχη τους αυτών απολαύοντας» (13).


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Κατ' αρχήν οφείλομεν να ομολογήσωμεν, ότι η τοιαύτη επί του χώρου του Εκκλησιαστικού Δικαίου έρευνα, καίτοι μη ούσα η ιδεώδης δια την περίπτωσιν της Εκκλησιολογίας (η ιδεώδης θα ήτο η καθαρώς δογματική έρευνα), ήκιστα θα ηδύνατο να θεωρηθή ως εκτός των ορίων της νομιμότητος, διότι, ως ορθώς παρετηρήθη υπ' Ορθόδοξου πλευράς, το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον και το Εκκλησιαστικόν Πολίτευμα, δέον να θεωρηθούν ως έκφρασις της δογματικής περί της ουσίας της Εκκλησίας πίστεως, και ουχί μόνον ως υπό εξωτερικάς συνθήκας και ιστορικάς ανάγκας διαμορφωθέν σύστημα (πρβλ. Κ. Μουρατίδου, Η ουσία και το πολίτευμα της Εκκλησίας..., σελ. 6. To υ αυτού , Διαφοροποίησις , εκκοσμίκευσις ..., σελ . 35).

(2) Foundations of the conciliar theory, Cambridge 1955. Πρβλ , εν προκειμένω και P. de Vooght , Der Konziliarismus bei den Konzilien von Konstanz und Basel, εν Das Konzil und die Konzile . Stuttgart 1962, σελ . 165-210.

(3) Ότι εις τα αφορώντα εις το αλάθητον του Πάπα η εκ των πρότερων αντιδραστικότης της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δύναται να φθάση και τα όρια αλλεργικής ούτως ειπείν ευαισθησίας, μαρτυρούν πλείστα επεισόδια κατά τας παραμονάς της συνεχιζομένης Β' Συνόδου του Βατικανού. Ούτω, «Ρωμαιοκαθολικά βιβλιοπωλεία της Ρώμης απέσυρον της κυκλοφορίας την μεταφρασθείσαν πανταχού γενναίαν εγκύκλιον επιστολήν της Ολλανδικής Ιεραρχίας εν όψει της προσεχούς Συνόδου του Βατικανού. Το μέτρον ελήφθη, διότι εν αύτη εζητείτο η αναθεώρησις του περί του Παπικού αλαθήτου δόγματος και της σχέσεως του Πάπα έναντι του σώματος των Επισκόπων εν τη Εκκλησία» (Μηνιαίον Δελτίον της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρά τω Π.Σ.Ε., αριθ. 52, Μάιος - Ιούνιος 1962, σελ. 6). Ανάλογοι υπήρξαν ως γνωστόν αι αντιδράσεις και κατά του σχετικού περί ενδεικνυόμενων μεταρρυθμίσεων βιβλίου του Ρωμαιοκαθολικού ιερέως P . Lombardi .

(3) Η. K ü ng , Strukturen der Kirche , σελ. 268-269.

(4) H . Kung . ένθ. ανωτ., σελ. 268. Άλλωστε την τοιαύτην άποψιν. ότι δηλαδή η πίστις αποτελεί ακριβώς το κοινότατον μεταξύ των χριστιανών θέμα, και σήμερον έτι διακηρύττουν διάσημοι Ρωμαιοκαθολικοί Θεολόγοι, ως π.χ. ο Υ. Gongar , γραφών ότι « der Glaube gerade die universale Wirklichkeit par excellence ist , die erste der Wirklichkeiten , nut der und in der alle Gemeinschaft haben » (εν Das Konzil und die Konzile , Stuttgart 1962. σελ. 358).

(5) Παρά B. Tierney, Foundations of the conciliar theory, Cambridge 1955, σελ . 49.

(6) Πρβλ. τα κείμενα του Teutonicus παρά Tierney , μνημ. Έργ., σελ. 250-254.

(7) Πρβλ. Η. K ü ng , Strukturen der Kirche , σελ. 268.

(8) Ασχέτως αν διατείνωνται οι Ρωμαιοκαθολικοί, ότι το ex cathedra δηλούται τυπικώς, όταν απόφασις τις του Πάπα περιέχη τον όρον « definimus ». Διότι σημασίαν έχει η ουσία και ουχί ο εξωτερικός τόπος.

(9) Την Θέσιν ταύτην εκπροσωπούν και πλείστοι έτεροι Ρωμαιοκαθολικοί Θεολόγοι, εν οις και ο ]. Ratzinger ( Κ . Rahner - J. Ratzinger, Episkopat und Primat , σελ 48) ως και ο Η . U. von Balthasar (Karl Barth. Koln 1951, σελ. 814-385). Αμφότεροι Σύνοδοι τη θέσιν ταύτην εν τω γενικωτέρω διαλεκτικώ πνεύματι της Βατικανής Συνόδου.

(10) Πρβλ. Η. Kung , Strukturen der Kirche . σελ. 242,παρατ.: « Das ganze Mittelalter hatte vom apokryphen Charakter der Quellen dieses Rechtssatzes keine kenntnis · nur Hinkmar von Rems hatte im neunten Jahrhundert Kritik angemeldet , die sich aber wieder verlor . Dass die Akten des Konzils von Sinuessa bedenklich sind , wusste aber neben Matthias Flaccius Illyricus und den Magdenburger Zenturiatoren immerhinschon Caesar Baronius , der sie als donatistisches Machwerk ablehnte . Die Unechtheit wurde endgultig bewiesen 1721 vom Mauriner Pierre Constant , der auch das Schisma zwischen Symmachus und Laurentius als mogliche Entstehungszeit angab . Dass jene Akten damals entstandene Falschungen sind , daruber besteht heute kein Zweifel mehr ».

(11) Η. K ü ng , Strukturen der Kirche , σελ. 2 44.

(12) Η. K ü ng , αυτόθι, πρβλ. και σελ. 261.

(13) Ιω. Χρυσοστόμου, Εις τον απόστολον Παύλον, Λόγ. 7, PG 50, 509.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.