ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Θετικά αποτελέσματα-βήματα της Πανορθοδόξου Συνόδου

Παναγιώτη Μπούμη
Ομότ. Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών

 

Πέρα από τη δημιουργία ορισμένων προσωρινών δυσμενών εντυπώσεων για την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη σύγκληση της Πανορθοδόξου Συνόδου έχουμε και τα εξής θετικά-ευνοϊκά αποτελέσματα για την καθόλου Εκκλησία.

 

Α

Είναι, νομίζουμε, ακόμη μία ένδειξη όσα συνέβησαν ότι αν δεν συζητήσουμε και καταλήξουμε προηγουμένως πως θα αντιμετωπίζουμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία Πανορθόδοξο Σύνοδο με την έννοια της Οικουμενικής και αλάθητης Συνόδου της Εκκλησίας. Το μεγάλο ερώτημα δηλαδή είναι το εξής: Μπορούμε οι Ορθόδοξοι να συγκαλέσουμε και να συγκροτήσουμε μία Σύνοδο, η οποία θα έχει τις απαιτήσεις μιας Οικουμενικής Συνόδου (π.χ. το αλάθητο) ή θα είναι απλώς μία τοπική (άντε γενική) Σύνοδος, η οποία δεν θα έχει όμως το κύρος και την αυθεντία της Οικουμενικής Συνόδου;

Πάντως οι ενδείξεις με τη μη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου και καθ' όλη τη δεύτερη μετά Χριστόν χιλιετία ένεκα διαφόρων εμποδίων (Οθωμανοκρατία, κομμουνισμός κ.ά.) από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, μάλλον προς μία αρνητική απάντηση οδηγούν, ως προς τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί ασφαλώς και το πρόσφατο γεγονός της αιφνίδιας απουσίας από την Πανορθόδοξο Σύνοδο Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών παρ' όλη τη μεγάλη προετοιμασία που προηγήθηκε. Αυτά ενισχύονται και από το άλλο γεγονός ―ακριβώς και γι' αυτό― ότι στις αρχές μάλιστα των προετοιμασιών, αλλά και αργότερα μέχρι σήμερα, γινόταν λόγος για τη Σύνοδο αυτή ως Οικουμενική. Πάντως το αποτέλεσμα και το συμπέρασμα είναι ότι δεν είναι Οικουμενική για τον άλφα ή βήτα λόγο. Άρα δεν αντιπροσωπεύει όλη την Εκκλησία.

 

Β

Ένα άλλο φαινόμενο, θετικό αποτέλεσμα-βήμα, αποδεικνύεται και το γεγονός ότι η Σύνοδος αυτή «αγνόησε» ένα πολύ μεγάλο και ιστορικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα μεταξύ των δύο μεγάλων Εκκλησιών, Ανατολής και Δύσεως, την 7η Δεκεμβρίου του 1965. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, δηλαδή προ πενήντα ετών. Και μετά την παρέλευση ή μάλλον με αυτήν τη συμπλήρωση των 50 ετών απαιτείτο κάτι να γίνει με το σχετικό γεγονός.

Αυτό το γεγονός, για να μην τα πολυλογούμε, είναι η αμοιβαία άρση των αναθεμάτων του 1054 μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως. Παρατηρήθηκε τ.ε. το εύγλωττο φαινόμενο ότι, ενώ διεξοδικώς ασχολήθηκαν και με εκκλησιολογικά-εκκλησιαστικά θέματα, ούτε επεκύρωσαν αλλά ούτε ακύρωσαν ούτε επεξέτειναν ούτε ολοκλήρωσαν ούτε έστω διασαφήνισαν τη γενόμενη αυτή ιστορική Πράξη.

Πάντως το γεγονός ότι μία επιγενόμενη το 2016 Πανορθόδοξος Σύνοδος δεν ακύρωσε ―δεν βρέθηκε ούτε μία παρούσα ή απούσα Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε μερικοί λίαν συντηρητικοί χριστιανοί να θίξουν το θέμα αυτό και επομένως και τη γενόμενη άρση― σημαίνει ότι εμμέσως ή εξ αντιθέτου ( a contrario ) η γενόμενη Πράξη της άρσεως σιωπηλώς έχει αναγνωριστεί και από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σημειωθήτω ότι η Πράξη αυτή ήδη από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχε εγκριθεί και αναγνωριστεί με τη Β Βατικάνιο Σύνοδο.

Και λοιπόν: Έτσι ήρθαν τα πράγματα; Έτσι, νομίζουμε, επέτρεψε ο Θεός, ώστε να ασχοληθούν τα μέλη της Συνόδου ακόμη και με θέματα πρωτοκαθεδρίας και το θέμα αυτό που συνεπήρε τον χριστιανικό κόσμο το 1965-66 να μη θιγεί, επομένως και να μην τρωθεί. Αντιθέτως να ισχυροποιηθεί.

