ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Διακονία και έργον των αγγέλων

Τρεμπέλα Παναγιώτη, Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας Α΄,
Αθήναι 1959, εκδ. Ζωή, σελ. 431-436

1) Ως προς δε το έργον και την εν γένει λειτουργίαν των αγγέλων εκφραστικότατα ο Μ. Βασίλειος αποφαίνεται, ότι «προηγουμένη μεν αυτών ζωή και κατά φυσιν τω κάλλει του Θεού ενατενίζειν και αυτόν δοξάζειν διηνεκώς· περιστατική δε τις έστιν ενέργεια η προς ημάς τους ανθρώπους επιστροφή και επιμέλεια». Το ότι δε οι άγγελοι «δοξάζουσι και προσκυνούσι» τον Θεόν «και μυστικάς ωδάς διηνεκώς αναπεμπουσι μετά πολλής της φρίκης» (1), βεβαιούται πολλαχού υπό της Γραφής μαρτυρούσης, ότι «οι μεν εξ αυτών λέγουσι Δόξα εν υψιστοις Θεώ τα δε Σεραφίμ Άγιος, άγιος, άγιος και τους οφθαλμούς αποστρέφουσιν ουδέ την συγκατάβασιν ενεγκείν δυνάμενα του Θεού· τα δε Χερουβίμ κράζουσιν Ευλογημένη η δόξα αυτού εκ του τόπου αυτού. Αλλά και ο ευαγγελιστής Ιωάννης εθεάσατο αυτούς «κύκλω του θρόνου του Θεού» υμνούντας τον Θεόν «και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν ημέρας και νυκτός λέγοντες Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ», εν δεδομένη δε στιγμή «έπεσαν ενώπιον του θρόνου επί τα πρόσωπα αυτών και προσεκύνησαν τω Θεώ λέγοντες· αμήν η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμις και η ισχύς τω Θεώ ημών εις τους αιώνας των αιώνων». Εντεύθεν και ο ψαλμωδός γνωρίζων, ότι κύριον των αγγέλων έργον είναι να υμνώσι τον Θεόν πολλαχού των ψαλμών αυτού προτρέπει αυτούς ίνα, ως υπέρ παν λογικον δημιούργημα ικανωτέρους, αντάξιον της θείας μεγαλωσννης τονίζωσιν ύμνον, ίνα ευλογώσι τον Κύριον, ίνα αινώσιν αυτόν πάντες οι άγγελοι και πάσαι αι δυνάμεις αυτού και ίνα «προσκυνήσωσιν αυτώ πάντες οι άγγελοι αυτού» (2).

2) Η άπαυστος δ' αύτη δοξολογία των αγγέλων επακολουθεί τη φυσική συνέπεια της μακαρίας αυτών ζωής εν τω Θείω, του οποίου ολονεν και περισσότερον γινώσκοντες τας απείρους τελειότητας κινούνται αυτομάτως εν αφάτω θαυμασμώ και εκστάσει εις λατρείαν, αίνον προσκύνησιν και ευχαριστίαν αυτού, οιονεί από εκπλήξεως εις έκπληξιν μεταπίπτοντες και περί την ακόρεστον, αλλά και αμείωτον απόλαυσιν του θείου κάλλους αρρήτως τερπόμενοι. Η επανάληψις λοιπόν του ύμνου

