ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Γ

Δύο – τρεῖς διαφορετικοί «Πρῶτοι»

(Γ΄ Ἐπιστολή Ἰωάννου) *
Παν. Ἰ. Μπούμης
Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν

 

1. Προοίμιον – Προβληματισμός

Στήν ἑρμηνεία τῆς προηγούμενης «προφητικῆς» Β΄ Καθολικῆς Ἐπιστολῆς τοῦ εὐαγγελιστοῦ καί ἀποστόλου Ἰωάννου ἴσως μετ' ἐκπλήξεως παρατηρήσαμε ὅτι δέν γίνεται κάποια ἰδιαίτερη ἀναφορά στούς προκαθήμενους τῶν δύο ἐκλεκτῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Συναφῶς πρέπει νά σημειώσουμε ἐπίσης ἐδῶ ὅτι δέν φαίνεται σ' αὐτή νά ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης μέ τόν Πάπα ἤ νά χαρακτηρίζεται ἀπό αὐτόν ὡς παπική. Κάτι τό ἀνάλογο μπορεῖ νά λεχθεῖ καί γιά τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία μέ ἀφορμή τήν ἀπουσία ἀναφορᾶς σέ προκαθήμενο καί αὐτῆς. Θά τό δοῦμε.

Ὅ,τι ὅμως δέν ἔγινε στή Β΄ Ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου, φαίνεται ὅτι γίνεται μέ τήν Γ΄ Ἐπιστολή του, ἡ ὁποία, ὅπως ἐλπίζουμε, θά ἀποδειχθεῖ ὅτι ἀναφέρεται εἰδικῶς σ' αὐτούς τούς προκαθημένους. Στόν προκαθήμενο τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας κατ' ἀντιδιαστολή μάλιστα πρός τόν προκαθήμενο τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί ἀσχέτως ἄν πρόκειται αὐτός ὁ προκαθήμενος νά εἶναι ἕνας μονοπρόσωπος ἤ πολυπρόσωπος θεσμός.

Ἀλλ' ἄς προσεγγίσουμε τό κείμενο τῆς ἐν λόγῳ Γ΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου. Προηγουμένως ὅμως ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά παραθέσουμε ἐν εἴδει εἰσαγωγικοῦ προβληματισμοῦ μερικά ἀποσπάσματα ἀπό τό «Ὑπόμνημα εἰς τήν Γ΄ Ἐπιστολήν» τοῦ καθηγητοῦ Σάββα Ἀγουρίδη:

«Τό δυσχερέστερον ἐν τῇ κατανοήσει τῆς μικρᾶς ταύτης ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου πρός τινα Γάϊον πρόβλημα ἔγκειται εἰς τούς λόγους διά τούς ὁποίους εἷς δυναμικός ἐκκλησιαστικός ἡγέτης . . . ὀνόματι Διοτρεφής, ἠδύνατο νά θέτῃ περί τά τέλη τοῦ α΄ ἤ τάς ἀρχάς τοῦ β΄ αἰῶνος ἐν ἀμφιβόλῳ τήν αὐθεντίαν καί τό κῦρος ἑνός Ἀποστόλου . . . » (σ. 259).

«Ὁ ἱστορικός προσκρούει εἰς τήν ἀνισότητα μεταξύ τῶν δύο αὐθεντιῶν. Ὁ Πρεσβύτερος (ὁ Ἰωάννης) —οἱοσδήποτε καί ἄν ἦτο— διέθετεν ἀνεγνωρισμένην τινά γενικώτερον αὐθεντίαν· ποῖος, ἐν τούτοις, ἦτο ὁ Διοτρεφής οὗτος ὁ ὑψώσας τό ἴδιον αὐτοῦ ἀνάστημα εἰς μίαν τοιαύτην αὐθεντίαν; Ἦτο ἡγέτης τις ἱκανός καί ματαιόδοξος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νά παρασύρῃ πολλούς εἰς τάς ἀπόψεις αὐτοῦ κατά τοῦ Πρεσβυτέρου; Δέν εἶναι δυνατόν. Κατά τήν ὑφ' ἡμῶν προτεινομένην ὑπόθεσιν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρου τεθέντος κρισίμου ἐρωτήματος, ὁ Διοτρεφής δέν διέθετεν ἰδίαν αὐθεντίαν ἐν τῷ ἀγῶνί του κατά τοῦ Πρεσβυτέρου, ἀλλά τό κῦρος καί τήν δύναμιν τῆς πετρείου παραδόσεως» (σσ. 260261).

«Καθ' ἡμᾶς ὁ Διοτρεφής δέν “ἐπιδέχεται” τήν αὐθεντίαν τοῦ Πρεσβυτέρου ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι τυγχάνει “φιλοπρωτεύων” . Ἀποτελεῖ μᾶλλον σύμπτωσιν ὅτι ὁ ἀντίπαλος τοῦ Πρεσβυτέρου εἶναι “φιλοπρωτεύων” . Τοῦτο νοητέον ἐντός τῶν πλαισίων τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος ἤ, ἔτι πλέον, πέριξ αὐτῆς. Ἦτο φιλοπρωτεύων «αὐτῶν», δηλ. τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, πρός ἥν ἔγραψέ τι ὁ Πρεσβύτερος. Τό «φιλοπρωτεύων» δέν δύναται εὐλόγως νά νοηθῇ οἰκουμενικῶς. Ἐάν ἤθελε τις δεχθῇ τήν τελευταίαν ταύτην ἄποψιν, ἀναγκαστικῶς μᾶλλον θά ἔφθανεν εἰς τήν εἰκασίαν, ὅτι ὁ Διοτρεφής οὗτος ἦτο πρώιμός τις πάπας τῆς Ρώμης!» (σ. 261).

«Ἡ σιωπή τοῦ Πρεσβυτέρου ἐπί τοῦ πυρῆνος τῆς διενέξεως εἶναι χαρακτηριστική. Ἡ ἰωάννειος παράδοσις περί τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ νοήματός του δέν εἶναι ἀντίθετος τῆς Συνοπτικῆς (τῶν τριῶν πρώτων Εὐαγγελίων), εἰς δέ τήν μνημονευθεῖσαν μελέτην ἡμῶν δύναται ὁ ἀναγνώστης νά παρακολουθήσῃ τήν λεπτότητα καί τόν ἐντελῶς ἔμμεσον τρόπον, καθ' ὅν ἐν τῷ Δ΄ Εὐαγγελίῳ ὑποδηλοῦται ἡ ὑπεροχή τῆς περί τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίας παρά τοῦ μαθητοῦ “ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς”, τοῦ Ἰωάννου. Τό ὅτι οὐδέν περί αἱρέσεως κατηγορεῖται ἑκατέρωθεν συνηγορεῖ ὑπέρ τῆς ἡμετέρας ὑποθέσεως» (σσ. 261262).

«Φυσικῷ τῷ λόγῳ, τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν εἰκασίας· δι' ὅ καί τό παρόν ὑπόμνημα ὀφείλει νά λάβῃ ὑπ' ὄψιν ἁπάσας τάς ἐκδοχάς, παρά τήν προτίμησιν τοῦ γράφοντος ὑπέρ μιᾶς ἐξ αὐτῶν» (σ. 262).

Νομίζουμε ὅτι εἶναι ἀρκετά καί μόνο αὐτά, γιά νά ἀντιληφθοῦμε τό μεγάλο προβληματισμό τῶν ἑρμηνευτῶν γύρω ἀπό τή μικρή αὐτή ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου καί τό βαθύτερο ἤ ἀκόμη καί τό πλατύτερο νόημά της. Ἄς ἐπιχειρήσουμε, λοιπόν, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐνίσχυση παλαιότερων καί νεότερων παραγόντων καί στοιχείων, νά τήν κατανοήσουμε μέ ὅσα εἶναι δυνατό νά καταγράψουμε.

 

2. Δύο ἐξέχοντα πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ Ἰωάννης ἀπευθύνεται πρός κάποιο πρόσωπο, μέ τό ὄνομα Γάϊος, τόν ὁποῖο ἐπανειλημμένως ἀποκαλεῖ «ἀγαπητόν» (τέσσερεις φορές, στίχ. 1,2,5,11). Ἦταν φαίνεται ἀπό τά ἀγαπητά του «τέκνα» (στίχ. 4). Πλήν ὅμως δέν τόν κατονομάζει ρητῶς καί ἀμέσως ὡς τέκνο του παρά μόνο ἐμμέσως καί πλαγίως. Ἔτσι λέει στό στίχ. 4: «Μειζοτέραν τούτων οὐκ ἔχω χαράν, ἵνα ἀκούω τά ἐμά τέκνα ἐν τῇ ἀληθείᾳ περιπατοῦντα». Τί ἦταν, λοιπόν, ὁ Γάϊος; Ἦταν ἕνας ἁπλός χριστιανός; Ἤ μήπως ἦταν κάποιος ἀξιωματοῦχος τῆς Ἐκκλησίας ἤ ἀκόμη κάποιος ἐκκλησιαστικός παράγων; Πάντως τό ὅτι τόν ὀνομάζει ἔστω ἐμμέσως καί τόν κατατάσσει στά τέκνα καί ὄχι στά τεκνία, ὅπως κάνει στήν Α΄ Ἐπιστολή του ἐπανειλημμένως (2,1,12,28 – 3,7, 18 – 4,4 – 5,21) δίνει ἀφορμή προβληματισμοῦ: Ὅτι κάτι σημαίνει καί αὐτό. Κάτι σημαίνει αὐτή ἡ διαφορά, ὅπως διαπιστώσαμε καί στήν Β΄ Ἐπιστολή. Ὁ Σάββας Ἀγουρίδης λέει: «Πιθανῶς ὁ Γάϊος ἦτο πνευματικόν ἀνάστημα τοῦ Πρεσβυτέρου» [1], ὅπως χαρακτηρίζει τόν ἑαυτόν του ὁ Ἰωάννης.

Μᾶλλον, λοιπόν, ὁ Γάϊος ἦταν (ἤ εἶναι) κάποιο προβεβλημένο καί ἁρμόδιο πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας φυσικό ἤ μήπως καί «νομικό»; Ἀλλά καί ἀπό ὅλο τό περιεχόμενο τῆς Ἐπιστολῆς φαίνεται ὅτι τό πρόσωπο αὐτό εἶχε κάποια ὑπεύθυνη θέση μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἰδίως οἱ στίχ. 5 καί 6 μαρτυροῦν περί αὐτοῦ, διότι λέει ὁ Ἰωάννης: «Ἀγαπητέ, πιστόν ποιεῖς ὅ ἐάν ἐργάσῃ εἰς τούς ἀδελφούς καί τοῦτο ξένους, οἵ ἐμαρτύρησάν σου τῇ ἀγάπῃ ἐνώπιον ἐκκλησίας, οὕς καλῶς ποιήσεις προπέμψας ἀξίως τοῦ Θεοῦ». Ἀκόμη καί οἱ στίχ. 7 καί ἰδίως 8 ἐνισχύουν μία τέτοια ἄποψη γιά τήν ὑπεύθυνη θέση του μέσα στήν Ἐκκλησία, γιά κάποια ἁρμοδιότητά του μέ ὁρισμένα καθήκοντά του.

Ἐκτός αὐτῶν καί τό ὅτι λέει στό στίχ. 9 «ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ» σημαίνει ὅτι δίνει μεγάλη σημασία στόν Γάϊο, γιά νά τοῦ δίνει ἀναφορά, τί ἔκανε πρός τήν καθόλου Ἐκκλησία. Λέει «τῇ Ἐκκλησίᾳ», πρός ὅλη τήν Ἐκκλησία. Ἐκτός αὐτοῦ στό στίχ. 9 συνεχίζει τήν ἀναφορά του αὐτή λέγοντας: «Ἀλλ' ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφής οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς». Καί προσθέτει στό στίχ. 10: «Διά τοῦτο, ἐάν ἔλθω, ὑπομνήσω αὐτοῦ τά ἔργα ἅ ποιεῖ, λόγοις πονηροῖς φλυαρῶν ἡμᾶς, καί μή ἀρκούμενος ἐπί τούτοις οὔτε αὐτός ἐπιδέχεται τούς ἀδελφούς καί τούς βουλομένους κωλύει καί ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἐκβάλλει».

Κατόπιν τούτου εἶναι δικαιολογημένο τό ἀνωτέρω ἐρώτημα: Ἦταν ἕνας ἁπλός χριστιανός ὁ Γάϊος ἤ ἦταν κάτι ἄλλο; Μήπως ἦταν κάποιος ἀξιωματοῦχος ἤ κάποιος ἁρμόδιος ἐκκλησιαστικός παράγων ἤ καί θεσμός; Ἄν ἦταν κάποιος ἁπλός χριστιανός, θά τοῦ παραπονιόταν γιά τή συμπεριφορά, τά ἔργα καί τούς λόγους τοῦ ἄλλου χριστιανοῦ, πρᾶγμα τό ὁποῖο πράττει γιά τόν Διοτρεφή; Καί οὔτε λίγο οὔτε πολύ νά τόν κατακρίνει; Καί μάλιστα, ἐάν αὐτός ὁ Διοτρεφής ἦταν κάποιο ἐξέχον «πρόσωπο» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως φαίνεται.

