ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οἱ δύο «ἐκλεκτές ἀδελφές»

Παν. Ἰ. Μπούμης
Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν
(Β΄ Ἐπιστολή Ἰωάννου)
* Τμῆμα μεγαλύτερης μελέτης


1. Εἰσαγωγικά – Προϊδεασμός
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στή Β΄ Καθολική ἐπιστολή του ἀπευθύνεται πρός κάποια «ἐκλεκτή κυρία καί τά τέκνα της», ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στήν ἀρχή τῆς ἐπιστολῆς (Β΄ Ἰω. 1). Σ' αὐτήν τήν «κυρία» στέλνει «ἀσπασμό» ἀπό τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς της τῆς «ἐκλεκτῆς» ἐπίσης, ὅπως ἐπίσης μᾶς πληροφορεῖ στό τέλος τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς (Β΄ Ἰω. 13).
Ἀλλά ποιές εἶναι αὐτές οἱ δύο ἐκλεκτές ἀδελφές, οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ τόν εὐαγγελιστή καί ἀπόστολο Ἰωάννη; Οἱ χαρακτηριστικές ἀνωτέρω διατυπώσεις, ὅπως καί ἄλλα στοιχεῖα τῆς ἐπιστολῆς, ἔδωσαν ἀφορμή νά λεχθεῖ ὅτι οἱ δύο αὐτές «ἐκλεκτές ἀδελφές» εἶναι δύο τοπικές Ἐκκλησίες καί ὄχι δύο πρόσωπα. Οἱ δύο αὐτές ἀδελφές καί τά τέκνα τους συμβολίζουν-ἀντιπροσωπεύουν δύο τοπικές 'Εκκλησίες ἤ κοινότητες χριστιανικές.
Πιό συγκεκριμένα, ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας στήν «Εἰσαγωγή» του γιά τή Β΄ Ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου μεταξύ τῶν διαφόρων ἀπόψεων, οἱ ὁποῖες ἔχουν διατυπωθεῖ περί τῶν παραληπτῶν τῆς ἐπιστολῆς, προτιμάει τήν ἑξῆς: «Ἡ πιθανωτέρα ἐν τούτοις ἐκδοχή τυγχάνει ἡ ὑποστηρίζουσα, ὅτι ὑπό τήν φράσιν ταύτην μεταφορικῶς ὁ εὐαγγελιστής ὑπονοεῖ τοπικήν τινα ἐκκλησίαν, ἐκ τῶν ἐν τῇ Μ. Ἀσίᾳ πιθανώτατα. Συνηγοροῦντες λόγοι ὑπέρ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης θά ἠδύναντο νά προσαχθῶσιν ἐκτός τῶν ὑπό Ν. Δαμαλᾶ (σελ. 557) σημειουμένων καί τό ὅτι ὁ Ἰωάννης συνειθίζει νά χρησιμοποιῇ συμβολικούς ὅρους καί λέξεις · ὅτι φυσικώτερον εἶναι οἱ ἐν τῷ τέλει τῆς ἐπιστολῆς ἀσπασμοί ν' ἀπευθύνωνται ἀπό ἐκκλησίας τινός εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν· ὅτι γίνεται χρῆσις κατά προτίμησιν τοῦ πληθυντικοῦ, μολονότι ἡ ἐπιστολή φαίνεται ἀπευθυνομένη πρός ἄτομόν τι, ἡ τοιαύτη δέ χρῆσις ἐξηγεῖται, ἐάν ὑπό τό ἄτομον τοῦτο ὑπονοῆται ἐκκλησία ὁλόκληρος» (1).
Ἀπό τό παράθεμα αὐτό ἐμεῖς ξεχωρίζουμε καί τονίζουμε τίς ἑξῆς προτάσεις:
1) «Ὑπό τήν φράσιν ταύτην μεταφορικῶς ὁ εὐαγγελιστής ὑπονοεῖ τοπικήν τινα ἐκκλησίαν, ἐκ τῶν ἐν τῇ Μ. Ἀσίᾳ πιθανώτατα».
2) «Ὁ Ἰωάννης συνειθίζει νά χρησιμοποιῇ συμβολικούς ὅρους καί λέξεις», καί
3) «Φυσικώτερον εἶναι οἱ ἐν τῷ τέλει τῆς ἐπιστολῆς ἀσπασμοί ν' ἀπευθύνωνται ἀπό ἐκκλησίας τινός εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν».
Ἐπίσης στά σχόλια πού παραθέτει στό ἐν λόγῳ Ὑπόμνημά του γράφει ἐπί τοῦ πρώτου στίχου τῆς Ἐπιστολῆς, ὅπου ἀναφέρονται οἱ παραλῆπτες, ἔχοντας ὑπ' ὄψη του καί τόν A . Bruce : «Ὁ γενικός χαρακτήρ τῆς ἐπιστολῆς ἀντιλέγει κατά τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι ἡ ἐπιστολή ἀπευθύνεται πρός ἄτομόν τι. Πιθανώτερον παρουσιάζεται, ὅτι ἀπευθύνεται πρός κοινότητα ἤ ἐκκλησίαν. Πράγματι ὁ ἐν σ. 1-3 ἀσπασμός ἁρμόζει πρός κοινότητα μᾶλλον παρά πρός ἄτομον. Ὡσαύτως ἡ συχνή μεταλλαγή ἑνικοῦ καί πληθυντικοῦ («εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου» σ. 4, ἐρωτῶ σε σ. 5, βλέπετε ἑαυτούς σ. 8, εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς σ. 10, ὑμῖν σ. 12, ἀσπάζεταί σε σ. 13) καθώς καί ἡ ἐν σ. 5 («ἐρωτῶ σε, κυρία, οὐχ ὡς ἐντολήν γράφων σοι καινήν, ἀλλά ἥν εἴχομεν ἀπ' ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους») γλῶσσα, ἡ ἀναφερομένη σαφῶς εἰς τήν καινήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου τήν δοθεῖσαν εἰς τούς μαθητάς, ὑπαινίττονται ἐκκλησίαν καί ὄχι ἄτομόν τι» (2).
Καί στό σχολιασμό τοῦ τελευταίου στίχου (13) τῆς Ἐπιστολῆς, ὅπου ὁ ἀσπασμός τῶν τέκνων τῆς ἐκλεκτῆς ἀδελφῆς τῆς παραλήπτριας ἐπαναλαμβάνει: «Ἡ φυσικωτέρα ἐξήγησις, καθ' ἥν "οὐ πρός γυναῖκα ἡ ἐπιστολή, ἀλλά πρός ἐκκλησίαν" (Οἰκουμένιος). Τό ὅτι παραλείπονται ἀσπασμοί ἐκ τῆς ἀδελφῆς καί πέμπονται μόνον ἐκ τῶν τέκνων εὑρίσκεται φυσικόν διά τῆς ἐξηγήσεως ταύτης, διότι τά τέκνα καί ἡ μήτηρ ταυτίζονται = ἡ ἐκκλησία καί τά ἀποτελοῦντα αὐτήν μέλη. Ὡσαύτως ἡ χρῆσις τοῦ ἑνικοῦ ἀσπάζεται δύναται καί ὡς ἀττική σύνταξις νά ἐκληφθῇ, ἀλλά φυσικώτερον ἐξηγεῖται διά τῆς ἑρμηνείας τῆς ταυτιζούσης τέκνα καί ἀδελφήν ἤ μητέρα» (3).
Πλήν ὅμως πρέπει νά προσθέσουμε ὅτι ὁ ἴδιος καθηγητής στά ἀνωτέρω ἐπανειλημμένως καθώς καί στήν παρατιθέμενη ἑρμηνεία τοῦ στίχ. 1 δέν προσδιορίζει, ἄν εἶναι τοπική Ἐκκλησία, ἀλλά μιλάει γενικότερα περί Ἐκκλησίας. Λέει: « ... Πρός ἐκλεκτήν κυρίαν καί τά τέκνα της· πρός ἐκκλησίαν ἐκλεγεῖσαν ἀπό τόν Θεόν καί πρός τά πιστά μέλη της» (4).
Ἐπίσης στό στίχ. 13 ἀποφεύγει τελείως νά ἑρμηνεύσει-χαρακτηρίσει ποιά ἤ τί εἶναι αὐτή ἡ ἀδελφή της. Λέει: «Σέ χαιρετοῦν ἐγκαρδίως τά τέκνα τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφῆς σου, πού ἐξελέγη καί αὐτή ἀπό τόν Θεόν ὅπως σύ» (5).
Αὐτή ἡ ἀπροσδιοριστία στίς ἑρμηνεῖες του ἀφήνει περιθώριο καί γιά ἄλλες ἐκδοχές-ἑρμηνεῖες περί τοῦ νοήματος ἤ τῆς εὐρύτητας τῶν ὅρων ἀδελφή καί Ἐκκλησία.
Τήν ἄποψη αὐτή, ὅτι δέν πρόκειται περί ὁρισμένου προσώπου, ἀλλά περί ὁρισμένης Ἐκκλησίας, ὑποστηρίζει καί ὁ καθηγητής Σάββας Ἀγουρίδης, ὁ ὁποῖος γράφει: «Ἡ Β΄ Ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου ἀπευθύνεται πιθανώτατα πρός ὡρισμένην Ἐκκλησίαν ("ἐκλεκτῇ κυρίᾳ καί τοῖς τέκνοις αὐτῆς")» (6).
Τό ἴδιο πράττει καί ἐν συνεχείᾳ, ὅταν γράφει: «Ἡ "ἐκλεκτή κυρία καί τά τέκνα αὐτῆς" τοῦ στίχ. 1 δέν εἶναι ἄτομόν τι· ἄλλως αἱ ὑποδείξεις τοῦ στίχ. 10 δυσκόλως κατανοοῦνται. Κατόπιν ἡ χρῆσις τοῦ πληθ. ἀριθμοῦ εἰς τούς στίχ. 6,8,10,12, ἡ μετάβασις ἀπό τοῦ ἑνικοῦ εἰς τόν πληθ. ἐν στίχ. 5 καί ὁ καθόλου τόνος τῆς Ἐπιστολῆς ἀποτελοῦν ἐνδείξεις ὅτι ἡ "ἐκλεκτή κυρία" εἶναι Ἐκκλησία τις (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 5,13 "ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτή"), τά δέ "τέκνα αὐτῆς" εἶναι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς . . . » (7). Ἐδῶ πρός τό παρόν πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι προξενεῖ ἐντύπωση καί τό γεγονός ὅτι ἀναφέρεται ὁ καθηγητής Ἀγουρίδης καί στήν Α΄ Ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Πέτρου.