Άγιος, άγιος, άγιος και ει τίνος άλλοι δεν αποτελεί μονότονόν τινα και κουραστικήν επωδόν, ήτις καθιστά ανιαρόν εις τους αγγέλους τον υπ' αυτών διηνεκή και άνευ αναπαύσεως ύμνον της θείας μεγαλειότητος. Άπαγε! Είναι έκφρασις του απαραμειώτου παρ' αυτοίς θαυμασμού και της διαρκώς ανανεουμένης καταπλήξεως εκ του απείρου μεγαλείου του Θεού, το οποίον πάντοτε θεώνται και εις το οποίον οιονεί ως εις άνευ ορίων ωκεανόν κάλλους και τελειότητος εμβαθύνουσι νέας πάντοτε αφορμάς προς ύμνον και αίνον αυτού αντιμεπωπίζοντες. Είναι μία εκ των εκδηλώσεων της μακαρίας ζωής, την οποίαν άπολαμβάνουσιν, αφού κατά τους λόγους του Κυρίου «αυτή εστίν η αιώνιος ζωή ίνα γινώσκωσιν» οι άνθρωποι και γενικώς τα λογικά κτίσματα «τον αληθινόν Θεόν». Εντεύθεν ο μεν Ωριγένης παρατηρεί ότι αι «εν ύψει δυνάμεις δια του ανυμνείν τον ύψιστον μάλλον υψούνται», ο δε Θεολόγος Γρηγόριος χαρακτηρίζει τους αγγέλους «υμνωδούς θείας μεγαλειότητος, θεωρούς δόξης αϊδίου και αϊδίως, ουχ ίνα δοξασθή ο Θεός (ου γαρ έστιν ο προστεθήσεται τω πλήρες τω και τοις άλλοις χορηγώ των καλών), αλλ' ίνα μη λείπη το ευεργετείσθαι και ταις πρώταις μετά Θεόν φύσεσι» (3). Εν άλλαις λέξεσιν ολονέν προαγόμενοι οι άγγελοι εις γνώσιν του απείρου Θεού και εντεύθεν δοξολογούντες και ανυμνούντες αυτόν ευεργετούνται αυτοί εξυψούμενοι και εις την απόλαυσιν της κατά Θεόν μακαρίας ζωής προκόπτοντες.

3) Αλλ' εάν το κύριον έργον των θείων δυνάμεων είναι να υμνώσι τον Θεόν, όπως καθίστανται και αυτοί ολονέν μακαριώτεροι, περιστατική ενέργεια αυτών είναι και η προς ημάς, αλλά και τον περιβάλλοντα ημάς αισθητόν κόσμον επιμέλεια. Το έργον αυτών τούτο επιτελούσιν οι άγγελοι, πάλιν ουχί διότι ο Θεος δεν δύναται να επαρκέση εις αυτό και χρήζει δια τούτο των υπηρεσιών των, αλλ' επί ιδία πάλιν ωφελεία, ως βεβαιούται τούτο υπό των δυο κορυφαίων Αποστόλων, μαρτυρούντων, ως είπομεν, ότι δια της Εκκλησίας γινώσκεται εις τους αγγέλους «η πολυποίκιλος σοφία του Θεού», εις δε τα μυστήρια της προς σωτηρίαν του ανθρώπου οικονομίας «επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι». Ίσως δε θα ηδύνατο να προστεθή, ότι η προς τους πεπερασμένους ημάς και εν πλήθει αμαρτιών βεβυθισμένους και τον περί ημάς κόσμον επικοινωνία του Θεού, ούτινος «ου μη όψεται άνθρωπος το πρόσωπον και ζήσεται» καθίσταται ευχερεστέρα δι' ημάς και περισσότερον προσιτή δια της μεσολαβήσεως ομοίων μεν προς ημάς και πεπερασμένων ως ημείς, αλλ' αγνοτέρων και καθαρωτέρων και εγγυτέρων προς τον Θεόν δημιουργημάτων. Εντεύθεν ήδη ο μεν Ιουστίνος παρατηρεί, ότι «την των ανθρώπων και των υπ' ουρανόν» εν γένει «πρόνοιαν αγγέλοις, ους επί τούτοις έταξε, παρέδωκεν» ο Θεός. Ο δε Αθηναγόρας προσθέτει, ότι «πλήθος αγγέλων και λειτουργών ο ποιητής και δημιουργός κόσμου διένειμε και διέταξε περί τε τα στοιχεία είναι και τους ουρανούς και τον κόσμον και τα εν αυτώ και την τούτων ευταξίαν», ίνα ούτω «την μεν παντελικην και γενικήν των όλων πρόνοιαν» έχη ο Θεός, «ώσπερ σκάφος τω της σοφίας οίακι διευθύνων ακλινώς το παν, την δε επί μέρους» πρόνοιαν έχωσιν «οι, επ' αυτοίς ταχθέντες άγγελοι». Κλήμης δε ο Άλεξανδρεύς ομιλεί περί των αστέρων ως υπό των εφεστώτων αυτοίς αγγέλων διοικουμένων, ενώ ο Ωριγένης βεβαιοί, ότι άγγελοι προΐστανται της φύσεως, του αέρος, του πυρός και των λοιπών στοιχείων, άλλοι δε επιστατούσιν επί της γεννήσεως των ζώων και της αυξήσεως των φυτών. Αλλά και ο Νύσσης Γρηγόριος διδάσκει, ότι ο Θεός προέβη εις την δημιουργίαν του ορατού κόσμου και του ανθρώπου, αφού προηγουμένως εδημιούργησε τους αγγέλους, ούτω δε «εκάστης των αγγελικών δυνάμεων προσνεμηθείσης προς την του παντός σύστασιν» «ην τις δύναμις ή τον περίγειον τόπον συνέχειν τε και περικρατείν τεταγμένη». Αλλά και ο Θεολόγος Γρηγόριος ομιλεί δια τας νοεράς δυνάμεις ως «άλλης άλλο τι της οικουμένης μέρος διειληφυίας ή άλλω τινί του παντός τεταγμένας, ως οίδεν ταύτα τάξας και διορίσας» Θεός. (4).