 

Γ

Μήπως ο Θεός τα έφερε έτσι, ώστε ενώ θέλησε να ασχοληθεί με εκκλησιαστικά θέματα η Σύνοδος, εν τούτοις να μένει ο προβληματισμός περί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας μία χιλιετία και περί της Διαμαρτυρήσεως (των Προτεσταντών) μισή χιλιετία; Γιατί αυτή η εξέλιξη; Μήπως κάτι περιμένει ο Θεός και από τις δύο Εκκλησίες και από τους Προτεστάντες προηγουμένως να συμβεί, ώστε να φωτίσει τους εκκλησιαστικούς ηγήτορες να προχωρήσουν στην κανονική και πλήρη ενότητά τους; Γιατί η Ανατολική και η Δυτική Εκκλησία μπορεί να είναι αδελφές και κατά τον απόστολο Ιωάννη, αλλά περιμένει να γνωριστούν και να αναγνωριστούν περισσότερο και πληρέστερα (Β΄ καί Γ΄ Ἐπιστολές), ώστε η ενότητά τους να είναι πιο αληθινή και ασφαλής, πιο ολοκληρωμένη;

Και συνεχίζουμε διασαφηνιστικά: Μήπως, για να ολοκληρωθούν οι καλές μεταξύ τους σχέσεις, πρέπει να ληφθούν υπ' όψη ορισμένα γεγονότα και πράξεις και να αντιμετωπιστούν αναλόγως, εκτός και νομίζουν οι σημερινοί εκκλησιαστικοί ηγέτες ότι οι προκάτοχοί τους «έπαιζαν» με τους αφορισμούς και τα αναθέματα, τα συλλογικά ή ατομικά, που επέβαλλαν.

Έτσι τέτοια σοβαρά γεγονότα και όχι «παιχνίδια» ήταν π.χ. οι τοπικοί ή γενικότεροι ή και μεμονωμένοι αφορισμοί Ρωμαιοκαθολικών χριστιανών από Ορθοδόξους (φυσικά γινόταν και το αντίθετο). Μεταξύ των τοιουτοτρόπως αναθεματισθέντων πρέπει να θεωρούνται και (οι) Προτεστάντες, αφού αποτελούσαν μέρος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πριν απομακρυνθούν από αυτή, όταν εκφωνήθηκαν οι εν λόγω αφορισμοί.

Αλλ' εκτός αυτού έχουν οι Προτεστάντες τους αναθεματισμούς των Ρωμαιοκαθολικών, όταν αποστάτησαν από αυτούς. Μήπως έτσι τέθηκαν εκτός της Εκκλησίας, όχι μόνο της Ρωμαιοκαθολικής, αλλά και της καθόλου, της Καθολικής Εκκλησίας; Και πως θα τους ονομάσουμε Εκκλησία, εφ' όσον δεν αίρονται πρώτα οι αναθεματισμοί;

Επαναλαμβάνουμε: Αν οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες είναι αναθεματισμένοι ―όσοι είναι― και αποκομμένοι π.χ. από την Ορθόδοξη Εκκλησία, πως θα τους πούμε ή θα τους πείσουμε ότι βρίσκονται (στην) Εκκλησία και όχι (στην) αίρεση; Σ' αυτά πρέπει να έχουμε υπ' όψη τον 6 ο κανόνα της Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου που ορίζει: «Αιρετικούς (όχι μέλη της Εκκλησίας) λέγομεν τους τε πάλαι της εκκλησίας αποκηρυχθέντας, και τους μετά ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας».

 

Δ

Αν δεν διευθετηθούν τα πράγματα στο ζήτημα αυτών των αναθεμάτων και της ισχύος τους ή άρσεώς τους, πώς θα μπορέσουμε να λύσουμε ικανοποιητικώς και επιτυχώς τα συναφή προβλήματα της Εκκλησιαστικότητας των Ρωμαιοκαθολικών και των διαφόρων Προτεσταντών;

Σ' αυτά τα περί της άρσεως των αναθεμάτων, επικυρώσεως αυτών, επεκτάσεως και ολοκληρώσεως, καθώς και της κανονικής και αμοιβαίας υποχρεώσεως πραγματοποιήσεώς τους, νομίζω ότι υπάρχει και η συμφωνία γενικότερα του θεολογικού κόσμου. Πάντως οι προτάσεις και οι θέσεις αυτές τέθηκαν υπ' όψη και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών προ ετών με μία εκτενή μελέτη (« Τα αναθέματα Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως και κανονικότης της άρσεως αυτών », 1980), την οποία υπέβαλα ως διατριβή επί υφηγεσία και βάσει της οποίας μου απονεμήθηκε ομοφώνως ο σχετικός τίτλος.