 
2. Σέ ἀναζήτηση δύο ἐκλεκτῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν
Ἐν πάσῃ περιπτώσει συγκλίνουν ὅλα στό ὅτι ἔχουμε νά κάνουμε μέ δύο Ἐκκλησίες. Ἀλλά ποιές εἶναι αὐτές οἱ δύο τοπικές ἤ μή Ἐκκλησίες δέν προσδιορίζεται σαφῶς-ρητῶς. Μήπως προσδιορίζεται ἐμμέσως; Ἄς δοῦμε-παρακολουθήσουμε ὁρισμένα στοιχεῖα τῆς ἐπιστολῆς, τά ὁποῖα μᾶς βοηθοῦν νά κατευθυνθοῦμε πρός κάποιο συμπέρασμα.
1. Ξεκινᾶμε, λοιπόν, τώρα ἀντιστρόφως, ἀπό τό γεγονός ὅτι αὐτές οἱ δύο (τοπικές) Ἐκκλησίες χαρακτηρίζονται ὡς «ἀδελφές». Ἴσως θά ἀντέτεινε κάποιος: Μήπως καί ὅλες οἱ τοπικές χριστιανικές Ἐκκλησίες δέν εἶναι ἀδελφές; Ἑπομένως αὐτός ὁ χαρακτηρισμός δέν προσφέρει πολλά πράγματα γιά τόν προσδιορισμό τῶν ἐν λόγῳ Ἐκκλησιῶν.
Πλήν ὅμως μποροῦμε νά κρατήσουμε τό γεγονός ὅτι οἱ δύο αὐτές Ἐκκλησίες χαρακτηρίζονται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἐπισήμως ὡς ἀδελφές. Δέν εἶναι ἡ μία μητέρα καί ἡ ἄλλη κόρη. Εἶναι ἀδελφές. Ἑπομένως αὐτό τό στοιχεῖο μᾶς ὁδηγεῖ στό προσδιοριστικό γεγονός ὅτι εἶναι περίπου τῆς αὐτῆς ἡλικίας.
Ἑπομένως παραμένουμε καί πάλι στό προηγούμενο συμπέρασμα ὅτι πρόκειται περί συνομήλικων Ἐκκλησιῶν, καί μάλιστα δύο ἀρχαιότατων, ἀπό τήν ἀρχή τοῦ χριστιανισμοῦ, Ἐκκλησιῶν. Αὐτό ὑποδηλώνεται καί ἐνισχύεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ «ἐκλεκτή κυρία» καί ὁ Ἰωάννης εἶχαν τήν ἐντολήν τῆς ἀγάπης, ὅπως λέει ὁ στίχ. 5, ἀπό τήν ἀρχή, ἀπό κοινοῦ, μαζί («ἥν εἴχομεν ἀπ' ἀρχῆς»), ἀ-πό τήν ἴδια ἐποχή, ἀπό τούς ἴδιους πρωτοχριστιανικούς χρόνους.
2. Στό φλέγον ἐρώτημα «ποιές εἶναι αὐτές οἱ δύο ἀδελφές Ἐκκλησίες», πολύ πιό ἐνδεικτικό φαίνεται νά εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰωάννης τίς χαρακτηρίζει «ἐκλεκτές». «Ἐκλεκτές» ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅπως λέει μεταξύ ἄλλων ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας στή μετάφραση τοῦ στίχ. 1 («ἐκλεγεῖσαν ἀπό τόν Θεόν») (8), ὅτι εἶναι «ἐκλεγμένες» ἀπό Θεοῦ (πρβλ. τό Ἰω. 15,16 καί 19, ὅπου ὁ Κύριος λέει πρός τούς μαθητές του: «Ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς»). Ἀλλά θά μποροῦσε νά ἀντιτείνει καί πάλι κάποιος: Μήπως καί ὅλες οἱ (τοπικές) Ἐκκλησίες δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐκλεγμένες ἀπό τό Θεό; Πρβλ. καί τό Α΄ Πέτρ. 5,13: «Ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτή», τό ὁποῖο χρησι-μοποιεῖ ὁ Σ. Ἀγουρίδης, ὅπως εἴδαμε, πιό μπροστά. Ἑπομένως θά ἔλεγε ὁ ἀνωτέρω ἀντιρρησίας ὅτι καί αὐτός ὁ χαρακτηρισμός δέν προσφέρει πολλά στόν προσδιορισμό τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ἐκτός καί ἄν ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτή εἶναι ἡ μία ἀπό τίς δύο ἀδελφές.
Πλήν ὅμως δέν πρέπει νά παραθεωρήσουμε ὅτι ἡ Ἐπιστολή γράφει πρός τήν «ἐκλεκτή κυρία» (τοῦ στίχ. 1) ὅτι «ἀσπάζεταί σε τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς σου τῆς ἐκλεκτῆς» (στίχ. 13). Ἔτσι μαθαίνουμε ὅτι μιλάει γιά μόνο μία ἀδελφή «ἐκλεκτή»· τό «τῆς ἐκλεκτῆς», μᾶς τονίζει μέ τό ὁριστικό ἄρθρο «τῆς» ἐμφαντικῶς. Δηλαδή μπορεῖ νά ἔχει καί ἄλλες ἀδελφές, ἀλλά δέν τίς προσδιορίζει μέ τό «ἐκλεκτή». Ἔτσι ὁ Ἰωάννης μέ τό νά προσδιορίζει συγχρόνως περιορίζει τά πράγματα καί ὁ προσδιορισμός γίνεται πιό συγκεκριμένος. Δέν μιλάει, λοιπόν, γενικῶς γιά δύο ὁποιεσδήποτε ἀδελφές τοπικές Ἐκκλησίες, ἀφοῦ ὅλες μπορεῖ νά εἶναι ἐκλεκτές, ἀλλά μιλάει εἰδικῶς γιά δύο ὁρισμένες ἀδελφές Ἐκκλησίες ἐκλεκτές.
Ἐφ' ὅσον ὁ Ἰωάννης περιορίζει τό χαρακτηρισμό «ἐκλεκτές» σέ δύο μόνο ὁρισμένες Ἐκκλησίες, τότε δέν μιλάει γιά δύο μικρές ἤ μεγάλες τοπικές-ἐθνικές Ἐκκλησίες, ἀλλά ἀναφέρεται προφανῶς σέ δύο ὑπερτοπικές ἤ ὑπερεθνικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες μπορεῖ νά περιλαμβάνουν τοπικές. Γιατί ἀλλιῶς θά ἦταν πολύ ἀποκαρδιωτικό, ἐάν μεταξύ ὅλων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὑπῆρχαν ἐκλεκτές μόνο δύο.
3. Στό συμπέρασμα αὐτό μᾶς ὠθεῖ καί ἕνας ἄλλος προσδιορισμός. Καί ὁ προσδιορισμός αὐτός γιά τήν «ἐκλεκτή κυρία» εἶναι τό γεγονός ὅτι ἔχει τέκνα (Β΄ Ἰω. 1). Δέν εἶναι ἄτεκνη. Ἑπομένως ὁ Ἰωάννης ἀπευθύνεται πρός κάποια κυρία ἤ μᾶλλον Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει τέκνα. Ἔτσι ἔχουμε ἄλλον ἕναν προσδιορισμό.
Αὐτός ὁ προσδιορισμός ἐνισχύεται καί ἀπό ἄλλον ἕνα συναφή προσδιορισμό, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στήν ἐκλεκτή ἀδελφή της. Ὁ προσδιορισμός αὐτός καθορίζει ἀκόμη περισσότερο τήν ταυτότητα τῆς «ἐκλεκτῆς κυρίας», ἀλλά συγχρόνως καί τῆς «ἐκλεκτῆς ἀδελφῆς της». Αὐτός ὁ προσδιορισμός περιέχεται στόν ἀσπασμό τοῦ στίχ. 13, τόν ὁποῖο ἀπευθύνουν στήν «κυρία» καί στά τέκνα της, τά τέκνα τῆς ἐπίσης ἐκλεκτῆς ἀδελφῆς της. Ἔτσι προσδιορίζεται ὅτι ἔχει καί αὐτή ἡ ἀδελφή τέκνα. Καί οἱ δύο, λοιπόν, ἀδελφές ἔχουν τέκνα. Καί αὐτός ὁ προσδιορισμός βοηθάει ἀποφασιστικῶς στόν προσδιορισμό καί τῶν δύο ἀδελφῶν. Ὅτι δηλ. πρόκειται γιά δύο ὑπερτοπικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν τέκνα, ὅτι περιλαμβάνουν τοπικές Ἐκκλησίες.
Ὅμως θά ἀντέλεγε κάποιος: Πῶς τεκμηριώνετε καί πῶς ἰσχυρίζεσθε αὐτό; Μήπως τό «τέκνα» δέν σημαίνει τοπικές Ἐκκλησίες, ἀλλά σημαίνει μεμονωμένους χριστιανούς;
Παρά ταῦτα ἐμεῖς ἐδῶ νομίζουμε ὅτι μποροῦμε ἕνεκα καί ἄλλων σχετικῶν στοιχείων νά ὑποστηρίξουμε τό ἀνωτέρω συμπέρασμα ὅτι οἱ δύο ἐκλεκτές ἀδελφές εἶναι ὑπερτοπικές Ἐκκλησίες καί ὅτι «τά τέκνα» τους συμβολίζουν καί εἶναι τοπικές Ἐκκλησίες πού ἀνήκουν σ' αὐτές τίς ἀδελφές-ὑπερτοπικές Ἐκκλησίες. Νομίζουμε δηλαδή ὅτι πρέπει νά ἀντιδιαστείλουμε μεταξύ τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί ἁ-πλῶν χριστιανῶν, γιά νά κατανοήσουμε-ἐξηγήσουμε καλλίτερα καί τά δεδομένα τῆς ἐπιστολῆς.