(4) Η επί των ανθρώπων όμως επιστασία των αγγέλων διδάσκεται υπό του συνόλου σχεδόν των Πατέρων, ως βασιζόμενη επί πολυαρίθμων μαρτυριών της Γραφής. Ούτως ο μεν ψαλμωδός βεβαιοί, ότι «παρεμβάλει άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτόν και ρύσεται αυτούς». Ο δε Ιακώβ ομιλεί περί του αγγέλου του τρέφοντος και ρυομένου αυτόν εκ νεότητος αυτού. Ο δε Δανιήλ μετά την εκ στόματος των λεόντων λύτρωσιν αυτού διακηρύττει, «ο Θεός απέστειλε τον άγγελον αυτού και ενέφραξε τα στόματα των λεόντων», όπως και περί των εν τη καμίνω βληθέντων τριών νέων βέβαιοί η Γραφή, ότι άγγελος καταβάς «άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον» εξετίναξε την φλόγα του πυρός. Προ παντός όμως ομιλεί περί της επιστασίας ταύτης αυτός ο Κύριος βεβαιών περί των μικρών ότι τούτων «οι άγγελοι βλέπουσι το πρόσωπον του Πατρός του εν ουρανοίς». Δευτερευόντως δε βασίζεται η αλήθεια αύτη και επί των εν Πράξεσιν ιβ' 15 λόγων, ους τινες των Χριστιανών κατά την νύκτα της θαυμαστής απελευθερώσεως του Πέτρου είπον, ίνα έξηγήσωσι την έξω του πυλώνος ακουομένην φωνήν τούτου και κατά τους οποίους «ο άγγελος αυτού έστιν», τους όποιους σχολιάζων ο θείος Χρυσόστομος παρατηρεί: «εκ τούτου αληθές, ότι έκαστος ημών άγγελον εχει» (5)( 7 -). Εκ δε των Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων ήδη ο Ερμάς ομιλεί εν τω Ποιμένι αυτού περί «δύο αγγέλων μετά του ανθρωπου», ων «ο εις της δικαιοσύνης και εις της πονηρίας», καθώς και περί Χριστιανών πιστών, αλλά «νέων εν τη πίστει», οίτινες νουθετούνται υπό των αγγέλων εις το αγαθοποιείν». Ποιείται δε λόγων και ο Ιουστίνος περί της των ανθρώπων προνοίας, την οποίαν ο Θεός «αγγέλοις ους επί τούτοις έταξε παρέδωκε». Εις δε τας αποδιδομένας εις αυτόν Αποκρισεις προς Ορθοδόξους, γίνεται λόγος περί αγγέλων εχόντων ως λειτουργίαν αυτών «το παρέπεσθαι τοις ανθρώποις φύλακες και οι οποίοι «η παρέπονται τω συναμφοτέρω, τη ψυχή και τω σώματι, ή παρέπονται τη ψυχή μετα την εκ του σώματος έξοδον της ψυχής, έως του καιρού της του κόσμου ανακτήσεως»· Εξ ετέρου ο Νύσσης Γρηγόριος χαρακτηρίζει «ως λόγον εκ πατρικής παραδόσεως έχοντα το πιστόν» το ότι μετά την εις την αμαρτίαν πτώσιν της φύσεως ημών, ο Θεός δεν παρείδε «την πτώσιν ημών απρονόητον, αλλ' άγγελόν τινα» παρακατέστησε «τη εκάστου ζωή», εφ' όσον και «πονηρός τις και κακοποιός δαίμων αντεμηχανάτο» εκάστου την απώλειαν, εξηρτάτο δ' ούτως από τον άνθρωπον «εν μέσω των δύο» όντα να δίδη εις τον αγαθόν άγγελον την επικράτησιν. Σχετικώς και ο Αλεξανδρείας Κύριλλος προσθέτει, ότι «πειραζομένοις τοις αγίοις παρίστησιν αγγέλους ακούοντας εις ευανδρίαν και τας των πλεονεκτούντων εφόδους αποσοβείν δυναμένους· ου γαρ αν η ανθρώπων διάνοια μόνη αντέσχε προς τοσαύτην έφοδον εχθρών»(6). Και φαίνεται μεν ο θείος Χρυσόστομος να περιορίζη την συνοδείαν των αγγέλων εις μόνους τους βεβαπτισμένους και εις «έκαστον των ευδοκίμων» λέγων «το πρώτοι κατ' αριθμόν εθνών ήσαν οι άγγελοι, νυν δε ου κατά αριθμόν εθνών, αλλά κατά αριθμόν πιστών». Εξ ων όμως προσθέτει εν συνεχεία προτρέπουν ίνα «νήφωμεν, καθάπερ παιδαγωγών τινων ημίν παρόντων· πάρεστι γαρ και δαίμων», δυνάμεθα να συναγάγωμεν, ότι πρστίθεται και ο θείος ούτος Πατήρ κυρίως και προ παντός να εξάρη την αλήθειαν, ην αναπτύσσει ο Μ. Βασίλειος λέγων «παντί πεπιστευκότι εις τον Κύριον άγγελος παρεδρεύει, εάν μήποτε αυτόν ημείς εκ των πονηρών έργων αποδιώξωμεν. Ως γαρ τας μέλισσας καπνός φυγαδεύει και τας περιστεράς δυσωδία εξελαύνει, ούτω και τον φύλακα της ζωής ημών αγγέλων η πολύδακρυς και δυσώδης αφίστησιν αμαρτία». 'Ισως εκ της αυτής προϋποθέσεως ορμώμενος και ο Ωριγενης περιορίζει τους φύλακας αγγέλους εις μόνον τους βεβαπτισμένους.

