ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι Προτεστάντες χριστιανοί

(«Ούτοι δε τι;», πρβλ. Ιω. 21,21)

Παν. Ι. Μπούμη, Ομότ. Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών

Γράφοντας σε προηγούμενο άρθρο για το θέμα, εάν οι Ρωμαιοκαθολικοί αποτελούν Εκκλησία, και κάνοντας λόγο για τον ορισμό και τα όρια της Εκκλησίας γενικώς, αναφέραμε και την περικοπή-περιστατικό των Πράξεων των Αποστόλων (κεφ. 8).

Ειδικώς στα χωρία 14-17 αναφέρονται τα εξής: Ακούσαντες δε οι εν Ιεροσολύμοις απόστολοι ότι δέδεκται η Σαμάρεια τον λόγον του Θεού, απέστειλαν προς αυτούς τον Πέτρον και Ιωάννην· οίτινες καταβάντες προσηύξαντο περί αυτών όπως λάβωσι Πνεύμα 'Αγιον· ούπω γαρ ην επ' ουδενί αυτών επιπεπτωκός, μόνον δε βεβαπτισμένοι υπήρχον εις το όνομα του Κυρίου Ιησού. Τότε επετίθουν τας χείρας επ' αυτούς, και ελάμβανον Πνεύμα 'Αγιον .

Έχουμε, λοιπόν, τη γνώμη ότι η περιγραφή αυτή τέθηκε στην Αγία Γραφή, όχι ασκόπως και τυχαίως. Τίποτε στην Αγία Γραφή δεν είναι περιττό. Νομίζουμε δηλαδή ότι το περιστατικό αυτό αποτελεί ένα πρότυπο για την αντιμετώπιση, εκτός άλλων περιπτώσεων, και του θέματος των Προτεσταντών. Προς τούτο ίσως πρέπει να λάβουμε υπ' όψη ορισμένα σημεία ή στοιχεία του κειμένου και να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Προτού όμως αναφερθούμε στα διαφωτιστικά αυτά σημεία, θα παραθέσουμε δύο περιστατικά που αναγνώσαμε στο περιοδικό «Πάντα τα Έθνη» (τεύχος 134, Απριλίου-Ιουνίου 2015).

Το ένα μας πληροφορεί ότι στη Ρουάντα της Αφρικής σε μια περίπτωση βαπτίστηκαν Ορθόδοξοι χριστιανοί ιθαγενείς, το σύνολο σχεδόν των οποίων «αποτελούσαν μέχρι πριν λίγο καιρό οργανωμένες κοινότητες διάφορων προτεσταντικών ομολογιών» (σελ. 8).

Το άλλο μας περιγράφει το εξής: Ένας νεαρός με «σοβαρά πνευματικά και σωματικά προβλήματα . . . προσπάθησε να βρει θεραπεία σε φημισμένους ψυχοθεραπευτές. Στη συνέχεια πλησίασε ένα φημισμένο προτεστάντη Πάστορα. Εκείνος του έκανε κάποιους εξορκισμούς. Η κατάσταση δεν βελτιωνόταν. Και τότε ο Πάστορας του είπε: "Εγώ αυτό μπορώ να σου κάνω. Αν θέλεις κάτι περισσότερο πήγαινε στους Ορθοδόξους"» (σελ. 2).

Αυτά μας δίνουν αφορμή και ένα περίγραμμα για τις θέσεις και την αντιμετώπιση των Προτεσταντών που προσέρχονται στην Ορθοδοξία. Πλην όμως πρέπει το θέμα να αντιμετωπιστεί προσεχώς πιο επίσημα.

Και ερχόμαστε στα στοιχεία που μας προσφέρει η εν λόγω περικοπή των Πράξεων των Αποστόλων:

α) Το πρώτο σημείο που πρέπει να αξιολογήσουμε και να αξιοποιήσουμε είναι το γεγονός ότι οι Σαμαρείτες εκείνοι δέχθηκαν το λόγο του Θεού και βαπτίσθηκαν στο όνομα του Ιησού Χριστού. Και τίθεται το ερώτημα: Μήπως κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους Προτεστάντες, με όλους, ή και με ορισμένους από αυτούς; Ίσως με τους πολλούς από αυτούς που έχουν τις πιο εκκλησιαστικές γραμμές, να ισχύει. Εδώ βεβαίως προκύπτει και το θέμα του εάν πρέπει να είναι βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος ή αρκεί να είναι βαπτισμένοι μόνο στο όνομα του Ιησού Χριστού; Και εν πάση περιπτώσει, μήπως όσοι Προτεστάντες είναι βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος είναι σε καλύτερη θέση από τους Σαμαρείτες που ήταν βαπτισμένοι στο όνομα του Ιησού Χριστού; Και μήπως σε περίπτωση αθρόας προσελεύσεως και πλήρους εντάξεως στην Εκκλησία μπορεί να εφαρμοστεί ο θεσμός της οικονομίας με μεγαλύτερη ευχέρεια και σε μεγαλύτερη έκταση; Αλλά ας διαφωτιστούμε και από τα υπόλοιπα στοιχεία της περικοπής.

β) Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι «οι εν Ιεροσολύμοις απόστολοι . . . απέστειλαν προς αυτούς (τους Σαμαρείτες) τον Πέτρον και Ιωάννην». Επί του σημείου αυτού ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας παραθέτει την παρατήρηση του J . A . Bengel , ο οποίος λέει: «Ο αποστελλόμενος πέμπεται είτε υπό ανωτέρου είτε υπό ίσου. Το κύρος του αποστολικού σώματος ήτο μεγαλύτερον του ατομικού κύρους του Πέτρου και του Ιωάννου» (1). Και προσθέτει: «Εν ταις ημέραις ημών ο πάπας της Ρώμης δεν θα ελέγετο ότι απεστάλη υπό τινος». Ότι δεν θα «ελέγετο» επί των ημερών του Bengel (προηγούμενη χιλιετία) ίσως έχει δίκαιο. Ωστόσο σήμερα (τρίτη χιλιετία) θα προβλημάτιζε, ή μάλλον θα χρησίμευε για τη λύση του προβλήματος «παπικό πρωτείο και συνοδικός θεσμός». Δεν υπάρχει εκκλησιαστικό πρόβλημα άλυτο για την Αγία Γραφή. Αρκεί να καταφεύγουμε σ' αυτήν.

γ) Ένα τρίτο σημείο είναι το γεγονός ότι οι «εν Ιεροσολύμοις απόστολοι» (αποφάσισαν και) έστειλαν στη Σαμάρεια τους δύο αποστόλους, τον Πέτρο και τον Ιωάννη. Και τίθεται το ερώτημα: Γιατί αυτούς τους δύο και όχι άλλους; Ήταν πιο ενδεδειγμένοι, ήταν πιο αρμόδιοι, ή εκπροσωπούσαν όλους τους Αποστόλους; Μήπως οι απόστολοι ήταν επηρεασμένοι από εκείνα που είχε πει ο Κύριος περί του Πέτρου και του Ιωάννου και περιλαμβάνονται στο 21ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου;

Πάντως αυτό το γεγονός μας δίνει αφορμή να πούμε ότι ο Πέτρος και ο Ιωάννης τότε και η Πέτρειος (Δυτική) και η Ιωάννειος (Ανατολική) Εκκλησία σήμερα οφείλουν να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν για την (πλήρη) ένταξη των Προτεσταντών στο Σώμα της Εκκλησίας. Ασφαλώς απαραίτητη είναι και η συνεννόηση και συνεργασία και με τους ίδιους τους Προτεστάντες. Μήπως με τη συμμετοχή και τη συνεργασία των δύο Εκκλησιών επιτυγχάνεται η μεν άφεση-άρση αναθεμάτων από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, από όπου απομακρύνθηκαν, η δε πλήρωση του μυστηρίου του βαπτίσματος από την Ορθόδοξη Εκκλησία; Αυτά και βάσει της οικονομίας, όπως προσημειώθηκε.

δ) Ένα τέταρτο στοιχείο είναι η χρησιμοποίηση του ρήματος «κατέβησαν», χωρίς να προσδιορίζεται άμεσα που κατέβηκαν. Και ναι μεν από την προηγούμενη πρόταση εννοείται η πόλη της Σαμάρειας, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι η εδώ απουσία τόπου δεν έχει κάποιο λόγο. Όπως επίσης δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει κάποιο λόγο και η παρουσία και η χρησιμοποίηση του πολυσήμαντου ρήματος «κατέβησαν».