Σ' αὐτήν τήν ἀντιδιαστολή τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί ἁπλῶν χριστιανῶν δίνει λαβή-ἀφορμή ὁ στίχ. 4, στόν ὁποῖο λέει ὁ Ἰωάννης πρός τήν ἐκλεκτή κυρία-Ἐκκλησία: «Ἐχάρην λίαν ὅτι εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ». Δέν λέει «περιπατοῦντα», ὅπως θά ἦταν φυσικότερο νά πεῖ, ἐφ' ὅσον μιλάει γιά τέκνα, ἀλλά λέει «περιπατοῦντας», τ. ἔ. μιλάει γιά πιστούς χριστιανούς. Ὑποδηλώνεται ὅτι ἐννοεῖ καί μιλάει γιά πρόσωπα-χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στά τέκνα της, στίς κατά τόπους Ἐκκλησίες της.
Ἑπομένως δέν διαπιστώνει ὅτι μερικά μόνο «ἐκ τῶν τέκνων» της περιπατοῦν «ἐν ἀληθείᾳ» καί ὅτι τά ὑπόλοιπα τέκνα της δέν περιπατοῦν ἐν ἀληθείᾳ. Δηλαδή δέν λέει ὅτι μερικές ἀπό τίς τοπικές Ἐκκλησίες περιπατοῦν ἐν ἀληθείᾳ καί οἱ ὑπόλοιπες ὄχι. Ὅτι μιλάει περί χριστιανῶν, ὅταν λέει «περιπατοῦντας», καί ὄχι περί τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἐνισχύεται καί ἀπό τήν ἔκφραση τῆς μεγάλης του χαρᾶς. «Ἐχάρην λίαν», γράφει. Προφανῶς «δέν θά χαιρόταν» καί μάλιστα πολύ («λίαν»), ἄν μόνον μερικά ἀπό τά τέκνα της (τ. ἔ. ἄν μόνον μερικές ἀπό τίς τοπικές Ἐκκλησίες) περιπατοῦσαν ἐν ἀληθείᾳ. Αὐτό θά ἦταν μᾶλλον μία εἰρωνεία. Ἑπομένως ἐννοεῖ μᾶλλον περιπατοῦντες χριστιανούς (δέν καθορίζει πόσοι, πολλοί ἤ λίγοι), οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στά τέκνα της, τ. ἔ. στίς τοπικές Ἐκκλησίες της (σέ ὅλες).
Καί λέει «ἐχάρην λίαν», γιατί πράγματι εἶναι εὐχάριστο καί χαροποιό γεγονός, ὅταν (πολλοί) χριστιανοί ἀπό ὅλες τίς τοπικές Ἐκκλησίες τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς («ἐκ τῶν τέκνων σου») περιπατοῦν ἐν ἀληθείᾳ. Καί ἀνήκουν σ' ὅλες τίς τοπικές Ἐκκλησίες, σέ ὅλα τά τέκνα της, γιατί λέει ἐνάρθρως «ἐκ τῶν τέκνων σου»· δέν λέει ἀορίστως «ἐκ (τινων) τέκνων σου», ἀπό μερικά τέκνα σου μόνο. Ἄρα ἔχουμε διάκριση καί διαφοροποίηση μεταξύ τέκνων (= τοπικῶν Ἐκ-κλησιῶν) καί ἁπλῶν μελῶν τους χριστιανῶν.
Ἄλλη μία ἔνδειξη ὅτι μιλάει γιά τοπικές Ἐκκλησίες μέ τόν ὅρο τέκνα στήν παροῦσα Β΄ ἐπιστολή του ὁ Ἰωάννης καί ὄχι γιά χριστιανούς εἶναι ἀκριβῶς καί τό ὅτι λέει τέκνα καί ὄχι τεκνία, ὅπως πράττει στήν Α΄ Ἐπιστολή (στίχ. 2,1,12,28 – 3,7,18 – 4,4 – 5,21), ὅπου ἀπευθύνεται πρός (ὅλους) τούς χριστιανούς, πρός τόν κάθε χριστιανό ἀδιακρίτως.
Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ἀλλά στήν Α΄ Ἐπιστολή του καί στό στίχ. 5,21 λέει «τεκνία φυλάξατε ἑαυτά» (στό οὐδέτερο γένος). Δέν λέει «ἑαυτούς», ὅπως πράττει στήν Β΄ ἐπιστολή, γράφοντας «ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας» καί ὄχι περιπατοῦντα.
Ἀλλ' ἐκτός τῆς Α΄ Ἐπιστολῆς ἔχουμε καί τήν Γ΄ Ἐπιστολή του, ὅπου στό στίχ. 4 λέει ἐπίσης: «Τά ἐμά τέκνα ἐν ἀληθείᾳ περιπατοῦντα», ὄχι περιπατοῦντας, ὅπως ἔχουμε στή Β΄ Ἐπιστολή. Καί αὐτές οἱ διαφοροποιήσεις προσφέρονται καί βοηθοῦν γιά τίς χαρακτηριστικές ἐκτιμήσεις, ὅπως τίς περιγράψαμε.
Πάντως μέ ὅλα τά ἀνωτέρω στοιχεῖα καί ἰδίως μέ τόν ὅρο τέκνα συμπεραίνουμε ὅτι ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, διάφορες τοπικές-ἐθνικές Ἐκκλησίες, καί ἄρα εἶναι μία ὑπερτοπική - ὑπερεθνική Ἐκκλησία. Καί αὐτό φυσικά ἰσχύει καί γιά τήν (ἄλλη) ἀδελφή της τήν ἐκλεκτή μέ τά τέκνα της καί αὐτή (στίχ. 13).
Ἔτσι ἀκολουθοῦντες τό κείμενο πιστά θαυμάζουμε τήν ἀκριβολογία τοῦ Ἰωάννου ἤ μᾶλλον τή θεοπνευστία τοῦ κειμένου. Καί συγχρόνως, ὁδηγούμαστε νά λάβουμε ὀρθές ἀπαντήσεις, ἀπομακρύνοντες καί τίς διαφωνίες μεταξύ τῶν ἑρμηνευτῶν καί χριστιανῶν.
Γι' αὐτό στά θεῖα καί θεόπνευστα κείμενα δέν πρέπει οὔτε νά προσθέτουμε, οὔτε νά ἀφαιροῦμε κάτι, γενικῶς νά μήν ἀλλοιώνουμε τό κείμενο. Νά μήν ἀλλάζουμε κάτι στό κείμενο, γιατί τό γράμμα εἶναι, ὡς γνωστόν, ὁ φορέας τοῦ νοήματος. Ὁπότε ἀλλοιώνουμε καί τό νόημα τοῦ κειμένου μέ τήν ἀλλοίωση τοῦ γράμματος, πρᾶγμα πού ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καί τή διαφωνία του πρός ἄλλα συναφῆ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καθώς καί τήν ἐλλιπή ἤ ἐσφαλμένη γνώση τῆς ἀλήθειας.
Ἔτσι μένουμε καί ἐνισχυόμαστε στήν ἄποψη ὅτι ὁ λόγος εἶναι περί δύο ὑπερτοπικῶν Ἐκκλησιῶν πού περιλαμβάνουν στούς κόλπους τους διάφορες τοπικές Ἐκκλησίες.
Ἀλλά πρίν κλείσουμε μέ τήν ἔνδειξη ἤ μᾶλλον ὑπόδειξη ἤ καί ἀπόδειξη γιά τόν προσδιορισμό τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν ὡς ὑπερτοπικῶν, διά τῆς λέξεως τέκνα, πάλι μέ τή βοήθεια τῆς λέξεως αὐτῆς ὀφείλουμε νά μελετήσουμε καί νά ἀξιοποιήσουμε τό κείμενο γιά τόν ἐγγύτερο —καί ὀνομαστικό πλέον― προσδιορισμό καί ἐντοπισμό αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν.
 
3. Ἐντοπισμός τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν
Μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο προτάσεων πού ἀναφέρονται στούς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς (στίχ. 1: «ἐκλεκτῇ κυρίᾳ καί τοῖς τέκνοις της») καί στόν ἀποστολέα τῆς ἐπιστολῆς, τόν Ἰωάννη καί τούς σύν αὐτῷ (βλ. στίχ. 13: «τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς σου»), ὑπάρχει ἕνα παράδοξο. Ἀξιοπερίεργο δηλαδή εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἀσπασμός πού στέλνουν οἱ τοῦ Ἰωάννου στήν «ἐκλεκτή κυρία» προέρχεται ἀπό τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς της καί ὄχι ἀπό τήν ἴδια τήν ἀδελφή της. Καί τίθεται δικαιολογημένα τό ἐρώτημα: Γιατί; Μήπως αὐτή εἶχε ἐξαφανιστεῖ, μήπως εἶχε πεθάνει; Τέτοιος ὅμως λόγος δέν ἀναφέρεται, οὔτε διαφαίνεται. Ἰδίως τό «ἐκλεκτή» μᾶλλον σημαίνει «ζῶσα». Δέν λέει «μακαρία» ἀδελφή. Μήπως ὁ Ἰωάννης ἐκπροσωποῦσε τήν τοπική-ὑπερτοπική αὐτή Ἐκκλησία; Καθόλου ἀπίθανο. Ἤ μήπως ἐπίσης δηλώνεται ὅτι μέ τό τέκνα ἐννοοῦνται ὅλες οἱ ἐπί μέρους τοπικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν αὐτήν τήν ἀδελφή ὑπερτοπική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται ἀπό τόν Ἰωάννη; Πολύ πιθανό.
Ἄλλωστε ἔχουμε καί τήν ἑξῆς εὔγλωττη διατύπωση πού ἐπιβεβαιώνει τά ἀνωτέρω. Τό ὅτι δηλ. λέει στόν ἑνικό ἀριθμό «ἀσπάζεταί σε τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς σου» καί ὄχι στόν πληθυντικό «ἀσπάζονταί σε τά τέκνα», δέν εἶναι ἀσήμαντο. Τοῦτο ὁπωσδήποτε ὑποδηλώνει ὅτι σέ ἀσπάζεται ἡ ἀδελφή σου καί ἄρα βρίσκεται ἐν ζωῇ.
Βεβαίως μπορεῖ κάποιος νά ἰσχυριστεῖ ὅτι δικαιολογεῖται αὐτή ἡ διατύπωση ὡς «ἀττική σύνταξη» καί ἄρα αὐτή ἡ διατύπωση δέν σημαίνει τίποτε. Ὅμως λέμε ὅτι φιλολογικῶς μπορεῖ νά μή σημαίνει τίποτε, ἀλλά θεολογικῶς μπορεῖ νά ἐννοεῖ καί τό ὅτι «σέ ἀσπάζεται» ἡ ἀδελφή σου «διά τῶν τέκνων της», στά ὁποῖα σήμερα εἶναι κατανεμημένη καί τά ὁποῖα ὅμως τήν ἀποτελοῦν καί τήν ἐκπροσωποῦν.