5)Ποία δε είναι η παρά τοις άνθρώποις διακονία του αγγέλου φύλακος γενικώτερον περί ταύτης εκφράζεται ο Ωριγένης λέγων, ότι ο αγαθός ούτος του Κυρίου άγγελος κυριαρχεί, προτρέπει, κυβερνά την ζωήν ημών και δια τας διορθωτέας ημών. πράξεις και τας επανορθωτέας αθλιότητας καθ' εκάστην βλέπει το πρόσωπον του Πατρός του εν τοις ουρανοίς(7), «συνεύχεταί τε ημίν και συμπράττει εν οις δυνατόν εστιν περί ων ευχόμεθα», ως «δηλούται Ραφαήλ μεν προσφέρων περί Τωβίτ και Σάρρας λογικήν θεουργίαν τω Θεώ. Μετά γαρ την ευχήν αμφοτέρων εισηκούσθη φησίν η Γραφή». Επί πλέον «οι παρεμβάλλσντες εκάστου των αγίω κύκλω άγγελοι συνοδεύουσι και συνέρχονται τοις γνησίοις συναθροιζομένοις» παρέχοντες ισχύν και δύναμιν εις τας συνάξεις αυτών ταύτας. Δεν περιορίζεται λοιπόν εις την φρούρησιν του σώματος και της ζωής από των επαπειλούντων ανά πάσαν στιγμήν αυτήν κίνδυνων, αλλά και ως «παιδαγωγός τις και νομεύς την ζωήν διευθύνων», δημιουργεί μεν «τείχος ασφαλείας ακαθαίρετον διασώζων τον φρουρούμενον» έναντι των πνευματικών εχθρών «τουτεστι των αντικειμένων ενεργειών», εμπνέει δε και αγαθάς σκεψεις και αποφάσεις κατα Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα λέγοντα ότι «αι των εναρέτων ανθρώπων επίνοιαι κατ' επίπνοιαν θείαν γίνονται, διατιθέμενης πως της ψυχής και διαδιδομένου του θείου θελήματος εις τας ανθρωπίνας ψυχάς, των εν μέρει θείων λειτουργών συλλαμβανομένων εις τας τοιαύτας διακονίας». Εντεύθεν ο Κλήμης ομιλεί περί «αγγέλου μετάνοιας», τον οποίον «ο προσιέμενος ενταύθα ου μετανοήσει τότε, ηνίκα αν καταλίπη το σώμα», όπως και ο Τερτυλλιανός ομιλεί περί του αγγέλου του βαπτισματος και περί του αγγέλου της προσευχής(8).