Ὅτι ἦταν ἐξέχον πρόσωπο ὁ Διοτρεφής καί μάλιστα μέ ἐξουσία φαίνεται καί ἀπό τό ἑξῆς: Παραπονούμενος ὁ Ἰωάννης στό Γάϊο λέει περί τοῦ Διοτρεφοῦς ὅτι «οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς». Καί τίθεται τό ἐρώτημα: Εἶναι δυνατόν ἕνας ἁπλός λαϊκός νά μή δεχόταν τότε τήν ἐπιστολή ἤ τήν παρουσία τοῦ Ἰωάννου; Προφανῶς εἶναι λίγο δύσκολο νά γίνει αὐτό δεκτό. Γι' αὐτό συμπεραίνουμε ὅτι καί αὐτός πού «δέν ἐπιδέχεται» τόν Ἰωάννη ἤ καί τούς ἐκπροσώπους του (πρβλ. τό «ἡμᾶς») ἦταν ὄχι ἁπλός πιστός, ἀλλά κάποιος προεξάρχων πού εἶχε κάποια θέση καί ἐξουσία μέσα στήν Ἐκκλησία.

Καί τό ὅτι δηλ. ἀπό τό στίχ. 10 πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Διοτρεφής αὐτός ἐμπόδιζε («κωλύει») ἐκείνους πού ἤθελαν νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἰωάννη ἤ τούς ἐκπροσώπους του καί ἐπί πλέον τούς «ἐξέβαλλε» ἀπό τήν Ἐκκλησία («καί ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἐκβάλλει»), σημαίνει ὅτι ἦταν «κάποιος». Δέν ἦταν ἕνας ἁπλός «νεωκόρος», ἕνας ἁπλός θυρωρός. Δικαίως καί ὁ Παν. Τρεμπέλας σημειώνει: «Τό ὅτι ὁ Διοτρεφής εἶχε τήν δύναμιν νά “ἐκβάλλῃ τῆς Ἐκκλησίας”, . . . ὑπονοεῖ, ὅτι κατεῖχεν ἤδη θέσιν ἐπίσημον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ του, χάρις εἰς τήν ὁποίαν ἔφθασε νά ἀνταγωνίζηταί πως πρός τόν ἀπόστολον. Εἶχεν ἴσως θέσιν ἐπισκοπικήν» [2].

Καί ὁ Σάβ. Ἀγουρίδης γράφει: «Ἀναμφισβήτητον τυγχάνει μόνον ὅτι ὁ Διοτρεφής κατεῖχε σπουδαῖον ἀξίωμα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ» [3].

Ἐπανερχόμενοι στό πρόσωπο τοῦ Γάϊου, θά λέγαμε ὅτι ἐπίσης καί οἱ τελευταῖοι στίχοι τῆς ἐπιστολῆς ἐνισχύουν τήν ἄποψη περί τῆς ἰδιαίτερης θέσεως τοῦ Γαΐου. Λέει ὁ Ἰωάννης στό στίχ. 12: «Καί ἡμεῖς δέ μαρτυροῦμεν, καί οἶδας ὅτι ἡ μαρτυρία ἡμῶν ἀληθής ἐστιν». Σά νά τοῦ λέει ὅτι γνωρίζεις καί σύ πολλά σχετικῶς μέ τή σοβαρότητα τῆς μαρτυρίας μας. Καθώς καί στό στίχ. 13 τοῦ λέει: «Πολλά εἶχον γράψαι σοι», νά γράψω σέ σένα, ἀλλά «ἐλπίζω δέ εὐθέως σε ἰδεῖν, καί στόμα πρός στόμα λαλήσομεν». Καί αὐτά παρέχουν τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Ἰωάννης ἔχει ἰδιαίτερη ἐκτίμηση στό ἀξίωμα τοῦ Γαΐου καί τοῦ δίνει ἰδιαίτερη σημασία καί ἀξία. Καί σά νά τοῦ ἀναγνωρίζει καί παρελθόν (μέ τό «οἶδας») καί μέλλον μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὁ καθηγητής Παν. Τρεμπέλας σημειώνει: «Ὁ Γάϊος οὗτος (τῆς Γ΄ ἐπιστολῆς) οὐδένα τίτλον τιμῆς φέρει, ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ὅμως ἀναφερομένων συνάγεται, ὅτι κατεῖχεν ἐξέχουσαν θέσιν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ» [4].

Τελικῶς ἔχουμε νά κάνουμε μέ δύο ἐξέχοντα πρόσωπα(ὀντότητες) μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἤ ἀλλιῶς μπορεῖ νά πρόκειται γιά δύο πρόσωπα πού προσωποποιοῦν ἤ ἐκπροσωποῦν δύο ἐκκλησιαστικούς θεσμούς.

 

3. Ἡ μία Ἐκκλησία καί τά δύο τμήματα αὐτῆς (οἱ δύο «ἀδελφές»)

Πράγματι καί τά δύο αὐτά πρόσωπα εἶναι μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στή Μία Ἐκκλησία. Καί κατά πρῶτον ὅτι μιλάει γιά μία Ἐκκλησία φαίνεται ἀμέσως ἀπό δύο χαρακτηριστικές ἐκφράσεις: Ἡ πρώτη λέει στό στίχ. 9: «Ἔγραψά (ἐγώ ὁ Ἰωάννης) τι τῇ (ὁριστικό ἄρθρο) Ἐκκλησίᾳ». Καί ἡ δεύτερη στό στίχ. 10 λέει: «Καί ἐκ τῆς (ὁριστικό ἄρθρο) Ἐκκλησίας (ὁ Διοτρεφής) ἐκβάλλει». Μιλάει ὁ Ἰωάννης περί τῆς Ἐκκλησίας, περί τῆς ὁρισμένης Ἐκκλησίας. Ἔτσι δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι πρόκειται περί τῆς ἴδιας Ἐκκλησίας. Μάλιστα ὁ Παν. Τρεμπέλας σχολιάζωνὑπομνηματίζων τό «τῇ Ἐκκλησίᾳ» τοῦ στίχ. 9 γράφει «εἰς ἥν (Ἐκκλησίαν) ὁ Γάϊος καί ὁ Διοτρεφής ἀνῆκον» [5].

Ἴσως αὐτή ἡ διαπίστωση τοῦ Παν. Τρεμπέλα ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται αὐθαίρετη. Ἴσως ἀκόμη, μετά μάλιστα τήν παράθεση αὐτή, θά νόμιζε κάποιος ὅτι ὁ Παν. Τρεμπέλας φάσκει καί ἀντιφάσκει, ὅταν ἐδῶ λέει αὐτό καί προηγουμένως, ὅπως εἴδαμε, μιλάει γιά Ἐκκλησία τοῦ Γαΐου («ὅτι κατεῖχεν ἐξέχουσαν θέσιν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ») καί γιά Ἐκκλησία τοῦ Διοτρεφοῦς («ὅτι κατεῖχεν ἤδη θέσιν ἐπίσημον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ του»). Πλήν ὅμως ἐμεῖς θά λέγαμε ὅτι χωρίς νά τό θέλει ἴσως, ἀλλά «ὠθούμενος» ἤ «παρωθούμενος», ὑποδηλώνει ὅτι δέχεται τήν ὕπαρξη μιᾶς Ἐκκλησίας μέ δύο τμήματα αὐτῆς.

Ὁ καθηγητής Σάββας Ἀγουρίδης, σχολιάζοντας τήν ἔκφραση «ἔγραψά τι τῇ ἐκκλησίᾳ», γράφει στοχοποιώντας καί τόν Τρεμπέλα: «Τό ἄρθρον (“τῇ”) θά ἠδύνατο νά θεωρηθῇ ὡς συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι εἰς τήν περί ἧς πρόκειται “ἐκκλησίαν”, ἐν ᾗ ὁ Διοτρεφής ἀσκεῖ ἡγετικόν ρόλον, ἀνήκει καί ὁ ἴδιος (ὁ Γάϊος). Οὕτω π.χ. ὁ Τρεμπέλας κ. ἄ. Ἤδη ὅμως παρετηρήθη, ὅτι ἐκ τῆς ὅλης συναφείας τοῦτο δέν φαίνεται πιθανόν· ἀνῆκε μᾶλλον εἰς ἄλλην γειτνιάζουσαν κοινότητα, διά νά εἶναι ἀνάγκη νά πληροφορῇ τοῦτον ὁ Πρεσβύτερος (Ἰωάννης) περί τῶν συμβαινόντων “ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ”» [6].

Ἐμεῖς ὡστόσο θά λέγαμε ὅτι «ἐκ τῆς ὅλης συναφείας φαίνεται» ὅτι οὔτε ὁ Παν. Τρεμπέλας φάσκει καί ἀντιφάσκει οὔτε ὁ Σάβ. Ἀγουρίδης τόν ἀναιρεῖ, ἀλλά κατ' οὐσίαν τόν συμπληρώνει καί τελικῶς ἐνισχύεται ἡ ἄποψη ὅτι στήν Γ΄ Ἐπιστολή ὑποδηλώνεται ἡ ὕπαρξη μιᾶς Ἐκκλησίας μέ δύο τμήματα, μέ δύο κοινότητες.

Πάντως, καί μετά τά ἀνωτέρω: Κατά πρῶτον ὅτι πρόκειται περί μιᾶς Ἐκκλησίας πράγματι φαίνεται ἤ ἔστω διαφαίνεται καί ἀπό τή διατύπωση τῶν στίχ. 910, ὅπου ὁ Ἰωάννης γράφοντας στό Γάϊο καί ἀναφερόμενος καί στό Διοτρεφή, λέει: «Ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ· ἀλλ' ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφής οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς. Διά τοῦτο, ἐάν ἔλθω, ὑπομνήσω αὐτοῦ τά ἔργα ἅ ποιεῖ . . . ». Λέει ὁ Ἰωάννης στό Γάϊο «ἐάν ἔλθω» ὄχι «ἐάν πάω» ἤ «ἐάν μεταβῶ». Λέει: Ἐάν ἔλθω σέ σένα, ἐκεῖ πού εἶσαι ἐσύ. Ἐκεῖ πού εἶσαι, λοιπόν, ἐσύ, ὅταν ἔλθω, θά τοῦ ἤ θά σᾶς ὑπομνήσω, τά ἔργα του [7]. Ἐκεῖ πού εἶσαι ἐσύ θά συναντήσω καί αὐτόν καί θά τοῦ κάνω λόγο γιά τά ἔργα πού κάνει. Ἄρα καί οἱ δύο εἶναι στόν ἴδιο τόπο, στόν ἴδιο χῶρο, στήν ἴδια Ἐκκλησία.

Καί τό ὅτι γράφει «ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν» καί ὄχι «ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῆς (τῆς Ἐκκλησίας)» μή νομισθεῖ ὅτι εἶναι συντακτικό λάθος ἤ σχῆμα κατά τό νοούμενο, ἀλλά εἶναι μία σημαντική ἀκριβολογία. Ἐάν ἔλεγε «ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῆς . . . οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς», εἶναι σά νά ἔθετε τό «ἡμᾶς» (ἑπομένως καί τόν ἑαυτόν του) ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά μποροῦσε ὁ Ἰωάννης νά ἐκφράσει κάτι τέτοιο; Ἀντιθέτως μέ αὐτή τή διατύπωση μέ τό «αὐτῶν» καί ὄχι τό «αὐτῆς» ὁ Ἰωάννης ἐμφανίζεται ὡς νά δέχεται καί τήν ὕπαρξη μιᾶς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἔγραψε «κάτι» καί στήν ὁποία δέν ἀποκλείει ὅτι ἀνήκει καί ὁ ἴδιος. Ἀλλά συγχρόνως μέ τό «αὐτῶν» ἀφήνει νά ὑπονοηθεῖ ἕνα τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, ἐνῶ καί μέ τό «ἡμᾶς» (καί ὁ ἴδιος μαζί) ὑποδηλώνει ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο τμῆμα, ἕνα μέρος, τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς.

Ἔτσι, παρ' ὅλο πού ἀναφέρεται σέ μία Ἐκκλησία, ὁ Ἰωάννης δέν παύει νά ἀναφέρει καί δύο τμήματα αὐτῆς, δύο μέρη. Ὅπως εἴδαμε, λέει χαρακτηριστικά: «Ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ· ἀλλ' ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφής οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς». Ἐπαναλαμβάνουμε, λέει χαρακτηριστικά καί προσθέτουμε διαφωτιστικά «ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν . . . οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς». Ἀντιδιαστέλλει τό «αὐτῶν» ἀπό τό «ἡμᾶς».

Φυσικά ἔχουμε ἀντιδιαστολή καί μεταξύ τοῦ «αὐτῶν» καί τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς. Δέν ταυτίζει τό Ἐκκλησία μέ τό αὐτῶν. Ἄρα ἀφήνει ἀρκετό περιθώριο, γιά νά ὑπονοεῖται ὅτι ὑπάρχουν δύο τμήματα, δύο μέρη τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς.