Ἐπίσης συναφῶς ἐδῶ πρέπει νά προσεχθεῖ καί τό γεγονός ὅτι αὐτές οἱ δύο προτάσεις ἐμφανίζονται ὡσάν νά ἐξισώνουν ὅλα τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς τῆς δεύτερης (τῆς μεριᾶς δηλ. τοῦ Ἰωάννου) μέ τή μία (τήν «κυρία») ἀδελφή. Καί τοῦτο ἐνισχύεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι τά τέκνα αὐτά τῆς δεύτερης ἀδελφῆς δέν στέλνουν ἀσπασμό καί στά τέκνα τῆς πρώτης παρά μόνο στήν ἴδια τήν πρώτη («στήν κυρία»). Καί τοῦτο παρ' ὅλο ὅτι στήν ἀρχή τῆς ἐπιστολῆς ἀναγράφεται ὅτι αὐτή στέλνεται καί στά τέκνα της.
Ἴσως αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πρώτη, ἡ «κυρία», εἶναι πιό συγκεντρωμένη, πιό συγκεντρωτικά δομημένη καί ἀντιπροσωπεύει καί τά τέκνα της, ἐνῶ ἡ δεύτερη εἶναι πιό χαλαρά, πιό αὐτόνομα, διαρθρωμένη. Ἔτσι ἡ κάθε μία Ἐκκλησία-ἀδελφή ἀπό αὐτές τίς δύο ἔχει καί τήν ἰδιαιτερότητά της, τίς δικές της ἰδιότητες καί τό δικό της ἰδιαίτερο χαρακτήρα, ὅπως αὐτό εἶναι φυσικό νά συμβαίνει καί σέ δύο φυσικές ἀδελφές.
Ἴσως αὐτήν τήν κατάσταση ὑποδηλώνει καί ὁ χαρακτηρισμός τῆς πρώτης ὡς «κυρίας» (στίχ. 1), ὡς αὐθέντρας, ὡς προϊσταμένης, ἐνῶ δέν χρησιμοποιεῖται αὐτός ὁ χαρακτηρισμός περί τῆς ἄλλης ἀδελφῆς (τῆς μεριᾶς τοῦ Ἰωάννου).
Ἔχοντες αὐτά ὑπ' ὄψη μας νομίζουμε ὅτι πλησιάζουμε στόν προσδιορισμό ποιές εἶναι αὐτές οἱ δύο ἀδελφές (ὑπέρ-τοπικές) Ἐκκλησίες.
Ἄς ἐπιτραπεῖ, λοιπόν, σέ μᾶς, ἔχοντες ὑπ' ὄψη καί τά λεγόμενα στό 21ο κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου καί στίς ἑπτά ἐπιστολές τῶν τριῶν πρώτων κεφαλαίων τῆς Ἀποκαλύψεως, καθώς καί τήν ἐπικρατοῦσα στή Θεολογία ἄποψη ὅτι ἡ Ἰωάννειος γραμματεία εἶναι πλήρης συμβολισμῶν, νά ποῦμε τά ἑξῆς (προεξαγγελτικῶς ἐδῶ, καί ἀποδεικτικῶς κατωτέρω). Ὅτι οἱ δύο «ἐκλεκτές ἀδελφές» ἀντιπροσωπεύουν ὄχι ἁπλῶς καί ἀορίστως δύο ὑπερτοπικές Ἐκκλησίες, ἀλλά συγκεκριμένως τίς χριστιανικές Ἐκκλησίες Δύσεως καί Ἀνατολῆς, τήν Πέτρειο καί τήν Ἰωάννειο Ἐκκλησία (9).
Κατόπιν τούτου θά ἀντέτεινε κάποιος, εὐθύς ἀμέσως, ἐρωτηματικῶς: Καλά, ἔχουμε δύο Ἐκκλησίες ἤ Μία Ἐκκλησία; Ἐπ' αὐτοῦ θά λέγαμε ἀπαντητικῶς ὅτι αὐτές οἱ δύο ἀδελφές ἔχουν κοινή μητέρα. Γι' αὐτό καί εἶναι ἀδελφές.
Ἡ κοινή τους προφανῶς μητέρα εἶναι ἡ καθόλου Ἐκκλησία, ἡ νύμφη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διαφωτίζει ἐπ' αὐτοῦ: «Καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν τήν Ἐκκλησίαν καί ἑαυτόν παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς, ἵνα αὐτήν ἁγιάσῃ . . . ἵνα παραστήσῃ αὐτός ἑαυτῷ ἔνδοξον τήν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. 5,25-27). Ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι ἡ μητέρα καί τῶν δύο αὐτῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν.
Ὁ στίχ. 2 τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου μᾶλλον μᾶς ὑποδηλώνει καί ἐπιβεβαιώνει τή Μία Ἐκκλησία, ὅταν λέει πρός τήν «ἐκλεκτή κυρία»: «Διά τήν ἀλήθειαν τήν μένουσαν ἐν ἡμῖν, καί μεθ' ἡμῶν ἔσται εἰς τόν αἰῶνα». «Διά τήν ἀλήθειαν τήν μένουσαν ἐν ἡμῖν», τ. ἔ. σέ σένα, ὦ κυρία, καί σέ μᾶς, ὡς ἕνα σύνολο, ὡς μία Ἐκκλησία.
Αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζει τό τοῦ Παύλου «Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15). Τό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. «Καί μεθ' ἡμῶν ἔσται (= θά εἶναι) εἰς τόν αἰῶνα». Καί αὐτή ἡ πρόταση (πρβλ. τό «ἡμῶν») ὑποδηλώνει τήν Ἐκκλησία καί ἐπιβεβαιώνει τό προηγούμενο συμπέρασμα γιά τή συνοχή τῆς Ἐκκλησίας, γιά τό ἑνιαῖο τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν ἑνότητά της διαιωνίως. Αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζει καί τό τοῦ Κυρίου περί τῆς Ἐκκλησίας: «Καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18).
Καί οἱ δύο ἀδελφές (πρέπει νά) ἀνήκουν σ' αὐτή τή μία Ἐκκλησία, ἀφοῦ (ἐφ' ὅσον) ἡ ἀλήθεια «μένει» σ' αὐτές «εἰς τόν αἰῶνα».
Ἐξ ἄλλου δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐκτός τοῦ ὅτι εἶναι Μία, εἶναι καί Ἁγία καί Καθολική. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία. Καί αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκτός τῆς Ἁγίας Κεφαλῆς Της ἀποτελεῖται καί ἀπό τούς ἐν οὐρανοῖς ἁγίους της, τό τμῆμα τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας. Ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική, γιατί ἀκριβῶς περιλαμβάνει στούς κόλπους της καί ὅλους τούς ἀνά τούς αἰῶνες ὑπάρξαντες χριστιανούς καί ὄχι μόνο τούς σημερινούς, τούς ἀνά τήν οἰκουμένη (γῆ) πιστούς. Περιλαμβάνει ὅλους τούς χριστιανούς ἀπό τούς Ἀποστόλους καί ἑξῆς.
Πλήν ὅμως, ὅπως εἶναι φυσικό, ἡ Β΄ Ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου ἀπευθύνεται στή στρατευόμενη Ἐκκλησία καί τά τμήματά της (Ἀνατολῆς καί Δύσεως) καί ὄχι στήν ἐν οὐρανοῖς θριαμβεύουσα. Καί γι' αὐτό μιλάει γιά δύο ἀδελφές, οἱ ὁποῖες προφανῶς ἀνήκουν στήν ἐπί γῆς στρατευόμενη Ἐκκλησία.
Βεβαίως ἐδῶ μπορεῖ νά τεθεῖ καί τό συναφές ἐρώτημα, ἄν αὐτές οἱ «ἀδελφές» ἀντιπροσωπεύουν τίς ἐν λόγῳ Ἐκκλησίες γιά μιά περιορισμένη ἐποχή ἤ ἱστορική περίοδο ἤ ἀντιπροσωπεύουν αὐτές γιά ὅλη τήν ἱστορική πορεία τους ἀπ' ἀρχῆς μέχρι σήμερα καί στό μέλλον; Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς θά ὑπογραμμίζαμε τό ἑξῆς: Αὐτές οἱ δύο Ἐκκλησίες χαρακτηρίζονται ὡς ἀδελφές (καί ὄχι π.χ. ὡς φίλες ἤ συνάδελφοι). Ἐφ' ὅσον χαρακτηρίζονται ἀδελφές, αὐτή ἡ σχέση φανερώνει μιά ἰδιότητα μόνιμη: Ἀπό τή γέννηση ὥς καί τό θάνατο μεταξύ τῶν δύο προσώπων-ἀδελφῶν. Ἔτσι καί γιά τίς δύο Ἐκκλησίες ἔχουμε ἕνα χαρακτηριστικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο τίς συνοδεύει γιά ὅλη τους τή διαδρομή, ἀσχέτως διακυμάνσεων ἀπό τῆς ἱδρύσεώς τους (γεννήσεώς τους), μέχρι σήμερα, μέχρι τέλους, μέχρι τά ἔσχατα.
 
4. Χρονολογικός προσδιορισμός τῆς ἀποστολῆς (καί τοῦ περιεχομένου) τῆς ἐπιστολῆς (οἱ παραλῆπτες)
Πέραν τῶν προηγουμένων συμπερασμάτων θά προσθέταμε ὅτι στήν ἐν λόγῳ ἐπιστολή ἀπεικονίζονται κατ' ἐξοχήν ἡ σημερινή ὑπόσταση, κατάσταση καί οἱ σχέσεις τῶν δύο αὐτῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς. Γι' αὐτά, καθώς καί γιά τίς διάφορες ἐξελίξεις πού ἔχουμε ἰδίως μετά τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054 μ.Χ., ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τό Δεκέμβριο τοῦ 1965 μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, μᾶς διαφωτίζει ἐπαρκῶς ἡ Β΄ αὐτή ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου.