Ο Κλήμης επί πλέον ομιλεί περί αγγέλων «εφεστώτων τη γενέσει» των ανθρώπων, προγινωσκόντων «τον καιρόν της συλλήψεως» και κινούντων «προς συνουσίαν την γυναίκα» δεχόμενος, ως φαίνεται, την προύπαρξιν των ψυχών. Την γνώμην ταύτην του Κλήμεντος τροποποιεί επί το ευπρεπέστερον ο Ωριγενης εισηγούμενος ως ενδεχόμενον, ότι ο Θεός «δια των τεταγμένων επί της γενέσεως αγγέλων» λέγεται, «ότι «πλάττει εν κοιλία», συγχρόνως όμως φαίνεται ότι θεωρεί ως «καματηράν την των αγγέλων λειτουργίαν προς το ενσπείρεσθαι ψυχάς σώμασι». Παραδόξως ο Κλήμης παρασυρόμενος υπό αποκρύφου τινός έργου φέροντος την επιγραφήν Αποκάλυψις Πέτρου, όπερ δέχεται ως γνήσιον , εισηγείται και την ννώμην, ότι τα εκτεθέντα και εξαμβλωθέντα βρέφη, άτινα δεν επρόφθασαν να αυξηθώσι, παραδίδονται «αγγέλω τημελούχω», υφ' ου «παιδεύονταί τε και αύξει», «ίνα γνώσεως μεταλαβόντα της αμείνονος τύχη μονής, παθόντα α αν επαθε και εν σώματι γενόμενα» (9) .