Ἐξ ἄλλου πρέπει νά προσθέσουμε καί τό ἑξῆς διαφωτιστικό: Δέν ἔχουμε ἀντιδιαστολή μόνο «αὐτῶν» καί «ἡμῶν» («ἡμᾶς»), ἀλλά ἔχουμε ἀντιδιαστολή καί μεταξύ τοῦ «φιλοπρωτεύοντος αὐτῶν» καί «αὐτῶν» τῶν ἰδίων. Φυσικά δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολύ περισσότερο ἔχουμε ἀντιδιαστολή μεταξύ τοῦ «φιλοπρωτεύοντος» καί «τῆς ὅλης Ἐκκλησίας», πρός τήν ὁποία «ἔγραψε» ὁ Ἰωάννης.

Καί εἶναι ἀπαραίτητο νά καταγράφονται οἱ λεπτές διαφοροποιήσειςδιακρίσεις αὐτές, γιατί, ὅπως εἶναι φυσικό, δέν εἶναι δυνατόν ἕνα τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας ἤ ἀκόμη περισσότερο ἕνα πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας νά καλύπτει ὅλο τό χῶρο, τό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας. Ἀσφαλῶς οὔτε καί ἕνα πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά καλύπτει τό σύνολο ἑνός τμήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπαραίτητες εἶναι οἱ διακρίσεις, ὅταν μάλιστα στηρίζονται στά δεδομένα τῆς Ἁγίας Γραφῆς [8].

Ὡστόσο πρέπει νά προσέξουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης μπορεῖ νά διακρίνει μεταξύ «φιλοπρωτεύοντος» καί «αὐτῶν», ὅμως δέν διασπᾶ τό σύνδεσμο μεταξύ τους. Μπορεῖ νά διαφοροποιεῖται ἕνα τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «πρωτεύοντα», τόν «πρῶτο» του, ἀλλά δέν ἀντιπαρατίθεται, δέν «κόβει» τίς σχέσεις του μέ αὐτόν. Ὅταν διασπᾶται ὁ δεσμός ἑνός τμήματος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν κανονικό ἐπίσκοπό του, μπορεῖ νά διεκδικήσει τό χαρακτηρισμό Ἐκκλησία τό τμῆμα αὐτό; Μήπως δημιουργεῖται σχίσμα καί καθίσταται Σχίσμα; Πρβλ. τό τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου: «Ὅπου ἄν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τό πλῆθος· ὥσπερ ὅπου ἄν ᾖ ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολική Ἐκκλησία» ( Πρός Σμυρναίους 8,2). Γι' αὐτό πολύ ὀρθῶς γίνεται διάκριση μεταξύ «πρωτεύοντος» καί μελῶν τῆς Ἐκκλησίας («αὐτῶν»), καί ὄχι χωρισμός ἤ διάσπαση. Ὁ «φιλοπρωτεύων» ἐξακολουθεῖ νά εἶναι πρωτεύων «αὐτῶν», μέχρις ὅτου ἀντικατασταθεῖ κανονικῶς.

Ἄς δοῦμε ὅμως τώρα ἰδιαιτέρως τήν ἔκφραση «ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ» τοῦ στίχ. 9. Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ γραφή χωρίς τό «τι». Ἀλλά ἡ αὐθεντική γραφή εἶναι μέ τό «τι» [9]. Καί αὐτήν ἀκολουθοῦμε. Αὐτό, λοιπόν, τό «τι» χρειάζεται κατά πρῶτον γιά νά διακρίνουμε καί νά ξεχωρίζουμε τό ἕνα «τι» ἀπό τό ἄλλο «τῇ». Χρειάζεται γιά νά τονίζεται τό «τῇ» (τό «τῇ Ἐκκλησίᾳ»), τό ὁριστικό ἄρθρο. Μέ τό ἄρθρο αὐτό προσδιορίζεται ἡ μία Ἐκκλησία, ὅτι δηλ. πρόκειται γιά μία Ἐκκλησία. Ἀλλ' ἐκτός αὐτοῦ μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή ὅτι αὐτό τό «τι», τό «κάτι», ἐνδιαφέρει ὅλη τήν Ἐκκλησία, τή μία Ἐκκλησία.

Ἀλλά τί σημαίνει αὐτό τό «τι», τό κάτι, πού ἔγραψε ὁ Ἰωάννης στήν Ἐκκλησία; Εἶναι κάτι τό μικρό; Ὁ Παν. Τρεμπέλας λέει: «Ἔγραψα οὐχί ἐκτενῆ ἀλλά βραχεῖαν ἐπιστολήν» [10]. Ὁ Σάβ. Ἀγουρίδης πιθανολογεῖ ὅτι πρόκειται «περί ἄλλης μικρᾶς ἐπιστολῆς τοῦ Πρεσβυτέρου (Ἰωάννου) ἀπολεσθείσης» [11], πρᾶγμα τό ὁποῖον ὁ Παν. Τρεμπέλας θεωρεῖ «δυσπαράδεκτον» [12]. Μήπως εἶναι ἡ Β΄ Ἐπιστολή του, ὅπως «ὑπέθεσαν» [13] μερικοί, ἡ ὁποία πράγματι ἔχει μικρή ἔκταση; Κι ἐμεῖς τασσόμαστε μέ αὐτήν τήν ἐκδοχή, ὅπως ὁδηγούμαστε καί διά τῆς παραθέσεως τῶν κατωτέρω στοιχείων.

Ἐκεῖ (στή Β΄), ὡς γνωστόν, μιλάει γιά δύο «ἀδελφές» Ἐκκλησίες, ἐνῶ ἐδῶ (στήν Γ΄ Ἐπιστολή) γιά μία. Μήπως τίς δύο αὐτές Ἐκκλησίες τίς θεωρεῖ μία; Αὐτό ἐνισχύεται ἀπό τό στίχ. 9 («ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ»), ἀλλά καί ἀπό τό στίχ. 10 [«καί ἐκ τῆς Ἐκκλησίας (ὁ Διοτρεφής) ἐκβάλλει»]. Δηλαδή ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο μόνος του ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης μᾶς διαφωτίζει καί μᾶς ὑποδεικνύει ὅτι ἡ Β΄ «μικρή» του ἐπιστολή ὁμιλεῖ καί ἀπευθύνεται στήν Ἐκκλησία καί ὄχι σέ δύο πρόσωπαγυναῖκεςἀδελφές. Ἀπευθύνεται σέ δύο ἀδελφές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἀνήκουν στή Μία Ἐκκλησία. Ἔτσι ἐπαληθεύονται καί ὅσα γράψαμε σχολιάζοντας τήν Β΄ Ἐπιστολή περί δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν μέ μία κοινή μητέρα, τή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.

Ἑπομένως πολλά μᾶς ὠθοῦν καί βοηθοῦν στό νά ἐννοήσουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης στήν Γ΄ Ἐπιστολή ἀναφέρεται στούς ἡγουμένους, στούς προϊσταμένους, δύο ἐπί μέρους τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπειδή στήν προηγούμενη Β΄ Ἐπιστολή μιλάει περί τῶν δύο ἐκλεκτῶν ἀδελφῶν καί δέν κάνει λόγο γιά τούς πρώτους αὐτῶν, φαίνεται, γιά νά συμπληρώσει τά πράγματα, γιά νά καλύψει τό «κενό» αὐτό στήν παροῦσα Γ΄ Ἐπιστολή, μιλάει ἀκριβῶς γιά τούς προϊσταμένους αὐτῶν τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Ἤ ἀλλιῶς μιλάει γιά τούς προϊσταμένους αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας ἤ μᾶλλον μέσα σ' αὐτήν τήν Ἐκκλησία· καί μιλάει μάλιστα ὄχι γιά ἕναν, ἀλλά γιά μιά σειρά ἀπό αὐτούς. Φαίνεται δηλαδή ὅτι μιλάει γιά τούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καί γιά (τούς) Πάπες τῆς Δύσεως ἤ ἀλλιῶς γιά τόν παπικό θεσμό τῆς Δύσεως, ὅπως καί γιά τόν συνοδικό θεσμό τῆς Ἀνατολῆς.

 

4. Ὁ Προεστώς τῆς Ἀνατολῆς (Γνωρίσματα)

Γιά τό ὅτι μιλάει γιά τούς ἐκκλησιαστικούς προεστῶτες αὐτῶν τῶν δύο τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἐνισχύουν ἐκτός τῶν ἀνωτέρω καί τά ἑξῆς στοιχεῖα:

Καί κατ' ἀρχάς φαίνεται ὅτι μιλάει γιά τούς προϊσταμένους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Γάϊος αὐτούς συμβολίζει. Ἄλλωστε τό ὄνομα Γάϊος, τό ὁποῖο ἀπαντᾶται σέ διάφορα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, χρησιμοποιεῖται γιά Χριστιανούς τῆς Ἀνατολῆς. Αὐτό εἶναι ἕνα πρῶτο ἐνδεικτικό στοιχεῖο ὄχι εὐκαταφρόνητο. Ὁ καθηγητής Παν. Τρεμπέλας γράφει: «Τρία πρόσωπα μνημονεύονται ἐν τῇ Κ.Δ. ὡς φέροντα τό ὄνομα τοῦτο ἤτοι Γάϊος ὁ Μακεδών (Πράξ. ιθ 29), Γάϊος ὁ Δερβαῖος (Πράξ. κ 4) καί Γάϊος ὁ Κορίνθιος, “ὁ ξένος τοῦ Παύλου καί ὅλης τῆς ἐκκλησίας” (Ρωμ. ιστ 23, Α΄ Κορ. α 14)» [14]. Ὑπογραμμίζουμε τό γεγονός ὅτι ὅλα αὐτά τά πρόσωπα πού φέρουν τό ὄνομα Γάϊος (καί ὁ Μακεδόνας καί ὁ Δερβαῖος καί ὁ Κορίνθιος) ἀνήκουν στόν ἑλληνικό χῶρο τῆς Ἀνατολῆς.

Καί ἐνῶ ἀναφέρει αὐτά, συγχρόνως προσθέτει ὁ Παν. Τρεμπέλας: «Οὐδεμίαν σοβαράν ἔνδειξιν ἔχομέν ποθεν (= ἀπό κάπου), ὅπως ταυτίσωμεν τόν παραλήπτην τῆς ἐπιστολῆς ταύτης πρός τινα τῶν Γαΐων τούτων» [15]. Ὑπογραμμίζουμε τήν ἄποψη ὅτι δέν ἔχουμε κάποια ἔνδειξη, γιά νά ταυτίσουμε τόν παραλήπτη τῆς ἐπιστολῆς Γάϊο πρός κάποιον ἀπό τούς ἀνωτέρω ἀναφερθέντες Γαΐους.

Καί ὁ Σάβ. Ἀγουρίδης γράφει παρομοίως: «Ποῖος ἦτο ὁ Γάϊος, πρός ὅν (= τόν ὁποῖο) ἀπευθύνεται ἡ Γ΄ Ἐπιστολή δέν γνωρίζομεν. Δέν εἶναι δυνατόν νά συσχετίσωμεν τοῦτον πρός τόν χριστιανόν , τόν φέροντα τό αὐτό ὄνομα ἐν Α΄ Κορ. 1,14· Ρωμ. 16,23· Πράξ. 19,29· 20,4» [16]. Καί ἐδῶ ὑπογραμμίζουμε τήν ἄποψη ὅτι «δέν γνωρίζομεν» ποῖος ἦταν ὁ Γάϊος. Δέν εἶναι παράδοξο νά εἶναι τόσο ἄγνωστο ἕνα τόσο ἐξέχον πρόσωπο, στό ὁποῖο ὁ Ἰωάννης δίνει ἰδιαίτερη σημασία καί τοῦ ἐμπιστεύεται τόσα ζητήματα;

Ἔτσι ὁδηγούμαστε στό ἐρώτημα: Μήπως ὁ Γάϊος τῆς Γ΄ Ἐπιστολῆς δέν ἦταν ἕνα μεμονωμένο ὑπαρκτό φυσικό πρόσωπο, ἀλλά μέ τό ὄνομα αὐτό ὁ Ἰωάννης ἔστειλε μία «καθολική» πρός τήν Ἐκκλησία ἐπιστολή; Τίποτε δέν μᾶς ἐμποδίζει ἤ μᾶλλον ὅλα τά στοιχεῖα μᾶς ἐνισχύουν στό νά ἐκλάβουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης χρησιμοποιεῖ τό ὄνομα αὐτό, γιά νά δηλώσει κάποιο πρόσωπο ἤ κάποιο θεσμό γενικῶς πού θά «κατεῖχεν ἐξέχουσαν θέσιν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ» [17], καί ἐπί τοῦ προκειμένου τῆς Ἀνατολῆς. Προφανῶς τόν (τούς) προεστῶτα(ς) αὐτῆς.