Προς αυτήν την κατεύθυνση οδηγούν και τα κατωτέρω γεγονότα:

1) Ὅτι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίζει και αναλαμβάνει την ευθύνη για το έργο αυτό. Τούτο αποδεικνύεται και από τους λόγους του ενός των πρωτεργατών της άρσεως των αναθεμάτων, του Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος σε δήλωσή του της 7.12.1966, στην πρώτη επέτειο της άρσεως των αναθεμάτων, έλεγε: «Δι' ο και το πανορθόδοξον φρόνημα αγάπης, ειρήνης και υπακοής εις το θέλημα του Κυρίου ημών δια την ενότητα της Αγίας Αυτού Εκκλησίας διατρανούντες, δηλούμεν, ότι εν ταπεινώσει θα διακονήσωμεν περαιτέρω τη Αληθεία της Αδιαιρέτου Εκκλησίας, ετοίμως έχοντες, ίνα δια σειράς νέων εκκλησιαστικών πράξεων αγάπης συνεχίσωμεν το έργον της Πράξεως της 7ης Δεκεμβρίου 1965, τόπον διδόντες τη δυνάμει και ενεργεία του Παναγίου Πνεύματος» (1) .

2) Το ίδιο επιβεβαιώνουν και οι λόγοι του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου του Α΄, ο οποίος διαβεβαιώνει σε μήνυμά του (της 3.12.1977) προς τον Πάπα Ρώμης με την ευκαιρία της δωδέκατης επετείου της γενόμενης άρσεως των αναθεμάτων τα εξής: «Έτοιμοί εσμεν ίνα καταρρίψωμεν πάντα τα ανά μέσον υμών και ημών από των αιώνων υψωθέντα μεσότοιχα, ίνα ομού κοινωνήσωμεν του σώματος και του αίματος του Κυρίου εν τη κοινή θεία Ευχαριστία» (2) . Μεσότοιχα τέτοια είναι και τα αναθέματα. Οφείλει, λοιπόν, η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως να αναλάβει και αυτήν την πρωτοβουλία με γενναιότητα, δίνοντάς της την προτεραιότητα.

Γι' αυτό και κάθε χριστιανός μαζί με τον αείμνηστο καθηγητή Νικόλαο Νησιώτη ελπίζει, όπως έλπιζε και εκείνος, «ότι η πράξις αύτη (της άρσεως) θα είναι απαρχή καλής θελήσεως της Ρώμης να άρη εν αγαθή θελήσει και άλλα αναθέματα αμοιβαίως (τουτέστι η Δύση για την Ανατολή και η Ανατολή για τη Δύση)» (3) .

Προς αυτήν την κατεύθυνση οδηγούν και οι κατωτέρω λόγοι του ιερού Χρυσοστόμου από το έργο του Περί του μη δειν αναθεματίζειν ζώντας ή τεθνηκότας : «Τα γαρ αιρετικά δόγματα, τα παρ' ων παρελάβομεν, αναθεματίζειν χρη, και τα ασεβή δόγματα ελέγχειν, πάσαν δε φειδώ ανθρώπων ποιείσθαι, και εύχεσθαι υπέρ της αυτών σωτηρίας. Γένοιτο δε πάντας ημάς . . . απαντήσαι εν ημέρα της (μελλούσης) αναστάσεως αυτώ τω επουρανίω νυμφίω, προσφέροντας αυτώ πλείστους εν δόξη ωφεληθέντας εκ της ημών συμπαθείας , χάριτι και φιλανθρωπία αυτού» (4) .

 

Ε

Και σήμερα κατόπιν των ανωτέρω νομίζουμε, λοιπόν, ότι πρέπει να προηγηθεί, να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί η αναζήτηση και ο διάλογος μεταξύ των χριστιανών πάνω στα σχετικά με τα αναθέματα θέματα και προβλήματα για μια κανονική άρση και λύση αυτών:

1) Περί του Filioque : Η αναζήτηση και συζήτηση αυτή μάλιστα άνοιξε σχετικώς πρόσφατα με την προτροπή του Πάπα Ρώμης, όταν ο Ποντίφηξ στις 29 Ιουνίου 1995 στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου ενώπιον του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου ζήτησε να αποσαφηνιστεί « η περί του Filioque πατροπαράδοτος διδασκαλία η περιεχομένη εις την λειτουργικήν διατύπωσιν του λατινικού Πιστεύω ».