Ίσως θέλει να μας ωθήσει να δούμε με προσοχή το ρήμα και την εδώ έννοια, ή την έννοια που μπορούμε να δώσουμε σε μία μελλοντική του χρησιμοποίηση, όπως είναι η προκείμενη περί των Προτεσταντών. Εμάς τουλάχιστον μας θυμίζει την οικονομία, το θεσμό της οικονομίας, κατά τον οποίο η Εκκλησία συγκαταβαίνει στην ανθρώπινη άγνοια ή αδυναμία του ανθρώπου και τον αντιμετωπίζει με αγάπη και συμπάθεια και κατανόηση. Μία τέτοια αντιμετώπιση πρέπει να έχουν και όσοι Προτεστάντες βεβαίως θέλουν κατά πρώτο και κύριο λόγο από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, από την οποία απομακρύνθηκαν, και ασφαλώς και από την Ορθόδοξη Εκκλησία, στην οποία το κατ' οικονομία αποτελεί επίσημο εκκλησιαστικό μέτρο.

ε) Το πέμπτο και κεντρικό, όπως και κρίσιμο, στοιχείο είναι η επίθεση των χειρών των Αποστόλων στους Σαμαρείτες, για να λάβουν 'Αγιον Πνεύμα, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τ.ε. το Χρίσμα. Για να γίνει αυτό, σημαίνει ότι οι δύο απόστολοι είχαν την εξουσία και τη δυνατότητα να μεταδίδουν αυτήν τη χάρη δυνάμει της αποστολικής-ιερατικής τους ιδιότητας.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θέτει το πρόβλημα: «Και δια τι ουκ ήσαν ούτοι (οι Σαμαρείτες) λαβόντες Πνεύμα 'Αγιον βαπτισθέντες...». Και προσθέτει επεξηγώντας: «Όθεν μοι δοκεί ούτος ο Φίλιππος (που τους βάπτισε) των επτά (διακόνων) είναι . . . Διο και βαπτίζων, Πνεύμα τοις βαπτιζομένοις ουκ εδίδου· ουδέ γαρ είχεν εξουσίαν· τούτο γαρ το δώρον μόνον των δώδεκα ην». Και ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ωσαύτως σημειώνει: «Βαπτίζει μόνον ως μαθητής (ο Φίλιππος)· τελειούσι δε την χάριν οι απόστολοι, οις η της τοιαύτης δόσεως αυθεντία εδέδοτο» (2).

Επομένως μήπως και εδώ μπορούμε να δεχθούμε, έστω κατ' οικονομία, το βάπτισμα των Προτεσταντών ως γενόμενο υπό διακόνων η λαϊκών-μαθητών του Χριστού; Φυσικά η Εκκλησία θα αποφασίσει.

στ) Ένα άλλο δεδομένο της περικοπής είναι και η χρησιμοποίηση των παρατατικών «επετίθουν τας χείρας» και «ελάμβανον Πνεύμα 'Αγιον», αντί του αορίστου «επέθεσαν» και «έλαβον». Ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας γράφει: «Ο παρατατικός επετίθουν σημαίνει την επανάληψιν της πράξεως» (3). Προφανώς η επανάληψη δεν γινόταν στο ίδιο βαπτισμένο πρόσωπο, αλλά σε άλλο. Έτσι αυτό μας δίνει το δικαίωμα να πούμε ότι η επίθεση της χειρός των Αποστόλων δεν έγινε σε μία μαζική ομαδική ενέργεια, αλλά γινόταν σε μία προσωπική, ιδιαίτερη πράξη. Και αυτό ήταν εύκολο τότε, γιατί οι χριστιανοί ήταν λίγοι και επαρκούσαν οι απόστολοι. Αλλά τι θα έκαναν σήμερα σε μία ομαδική ένταξη στην Εκκλησία, π.χ. χριστιανών βαπτισμένων, αλλά μη κεχρισμένων;

ζ) Σ' αυτό το σημείο, παίρνοντας αφορμή από το διάλογο (Πραξ. 8,18-20) μεταξύ του Σίμωνος μάγου και των δύο αποστόλων (και ιδίως του Πέτρου), μπορούμε να πούμε ότι οι απόστολοι εκτός από την εξουσία να χρίουν, να παρέχουν κατά το χρίσμα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, είχαν και την εξουσία να μεταδίδουν την ικανότητα-εξουσία αυτή και σε άλλους. Τουτέστι: Είχαν τη δυνατότητα-ικανότητα να χειροτονούν διαδόχους τους. Την ικανότητα δηλαδή να χρίουν είχαν την εξουσία να την μεταδίδουν δια της χειροτονίας στους διαδόχους τους. Έτσι έχουμε την αποστολική διαδοχή. Οι διάδοχοί τους καθίσταντο επίσκοποι· και αυτοί οι επίσκοποι χειροθετούσαν τους βαπτιζομένους, για να λάβουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Βεβαίως αυτό γινόταν όσο καιρό ήταν εφικτό, ένεκα του μικρού αριθμού των χριστιανών που βαπτίζονταν.