Αὐτό ἐνισχύει καί ἡ μαρτυρία τῆς Ἐπιστολῆς πρός Ρωμαίους (16,23) τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος στέλνει ἀσπασμούς τοῦ (ἑνός) Γαΐου πρός τούς χριστιανούς τῆς Ρώμης. Ἄρα ἐννοεῖται κάποιο πρόσωπο ἐξέχον ἐκτός τῆς Ρώμης. Καί ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Παύλου περί τοῦ Γαΐου, ὅτι εἶναι «ὁ ξένος του καί ὅλης τῆς Ἐκκλησίας» ἐνισχύει τό συμπέρασμα ὅτι αὐτό τό πρόσωπο εἶναι ἐξέχον καί κάποιους ἀντιπροσωπεύει.

Ὡστόσο ὑπάρχουν καί ἄλλα στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἐνισχύουν τά ἀνωτέρω γιά μιά στενή σύνδεση τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἡγητόρων της, τῶν «Γαΐων» της:

Α) Ἔτσι στό στίχ. 3 μέ τόν ἐνεστῶτα (ἐνεστῶτες) «ἐρχομένων ἀδελφῶν καί μαρτυρούντων» δίνεται ἡ ἐντύπωση τῆς διαρκοῦς ἐν τῇ ἀληθείᾳ πορείας (φυσικά τῆς ἐπίσημης τῆς Συνοδικῆς) τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τους (πρβλ. τό «ἐμά τέκνα», πού σημαίνει τοπικές Ἐκκλησίες στή Β΄ Ἐπιστολή). Ἔχουμε δηλ. ἐπανειλημμένες μαρτυρίες περί αὐτῆς τῆς διαρκοῦς πορείας ἐν τῇ ἀληθείᾳ.

Καί αὐτήν τή μαρτυρία τῶν ἄλλων τήν ἐπαναλαμβάνει καί τήν ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης, λέγοντας: «Καθώς σύ ἐν ἀληθείᾳ περιπατεῖς». Ὡστόσο μέ τό νά μή λέει «ἐν τῇ ἀληθείᾳ», ἀλλά «ἐν ἀληθείᾳ», ἴσως νά σημαίνει ὅτι δέν περιπατεῖ «ἐν τῇ πλήρει ἀληθείᾳ (“ἐν τῇ”)» πάντοτε.

Β) Ἀλλά ἐκτός ἀπό αὐτό τό χαρακτηριστικό ἔχουμε καί μιά ἄλλη γιά τόν Γάϊο μαρτυρία. Στούς στίχ. 56 ἔχουμε πάλι τή μαρτυρία «(τῶν) ἀδελφῶν», οἱ ὁποῖοι, λέει, «ἐμαρτύρησάν σου τῇ ἀγάπῃ ἐνώπιον ἐκκλησίας». Ἐμαρτύρησαν «τῇ ἀγάπῃ», γιά τήν ἀγάπη, γιά τήν ὁποία διακρίνεσαι. Καί «ἐμαρτύρησαν . . . ἐνώπιον ἐκκλησίας» = ἐνώπιον (μιᾶς) Ἐκκλησίας, μέσα σέ μιά Ἐκκλησία, ἡ ὁποία προφανῶς διακρίνεται γιά τήν ἀγάπη. Μέσα σέ μιά Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέν ἀντιτίθεται στήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ὑπέρ αὐτῆς. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης. Ἔχουμε μία διπλή μαρτυρία, ἕναν διπλό χαρακτηρισμό: Καί γιά τόν Γάϊο καί γιά τήν ἀντίστοιχη Ἐκκλησία, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἔγινε ἡ μαρτυρία. Ἔτσι ἔχουμε ἄλλον ἕνα σύνδεσμο ἄν ὄχι ταύτιση μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς καί τοῦ προεστῶτα της.

Αὐτά πάλι μᾶς θυμίζουν τήν Ἐκκλησία τῆς Φιλαδελφείας στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου (μέ τόν ἄγγελό της = ἐπίσκοπό της), ἡ ὁποία Ἐκκλησία πάλι ἀντιστοιχεῖ κατά τό ἑρμηνευτικό σχῆμα τῆς Ἀποκαλύψεως στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Καί πρέπει κι ἐδῶ συναφῶς νά σημειωθεῖ ὅτι Φιλαδέλφεια σημαίνει τήν ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς, ἡ ὁποία ἔχει παγιωθεῖ καί εἶναι ἐμφανής ὡς πόλη [18].

Ἀλλ' ἐκτός αὐτοῦ παρατηροῦμε καί τό ἑξῆς: Ἀπό τούς στίχ. 910 (δια)φαίνεται ὅτι ὁ Ἰωάννης (θέλει νά) συγκαταλέγεται καί αὐτός μέσα στό ἕνα τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἔγραψε. Ὑπενθυμίζουμε στόν ἀναγνώστη τούς στίχους αὐτούς, γιά νά διαπιστώσει τοῦ λόγου τό ἀληθές. Οἱ στίχοι αὐτοί μεταξύ ἄλλων λένε: «Ἔγραψά (τι) τῇ ἐκκλησίᾳ· ἀλλ' ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφής οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς . . . φλυαρῶν ἡμᾶς». Μέσα στό «ἡμᾶς» εἶναι καί ὁ Ἰωάννης. Καί ὁ Ἰωάννης χαρακτηρίζει τό τμῆμα αὐτό τῆς Ἐκκλησίας, δίνει τό ὄνομά του σ' αὐτό τό τμῆμα, τό ἀντίστοιχο τοῦ «αὐτῶν».

Αὐτή ἡ ἐντύπωση ἀποτυπώνεται ἰδιαίτερα καί παραστατικότερα χάρις καί στά ἑξῆς δεδομένα: Στό στίχ. 9 λέει: «Οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς» καί στό στίχ. 10 λέει «οὔτε αὐτός ἐπιδέχεται τούς ἀδελφούς», τούς «ἀδελφούς» τοῦ Ἰωάννου. Τό «οὐκ ἐπιδέχεται» περιλαμβάνεται καί στίς δύο προτάσειςὅρους τῆς συγκρίσεως. Ἄρα τό «ἡμᾶς» = ἐγώ + ἀδελφούς. Ἤ ἀντιστρόφως: Γιά νά ἐξισωθεῖ τό «ἀδελφούς» μέ τό «ἡμᾶς», πρέπει στό ἀδελφούς νά προστεθεῖ καί τό ἐγώ, ὁ Ἰωάννης. Ὁ Ἰωάννης, τό πρόσωπο τοῦ Ἰωάννου, εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο τοῦ «ἡμᾶς», τοῦ τμήματος αὐτοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι χαρακτηρίζεται καί ὡς Ἰωάννειος Ἐκκλησία τό τμῆμα αὐτό. Ὁ «Γάϊος», λοιπόν, εἶναι ὁ προκαθήμενος τῆς ἀνατολικῆς, τῆς Ἰωαννείου Ἐκκλησίας.

 

5. Ὁ φιλοπρωτεύων τῆς Δύσεως

Αὐτά, λοιπόν, γιά τό ἕνα τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας καί γιά τόν (ἤ τούς) προεστῶτα(ς) αὐτῆς. Ἀλλ' ἄς ἔλθουμε στόν προσδιορισμό καί τοῦ προεστῶτα τοῦ ἄλλου τμήματος αὐτῆς ἀπό τό στίχ. 9 καί ἑξῆς: Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης κάνει λόγο γιά κάποιο «φιλοπρωτεύοντα» πολλῶν προσώπων («αὐτῶν»). Αὐτό μᾶς ὁδηγεῖ ἀμέσως στήν Ἐκκλησία τῆς Δύσεως, ὅπου ὁ πρῶτος θέλει καί εἶναι φίλος τοῦ πρωτείου ἤ τῶν πρωτείων. Αὐτός εἶναι ὁ Πάπας ἤ γενικότερα ὁ παπικός θεσμός. Ὅτι εἶναι τῆς Δύσεως ἐνισχύεται καί ἀπό τό ὅτι τό ὄνομα αὐτοῦ ἀρχίζει ἀπό Δ (Διοτρεφής), ὅπως καί τοῦ ἰσοστάσιου Δημητρίου, περί τοῦ ὁποίου θά παρακολουθήσουμε κατωτέρω. Μή λησμονοῦμε τήν ὕπαρξη πολλῶν συμβολισμῶν στά κείμενα τοῦ Ἰωάννου.

Ἀλλά τί σημαίνει ἡ λέξη Διοτρεφής; Διοτρεφής σημαίνει ἐτυμολογικῶς τόν τρεφόμενο ἀπό τόν Δία, τόν πατέρα τῶν Θεῶν. Τόν ἐπί ὑψηλῶν καθήμενον. Τόν τρεφόμενο ἀπό τόν Δία καί τίς περί αὐτοῦ ἰδέες καί ἀντιλήψεις. Καί πρέπει νά προσέξουμε ὅτι λέει Διοτρεφής καί ὄχι Διοτραφής. Δέν μιλάει γιά κάποιον, γιά ἕναν, ἤ ἅπαξ διά παντός τραφέντα μέ τίς ἀπόψεις, μέ τίς ὑψηλές ἰδέες περί τοῦ θεοῦ Διός, ἀλλά γιά μιά σειρά ἀπό τρεφόμενους ἀπό τίς ἰδέες περί αὐτοῦ, ἀλλά ἴσως ὄχι ὅλους. Αὐτά μᾶς ἀνάγουν στίς ἀπόψεις περί τῆς ἐξέχουσας θέσεως τοῦ Πάπα ἔναντι τῶν ἄλλων πιστῶν (κληρικῶνλαϊκῶν) στίς ἀπόψεις περί πρωτείου ἐξουσίας καί περί ἀλαθήτου τοῦ Πάπα. Μᾶς ὑποδεικνύει, λοιπόν, τό Διοτρεφής ὅτι ἀναφέρεται στόν Πάπα ἤ τόν παπικό θεσμό.

Ἀλλ' ἐκεῖνο πού ἐνισχύει αὐτήν τήν ταυτοποίηση Διοτρεφοῦς καί Παπικοῦ θεσμοῦ εἶναι ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Διοτρεφοῦς ὡς «φιλοπρωτεύοντος», ὡς φίλου τοῦ πρωτείου ἤ τῶν πρωτείων. Ὄχι τόσο ἡ ἐπιθυμία τοῦ νά εἶναι ἐπίσκοπος, ἀφοῦ ἄλλωστε ἔχουμε καί τό τοῦ ἀποστόλου Παύλου «εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται, καλοῦ ἔργου ἐπιθυμεῖ» (Α΄ Τιμ. 3,1), ἀλλά ἡ φιλοδοξία του νά κατέχει «τήν πρώτην θέσιν ἐν παντί».

Περί αὐτοῦ πολύ χαρακτηριστικῶς —καί οὐχί ἀνεπιτυχῶς— σχολιάζει ὁ Παν. Τρεμπέλας γιά «τό φιλοπρωτεύειν»: Αὐτό ἐδῶ «δηλοῖ φιλοδοξίαν καί ἐπιθυμίαν τοῦ κατέχειν τήν πρώτην θέσιν ἐν παντί. Τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι ὁ Διοτρεφής δέν κατεῖχε τήν πρώτην θέσιν καί ἔσπευδε νά τήν καταλάβῃ, ἀλλά τονίζει τήν ματαιοδοξίαν καί τόν ἐγωϊσμόν τοῦ Διοτρεφοῦς». Καί μετ' ὀλίγα προσθέτει: «Τό πνεῦμα τῆς φιλοπρωτείας ὠθεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τοιοῦτον σκοτισμόν καί ἔπαρσιν, ὥστε νά καταφρονῇ καί αὐτό τό ἀποστολικόν κῦρος καί νά μή λαμβάνῃ ὑπ' ὄψιν ἐπιστολάς καί συστάσεις ἀποστολικάς» [19].

Καί αὐτή ἡ ἄποψη τῆς ὑπεροχικῆς φιλοπρωτείας ἐνισχύεται καί ἀπό τό ἑξῆς φαινόμενο: Ὅτι ἐνῶ στόν προηγούμενο στίχ. 9 λέει: «ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν . . . οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς» (καί ἐμένα τόν ἀπόστολο) συμπληρωματικῶς καί διαφωτιστικῶς στό στίχ. 10 λέει ὅτι δέν «ἐπιδέχεται τούς ἀδελφούς». Δέν ἐπιδέχεται αὐτούς πού ὁ Ἰωάννης θεωρεῖ καί χαρακτηρίζει ὡς ἀδελφούς. Μήπως αὐτό σημαίνει ὅτι αὐτούς, πού ὁ Ἰωάννης θεωρεῖ ὡς ἀδελφούς αὐτός (ὁ φιλοπρωτεύων), δέν τούς θεωρεῖ ἀδελφούς, ἀλλά παρακατιανούς; Ἴσως μάλιστα καί γι' αὐτό δέν ἐπαναλαμβάνει τό «ἡμᾶς» (τοῦ στίχ. 9), ἀλλά θέτει τώρα τό «ἀδελφούς», γιά νά τοῦ (ὑπο)δείξει καί νά τοῦ τονίσει ὅτι ἔπρεπε νά τούς θεωρεῖ ὡς ἀδελφούς καί ὄχι ὡς ὑποδεέστερους. Νά μήν ὑπεραίρεται ἔναντι τῶν ἄλλων. Καί αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο ἐγωιστικῶν τάσεων πολλῶν παπῶν, ὅπως κατά καιρούς ἔχουν παρουσιαστεῖ ἀπό ἱστορικούς.