Η ολοκλήρωση και η τελική συμφωνία επ' αυτού, νομίζουμε, είναι ευχερής και δυνατή εφ' όσον ως επιστήμονες: α) ακολουθήσουμε τους κανόνες της γραμματικής των δύο βασικών γλωσσών Ελληνικής και Λατινικής, και β) διορθώσουμε τα μεταφραστικά λάθη στα σχετικά κείμενα της Αγίας Γραφής και του λατινικού Συμβόλου της Πίστεως. Αυτό επιτυγχάνεται, όταν λάβουμε σοβαρά υπ' όψη τη διάκριση των προθέσεων εκ ( ex ) και από ( a ), οι οποίες προσδιορίζουν τη σημασία των ρημάτων εκπορεύεσθαι και procedere . Ή ακολουθούμε τους κανόνες των γλωσσών αυτών ή όχι και σφάλλουμε ασφαλώς και οφθαλμοφανώς. Έτσι τα ρήματα αυτά με τις προθέσεις εκ ( ex ) και την αντίστοιχη παρά στην ελληνική γλώσσα σημαίνουν την άμεση προέλευση και καταγωγή, εκ μέρους, εκ των κόλπων του Πατρός εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ενώ τα ίδια ρήματα με τις προθέσεις από ( a ) σημαίνουν την έμμεση προέλευση και καταγωγή, τον ερχομό, την αποστολή από τον Υιό του Αγίου Πνεύματος.

2) Κάτι ανάλογο πρέπει να γίνει και με το πρωτείο του Πάπα, το ρόλο του και τις υποχρεώσεις του μέσα στο συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας. Αυτό το θέμα διευκρινίζεται άριστα βάσει της Αγίας Γραφής και των ιστορικοκανονικών δεδομένων της Εκκλησίας των Οικουμενικών Συνόδων. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η λύση και στο πρόβλημα αυτό συνοψίζεται στο πρωτείο-αλάθητο όχι με το ex Cathedra , αλλά με το a Cathedra . Εφ' όσον δηλαδή αντικατασταθεί το ex Cathedra με το a Cathedra λύνεται και το μεγάλο διαιρετικό πρόβλημα της σχέσεως Συνοδικότητας της Εκκλησίας και Πρωτείου εξουσίας και αλαθήτου του Πάπα η μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και λοιπού χριστιανικού κόσμου. Εφ' όσον, λοιπόν, γίνει δεκτό ότι δεν έχει ο Πάπας αλάθητο ex (= εκ μέρους του, αφ' εαυτού, αμέσως) εκ της καθέδρας του, αλλά έχει έμμεσο αλάθητο a ( ab ) εξαγγέλλοντας ως εκπρόσωπος της Συνόδου τι η Σύνοδος αποφάσισε, δεν θα έχει αιτιολογία η διαίρεση της χριστιανοσύνης. Γιατί αδιαμφισβητήτως το άμεσο ( ex ) αλάθητο το έχει η Εκκλησία και η εκπροσωπούσα αυτήν Οικουμενική Σύνοδος και όχι ο Πάπας, ο οποίος μπορεί να έχει το έμμεσο ( a ).

Έτσι, εφ' όσον διευθετηθούν και συμφωνηθούν με συνέπεια και ακρίβεια προς τα γραμματικά, γλωσσικά και λεκτικά κριτήρια τα σχετικά (δι)αιρετικά προβλήματα ―ασφαλώς προϋποτίθεται και με αγάπη, ταπεινοφροσύνη και αποδέσμευση από ανθρώπινα επινοήματα― πρέπει και είναι δυνατόν να αρθούν και τα διάφορα αναθέματα. Και τότε μπορούμε να μιλάμε πιο ελεύθερα, κανονικά και επιτυχημένα για Εκκλησιαστικότητα και για Εκκλησίες.

Και εν πάση περιπτώσει όσον εξαρτάται από μας όλους, Ανατολικούς και Δυτικούς, δεν πρέπει να αφήσουμε να αιωρείται το βάρος των σοβαρών αναθεμάτων αυτών στις ψυχές των αφορισμένων (δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, εκουσίως ή ακουσίως) προ ημών χριστιανών. Βεβαίως τι έχει κάνει ή τι θα κάνει ο Θεός είναι δική Του δουλειά. Σημασία έχει τι πρέπει να πράξουμε εμείς προς εκείνους, προς τους σημερινούς και προς τους μέλλοντες χριστιανούς.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) «Τόμος Αγάπης», Vatican - Phanar (1958-1970), Rome - Istanbul 1971, αριθμ. 142, σελ. 318-320.

(2) Περιοδ. «Επίσκεψις», αριθμ. 180/15.12.1977, σελ. 12.

(3) «Η άρσις του αναθέματος, (Επίκαιρα)», Καινή Κτίσις 42 (1965) 2944.

(4) PG 48,952.

 

{ τεχνική βοήθεια        επικοινωνία