Καί λέμε αὐτό, γιατί ἐκτός τῶν ἄλλων συμπτώσεων καί οἱ σχετικοί συμβολισμοί τῆς ἐπιστολῆς τώρα ἰδίως ὑλοποιοῦνται, τώρα πραγματοποιοῦνται. Ἀλλά καί τώρα τούς ἀνακαλύπτουμε. Εἶναι αὐτά τυχαῖα; Πρβλ. καί τό λεγόμενο στή Δήλωση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἐπί τῇ πρώτῃ ἐπετείῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων (7.12.1966): «Ἡ 7η Δεκεμβρίου 1965 ἀποτελεῖ ἕν φῶς, τό ὁποῖον . . . φωτίζει τήν ὁδόν τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος τῆς Ἐκκλησίας» (10).
Στά ἀνωτέρω μάλιστα θά παρατηρούσαμε: Ἤ τά γεγονότα πού συμβαίνουν σήμερα ἐπικυρώνουν-ἐπαληθεύουν τούς συμβολισμούς-προφητεῖες τοῦ Ἰωάννου, ἤ καί ἀντιστρόφως, ὁ Ἰωάννης ἐπικυρώνει καί «νομιμοποιεῖ» τά γεγονότα, τά ὀρθῶς ἔχοντα καί γινόμενα σήμερα. Ἐπί παραδείγματι ἐπιβεβαιώνει καί ἐγκρίνει τό γεγονός ὅτι τώρα τελευταίως ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἡ Δυτική Ἐκκλησία, θεωρεῖ ὡς ἀδελφή Ἐκκλησία τήν Ἀνατολική, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως καί τό ἀντίστροφο, ἡ Ἀνατολική τή Δυτική. Καί γενικότερα θά λέγαμε ἡ ἐπιστολή φαίνεται σά νά γράφτηκε στή (γιά τή, ἀπό τή) σημερινή ἐποχή, ἄν καί γράφτηκε πραγματικῶς τό 100 μ.Χ. περίπου ἀπό τόν Ἰωάννη.
Πράγματι, ἀπό τούς στίχ. 4-6 κατ' ἀρχάς ἐνισχύεται αὐτή ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου ἀναφέρεται σέ κάποια μεταγενέστερη ἐποχή. Ὅτι ἀπευθύνεται πρός κάποιους χριστιανούς παραλῆπτες μεταγενέστερης ἐποχῆς καί ὄχι τῆς δικῆς του, τῆς πρωτοχριστιανικῆς, τοῦ 100 μ.Χ. Καί κατά πρῶτον πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι στό στίχ. 4 γράφει πρός τήν ἐκλεκτή κυρία: «Ἐχάρην λίαν ὅτι εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ». Ὁ ἀόριστος «ἐχάρην» μαζί μέ τόν παρακείμενο «εὕρηκα» μᾶς ἀναγκάζει νά δε-χθοῦμε ὅτι ὁ Ἰωάννης γράφει ἀπό ἤ σέ μιά μεταγενέστερη ἐποχή καί μιλάει γιά μιά προγενέστερη. Λέει «ἐχάρην» καί δέν λέει «χαί-ρω». Ἐπίσης λέει «εὕρηκα» (= ἔχω βρεῖ), ὄχι «εὑρίσκω».
Ὅτι μιλάει πρός χριστιανούς παραλῆπτες μεταγενέστερης ἐποχῆς καί ὄχι τῆς δικῆς του, τῆς πρωτοχριστιανικῆς, φαίνεται καλλίτερα στό στίχ. 5, ὅπου λέει πρός τήν ἐκλεκτή κυρία: «Οὐχ ὡς ἐντολήν καινήν γράφων σοι ἀλλά ἥν εἴχομεν ἀπ' ἀρχῆς . . . ». Λέει «εἴχομεν», ὄχι ἔχομεν. Φαίνεται σάν νά γράφει ἀπό μιά μεταγενέστερη ἐποχή καί ὄχι τό 100 μ.Χ. Αὐτή ἡ ἐντύπωση δίδεται μέ τόν παρατατικό «εἴχομεν». Δέν λέει «ἔχομεν» τώρα, ἀλλά λέει «εἴχομεν» κάποτε, στό παρελθόν.
Καί μή νομιστεῖ ὅτι ἐκφράζεται ἔτσι ὁ Ἰωάννης, γιατί δέν γνώριζε καλά τήν ἑλληνική γλώσσα μέ τούς πολλούς ρηματικούς τύπους ἤ τή χρήση τῶν χρόνων. Ἀντιθέτως, τά γνώριζε πολύ καλά. Αὐτό διαπιστώνουμε π.χ. ἀπό τό Εὐαγγέλιο στούς στίχους Ἰω. 4,18 καί Ἰω. 4,52, ὅπου χρησιμοποιεῖ μέ εὐστοχία τόν ἀόριστο τοῦ ἔχω (ἔσχον, ἔσχες, ἔσχεν): Συγκεκριμένως, στό Ἰω. 4,18 λέει πρός τή Σαμαρείτιδα· «πέντε γάρ ἄνδρας ἔσχες», καί στό Ἰω. 4,52 μιλάει γιά «τήν ὥραν . . . ἐν ᾗ κομψότερον (τό παιδίον) ἔσχεν». Ἐπίσης στήν Α΄ ἐπιστολή του χρησιμοποιεῖ ὁ ἴδιος τόν ἐνεστῶτα γράφοντας κανονικά: «Καί αὕτη ἐστίν ἡ παρρησία ἥν ἔχομεν πρός Αὐτόν» (Α΄ Ἰω. 5,14). Λέει ἔχομεν καί ὄχι εἴχομεν. Ἄρα γιά νά χρησιμοποιήσει στό στίχο Β΄ Ἰω. 5 τόν παρατατικό «εἴχομεν», κάποιος λόγος ὑπάρχει.
Κάτι ἤ μᾶλλον κάποιος τόν ὤθησε νά γράψει «εἴχομεν», ἔστω καί ἀνεπιγνώστως, ὥστε νά μπορεῖ νά ἐννοεῖται ὅτι μιλάει καί ἀπό (ἤ μᾶλλον γιά) μεταγενέστερη ἐποχή. Ἄν δέν ἦταν ἔτσι τά πράγματα, θά ἦταν ποτέ δυνατόν, γράφοντας ὁ Ἰωάννης γύρω στό 100 μ.Χ., νά ἔλεγε ὅτι «εἴχομεν» (= εἴχαμε), ὅτι εἴχαμε κάποτε στό παρελθόν «τήν καινήν ἐντολήν»; Δηλαδή ἦταν δυνατόν ποτέ νά πεῖ ὅτι τώρα μόλις 50-100 χρόνια μετά τό Χριστό δέν ἔχουμε πλέον τήν καινή ἐντολή; Καί τί «καινή (= καινούργια)» ἐντολή τότε θά ἦταν; Κάποιος, λοιπόν, καί κάτι τόν ὤθησε χωρίς ἴσως καί ἐκεῖνος νά καταλαβαίνει τό γιατί νά χρησιμοποιήσει τό «εἴχομεν».
Αὐτός ὁ κάποιος γιά μᾶς τούς χριστιανούς εἶναι ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας (Ἰω. 14,16-17, Ἰω. 14,26, Ἰω. 15,26). Ἔτσι ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὤθησε τόν Ἰωάννη νά τό γράψει σ' αὐτόν τόν τύπο, ἔστω καί ἀνεπιγνώστως (παθητική ἔννοια τῆς θεοπνευστίας), ὥστε ἐμεῖς σήμερα νά μποροῦμε (ἐνεργητική ἔννοια τῆς θεοπνευστίας) νά δώσουμε αὐτό τό νόημα (τῆς μεταγενέστερης ἐποχῆς) (11).
Σχολιάζοντας ἀνωτέρω τό «εἴχομεν» τοῦ στίχ. 5, θέσαμε τό ἐρώτημα: Εἶναι δυνατόν ποτέ ὁ Ἰωάννης, γράφοντας τό 100 μ.Χ., νά πεῖ «εἴχομεν», ὅτι εἴχαμε κάποτε, στό παρελθόν; Δηλαδή θά μποροῦσε μόλις τό 100 μ.Χ. νά πεῖ δέν ἔχουμε τήν καινή ἐντολή; Γιά νά μή μείνει, λοιπόν, καμμιά τέτοια ἐσφαλμένη ἐντύπωση στούς τότε (τοῦ 100 μ.Χ.) ἀναγνῶστες του, ἐπαναφέρει τό λόγο στό στίχο 6 καί λέει: «Αὕτη ἡ ἐντολή ἐστιν (ἐκείνη, ἡ ἴδια) καθώς (πού) ἠκούσατε ἀπ' ἀρχῆς».
Τό «ἠκούσατε (ὁ ἀόριστος) ἀπ' ἀρχῆς» δέν διασπᾶ τή συνέχεια τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐντολῆς, ὅπως καί ἐάν ἔλεγε τήν ἐντολή, τήν ὁποία «ἔσχομεν» ἀπό τήν ἀρχή. Ἐάν δηλαδή χρησιμοποιοῦσε ἀόριστο καί ὄχι τόν παρατατικό «εἴχομεν». Ἄλλωστε καί στό στίχο 4 πάλι ἀόριστο εἶχε χρησιμοποιήσει, λέγοντας ἐντολήν «ἐλάβομεν». Ἄρα γιά νά χρησιμοποιηθεῖ ὁ παρατατικός «εἴχομεν», κάτι σημαίνει, κάτι ἤθελε νά μᾶς ὑποδείξει, κάτι νά προσέξουμε καί κάτι νά ἐννοήσουμε. (Γι' αὐτό νομίζουμε καλῶς ἐλέχθη ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα δεῖγμα τῆς ἐνεργητικῆς ἔννοιας τῆς θεοπνευστίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς).
Πάντως καί ἡ ἔκφραση «ἀπ' ἀρχῆς» στό στίχ. 5 καί ἡ ἐπανάληψή της στό στίχ. 6 καί συνδέει τούς στίχους αὐτούς καί προφυλάσσει ἀπό τήν ἀνωτέρω παρερμηνεία (περί «ἐγκαταλείψεως» τῆς ἐντολῆς στό παρελθόν). Ἀλλά συγχρόνως καί ἡ ὕπαρξη τοῦ «εἴχομεν» ἀφήνει περιθώριο γιά τήν ἀποδοχή καί τῶν δύο ἐκδοχῶν-ἑρμηνειῶν: Ὅτι ἐκτός τῶν παραληπτῶν-ἀναγνωστῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωάννου ἡ ἐπιστολή ἀπευθύνεται καί ἀναφέρεται σέ χριστιανούς μεταγενέστερης ἐποχῆς.
Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ἀλλά μᾶλλον μοιάζει σά νά γράφει καί νά στέλνει τήν ἐπιστολή σέ κατά πολύ μεταγενέστερους χρόνους καί ὄχι ἀπό τήν ἀρχή, ἀπό τότε πού ἔλαβαν τήν ἐντολή οἱ πρῶτοι χριστιανοί. Παρέχει τήν ἐντύπωση ὅτι μιλάει γιά τή σημερινή ἐποχή καί στή σημερινή ἐποχή στέλνει τήν ἐπιστολή. Ἐξ ἄλλου καί τό γεγονός ὅτι χρησιμοποιεῖ τή σύγχρονη διεκκλησιαστική ὁρολογία («ἀδελφές Ἐκκλησίες») εἶναι ἰδιαιτέρως διαφωτιστικό καί βοηθητικό πρός τήν κατεύθυνση αὐτή.
Καί περαιτέρω θά προσθέταμε: Ὁ Ἰωάννης γράφει σά νά ζοῦσε, σά νά ζεῖ, σήμερα. Δέν νομίζουμε ὅτι συμβαίνει αὐτό προσωπικῶς-βιολογικῶς-σωματικῶς. Ἀλλά ἁπλῶς μεταφέρεται στό σήμερα καί προτυπώνει ἤ ἀποτυπώνει τό σήμερα σά νά ζεῖ στή σημερινή ἐποχή, ἀνάμεσά μας. Θά λέγαμε σά νά μήν ἔχει πεθάνει. Αὐτά μᾶς θυμίζουν τούς λόγους τοῦ Κυρίου περί τοῦ Ἰωάννου κατά τό διάλογό του μέ τόν Πέτρο μετά τήν Ἀνάστασή Του, ὅταν τοῦ εἶπε: «Ἐάν αὐτόν (τόν Ἰωάννην) θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρός σέ (Πέτρε); . . . Ἐξῆλθεν οὖν οὗτος ὁ λόγος εἰς τούς ἀδελφούς ὅτι ὁ μαθητής ἐκεῖνος (ὁ Ἰωάννης) οὐκ ἀποθνῄσκει. Οὐκ εἶπεν δέ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει, ἀλλ' · ἐάν αὐτόν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι [ , τί πρός σέ] ; » (Ἰω. 21,22-23).
Αὐτά, μεταξύ τῶν ὁποίων εἰδικῶς καί τό ὅτι ἀπευθύνεται πρός τούς χριστιανούς τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ἐνισχύονται καί πιό κάτω στό στίχ. 8, ὅπου ἀντιπαραθέτει ἀλλά καί συνδέει ἐνεστῶτα («βλέπετε») καί παρελθόντα ἤ παρεληλυθότα «μεικτό» χρόνο («εἰργασάμεθα»), ἀναγκάζοντάς μας νά προσέξουμε τή διατύπωση τοῦ κειμένου καί τό νόημά του. Ἔτσι λέει: «Βλέπετε ἑαυτούς, ἵνα μή ἀπολέσητε ἅ εἰργασάμεθα, ἀλλά μισθόν πλήρη ἀπολάβητε». Κάνει προσεκτικούς γενικῶς τούς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς (τό «βλέπετε ἑαυτούς»), ἀλλά κάνει προσεκτικούς εἰδικότερα καί ἐκείνους τούς παραλῆπτες μιᾶς μεταγενέστερης ἐποχῆς. Τούς λέει νά μή χάσουν ἐκεῖνα, τά ὁποῖα μαζί — ἀπό κοινοῦ — κατά τό παρελθόν «εἰργάσαντο» (ἀόριστος-παρακείμενος) ἐπεξεργάστηκαν, διατύπωσαν, δημιούργησαν.
Καί ἀκόμη «προτρέπει» καί μᾶς νά προσέξουμε τόν σύνθετο ρηματικό τύπο «εἰργασάμεθα». Νά προσέξουμε ὅτι ὁ ρηματικός τύπος «εἰργασάμεθα» παραπέμπει στόν παρακείμενο καί στόν ἀόριστο. Συνδυάζει καί τούς δύο χρόνους. Ὁ ἀναδιπλασιασμός «εἰ» ἀνήκει στόν παρακείμενο τοῦ ρήματος ἐργάζομαι καί τό «σάμεθα» ἀνήκει στόν ἀόριστο τοῦ ἴδιου ρήματος. Παραπέμπει σέ δύο ἱστορικούς χρόνους ἤ δύο ἱστορικές περιόδους. Αὐτά μήπως ὑποδεικνύουν τά ἐπιτεύγματα ἀμφοτέρων τῆς Α΄ Περιόδου (παρακείμενος) καί τῆς Β΄ Περιόδου (ἀόριστος) τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας; Καί ἄρα, μήπως μπήκαμε, βρισκόμαστε, στήν Γ΄ Περίοδο τώρα;
Ἀκόμη καί αὐτός ὁ ἀσπασμός τοῦ στίχ. 13 ἐνισχύει τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Ἰωάννης μιλάει ἀπό (γιά) μιά μεταγενέστερη ἐποχή. Ὅπως εἴδαμε, στήν ἐπιστολή αὐτή ὑπάρχει παραδόξως ὁ τελικός ἀσπασμός (στίχ. 13) ἀπό τά τέκνα τῆς ἐκλεκτῆς ἀδελφῆς, δηλ. τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι ἀπό τήν ἀδελφή τήν ἴδια. Τά τέκνα αὐτά προφανῶς εἶναι οἱ συνεχιστές αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς. Καί εἴπαμε αὐτό ὑποδηλώνει τή διάρθρωση τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας σήμερα, τ. ἔ. τίς διάφορες αὐτοκέφαλες καί αὐτόνομες Ἐκκλησίες της. Καί τό φαινόμενο αὐτό ὑπῆρχε καί παλαιότερα ἴσως, ἀλλά κυρίως ἐμφανίστηκε κατά τούς τελευταίους αἰῶνες καί χρόνους. Ἑπομένως χαρακτηρίζει καί προσδιορίζει τούς τελευταίους αὐτούς χρόνους.
Συμπερασματικῶς θά λέγαμε ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀσφαλῶς ἔγραψε τήν ἐπιστολή περίπου τό 100 μ.Χ., ὅταν ζοῦσε σωματικῶς, ἀλλά καί προφανῶς μοιάζει σάν νά τήν γράφει ἤ καί ἀποστέλλει σήμερα γιά τό σήμερα. Γι' αὐτό καί μεῖς οἱ σημερινοί πρέπει νά τήν παραλάβουμε εὐγενῶς, νά τήν διαβάσουμε ἐπιμελῶς καί νά τήν ἀκολουθήσουμε δημιουργικῶς.
 
5. Μία «παρέμβαση» τοῦ ἀποστόλου Πέτρου
Στό σημεῖο αὐτό, μιά καί μιλᾶμε γιά «ἀσπασμούς», ἴσως εἶναι πολύ χρήσιμο νά προβοῦμε καί σέ μία διαφωτιστική παρένθεση ὡς πρός τήν ὕπαρξη τοπικῶν-ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν στήν Ἀνατολή μέ βάση τίς ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Εἶναι δηλ. χαρακτηριστικό τό ἑξῆς γεγονός: Ὁ ἀπόστολος Πέτρος στήν Α΄ του Ἐπιστολή, ὅπως ἔχουμε δεῖ πιό μπροστά, χρησιμοποιεῖ ἀπό τή μιά μεριά τή διατύπωση «ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτή» (Α΄ Πέτρ. 5,13), τήν ὁποία φράση ἑρμηνεύουν πολλοί ὅτι ἐννοεῖ τήν ἐν Ρώμῃ Ἐκκλησία. Καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά καί ἀπέναντι σ' αὐτήν τήν Ἐκκλησία θά λέγαμε θέτει τούς «ἐκλεκτούς» παρεπιδήμους τῆς «διασπορᾶς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ἀσίας καί Βιθυνίας» (Α΄ Πέτρ. 1,1), τούς χριστιανούς δηλαδή αὐτῶν τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
Τό πολύ διαφωτιστικό ἐπί τοῦ προκειμένου εἶναι ὅτι ἡ ἐν Βαβυλῶνι (Ρώμῃ) εὑρισκόμενη συνεκλεκτή ἀσπάζεται τούς ἐπίσης ἐκλεκτούς παρεπίδημους χριστιανούς τῶν ἀνωτέρω χωρῶν – τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Καί συγχρόνως ἐπί πλέον καί πολύ ἐνδιαφέρον εἶναι τό ὅτι ὄχι μόνο τούς ἀσπάζεται αὐτή, ἀλλά καί ὁ Πέτρος τούς κάνει ὑπόδειξη καί λέει πρός αὐτούς, πρός αὐτές τίς κοινότητες: «Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἀγάπης». Τούς συμβουλεύει δηλαδή ὁ Πέτρος νά συμπεριφέρονται καί νά συνεργάζονται μεταξύ τους μέ πνεῦμα ἀγάπης.
Ὁ καθηγητής Σάββας Ἀγουρίδης, ἀντικρούοντας τήν ἐκδοχή μερικῶν ἑρμηνευτῶν ὅτι ὑπό τήν ἔκφραση «ἐκλεκτοῖς παρεπιδήμοις διασπορᾶς Πόντου κ.τ.λ.» νοοῦνται χριστιανοί τῆς Ἐκκλησίας Ρώμης, οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν «δι' ἀσφάλειαν εἰς τάς ἐπαρχίας τῆς Μ. Ἀσίας κατά τόν διωγμόν τοῦ Νέρωνος», γράφει: «Ἡ τελευταία ὅμως αὐτή ὑπόθεσις προσκρούει εἰς τό γεγονός, ὅτι οἱ ἀποδέκται τῆς Ἐπιστολῆς εἶναι ὠργανωμένοι εἰς Κοινότητας 5,1· 5,13 ἐμμέσως)». Καί προσθέτει εὐθύς ἀμέσως: «Ἡ σειρά καθ' ἥν ἀναφέρονται αἱ ἐπαρχίαι τῆς περιοχῆς, ἐν ᾗ διαμένουν οἱ ἀποδέκται (1,1), ἄν δέν εἶναι τυχαία ἤ ἄν δέν δηλοῖ κατά σειράν τούς σταθμούς τοῦ κομιστοῦ τῆς Ἐπιστολῆς, εἶναι πράγματι περίεργος. Δέν ἀποκλείεται διά τούς ἀναγνώστας τῆς Ἐπιστολῆς τά τοπωνύμια τοῦ ἐπιστολικοῦ προοιμίου (1,1) νά εἶχον νόημά τι, τό ὁποῖον ἡμεῖς δέν δυνάμεθα νά ἀνακαλύψωμεν» (12). Ἴσως νά μήν μποροῦσε νά τό ἀνακαλύψει. Ἀλλά πάντως φαίνεται μέ αὐτά κάτι νά διαισθάνεται ὁ ἐν λόγῳ καθηγητής.