Ἐ πίσης γιά τόν ἴ διο λόγο ἴ σως δέν ἐ παναλαμβάνει καί τό «ξένους» το ῦ στίχ. 5 καί ε ἶ ναι σά νά τόν ἀ φήνει ἀ κάλυπτο (χωρίς δικαιολογία) καί σάν νά το ῦ λέει: «Καλά τούς ξένους δέν τούς ἐ πιδέχεσαι», ἐ πειδή τάχα ε ἶ ναι ξένοι, ἀ λλά τούς ἀ δελφούς; Καί ὄ χι μόνον α ὐ τό, ἀ λλά το ῦ παρατηρε ῖ ὅ τι προχωράει κακ ῶ ς καί πάρα πέρα μέ τό νά ἐ μποδίζει νά θεωρο ῦ ν ὡ ς ἀ δελφούς καί νά τούς « ἐ πιδέχονται» καί ἐ κε ῖ νοι πού θέλουν νά πράττουν α ὐ τό. Καί ἀ κόμη χειρότερα α ὐ τούς τούς « ἐ κβάλλει» καί ἀ πό τήν Ἐ κκλησία.

Βεβαίως αὐτά δέν λέγονται γιά τό λαό, γιά τό «αὐτῶν», γιά τό τμῆμα αὐτό τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτά ἰσχύουν γιά τόν «φιλοπρωτεύοντα αὐτῶν». Ὁ λαός, ἄν ὄχι ὅλος, πάντως ἕνα μεγάλο τμῆμα αὐτοῦ, δέν ἀποκλείεται νά ἐπιδέχεται τούς «ἡμᾶς» τοῦ Ἰωάννου, τούς ἀδελφούςπιστούς τῆς Ἰωαννείου Ἐκκλησίας [20].

Ἐπίσης, πρίν προχωρήσουμε σέ ἄλλες ἐπί μέρους παρατηρήσεις, πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἐνῶ στή Β΄ Ἐπιστολή, ὅπου ὁ λόγος περί τῆς ὅλης Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ τόνος εἶναι μᾶλλον ἤπιος, ἀντιθέτως στήν Γ΄ Ἐπιστολή πρός τόν Διοτρεφή ὁ τόνος εἶναι αὐστηρός, οἱ χαρακτηρισμοί σκληροί. Πάντως μιά τέτοια ἀντιδιαστολή ἔχουμε καί στήν Ἀποκάλυψη, ὅπου στήν ἐπιστολή πρός Σάρδεις (Ρώμη) ἀντιδιαστέλλεται ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό (τά) μέλη της. Πρβλ. Ἀποκ. 3,24 [21].

Ἄλλη χαρακτηριστική συμπεριφορά τοῦ φιλοπρωτεύοντος Διοτρεφοῦς Πάπα εἶναι τό τοῦ στίχ. 10: «Λόγοις πονηροῖς φλυαρῶν ἡμᾶς». Ὄχι μόνο «δέν μᾶς ἐπιδέχεται», δέν μᾶς ἀναγνωρίζει, ἀλλά καί μᾶς ἀντιμετωπίζει «μέ φλύαρα πονηρά λόγια». Βεβαίως πρέπει νά προσέξουμε ὅτι λέει «λόγοις πονηροῖς» καί ὄχι «λόγοις πλάνης». Τά λόγια του δέν εἶναι τά ἴδια μέ ἐκεῖνα τῶν πλάνων καί ἀντιχρίστων τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου, περί τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἐκεῖ.

Ἐπίσης λέει «λόγοις πονηροῖς» καί ὄχι «λόγοις πονηρίας». Τά λόγια εἶναι πονηρά, ἀλλά ἴσως δέν εἶναι ἀποκύημα πονηρίας. Ἴσως δέν εἶναι καθ' ὁλοκληρίαν ἤ πάντοτε ἀποτέλεσμα πονηρίας. Ἑπομένως τά λόγια αὐτά μπορεῖ νά προξενοῦν πόνο («πονηροῖς») καί κόπο, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν νά μᾶς παραπλανήσουν. Καί αὐτό τό εἶδος τῶν λόγων ἰδίως προσδιορίζεται ἀπό τή λέξη «φλυαρῶν». Δέν μποροῦν νά μᾶς παραπλανήσουν, ἀλλά «τρῶμε τόν καιρό μας» μέ φλυαρίες, πολυλογίες, περιττολογίες, περιαυτολογίες κ.τ.λ.

Ἑπομένως τά λόγια αὐτά τά πονηρά (τά καί διπλωματικά;) ἴσως κατορθώνουν νά μᾶς «περιπλανοῦν» ἀνά τούς αἰῶνες, κατά τή Β΄ περίοδο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἀλλά ὄχι νά μᾶς παραπλανοῦν. Ἴσως ὁ Ἰωάννης ἔτσι ἐπιβεβαιώνει ὅτι δέν ἔχει γίνει μέχρι τώρα καμμία σοβαρή ἐκτροπή στήν ὀρθή πορεία τῆς Ἀνατολῆς. Ἴσως μόνο κατορθώνουν νά μᾶς παρασύρουν νά πολυλογοῦμε καί μεῖς (ἀπό τό «φλυαρῶν ἡμᾶς»).

Πάντως καί οἱ δύο χαρακτηρισμοί: Τό «λόγοις πονηροῖς» καί τό «φλυαρῶν» μαζί μᾶς θυμίζουν τό γραφικό «Ἔστω δέ ὁ λόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ· τό δέ περισσόν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν» (Ματθ. 5,37). Καί τό ἐρώτημα εἶναι: Ἐφ' ὅσον εἶναι λόγοι πονηροί καί φλύαροι (= περιττολογίες κ.τ.τ.), μπορεῖ νά εἶναι ἀλάθητοι; Διότι λένε οἱ «Παροιμίαι» στήν Παλαιά Διαθήκη: «Ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξῃ ἁμαρτίαν» (Παρμ. 10,19).

Τελικά, μέ αὐτήν τήν κατάσταση, μέ αὐτήν τήν τακτική, φυσικό ἦταν ὁ φιλοπρωτεύων «νά ἐκβάλλει ἀπό τήν Ἐκκλησία» καί ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέν τόν ἀκολουθοῦσαν (ἤ δέν τόν ἀκολουθοῦν) στίς πράξεις του αὐτές. Ἀλλά τό κακό εἶναι ὅτι βγάζοντάς τους ἀπό τήν πλευρά τή δική του, ἀπό τήν Ἐκκλησία του, μήπως αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά τούς ἐκβάλλει ἤ νά βγαίνουν καί ἀπό τή (στρατευόμενη) Ἐκκλησία ἤ καί ἀπό τήν καθόλου Ἐκκλησία; Γιά κάτι τέτοιο μᾶς ἀνησυχεῖ ὁ Ἰωάννης.

Καί τό φλέγον τώρα ἐρώτημα εἶναι: Καί ποιοί εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτήν τή μεταχείριση ἤ αὐτήν τήν κατάληξη; Ἴσως σαφής ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά δοθεῖ, γιατί καί τό κείμενο στό σημεῖο αὐτό εἶναι μᾶλλον ἀσαφές, πιθανῶς ἀντικατοπτρίζοντας τήν κατάσταση ἤ καί μία ἤ περισσότερες περιπτώσεις τοῦ σκοτεινοῦ Μεσαίωνα. Πρβλ. τά γεγονότα μέ τίς Σλαβικές Ἐκκλησίες ἤ τοῦ τριακονταετοῦς πολέμου μέ τούς Λουθηρανούς τῆς Γερμανίας ἤ τοῦ τεσσαρακονταετοῦς μέ τούς Ἑλβετούς καί Γάλλους ἤ τά τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως.

Καί πάντως φαίνεται ὅτι ὁ Ἰωάννης δέν ἔχει καλή ἐντύπωση περί τοῦ Διοτρεφοῦς. Τοῦ ἀποδίδει εὐθῦνες, τόν ἐνοχοποιεῖ ὅτι πράττει κακῶς, ὅτι ποιεῖ τό κακό καί ὄχι τό ἀγαθό. Αὐτό διακρίνεται ἀπό τόν ἀκόλουθο στίχ. 11, ὅπου ὁ Ἰωάννης συμβουλεύει τόν Γάϊο λέγοντας: «Ἀγαπητέ, μή μιμοῦ τό κακόν, ἀλλά τό ἀγαθόν». Αὐτήν τή συμβουλή τήν ἀπευθύνει, ἀφοῦ προηγουμένως παραθέτει τά τῶν «κακῶν» λόγων καί πράξεων τοῦ Διοτρεφοῦς. Φυσικά δέν ἀναφέρεται ἀμέσως στόν Διοτρεφή, ἀλλά μέ τό νά λέει «μή μιμοῦ» σημαίνει ὅτι κάποια ἔμμεση ἤ ἔστω μερική ἀναφορά κάνει σ' αὐτόν. Ἄν δέν ἤθελε νά κάνει καμμιά ἀναφορά στόν Διοτρεφή, θά μποροῦσε νά γράψει «μή πράττε» ἤ «μή ποίει» τό κακόν, ὄχι μή «μιμοῦ τό κακόν». Τό κακό πού κάνει ἤ ἔκανε ἤδη κάποιος.

Ἀλλά καί τό προστιθέμενο ἀπό τόν Ἰωάννη: «Ὁ ἀγαθοποιῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν· ὁ κακοποιῶν οὐχ ἑώρακεν τόν Θεόν», μήπως κάτι ἔχει νά προσθέσει σ' αὐτά;

 

6. Ἕνας διαφορετικός πρωτεύων

Ὡστόσο, ἀντίθετα πρός αὐτήν τή στάση καί συμπεριφορά τοῦ Διοτρεφοῦς καί ὅλων τῶν ἐκπροσωπουμένων ἀπό αὐτόν, ἀντιπαραθέτει, ἐξαίρει, ξεχωρίζει τόν Δημήτριο καί ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦνται ἀπό αὐτόν. Σά νά λέει ἔχουμε καί ἄλλου εἴδους Πρῶτο. Ἔχουμε καί καλούς πρώτους [22] ἤ πρωτεύοντες, χωρίς νά εἶναι ἀπαραιτήτως καί «φιλοπρωτεύοντες».

Λέει συγκεκριμένως ὁ Ἰωάννης (στίχ. 12): «Δημητρίῳ μεμαρτύρηται ὑπό πάντων». Ἀλλά, γιατί λέει «μεμαρτύρηται», ἴσον (=) ἔχει μαρτυρηθεῖ στό παρελθόν καί δέν λέει «μαρτυρεῖται» τώρα στό παρόν; Καί αὐτό γίνεται πιό ἐντυπωσιακό κατ' ἀντίθεση μέ τόν ἐνεστῶτα «φλυαρῶν» τοῦ Διοτρεφοῦς. Αὐτός φλυαρεῖ μέχρι τώρα.

Ὅτι καί ὁ Δημήτριος, μποροῦμε νά εἰκάσουμε ἤ καί νά ἰσχυριστοῦμε, ἀνήκει στή Δύση, ὑποδεικνύεται καί ἀπό τό ὅτι τό ὄνομα καί αὐτοῦ ἀρχίζει ἀπό Δ, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι καί οἱ δύο εἶναι ἴδιοι. Ὅτι εἶναι δύο διαφορετικοί τύποι παπῶν, διαφορετικῶν ἰδιοτήτων, συμβολίζεται καί ὑποδηλώνεται καί ἀπό τά διαφορετικά ὀνόματά τους: Διοτρεφής ὁ ἕνας, Δημήτριος ὁ ἄλλος.

Ἀλλά, τί σημαίνει τό Δημήτριος εἰδικῶς; Τό Δημήτριος σημαίνει τόν γεννώμενο ἤ γεννημένο ἀπό τή γῆ (Δα = γῆ), τόν γήινο, τόν προσγειωμένο. Ἀκόμη μπορεῖ νά συμβολίζει τόν προερχόμενο ἤ προελθόντα, τόν γεννημένο ἀπό τό Δῆμο, ἀπό τό λαό, τόν λαοπρόβλητο, τόν δημοφιλή. Αὐτό τό τελευταῖο ἐνισχύεται καί ἀπό αὐτό πού λέει ὁ Ἰωάννης: «Δημητρίῳ μεμαρτύρηται ὑπό πάντων», μάλιστα ἀπό ὅλους, ὄχι ἀπό μερικούς.