Ύστερα όμως κατέστη αναγκαίο να μπορούν τα χαρίσματα να παρέχονται με ένα διαφορετικό απτό τρόπο σε μεγάλο αριθμό βαπτιζομένων. Οπότε θεσμοθετήθηκε το μυστήριο του χρίσματος, όπως το γνωρίζουμε και τελείται σήμερα και με τους αντιπροσώπους των Επισκόπων, τους πρεσβυτέρους.

η) Κάτι τέτοιο νομίζουμε ότι μπορεί με την προσέλευση και ένταξη των Προτεσταντών στη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία να συμβεί, κατόπιν ίσως και από μία από κοινού συμφωνία των δύο αδελφών Εκκλησιών, Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής. Ασφαλώς καλό η και απαραίτητο είναι να έχει προηγηθεί και η μεταξύ τους μυστηριακή κοινωνία, για να μπορεί να τελεστεί και μία από κοινού ακολουθία της ετοιμασίας και παρασκευής του Αγίου Μύρου για τους προσερχομένους.

Η επιλογή φυσικά του ιερέως που θα τους χρίσει θα είναι της προτίμησης των εν λόγω προτεσταντικών ομολογιών η ομάδων η προσώπων. Επίσης από αυτήν την επιλογή θα καθορίζεται και σε ποιά από τις δύο αδελφές Εκκλησίες θα θέλουν να ανήκουν: στην Ορθόδοξη ή στη Ρωμαιοκαθολική και να καταστούν μέλη τους. Αυτό άλλωστε γίνεται και τώρα στις μεμονωμένες περιπτώσεις που ένας προτεστάντης θέλει να υπαχθεί στη Ρωμαιοκαθολική ή στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Κάτι ανάλογο είχαμε γράψει και για τους Μονοφυσίτες παλαιότερα (4). Ότι δηλαδή φρόνιμο είναι πρώτα να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Ορθόδοξοι και ύστερα να καθήσουν και να συζητήσουν την ένταξη (άρση αφορισμών κ.τ.λ.) με τους Μονοφυσίτες στην Εκκλησία, στη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Το είχαμε γράψει αυτό, γιατί η αποκοπή των Μονοφυσιτών έγινε από κοινού (αφού συμμετείχαν στη Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο) και από την Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία εκπρόσωποι. Από κοινού η αποκοπή, από κοινού η επανένταξη είναι το καλύτερο.

Τώρα βεβαίως δεν είναι η ίδια περίπτωση, γιατί οι Προτεστάντες αποκόπηκαν από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, χωρίς τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο είναι απαραίτητη και η σύμπραξη της Ορθόδοξης, γιατί δεν αντέδρασε στην αποκοπή, αλλά μάλλον και συνετάχθη. Εξ άλλου πρέπει να συμμαρτυρήσει και η Ορθόδοξη Εκκλησία, για να έχουν οι Προτεστάντες τη βεβαιότητα ότι πράγματι και ορθώς γίνεται η ένταξη, τηρουμένων των δογματικών και κανονικών προϋποθέσεων, τις οποίες ανέκαθεν ακολουθεί η Εκκλησία των Οικουμενικών Συνόδων. Και ακόμη έτσι επιτυγχάνεται η βεβαιότητα ότι παραλαμβάνουν και απολαμβάνουν την πληρότητα και ολοκλήρωση των μυστηρίων της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και πραγματοποιείται η ένταξή τους σ' αυτή. Αλλιώς η Αποκάλυψη του Ιωάννου (3,2) (5) ίσως τους δημιουργήσει ορισμένες δικαιολογημένες αμφιβολίες.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Παν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων , Αθήναι 1955, σελ. 270.

(2) Παν. Τρεμπέλα, οπ. π ., σ. 271.

(3) Οπ. π .

(4) Βλ. Παν. Μπούμη, Η ένωση (όχι σύνθεση) με τους Μονοφυσίτες , εκδ. «Αρμός», Αθήνα 2007, σελ. 143 εξ.

(5) Περισσότερα στοιχεία βλ. Παν. Μπούμη, Η Αποκάλυψη του Ιωάννου για την πορεία Ανατολής-Δύσεως (Το μήνυμα των επτά επιστολών), εκδ. «Γρηγόρη», Αθήνα 2009.