Ὡστόσο ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι ἡ παράθεση τῶν τοπωνυμίων ἔχει τό λόγο της καί ὅτι γενικῶς ἀπεικονίζει τή διάρθρωση τῆς Ἀνατο-λῆς σέ μικρές καί μεγάλες τοπικές-ἐθνικές Ἐκκλησίες. Ἡ σειρά μόνο τῆς παραθέσεως ἴσως νά εἶναι τυχαία (πλήν ἴσως τῆς πρώτης, τοῦ Πόντου). Καί ὄχι μόνο ἀπεικονίζει, ἀλλά καί προεικονίζει καί προετοιμάζει τό ἔδαφος (τό 65 μ.Χ. περίπου), ἀνταποκρινόμενη στή γενική-συνοπτική ἔκφραση «τέκνα» τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου (100 μ.Χ. περίπου).
Ἀξιοσημείωτο πάντως καί ἐνισχυτικό τῆς ἐκδοχῆς ὅτι συμβολίζουν τοπικές Ἐκκλησίες οἱ ἀναφερόμενες ἀπό τόν Πέτρο κοινότητες εἶναι καί τό γεγονός ὅτι αὐτές τίς τοπικές Ἐκκλησίες ἐκτός τοῦ ὅτι τίς ἐμφανίζει καί χαρακτηρίζει ὡς τοπικές (μέ τή χρήση τοπωνυμίων) ἐπί πλέον τίς «ἐξισώνει» οὕτως εἰπεῖν καί μέ τή Ρώμη. Αὐτό ὑποδηλώνει καί μέ τό νά χαρακτηρίζει καί τά δύο μέρη ὡς «ἐκλεκτά»: «Ἐκλεκτοί» οἱ τοῦ προοιμίου τοῦ πρώτου στίχου (1,1) οἱ παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς, «ἐκλεκτή» («συν-ἐκλεκτή») καί ἡ τοῦ στίχ. 5,13, ἡ ἀσπαζόμενη τούς πρώτους. Ἐξ ἄλλου καί μέ τό ὅτι τούς θεωρεῖ « συν -ἐκλεκτούς» (ὑπογραμμίζουμε τό «σύν») σημαίνει ὅτι ἦσαν ἀπ' ἀρχῆς, μαζί, ἀπό κοινοῦ, συγχρόνως ἐκλεγμένοι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό τό τῆς ὁμοτιμίας καί ἰσοτιμίας τῶν δύο πλευρῶν ὑποδηλώνεται καί μέ τήν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, στήν ἄλλη, στή Β΄ Ἐπιστολή του, πού ἀπευθύνεται στούς ἴδιους μέ τήν Α΄ Ἐπιστολή παραλῆπτες, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος στό στίχ. 3,1 αὐτῆς. Ἐκεῖ λέει: «Ταύτην ἤδη, ἀγαπητοί, δευτέραν ὑμῖν γράφω ἐπιστολήν». Ἔτσι συμπεραίνουμε ὅτι ἦσαν οἱ ἴδιοι οἱ παραλῆπτες τῶν δύο ἐπιστολῶν. Ἡ ὑποδηλωτική αὐτή ἔκφραση τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Πέτρου περιέχει μία ὑπαινικτική σχετικῶς καί ἴσως ἀλλιῶς ἀνεξήγητη λέξη. Καί αὐτή εἶναι ἡ λέξη «ἰσότιμον». Λέει συγκεκριμένως: «. . . Πέτρος . . . τοῖς ἰσότιμον ἡμῖν λαχοῦσιν πίστιν ἐν δικαιοσύνῃ . . .» (1,1). Δέν λέει τήν ἴδια, τήν αὐτή πίστη, ἀλλά «τήν ἰσότιμον . . . ἐν δικαιοσύνῃ». Αὐτήν τή χαρακτηριστική ἔκφραση ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας ἑρμηνεύει ὡς ἑξῆς: «Τήν πίστιν πού τούς παρέχει τά ἴσα προνόμια καί τήν ἴσην τιμήν . . . » (13).
Ἀλλά καί ἡ ὕπαρξη τῆς ἀντωνυμίας «ἡμῖν» στό στίχο αὐτό (Β΄ Πέτρ. 1,1) δέν πρέπει νά ἀγνοηθεῖ καί νά παραθεωρηθεῖ γιά μιά ἱκανοποιητική καί πληρέστερη ἑρμηνεία. Καί φυσικά θά μποροῦσε κάποιος νά ἰσχυριστεῖ ὅτι χρησιμοποιεῖ ὁ Πέτρος τό σχῆμα ἤ τόν ἀριθμό τῆς μεγαλοπρεπείας (ἤ ταπεινοφροσύνης) καί λέει «ἡμῖν», ἀντί νά πεῖ «ἐμοί», ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀποκλειστεῖ ὅτι μιλάει ὑπονοώντας καί ἄλλους. Ὅτι μιλάει ἀπό τή μεριά πού βρίσκεται αὐτός καί ἀντιπροσωπεύει καί ἄλλους καί ἀπευθύνεται πρός τή μεριά ἐκείνων πού ἀναφέρονται καί βρίσκονται στά μέρη (τοπωνύμια) τῆς Α΄ Ἐπιστολῆς του.
Ὁ καθηγητής Παν. Τρεμπέλας στό Ὑπόμνημά του, ἔχοντας ὑπ' ὄψη του καί τόν Οἰκουμένιο Τρίκκης, γράφει ὅτι τό «ἡμῖν» ἐννοεῖ «Ἤ "τοῖς ἀποστόλοις" (Οἰκουμένιος). Ἤ ἧττον πιθανῶς τοῖς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανοῖς τούς ἐξ ἐθνῶν τοιούτους» (14). Ἀπό αὐτήν τήν παρατήρηση (παρά τήν κάποια κακή διατύπωση) διαφαίνεται ὅτι δέν ἀποκλείει καί κάποια διεύρυνση τοῦ «ἡμῖν» καί μέ ἄλλους ἐκτός τοῦ ἀποστόλου (ἤ τῶν ἀποστόλων) χριστιανούς τῆς μεριᾶς του.
Καί γιά τή δυνατή αὐτή διεύρυνση πιθανῶς ἔχει τό λόγο του ὁ ἐν λόγῳ καθηγητής, ἐφ' ὅσον ὁ Πέτρος λέει ὅτι ἀπευθύνει τήν ἐπιστολή «τοῖς ἰσότιμον ἡμῖν λαχοῦσιν πίστιν . . . ». Καί πράγματι ἴσως δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθοῦμε ὅτι οἱ παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς του χριστιανοί εἶχαν ἰσότιμη πίστη μέ τούς ἀποστόλους. Ὁ Πέτρος καί ὅλοι οἱ ἀπόστολοι εἶχαν τό ἀποστολικό ἀξίωμα καί τό ἀποστολικό χάρισμα, ἐνῶ τό σύνολο τῶν χριστιανῶν τῆς μεριᾶς τοῦ ἀποστολέα Πέτρου ἦταν δυνατόν νά ἔχουν ἰσότιμη πίστη μέ τό σύνολο τῶν παραληπτῶν τῆς ἐπιστολῆς του. Τό «ἡμῖν» εὐνοεῖ τήν ἄποψη αὐτή.
Ἐδῶ χάριν κάποιας συστηματοποιήσεως καί καλλίτερης κατανοήσεως τῶν προσφερόμενων στοιχείων θά λέγαμε:
α) Τό «ἡμῖν» τῆς Β΄ Πέτρου ἀντιστοιχεῖ μέ τό «ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτή» τῆς Α΄ Πέτρου καί τό
β) «τοῖς λαχοῦσιν» τῆς Β΄ Πέτρου ἀντιστοιχεῖ μέ τό «παρεπίδημοι τῆς διασπορᾶς» τῆς Α΄ Πέτρου. Ἑπομένως διαπιστώνουμε ὅτι ἔχουμε μία ἰσοτιμία μεταξύ τῶν μελῶν (Ἐκκλησιῶν-χριστιανῶν) τοῦ α καί β.
Ἀλλά καί αὐτή καθ' ἑαυτήν ἡ λέξη «λαχοῦσιν (ὄχι λαβοῦσι) πίστιν», ἡ ὁποία μᾶς ἀνάγει στήν ἔννοια τοῦ «ἐκλεκτοί-ἐκλεγμένοι», ἐνισχύει τήν ἐκδοχή τῆς ἰσοτιμίας. Ὁ Παν. Τρεμπέλας ὑπομνηματίζει σχετικῶς: «Οἱονεί διά κλήρου καί ἄνευ προσωπικῆς τινος προσπαθείας ἐπέτυχον . . . ἀλλ' ἐδόθη εἰς αὐτούς κατά τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (15). Μέ ἄλλα λόγια ἦταν ἐλεημένοι ἤ ἐκλεγμένοι. Ἐφ' ὅσον δηλ. τό «λαχοῦσιν» ἀντιστοιχεῖ καί ἰσοδυναμεῖ μέ τό «ἐκλεγμένοι» (μέ τό «ἐκλεκτοῖς» καί «συν-ἐκλεκτή»), ἑπόμενον εἶναι νά ὑποδηλώνεται κάποια ἰσοτιμία μεταξύ τῶν δύο πλευρῶν.