«Μεμαρτύρηται ὑπό πάντων». Ἔχει μαρτυρηθεῖ κατά τό παρελθόν, πρό κάποιας ἄλλης περιόδου. Αὐτό ὑποδηλώνεται ἀπό τόν παρακείμενο «μεμαρτύρηται», ἀφοῦ δέν ἔχει ἀόριστο «ἐμαρτυρήθη», πού θά σήμαινε ἁπλῶς τό ἐμαρτυρήθη στό παρελθόν. Ἀλλά ἐδῶ ὑποσημαίνεται πρό παρελθόν. Ἴσως τό «μεμαρτύρηται» ὑποδηλώνει τήν Α΄ περίοδο τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία διαδέχθηκε ἡ Β΄ περίοδος, γιά τήν ὁποία θά ἅρμοζε τό «ἐμαρτυρήθη». Πλήν ὅμως χρησιμοποιεῖ τό «μεμαρτύρηται», ὄχι ἐπιπολαίως.

«Μεμαρτύρηται ὑπό πάντων». Ἔχει μαρτυρηθεῖ ἀπό ὅλους, καί ἀπό τούς Ἀνατολικούς καί ἀπό τούς Δυτικούς. Καί εἶχε μαρτυρηθεῖ ἀπό ὅλους, τότε πού εἶχε μέν τό πρωτεύειν, ἀλλά δέν εἶχε (ἐμφανιστεῖ) τό φιλοπρωτεύειν. Δηλ. ἀνταποκρίνεται στήν Α΄ Περίοδο.

Ἀλλά τί «μεμαρτύρηται»; Κατά πρῶτον θά λέγαμε ὅτι «μεμαρτύρηται», ὅτι ἔχει μαρτυρηθεῖ ὅ,τι σημαίνει τό ὄνομά του, αὐτά πού δηλώνει τό ὄνομά του. Περίπου δηλαδή αὐτά πού εἴδαμε πιό μπροστά.

Ἐπίσης βλέπουμε ὅτι ἀναφέρεται στόν Δημήτριο μετά ἀπό ἐκεῖνα πού παραθέτει στόν προηγούμενο στίχ. 11, δηλαδή τό «Ὁ ἀγαθοποιῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν». Μήπως, λοιπόν, ἐμμέσως ὑποδεικνύει ὅτι αὐτά τά γνωρίσματαπροτερήματα ἔχει ὁ Δημήτριος;

Καί προσθέτει στόν ἴδιο στίχ. 12: «μεμαρτύρηται . . . καί ὑπό αὐτῆς τῆς ἀληθείας» (στίχ. 12). Μήπως ἐννοεῖ τίς α΄ καί β΄ Ἐπιστολές πρός Ἔφεσο καί Πέργαμο τῆς Ἀποκαλύψεως; Ἐκεῖ γίνεται λόγος γιά τόν ἄγγελο ἤ ἀλλιῶς τόν ἐπίσκοπο ἤ προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος πράγματι κατά τά πρῶτα χρόνια, κατά τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ, ἦταν ὁ προκαθήμενος τῆς ἀγάπης καί τῆς ὀρθῆς πίστεως. Πρβλ. Ἀποκ. 2,23 καί 2,13.

Φυσικά, ὅταν λέει «μεμαρτύρηται . . . καί ὑπό αὐτῆς τῆς ἀληθείας», δέν ἐννοεῖ κάτι τό ἀπρόσωπο, κάποια ἀόριστη ἀπρόσωπη ἀλήθεια πού μαρτυρεῖ, ἀλλά ἐννοεῖ τί μαρτυρεῖ κάποιο πρόσωπο. Τί μαρτυρεῖ «τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας» [23] (πρβλ. Ἰω. 14,17), ὅπως αὐτό μιλάει καί στήν Ἀποκάλυψη, ὅπου ἡ ἴδια λέει στό τέλος κάθε ἐπιστολῆς: «Ἀκουσάτω τί τό πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις» (Στίχ. 2,7· 2,11· 2,17· 2,29· 3,6· 3,13· 3,22).

Ἄς ἐπανέλθουμε ὅμως στόν παρακείμενο «μεμαρτύρηται» καί στίς νύξεις πού προσφέρει αὐτός καί ἡ θέση του μέσα στό κείμενο τῆς Γ΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου. Καί τίθεται, λοιπόν, τό ἐρώτημα: Ἀφοῦ τά τοῦ Δημητρίου ἀφοροῦν τό ἀπώτερο παρελθόν, τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ, τήν Α΄ Περίοδο τῆς Ἐκκλησίας, γιατί δέν παρέθεσε πρῶτα τόν Δημήτριο καί ὕστερα τόν Διοτρεφή; Καί ἡ ἀπάντηση: Ἴσως ἔτσι θέλει νά ὑποδηλώσει καί νά ὑποδείξει ὅτι ὁ Δημήτριος τῆς Α΄ Περιόδου τοῦ «μεμαρτύρηται» θά (πρέπει νά) ἐπανέλθει καί μετά τόν Διοτρεφή, στήν Γ΄ Περίοδο, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπό τούς χρόνους μας, ἀπό τόν «ἐνεστῶτα» χρόνο. Γι' αὐτό καί ἔχει στόν ἐνεστῶτα χρόνο «καί ἡμεῖς δέ μαρτυροῦμεν».

Βεβαίως ὁ Ἰωάννης δέν ζῆ σήμερα, ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε, γιά νά μαρτυρήσει ὁ ἴδιος. Πλήν ὅμως, ὅπως εἴπαμε, ὁ Κύριος εἶπε περί αὐτοῦ στόν Πέτρο καί μάλιστα δύο φορές: «Ἐάν αὐτόν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι . . . » (Ἰω. 21,22 καί 23). Καί νά μία ἐξήγηση: Μένει μέχρι σήμερα, γιατί συνεχίζεται ἡ παρουσία του καί ἡ μαρτυρία του διά τῆς ἐπιστολῆς του καί διά τῆς Ἰωαννείου γραμματείας καί Ἐκκλησίας. Λέει ἡ ἐπιστολή: «Καί ἡμεῖς δέ μαρτυροῦμεν» (στίχ. 12β). Αὐτό τό «ἡμεῖς» ἀντιστοιχεῖ πρός τό «ἡμᾶς» τῶν στίχ. 9 καί 10, τά ὁποῖα νοηματοδοτήσαμε πιό πάνω ὅτι σημαίνουν τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία. Μαρτυρεῖ, λοιπόν, ὁ Ἰωάννης καί ὅλη ἡ Ἰωάννειος Ἐκκλησία, κατά τήν Γ΄ Περίοδο, ὅταν θά εἰσέλθουμε στήν Γ΄ περίοδο «γιά καλά», μέ τήν ἐγκατάσταση στόν παπικό θρόνο τοῦ Δημητρίου, τοῦ καλοῦ Πάπα. Περί αὐτοῦ καί ὑπέρ αὐτοῦ μαρτυροῦν.

Ἀλλά ἐπανερχόμαστε στό ἐρώτημα «τί μεμαρτύρηται», γιατί νομίζουμε ὅτι ὑπάρχουν κάποια κενά. Προηγουμένως εἴπαμε τά δέοντα. Ἀλλά βλέπουμε ὅτι καί στή συνέχεια πού λέει «καί ἡμεῖς μαρτυροῦμεν» δέν προσδιορίζει ἐπακριβῶς σέ τί συνίσταται αὐτή ἡ μαρτυρία τοῦ «ἡμεῖς». Γενικῶς θά λέγαμε ὅτι συνίσταται σ' αὐτά πού ἐλέχθησαν ἐκεῖ (στό «μεμαρτύρηται»), ἀλλά παρά ταῦτα φαίνεται ὅτι ἀφήνει περιθώριο καί στούς νεότερους νά μαρτυρήσουν. Νά μαρτυρήσουν εἰδικότερα περί τῆς θέσεως, τῶν λόγων καί τῶν ἔργων τοῦ «Δημητρίου» τῶν νεότερων χρόνων, τοῦ ἀναμενόμενου ἀπό Ρωμαιοκαθολικούς Πάπα τοῦ «Εὐαγγελικοῦ», ἀφοῦ δοῦν τήν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων.

Ἀλλ' ἐκτός αὐτοῦ καί ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς προτάσεως (τῆς «καί ἡμεῖς δέ μαρτυροῦμεν»), τ. ἔ. ἡ πρόταση «καί οἶδας ὅτι ἡ μαρτυρία ἡμῶν ἀληθής ἐστιν», μᾶς ὑπενθυμίζει καί μᾶς παραπέμπει στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰωάννου καί μάλιστα στό λεγόμενο «Παράρτημα», ὅπου γράφεται: «Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητής ὁ μαρτυρῶν περί τούτων καί ὁ γράψας ταῦτα (δηλ. ὁ Ἰωάννης) καί οἴδαμεν ὅτι ἀληθής αὐτοῦ ἡ μαρτυρία ἐστίν» (Ἰω. 21,24). Αὐτό τό γράφει μετά τήν ἐξιστόρηση τοῦ περιστατικοῦ καί διαλόγου τοῦ Ἰησοῦ μέ τόν Πέτρον, ὅσον ἀφορᾶ αὐτόν καί τόν «ἄλλον μαθητήν», τόν Ἰωάννη, τ. ἔ. Δύση καί Ἀνατολή. Ἔτσι παρατηροῦμε μία μεγάλη ὁμοιότητα τῶν μαρτυριῶν τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἔχουμε μία ἀλληλοενίσχυση καί ἀλληλοεπιβεβαίωση τῶν προσφερόμενων ἀπό αὐτά τά θεόπνευστα κείμενα μαρτυριῶν καί διαπιστώσεων.

 

7. Οποδείξεις τοωάννου

Ὅπως κάναμε λόγο γιά διαπιστώσειςὑποδείξεις καί τόν στενό τους σύνδεσμο στή Β΄ ἐπιστολή, ἔτσι καί μέ λίγη ταπείνωση καί ὑπομονή ἄς ἀσχοληθοῦμε καί ἐδῶ μέ τό θέμα αὐτό, πού παρατηρεῖται σέ ἀρκετό βαθμό καί στήν παροῦσα Γ΄ ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου. Ἄλλωστε οἱ ὑπάρχουσες διαπιστώσεις σ' αὐτήν, π.χ. περί τῆς Α΄ Περιόδου τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς παρέχουν τίς ἀπαραίτητες ὑποδείξεις καί γιά τήν ἀπαιτούμενη τωρινή, ἤ τῆς Γ΄ Περιόδου, ὀρθή πορεία Αὐτῆς. Τό παράδειγμα εἶναι τό καλλίτερο ὑπόδειγμα. Πράγματι, λοιπόν, ἔχουμε μία συνεχή σύνδεση διαπιστώσεων καί ὑποδείξεων μέ τήν ἐναλλαγή τῶν χρόνων πού ὑπάρχει στό κείμενο τῆς Ἐπιστολῆς (ἐνεστώτας μέ μέλλοντα, ἀόριστος μέ μέλλοντα καί πάλι ἐνεστώτα).

Ἀκόμη καί ἡ εὐχή ἡ διδόμενη στόν Γάϊο ἀπό τόν Ἰωάννη στό στίχ. 2 περικλείει καί ὑπόδειξησυμβουλή: Συγκεκριμένως στό στίχ. 2 λέει: «Ἀγαπητέ, περί πάντων (= γιά ὅλα) εὔχομαί σε εὐοδοῦσθαι καί ὑγιαίνειν, καθώς εὐοδοῦταί σου ἡ ψυχή». Ὅτι περικλείει ἐκτός ἀπό εὐχή καί ὑπόδειξη, ὑποδηλώνεται ἀπό τήν ἔκφραση «περί πάντων». Ἄν ἤθελε μόνο νά θεωρεῖται εὐχή, θά μποροῦσε νά γράψει «ἐν παντί», «εἰς πάντα», σέ ὅλα, νά βαδίζεις καλῶς καί νά ὑγιαίνεις. Ἀλλά λέει «περί πάντων». Ἄλλωστε καί γενικῶς κάθε εὐχή πού δίνουμε εἶναι καί μία προτροπή στόν ἀποδέκτη γι' αὐτό πού τοῦ εὐχόμαστε.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει. Καί αὐτό τό γεγονός τῆς συνδέσεως, διαπιστώσεως καί ὑποδείξεως, νομίζουμε, συνεχίζεται καί στό στίχ. 5, πού ἀρχίζει πάλι μέ τήν ἴδια προσφώνηση «Ἀγαπητέ». Συγκεκριμένως λέει: «Ἀγαπητέ, πιστόν ποιεῖς (ἐνεστώτας) ὅ ἐάν ἐργάσῃ (μέλλοντας) εἰς τούς ἀδελφούς καί τοῦτο ξένους», πρᾶγμα ἀλλιῶς λίγο παράδοξο γιά τήν ἐν λόγῳ σύνταξη καί σύνδεση ἐνεστῶτα καί μέλλοντα. Ὁ Σάβ. Ἀγουρίδης γράφει παρομοίως: «Τά "ἀγαπητέ" τῶν στίχ. 2 καί 5 εἰσάγουν εἰς τά δύο θέματα τῆς περικοπῆς: τάς εὐχάς καί τόν ἔπαινον τό πρῶτον, τάς συστάσεις τό δεύτερον» [24].