6) Οι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς ομιλούσι και περί αγγέλων των εθνών. Έχει δε η γνώμη αύτη ερείσματα και εν τη Αγία Γραφή, ένθα νυν μεν αυτός ο Θεός παρουσιάζεται υποσχόμενος, ότι θα αποστείλη «τον άγγελον αυτού προ προσώπου» του Ισραήλ, «ίνα φυλάξη αυτόν «εν τη οδώ, και εισαγάγη αυτόν εις την γην, ην ητοίμασε» δι' αυτόν. Νυν δε ο Μωϋσής βεβαιοί, ότι «ότε διεμέριζεν ο Ύψιστος έθνη, έστησεν όρια εθνών κατά αριθμόν άγγέλων Θεού». Επί τη βάσει τούτων ο Μ. Βασίλειος αναφερόμενος και εις το Δαν. ι΄ 12, 13, ένθα «άρχων τις Περσών και άρχων Ελλήνων αναγέγραπται», γίνεται δε λόγος και περί «Μιχαήλ ενός των αρχόντων των πρώτων» συνάγει και εκ τούτου καθώς και εκ των ανωτέρω λόγων του Μωϋσέως, ότι «πολλοί άρχοντες» εισί «διατεταγμένοι προς φυλακήν και διατήρησιν του υφ' εαυτών εκάστου έθνους». Ποιείται δ' αλλαχού την εξήγησιν ότι «ο αρχιστράτηγος των εν ταις λεγεώσι κατατεταγμένων αγγέλων άρχων εστί», «όσω δε προτιμότερον έθνος όλον ενός ανδρος τοσούτοι μείζον υπάρχειν ανάγκη αξίωμα του εθνάρχου αγγέλου παρά το του ενός εκάστου των πιστών πεπιστευμένου». Περί του Μιχαήλ δε ως αγγέλου «μεγάλου και ενδόξου και έχοντος την εξουσίαν» ωρισμένου «λαού και διακυβερνώντος αυτόν» ομιλεί ήδη και ο Ερμάς. Αλλά και ο Κλήμης ο Άλεξανδρεύς (ομιλεί περί αγγέλων «συνδιανενεμημένων προστάξει θεία τε και αρχαία κατά έθνη», καθώς και ο Ωριγένης. Ο δε Χρυσόστομος ως ήδη είπομεν παρατηρεί, ότι «το πρώτον κατά αριθμόν εθνών ήσαν οι άγγελοι» κατ' αντίθεσιν προς τον νυν καιρόν, ότε εισίν ούτοι «κατά αριθμόν πιστών». Τέλος και Γρηγόριος ο Θεολόγος ποιείται λόγον δια τας νοεράς και αγγελικάς δυνάμεις ως «άλλας άλλο τι της οικουμένης μέρος διειληφυίας ή άλλω τινί του παντός επιτεταγμένας, ως οίδεν ο ταύτας τάξας και διορίσας» (10).

7) Τέλος Γρηγόριος ο Νύσσης επί τη βάσει του ψαλμικού στίχου «εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων» ομιλεί περί «των λειτουργικών πνευμάτων» ως «φυλάκων των κυκλούντων την πόλιν», ήτοι περί αγγέλων φυλάκων πόλεων, τας οποίας υπονοεί ο ψαλμικός λόγος . Την γνώμην δε ταύτην πρότερον εξήνεγκε και Κλήμης ο Άλεξανδρεύς παρατηρήσας ότι «κατά τε τα έθνη και πόλεις νενέμηνται των αγγέλων αι προστασίαι». Παραλλήλως και Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εις τον Συντακτήριον αυτού λόγον αποχαιρετά και τους αγγέλους της εν τη Κωνσταντινουπόλει «Εκκλησίας εφορους», απευθύνεται δε και «προς τους εφεστώτας αγγέλους» πεπεισμένος «άλλους άλλης προστατείν Εκκλησίας, ως Ιωάννης διδάσκει δια της Αποκαλύψεως». Συναποφαίνεται δε μετ' αυτού επί τούτου και ο Μ. Βασίλειος ομιλών περί «αγιων αγγέλων, των Εκκλησιών τας προστασίας πεπιστευμένων», καθώς και ο Ωριγένης, όστις επί πλέον βεβαιοί, ότι άγγελοι παρίστανται και εις τας συνάξεις των πιστών. Ο δε Αλεξάνδρείας Κύριλλος, ομιλεί περί του «τεταγμένου αγγέλου εις το ταις Εκκλησίαις επιστατείν και συμπράττειν τοις ιεράσθαι λαχούσιν εις τας των λαών ωφελείας» (11).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Μ. Βασιλείου ἔνθ' ἀν., § 185, Μ. 30, 433, Χρυσ. Περί Ακαταλήπτου 1, § 6, Μ. 48, 707, Λουκ. β' 14, Ησ. στ' 3, Ιεζεκ. γ΄ 12.

(2) Αποκ. δ' 8, ζ' 11, Ψαλμ. ρβ' 20, ρμη 2.

(3) Ιωάν. ιζ ' 3, Ωριγ. εις το Λουκ. β' 14, Ομιλ. 13, Εκδ. Πρωσ. Ακαδ. σελ. 89, Γρηγ. Ναζ. Λόγος 28, 31, Μ. 36, 72.