Πάντως καί τό γεγονός ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπευθύνεται πρός τήν Ἀνατολή (Α΄ καί Β΄ Ἐπιστολή) καί ὁ Ἰωάννης πρός τή Δύση (Β΄ Ἐπιστολή) πάλι στό ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουμε. Στό συμπέρασμα τῆς ἰσοτιμίας μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καί κατ' ἐπέκταση τῶν ἴδιων τῶν Ἐκκλησιῶν. Εἶναι «ἐκλεκτές ἀδελφές », ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτεται ἀπό τόν Ἰωάννη (Β΄ Ἰω. 1 καί 13), καί εἶναι καί «συνεκλεκτοί», ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτεται ἀπό τόν Πέτρο, οἱ πιστοί χριστιανοί καί τῶν δύο πλευρῶν «κατά πρόγνωσιν Θεοῦ Πατρός» (Α΄ Πέτρ. 1,2).
 
Συμπεράσματα
Δυνάμει τῶν δεδομένων τῆς Β΄ Καθολικῆς (= πρός ὅλους) Ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου καί εὐαγγελιστῆ Ἰωάννου ἔχουμε τά ἑξῆς βασικά συμπεράσματα ἤ ἀλλιῶς προτάσεις:
1. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική ἤ Ἰωάννειος Ἐκκλησία καί ἡ Ρωμαιοκαθολική ἤ Πέτρειος Ἐκκλησία εἶναι δύο ἀδελφές Ἐκκλησίες.
2. Δέν εἶναι μόνο δύο ἀδελφές εἰς τό διηνεκές, ἀλλά καί «ἐκλεκτές ἀδελφές» ἀπό τό γεγονός ὅτι ἔχουν ἐκλεγεῖ ἀπό τό Θεό (πρβλ. τό Ἰω. 15,16).
3. Ὡς ἀδελφές ἔχουν τήν ἴδια μητέρα, τή Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία (θριαμβεύουσα καί στρατευόμενη), νυμφίος καί κεφαλή τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
4. Ὡς ἀδελφές, ἀφοῦ μάλιστα δέν καθορίζεται στήν ἐπιστολή σειρά προτεραιότητας, κάτι τό ἰδιαίτερο, εἶναι ἰσότιμες.
5. Ἀδιάφορον εἶναι, ἐάν ἡ μία ἔχει συγκεντρωτική δομή (ἡ Ρωμαιοκαθολική) καί ἡ ἄλλη (ἡ Ὀρθόδοξη) πιό ἀποκεντρωτική, τ. ἔ. εἶναι διακλαδωμένη σέ αὐτοκέφαλες ἤ αὐτόνομες Ἐκκλησίες.
6. Ὀρθῶς στέλνει ἡ μία καί τά τέκνα της στήν ἄλλη ἀδελφικό ἀσπασμό καί ὀρθῶς ἀποστέλλουν ἐπιστολές καί ἔχουν ἀδελφικές ἐπικοινωνίες.
7. Καμμιά δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς Συναγωγή τοῦ Σατανᾶ ἤ ὡς αἵρεση ἤ νά θεωρηθεῖ ὅτι ἐκπροσωπεῖ τόν Ἀντίχριστο.
8. Ὡστόσο φαίνεται ὅτι πολλά ἀπό τά μέλη τους ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί κοσμικοποιήθηκαν («ἐξῆλθον εἰς τόν κόσμον»).
9. Πιθανῶς καί πολλά ἀπό τά μέλη τους συνέπηξαν ὁμάδες ἤ ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες δέν δέχονται ὅτι ὁ Χριστός εἶναι πάντοτε παρών («ἔρχεται ἐν σαρκί») μέ τή Θεία Εὐχαριστία.
10. Παρ' ὅλη τήν κατά καιρούς διάσταση τῶν δύο ἀδελφῶν ἡ ἑνότητά τους, ἔστω χαλαρά, μυστικά, διατηρήθηκε στήν πορεία τους, τ. ἔ. δέν ἔχασαν τήν ἀδελφοσύνη τους (ἰδιότητα μόνιμη).
11. Αὐτό ἔρχεται νά ἐπικυρώσει καί σ' αὐτό ἔρχεται νά συμβάλει ἀποφασιστικῶς καί ἡ προφητική φωνή τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου, ὅπως καί τό 21ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου, του καί τῶν ἑπτά ἐπιστολῶν τῆς Ἀποκαλύψεως.
12. Ἄν, λοιπόν, φαίνεται ἱστορικῶς ὅτι κάποια περίοδο (ὅπως τή Β΄ περίοδο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας) ἔχασαν τόν στενό σύνδεσμό τους, αὐτός ἀποκαθίσταται βαθμηδόν σήμερα, ἐπαληθεύοντας τόν Ἰωάννη.
Ὡς παρεπόμενα συμπεράσματα-πορίσματα θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε τά ἑξῆς:
13. Ἀφοῦ εἶναι ἀδελφές, δέν μπορεῖ ἡ μία νά συγκαλέσει Οἰκουμενική τῆς καθόλου Ἐκκλησίας Σύνοδο χωρίς τήν ἄλλη.
14. Ἑπομένως ὅ,τι ἔχει θεσπιστεῖ μονομερῶς δέν μπορεῖ νά ἀπαιτήσει τό ἀλάθητο Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Αὐτό ὡς πρός τά δογματικά θέματα (ὅπως τό ἀλάθητο τοῦ Πάπα).
15. Στά κανονικά-διοικητικά ζητήματα ὅμως (ὅπως τό παπικό πρωτεῖο ἐξουσίας) μπορεῖ νά ὑπάρξει κάποια ἐλευθερία ἀποδόσεώς του ἤ καί ἄρσεώς του. Γιατί τό νά ἐξουσιοδοτεῖς κάποιον δέν θεσπίζεις δόγμα (ἀλήθεια), ἀλλά ἀποδίδεις ἤ παραχωρεῖς ἐξουσία, τήν ὁποία μάλιστα μπορεῖς ἀργότερα νά τήν ἄρεις.
Σημείωση : Ἐπειδή κάνουμε λόγο περί παπικῶν προνομίων, πρέπει ὡστόσο νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης στήν παροῦσα ἐπιστολή καί στήν ἀρχή ἀπευθύνεται ὡς σύνολο στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἰδιαιτέρως ἤ καί ἀντιπροσωπευτικῶς στόν Πρῶτο αὐτῆς, ὅπως στό 21ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του ἤ τήν Ἀποκάλυψη. Λέει συνολικῶς «ἐκλεκτῇ κυρίᾳ καί τοῖς τέκνοις αὐτῆς» (στίχ. 1). Καί ὄχι μόνο στήν ἀρχή (στό στίχ. 1), ἀλλά καί στό τέλος (στί-χ. 13) γράφει: «Ἀσπάζεταί σε» (= ἐσένα τήν κυρία) ὡς σύνολο, ἐπειδή ἀντιπροσωπεύεις καί ὅλα τά τέκνα σου, τίς τοπικές Ἐκκλησίες. Δέν κάνει ἰδιαίτερη μνεία «πρώτου» σ' αὐτήν. Ἴσως ἔχει τό λόγο του. Καί μήπως πρέπει νά τόν ἀναζητήσουμε;


1.  Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τάς ἐπιστολάς τῆς Καινῆς Διαθήκης , τόμ. Γ΄, Ἡ πρός Ἑβραίους καί αἱ ἑπτά καθολικαί , Ἀδελφότης Θεολόγων ἡ «Ζωή», Ἀθῆναι 1956 2 , σ. 452 (ἐφεξῆς: Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα ).
2.  Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα , σ. 528.
3.  Ὅπ. παρ ., σ. 535.
4.  Ὅπ. παρ ., σ. 528.
5.  Ὅπ. παρ ., σ. 535.
6.  Σάβ. Ἀγουρίδου, Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην , Ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 1971, σ. 378.
7.  Ὅπ. παρ ., σ. 391.
8.  Ὅπ. παρ ., σ. 528.
9.  Ἴσως γιά τήν εὐχερέστερη κατανόηση καί ἀποδοχή τῶν λεγομένων θά πρέπει ὁ ἀπαιτητικός ἀναγνώστης νά ἔχει ὑπ' ὄψη του καί τίς δύο μελέτες μας: «Διά μίαν κανονικήν πορείαν ἑνότητος». (Βάσει τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύ-ματος τῆς Ἐκκλησίας – Μελέτη Βιβλική-Κανονική), Ἀθῆναι 1992, καί «Ἡ Ἀποκά-λυψη τοῦ Ἰωάννου γιά τήν πορεία Ἀνατολῆς-Δύσεως». Τό μήνυμα τῶν ἑπτά ἐπι-στολῶν, Ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 2009.
10.  Παν. Μπούμη, Τά ἀναθέματα Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως καί κανονικότης τῆς ἄρσεως αὐτῶν , Ἀθῆναι 1980, σ. 234.
11.  Ἐδῶ ἔχουμε ἕνα παράδειγμα τῆς θεοπνευστίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ τίς δύο ἔννοιες, τήν παθητική καί τήν ἐνεργητική. Ἀναλυτικότερα περί παθητικῆς καί ἐ-νεργητικῆς θεοπνευστίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς βλ. Παν. Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας , Ἀδελφότης Θεολόγων ἡ «Ζωή», τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1959, σσ. 108-109 καί Παν. Μπούμη, Οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ κανό-νος τῆς Ἁγίας Γραφῆς , Ἀθῆναι 1986, σ. 146 καί 183 ἑξ. Καί ἐπιγραμματικῶς θά λέγαμε: Κάθε Ἁγία «Γραφή, ἡ ὁποία εἶναι θεόπνευστος ὑπό τήν παθητικήν ἔν-νοιαν, εἶναι θεόπνευστος καί ὑπό τήν ἐνεργητικήν τοιαύτην. Ἤτοι, τό μέν θεό-πνευστος ὡς ἐπιθετικός προσδιορισμός εἰς τό Γραφή προσφέρεται διά τήν παθη-τικήν ἔννοιαν, ἥν κέκτηται ἡ Γραφή ὡς "ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐμπνευσθεῖσα", ὡς κατη-γορούμενον δέ ἀποδίδει τήν ἐνεργητικήν ἔννοιαν, τήν ὁποίαν κέκτηται ἡ Γραφή ὡς "ἀποπνέουσα τό θεῖον Πνεῦμα" καί ὡς "ἐμπνέουσα τοῦτο εἰς τούς ἀναγνώ-στας αὐτῆς"» (σ. 183).
12.  Σάβ. Ἀγουρίδη, Εἰσαγωγή , σ. 366.
13.  Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα , σ. 391.
14.  Ὅπ. παρ ., σ. 391.
15.  Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα , σ. 391.