Καί προβαίνουμε σέ κάποια ἀνάλυση. Εἶναι σά νά λέει τοῦ Γαΐου τό πράττεις ἤδη τώρα (στόν ἐνεστῶτα χρόνο), ἀλλά νά τό πράττεις, νά τό πραγματοποιεῖς καί στό μέλλον. Νά τό ἐφαρμόζεις καί στό μέλλον, καί στούς ἀδελφούς καί στούς ξένους, τούς νεοεισερχόμενους, τούς νεοφώτιστους. Ὑποδεικνύει μέ τρόπο τή συνέχεια καί τή συνέπεια, τή διαχρονική πιστότητα. Τήν ὑποδεικνύει, ἀφοῦ προηγουμένως τήν ἐγκρίνει καί τήν ἐπαινεῖ. Ἴσως αὐτό τό νόημα ἔχει καί τό «πιστόν ποιεῖς». Ὁ Παν. Τρεμπέλας σχετικῶς σχολιάζει: «Τό “ὅ ἐάν ἐργάσῃ” καλύπτει ὅ,τι ἤδη ὁ Γάϊος εἰργάσατο εἰς τό παρελθόν καί ὅ,τι πρόκειται νά ἐργασθῇ εἰς τό μέλλον, περί οὗ ὁ πρεσβύτερος (ὁ Ἰωάννης) εἶχε πεποίθησιν, ὅτι ὁ Γάϊος θά εἰργάζετο αὐτό» [25].

Αὐτό τό παράδοξο φαινόμενο μέ τήν ἐναλλαγή (τό «παιχνίδι») τῶν χρόνων παρατηρεῖται καί στόν ἑπόμενο στίχο 6, ὅπου ἔχει: «Οὕς καλῶς ποιήσεις (μέλλων χρόνος) προπέμψας (ἀόριστος) ἀξίως τοῦ Θεοῦ». Δέν λέει «προπέμψων» ἤ ἔστω προπέμπων, ὡς θά ἦτο φυσικότερο, ἀλλά λέει «προπέμψας». Μοιάζει σάν πρωθύστερο ἤ προσέτι σάν μία ἀνακολουθία. Πρῶτα βάζει τόν μέλλοντα καί ὕστερα τόν ἀόριστο. Αὐτή ὅμως ἡ συντακτική ἤ ἔστω λογική ἤ ἱστορική ἀνακολουθία μπορεῖ νά ἔχει τήν ἑξῆς σημασία: Θέλει νά συνδυάσει τήν προτροπή καί ὑπόδειξη γιά τό μέλλον (στίχ. 6), μέ τή μαρτυρίασυνήθεια τοῦ παρελθόντος, νά συνδέσει τό παρελθόν μέ τό παρόν καί τό μέλλον.

Μέ τήν ἐξέταση τῶν στίχων αὐτῶν, 5 καί 6, ἴσως πρέπει νά προσδιορίσουμε περισσότερο ποιοί εἶναι αὐτοί «οἱ ἀδελφοί καί τοῦτο ξένοι». Αὐτή ἡ ἔκφραση φαίνεται ὅτι ἔχει νά κάνει μέ τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στούς Ἐθνικούς, ἔχει νά κάνει μέ τούς ἱεραποστόλους, ἀλλά ἔχει νά κάνει καί μέ τούς «προσηλύτους», τούς προσερχομένους στήν Ἐκκλησία ἀπό τούς ἐθνικούς διά τῶν ἱεραποστόλων. Ἤδη ἔχουμε καί τή γνώμη τοῦ Παν. Τρεμπέλα περί αὐτῶν, ὁ ὁποῖος λέει: «Ἦσαν εἰδός τι περιοδευτῶν, οἵτινες ἀπό πόλεως εἰς πόλιν μεταβαίνοντες ἐκήρυττον τό Εὐαγγέλιον» [26]. Καί ἐπαναλαμβάνει: «Ἦσαν ἱεραπόστολοι κηρύττοντες δωρεάν τό εὐαγγέλιον» [27].

Περαιτέρω, ἐδῶ μᾶς δίδεται ἀφορμή νά ἐξετάσουμε καί τό περιεχόμενο τῆς ἐργασίας («ὅ ἐάν ἐργάσῃ») τοῦ Γαΐου, γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Ἰωάννης. Ἴσως μάλιστα θά λέγαμε ὅτι ἐδῶ συγχρόνως δίδεται καί κάποιο γνώρισμα αὐτῆς τῆς Ἱεραποστολῆς. Στό στίχ. 5 λέει: «Πιστόν ποιεῖς ὅ ἐάν ἐργάσῃ εἰς τούς ἀδελφούς καί τοῦτο ξένους». Τί καί ποιό εἶναι αὐτό, τό ὁποῖο («ὅ») πρόκειταιπρέπει νά ἐργαστεῖ ὁ Γάϊος, ὁ ἀγαπητός τοῦ Ἰωάννου, ὁ προκαθήμενος τῆς Ἀνατολῆς; Εἶναι ἁπλῶς ἡ παροχή ὑλικῆς διατροφῆς ἤ ἀκόμη καί ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως ἤ εἶναι καί κάτι τό διαφορετικό; Κατά τή γνώμη μας, αὐτό εἶναι καί κάτι τό πνευματικό. Εἶναι καί ὁ ἐξοπλισμός ὁ πνευματικός στήν «πίστη», στήν ἀλήθεια. Αὐτό τό νόημα στό «ἐργάζομαι» δίνει ἡ Β΄ Ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου, ὅταν μιλάει στό στίχ. 8 καί προτρέπει: «Βλέπετε ἑαυτούς, ἵνα μή ἀπολέσητε ἅ εἰργασάμεθα ἀλλά μισθόν πλήρη ἀπολάβητε». Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ὁ Ἰωάννης δίνει κατευθύνσεις στόν Γάϊο τί πρέπει νά κάνει μέ τήν ἱεραποστολή, μέ τούς ἱεραποστόλους καί τούς προσηλύτους.

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση καί ἐρωτηματικά δημιουργεῖ ἡ πρόταση τοῦ στίχ. 7 «μηδέν λαμβάνοντες ἀπό τῶν ἐθνικῶν», προφανῶς οἱ περιοδευτές, οἱ ἱεραπόστολοι. Γιατί τό γράφει; Ἐννοεῖ μόνον ὅτι δέν παίρνουν τίποτε γιά τίς καθημερινές βιοτικές ἀνάγκες τους ἀπό τούς ἐθνικούς, στούς ὁποίους ἀσκοῦν τήν ἱεραποστολή, γιά νά μήν τούς «ἐπιβαρύνουν»; Ἤ ἐννοεῖ καί κάτι ἄλλο; Λέει πράγματι «μηδέν», τίποτε. Προφανῶς οὔτε ὑλικό, οὔτε ἰδεολογικό, θεωρητικό. Ἴσως δέν παίρνουν τίποτε τό ὑλικό καί δέν τούς ἐκμεταλλεύονται πρός ἴδιον ὄφελος, ἤ ἔστω τῶν «ἰδίων» συγγενῶν καί φίλων. (Προβαίνει ἐμμέσως σέ ὑπόδειξη καί ἔπαινο, ἐκτός ἀπό τή διαπίστωση). Ἀλλά ὁπωσδήποτε τίποτε («μηδέν») δέν παίρνουν καί ἀπό τίς εἰδωλολατρικές ἤ ἰδεολογικές ἤ κοσμολογικές ἀπόψεις καί θεωρίες τους, ὥστε νά τίς ἀναμειγνύουν μέ τίς χριστιανικές ἀλήθειες. Ὅτι δέν προσλαμβάνουν τίποτε καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη ἴσως βοηθάει καί ἡ χρησιμοποίηση τῆς λέξεως ἐθνικῶν (πού πιθανῶς ἔχουν διάφορες δοξασίες) καί ὄχι ἀθέων ἤ ἀπίστων, τ. ἔ. τῶν χωρίς θρησκεία, χωρίς διδασκαλίες.

Ἔντονη ὑπόδειξη συνιστᾶ καί τό ἑξῆς γεγονός: Ὅτι ἀμέσως μετά τήν ἀναφορά του στόν Διοτρεφή (στίχ. 910) ὁ Ἰωάννης ἔχει μία προτροπή πρός τόν Γάϊο (στίχ. 11). Τοῦ συνιστᾶ νά μή μιμεῖται τό κακό, ἀλλά τό ἀγαθό. Καί ἀμέσως στόν ἑπόμενο στίχ. 12 ἀναφέρεται στήν καλή μαρτυρία περί τοῦ Δημητρίου. Ἔτσι τοῦ ὑποδεικνύει νά μιμεῖται αὐτό πού παραθέτει στή συνέχεια αὐτή (δηλ. στό στίχ. 12) περί τοῦ Δημητρίου τῆς Α΄ Περιόδου (καί τῆς Γ΄). Εἶναι σά νά τοῦ συνιστᾶ ὡς παράδειγμα τόν Δημήτριο, καί παρά πέρα σά νά τοῦ συνιστᾶ ὡς συνεργάτη τόν Δημήτριο πού ἀναθεωρεῖ τήν κατάσταση τοῦ Διοτρεφοῦς. Ἄλλωστε καί ἡ λέξη Δημήτριος, ἐκτός τῶν ἀνωτέρω πού εἴδαμε νά σημαίνει (δηλ. αὐτόν πού ἔχει μητέρα τό δῆμο ἤ πού εἶναι γέννημα τοῦ δήμου, τοῦ λαοῦ), μήπως σημαίνει ἀπόρριψη τῆς ὑπεροψίας, τῆς ἀπολυταρχίας, τῆς αὐταρχικότητας τοῦ Διοτρεφοῦς, πού ἔδιωχνε (καί «ἐκβάλλει») μέχρι τώρα μέ τή συμπεριφορά του καί τίς ἐνέργειές του ἀπό τήν Ἐκκλησία πολλούς «ἀνεπτυγμένους».

Ἀκόμη θά ἔλεγε κάποιος ἀντιστρόφως ὅτι ὁ Δημήτριος μοιάζει μέ τόν Γάϊο τῆς Ἀνατολῆς. Ἔχουν τήν ἴδια ρίζα ἀκόμη καί στό ὄνομά τους: Γα = Γη, Δη = Γη. Αὐτά τά γνωρίσματαπλεονεκτήματα βοηθᾶνε στή συνοδοιπορία τους ἐπάνω στή γῆ, μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι μιά ἄλλη πορεία πρός Ἐμμαούς. Καί αὐτό συνιστᾶ ὁ Ἰωάννης καί στούς δύο προκαθήμενους τῶν δύο ἐκλεκτῶν ἀδελφῶνἘκκλησιῶν.

Καί ἐρχόμαστε στήν κατάληξη τῆς ἐπιστολῆς. Τό ὅτι λέει στό τέλος τῆς ἐπιστολῆς στόν Γάϊο «ἀσπάζονταί σε οἱ φίλοι, ἀσπάζου τούς φίλους κατ' ὄνομα», τό ὅτι δηλ. μιλάει περί φίλων καί ὄχι περί ἀδελφῶν, ὅπως στή Β΄ Ἐπιστολή, σημαίνει ὅτι δέν μιλάει περί μονίμων σχέσεων. Ἀλλά ἄλλοτε ἦσαν ἀδελφικές καί ἄλλοτε ἐχθρικές.

Σ' αὐτό τό συμπέρασμα ὁδηγεῖ καί τό ὅτι τοῦ λέει νά ἀσπάζεται τούς φίλους κατ' ὄνομα, τ. ἔ. ξεχωριστά τόν καθένα, ἰδιαιτέρως, ὀνομαστικῶς, ἀκριβῶς, γιατί ἄλλη φορά εἶναι φίλοι αὐτοί (οἱ ἡγέτες) ἤ μερικοί ἀπ' αὐτούς καί ἄλλοι δέν εἶναι φίλοι, ἀλλά εἶναι ἐχθρικῶς διακείμενοι.

Ἐπίσης μπορεῖ τό «κατ' ὄνομα» νά σημαίνει νά ἀσπάζεσαι ἀναλόγως τοῦ ὀνόματος καθενός, ἀναλόγως τῆς φήμης του, ἀναλόγως μέ τό ὄνομα πού ἔχει «βγάλει». Πάντως ὄχι ἀδιακρίτως καί ὅλους συλλήβδην. Πολύ περισσότερο ὄχι ὡς θεσμό. Ἄλλωστε καί ὁ χαρακτηρισμός «φίλοι» ἀνταποκρίνεται σέ πρόσωπα καί ὄχι σέ θεσμούς.