(4) Εφεσ. γ ' 10 , Α' Πέτρ. α' 12, Ιουστ. Β' Άπολ. 5, § 2, Β . 3, 202, Άθηναγ. Πρεσβεία 10 και 24, Β . 4, 288, 301, Κλημ. Αλεξ., εκ των προφητικών § 55, Β . 8, 348, Ωριγ. Εις τον Ιερεμ. Ομιλ. 10, § 6, Μ. 13, 365. Του αυτού, Κατά Κέλσου, Η', 57, Μ. 11, 1064, Εις Αριθμους Ομιλ. 14, § 2, Μ. 12, 680, Γρηγ. Νυσ. Μ. Κατηχ. 6, Μ. 45, 28, Γρηγ· Ναζ. Λόγος 28, § 31, Μ. 36, 72.

(5) Ψαλμ. λγ' 8, Γεν. μη' 16, Πρβλ. Χρυσ. Προς Κολοσ. Ομιλ. 3, § 4, Μ. 62, 322, Δαν. στ' 22, Προσευχή Τριών Παίδων, στ' 25, Ματθ. ιη' 10, Χρυσ. εις τας Πράξεις ομιλ. 26, § 3, Μ. 60, 201.

(6)Ερμά, Εντολή ΣΤ, κεφ. 2, 1. Του αυτού Όρασις γ΄ 5,4, PG 3, 58, 45. Ιουστ. Απολ. 5,2, PG 3,202 και Αποκρίσεις εις Ορθοδόξους ερωτ. 30, PG 4, 88. Γρηγ. Νύσης, Περί βίου Μωυσ., PG 44, 337. Κυριλ. Αλεξ. Εις τον Ψαλμ. 33, PG 69, 888.

(7) Χρυσ. Ομιλ. Εις Κολοσ. 3. PG 62, 322. Μ. Βασιλ. Εις Ψαλμ. 33, 5. PG 29, 364. Ωριγ. In Numer . Hom . XX , PG 12, 733.

(8) Ώριγ. Περί ευχής, 11, § 5 και 1, 3G, § 6, PG 10, 251 , 249, 30υ. Μ. Βασ . Κατά Εύνομ. Γ', § 1, PG 29, 656. Κλημ. Αλεξ. , Στρωμ. ΣΤ ,17, Τις ο σω ζόμενος πλούσιος 42, PG 8, 238, 374, Τερτυλ. De bapt . 5, PL 1, 206, De oratio 1, PL 1, 1174 .

(9) Κλημ. A λεξ. Εκ των Προφητ. E κλ. 50, PG 8, 346, 347, Ωριγ. Εις τον Ιωαν. XIII, κεφ. 50, PG 12, 160, Κλημ. A λε j . ενθ' αν. 41, και 48,

(10) E ξόδ. κγ' 20, Δευτ. λ6' 8, Μ. Βασ. E ις τον Ησ. κεφ. 10, § 240, PG 30, 540, Του αυτού Κατά Ευνομ. Γ', § 1, PG 29, 656, 657, E ρμά, Παραβ. η΄ 8, PG 3, 81, Κλημ. Άλεξ. Στρωμ. Ζ', 2 και Στρωμ. ΣΤ', 17, PG 8, 246 και 238, Ωριγ. Εις την Γένεσιν Ομιλ. 9, § 3, PG 12, 213, Χρυσ. Εις την προς Κολοσ. Όμιλ. 3, § 2, PG 62, 322, Γρηγ. Ναζ. Λόγος 28, § 31, PG 36, 72.

(11) Ψαλμ. ρκστ' 1, Γρηγ. Νυσ. Εις τα άσματα ομιλ. 12, PG 44, 1033, Κλημ. Άλεξ. Στρωμ. ΣΤ' 17, PG 8, 238, Γρηγ. Ναζ. Λόγος 42, § 27 και 9, PG 36, 492, 469, Μ. Βασ. Εις τον Ησαΐαν, κεφ. 1, § 46, Ωριγ. εις τον Λουκ. Ομιλ. 23, PG 13, 1863. Κυριλ. Άλεξ. Εις τον Ιωάν. βιβλ. VI, PG 73, 1021.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.