Γράφει ὁ Ἰωάννης (στίχ. 15): «Ἀσπάζονταί σε οἱ φίλοι, ἀσπάζου τούς φίλους κατ' ὄνομα». Προφανῶς στήν προσωπική σχέση ἐννοοῦνται οἱ φίλοι οἱ ἐδῶ, αὐτοί πού εἶναι μαζί μου, κοντά μου, καί τοῦ ὑποδεικνύει νά ἀσπαστεῖ τούς φίλους τούς ἐκεῖ, αὐτούς οἱ ὁποῖοι εἶναι μαζί του, κοντά του, κοντά στόν Γάϊο.

Πλήν ὅμως ἐδῶ παρατηροῦμε ὅτι καί στή μία περίπτωση ὁ Ἰωάννης δέν προσδιορίζει ποιοί καί ποῦ εἶναι αὐτοί οἱ φίλοι, ἀλλά οὔτε καί στήν ἄλλη. Τίς θέσεις τῶν φίλων ἀφήνει χωρίς τοπικό προσδιορισμό. Μήπως μιλάει γενικῶς, γενικότερα; Μήπως δίνει γενικές ἀρχές γιά τό τί πρέπει νά κάνουμε μέ τούς φίλους, ὅταν πράγματι εἶναι φίλοι μας καί φίλοι τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω. 15,14), ὅταν δηλ. εἶναι φίλοι ἐν ἀληθείᾳ καί ἐν τῇ ἀληθείᾳ καί ὅταν δέν εἶναι;

Μήπως ὅμως ἀκόμη γιά τά συμβολιζόμενα, δηλ. πέρα ἀπό τήν προσωπική περίπτωση, ὑποδηλώνει φίλους καί ἀπό τίς δύο μεριές, καί τή μεριά τοῦ Γαΐου καί τή μεριά τοῦ Δημητρίου; (Ὄχι τοῦ Διοτρεφοῦς). Ἄς τό διερευνήσουμε λίγο. Ὁ Παν. Τρεμπέλας στή μέν ἑρμηνεία του λέει: «Σέ χαιρετοῦν ἐγκαρδίως οἱ τρέφοντες συμπάθειαν καί φιλίαν πρός ἡμᾶς . . . » [28], δηλ. καί πρός ἐμένα τόν Ἰωάννη πού σοῦ γράφω τήν ἐπιστολή καί πρός ἐσένα τόν Γάϊο, τόν «παραλήπτη» τῆς ἐπιστολῆς. Στά δέ σχόλιά του παραθέτει τήν ἄποψη τοῦ Bennett πού σχολιάζει τό «φίλοι» ὡς ἑξῆς: «Ἐνταῦθα δέν σημαίνει πᾶν μέλος τῆς ἐκκλησίας, ἀλλ' ἐκεῖνα μόνον τά μέλη ἑκατέρας τῶν ἐκκλησιῶν, ἅτινα διέκειντο συμπαθῶς πρός τόν πρεσβύτερον (τόν Ἰωάννην) καί ἀντετίθεντο τῷ Διοτρεφεῖ» [29].

Βεβαίως ὁ Τρεμπέλας καί ὁ Bennett προφανῶς ἐννοοῦν, ἄν καί κάπως ἀσαφῶς, «ἑκατέρας» (= καί τῶν δύο) τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Ἰωάννου καί τοῦ Γαΐου, δύο Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐπειδή ὅμως, ὅπως διαπιστώσαμε, στήν περίπτωση τοῦ συμβολισμοῦ ἡ Ἰωάννειος Ἐκκλησία εἶναι ἡ αὐτή, ἡ ἴδια, μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Γαΐου, τό «ἑκατέρας» μᾶς δίνει ἀφορμή, ἕνεκα καί τῆς τοπικῆς ἀπροσδιοριστίας τοῦ κειμένου, νά προχωρήσουμε καί νά ἐννοήσουμε τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Γαΐου καί τοῦ Δημητρίου, τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως, ὅταν ἔχουν αὐτούς ὡς προκαθήμενους.

Ἤ ἀκόμη μπορεῖ καί νά ἐννοήσουμε μέσα στά ὅρια τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἤ ἑνός ὀρθόδοξου κράτους Αὐτῆς, συγγενεῖς Ἐκκλησίες, ἐνορίες («νησίδες»), ἀκόμη καί Ρωμαιοκαθολικῶν. Ὅπως καί τό ἀντίθετο: Μέσα στά ὅρια τῆς Δυτικῆς, «νησίδες»Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς.

Κλείνοντας τήν παράγραφο αὐτή, θά λέγαμε ὅτι ὁ Ἰωάννης γράφει αὐτά πρός τούς Προκαθήμενους τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, γιά νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας τήν κατάσταση, στήν ὁποία βρίσκεται ἡ Ἐκκλησία, καί γιά νά γνωρίζουμε τί πρέπει νά πράξουμε καί πρός τά ποῦ νά κατευθυνθοῦμε.

 

8. Ἐπισημάνσεις – Συμπεράσματα

Πρίν κλείσουμε τήν παροῦσα ἀνάλυση, ἴσως θά πρέπει νά ἐξηγήσουμε καί τό ἑξῆς φαινόμενο: Μερικά σχόλια τῶν προμνημονευθέντων καθηγητῶν ἤ ἑρμηνευτῶν πιθανόν νά ἐμφανίζονται ὡς προεκτάσεις τῶν γραφομένων ἀπό τά θεόπνευστα κείμενα τοῦ Ἰωάννου καί ὄχι πιστές ἀποδόσειςἑρμηνεῖες αὐτῶν.

Ὅμως σέ μᾶς (ὄχι τυχαίως) ἔδωσαν ἀφορμή νά προβληματιστοῦμε, νά ἐπισημάνουμε πολλά καί νά κατοχυρώσουμε τή διδόμενη συμβολική ἑρμηνεία, καί συγχρόνως νά ἐνισχυθοῦμε καί ἐμεῖς καί νά ἐνθαρρυνθοῦμε ἀκόμη καί στή δημοσίευσή της. Ἔτσι νομίζουμε μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀναδρομή στά σύγχρονα κοσμοϊστορικά (δι)εκκλησιαστικά γεγονότα ἐπιτυγχάνεται νά ἀποκαλυφθεῖ ὁ προφητικός λόγος καί τό προφητικό χάρισμα τῶν κειμένων αὐτῶν τοῦ Ἰωάννου.

Ὁ προφητικός χαρακτήρας αὐτῶν ὄχι ἁπλῶς μόνο μέ τήν (τυπική) ἔννοια τῆς προαναγγελίας τῶν μελλόντων νά λάβουν χώρα γεγονότων, ἀλλά καί μέ τή μυστική καί οὐσιαστική δύναμη τοῦ προφητικοῦ λόγου πού ἔφθασε καί στή σημερινή μας ἐποχή. Καί τό ὅτι δηλονότι ἐπιτυγχάνεται νά ἀνακαλυφθεῖ καί νά ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ ὑπάρχουσα μυστική ἑνότητα τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, καθώς καί τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, μέ τίς «πληροφορίες» τῆς Β΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωάννου, ἀποτελεῖ θαυμαστό γεγονός. Καί τοῦτο ἀσχέτως ἄν αὐτή ἐπισκιάζεται καί ἀμφισβητεῖται ἀπό τή θέση καί τή σχέση κατά καιρούς (πρβλ. Γ΄ Ἐπιστολή Ἰωάννου) τῶν προκαθημένων αὐτῶν τῶν δύο τμημάτων τῆς χριστιανοσύνης.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μᾶς διαμηνύει: «Καί ἔχομεν βεβαιότερον τόν προφητικόν λόγον, ᾧ (= στόν ὁποῖο) καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ (= ἄνυδρο) τόπῳ, ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ . . . » (Β΄ Πέτρ. 1,19). Καί προσθέτει: «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη προφητεία ποτέ, ἀλλά ὑπό πνεύματος ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἀπό Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1,21).

Μετά ἀπό ὅλα αὐτά ἄς ἐπιτραπεῖ νά προσθέσουμε κι ἐμεῖς ταπεινῶς τά ἑξῆς: Ἔπρεπε νά συμβοῦν ὅσα συνέβησαν μέ τίς δύο ἀδελφές Ἐκκλησίες, γιατί ἔτσι ἐπαληθεύτηκαν καί οἱ δύο προφητικοί συμβολισμοί τοῦ Ἰωάννου καί ἀποδείχτηκε ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ θά λέγαμε ὅτι ἔτσι ἐδῶ δίδεται ἀπάντησηἐξήγηση καί σέ μία σχετική ἀπορία: Τά γεγονότα μέ τίς δύο Ἐκκλησίες δέν ἔγιναν, ἐπειδή τό εἶπε ὁ Ἰωάννης, ὅτι δηλ. οἱ Ἐκκλησίες προσπάθησαν νά τά ἐφαρμόσουν καί νά τόν ἐπαληθεύσουν. Ἀφοῦ ἄλλωστε εἶναι συμβολικῶς προφητευόμενα καί ἦταν ἄγνωστο τί σημαίνουν τά λόγια του. Ἀλλά ἐπειδή θά γίνονταν, ὁ Ἰωάννης ἁπλῶς καί θεοπνεύστως τά κατέγραψε, προφανῶς χωρίς καί ὁ ἴδιος νά καταλαβαίνει τό βαθύτερο περιεχόμενο τῶν γραφομένων του.

Σημ. Αὐτή εἶναι καί ἡ μεγάλη διαφορά τῆς προφητείας ἀπό τήν προορατικότητα, ὅπου σταθμίζεις διαφόρους παράγοντες καί ἀναλόγως προλέγεις τί θά συμβεῖ. Ἔτσι τό ἐπιχείρημα τῆς προβλέψεως τῆς ἐξελίξεως μιᾶς ἀσθένειας ἀπό τό γιατρό δέν καλύπτει οὔτε ἐξηγεῖ τήν ἔννοια τῆς προφητείας.

Κατόπιν τούτων καιρός εἶναι νά ἀναφέρουμε καί τό ἑξῆς γιά ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέν πείθονται οὔτε ἀπό τίς προφητεῖες καί δέν δέχονται τή δύναμή τους. Καί αὐτό δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στήν παραβολή περί τοῦ πλουσίου καί τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου: «Εἰ Μωϋσέως καί τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδέ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. 16,31).


* Δημοσιεύεται στό περιοδικό «Ἐπίσκεψις», ἀρ. τεῦχ. 783, 29022016, σελ. 1941.

[1] Σάβ. Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σ. 263.

[2] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[3] Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σ. 269.

[4] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 536.

[5] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[6] Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σ. 267.

[7] Ὁ Σάβ. Ἀγουρίδης γράφει: «Πρός ποίους θά “ ὑπομνήσῃ ” δέν καθορίζεται· προφανῶς, πρός τήν “ ἐκκλησίαν ” πρός ἥν “ἔγραψέ τι”» ( Ὑπόμνημα, σ. 270). Ὁ Παν. Τρεμπέλας ἑρμηνεύει: «θά ὑπενθυμίσω εἰς ὅλους σας τά ἔργα πού πράττει» ( Ὑπόμνημα, σ. 540).

[8] Καί τά «ἰῶτα» καί οἱ «κεραῖες» πρέπει νά ἐρευνῶνται.

[9] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[10] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[11] Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σ. 267.

[12] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[13] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[14] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 536.

[15] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 536.

[16] Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σ. 262.

[17] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 536.

[18] Βλ. Παν. Μπούμη, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σσ. 121 ἑξ.

[19] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 539.

[20] Πρβλ. τό τοῦ Σάβ. Ἀγουρίδου: «Ἄνθρωποι ἀφωσιωμένοι εἰς τόν Πρεσβύτερον (Ἰωάννην)» ( Ὑπόμνημα, σ. 270).

[21] Παν. Μπούμη, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σσ. 108 ἑξ. καί 119.

[22] Εἶναι καί αὐτός, ὁ Δημήτριος, τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου ἰσοστάσιος, ὅπως καί οἱ ἄλλοι δύο, ὁ Γάϊος καί ὁ Διοτρεφής. Ὁ καθηγητής Σάβ. Ἀγουρίδης γράφει: «Ἐάν ἴδῃ τις τήν εἰκόνα . . . εἶναι δυνατόν νά εἴπῃ ὅτι ὁ Γάϊος, ὁ Διοτρεφής καί, πιθανώτατα, ὁ Δημήτριος (στίχ. 1112) ἔχουν τό αὐτό ἐκκλησιαστικόν status » ( Ὑπόμνημα, σ. 270). Καί στή σελ. 272 ἐπίσης: «Ἄν, ὅμως, ὁ Δημήτριος αὐτός ἐκπροσωπῇ “τό ἀγαθόν” καί τόν “ἀγαθοποιοῦντα” τοῦ στίχ. 11, τότε δυνατόν νά πρόκειται περί ἡγέτου τοπικῆς ἐκκλησίας, ὡς ἦσαν ὁ Διοτρεφής καί ὁ Γάϊος».

[23] Πρβλ. Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σσ. 272273.

[24] Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σ. 264.

[25] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 537.

[26] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 538.

[27] Ὅπ. παρ. Πρβλ. Ἀγουρίδου, Ὑπόμνημα, σσ. 264265.

[28] Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, σ. 542.

[29] Ὅπ. παρ.