ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η Αποστολική σύνοδος

Αρχιμ. Χρυσοστόμου Συμεωνίδη, Οι δέκα εντολές
στην κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας
,
Αθήνα 2009, εκδ. Παρρησία, σελ. 63-69

Η Αποστολική σύνοδος των Ιεροσολύμων (49 μ.Χ.) (1) είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα των χρόνων των Αποστόλων, γιατί αναφέρεται όχι μόνο στη δράση τους στον εθνικό κόσμο, αλλά και στις επιφυλάξεις των ιουδαιοχριστιανών για τον τρόπο με τον οποίο θα εισέρχονταν οι εξ εθνών χριστιανοί στη νέα θρησκεία. Στη κοινότητα της Αντιόχειας αναπτύχθηκε μία ομάδα ελληνιστών χριστιανών, η οποία διαφοροποιήθηκε από τους ιουδαιοχριστιανούς ως προς την θεώρηση του κύρους του Μωσαϊκού νόμου (2) , , είναι δε πιθανόν στις δύο αυτές ομάδες να μην υπήρχε κοινή τέλεση του Κυριακού δείπνου (3).. Οι εξ εθνών χριστιανοί θεωρούντο εχθροί του Νόμου, «κατά του τόπου του αγίου τούτου και του νόμου» (4). Μία άπό τις κύριες κατηγορίες των Ιουδαίων εναντίον του Στεφάνου ήταν ότι κατέλυε το Νόμο και άλλαζε τα έθιμα που δίδαξε ο Μωϋσής (5).. Ο λιθοβολισμός μέχρι θανάτου (6) , « και ότε εξεχείτο το αίμα Στεφάνου του μάρτυρός σου...» (7), καταδεικνύει τον φανατισμό τους τόσο για το Νόμο, όσο και για την περιτομή, την οποία θεωρούσαν άκρως απαραίτητη για την είσοδο των εξ εθνών χριστιανών στην νέα θρησκεία, αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση σωτηρίας: «Και τινες κατελθόντες από της Ίουδαίας εδίδασκον τους αδελφούς ότι εάν μη περιτέμνεσθε τω έθει τω Μωϋσέως, ου δύνασθε σωθήναι» (8).

Το όλο πρόβλημα και η προτροπή των ίουδαιοχριστιανών για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους αποστόλους, «γενομένης ουν στάσεως και ζητήσεως ουκ ολίγης τω Παυλῳ και τῳ Βαρνάβα προς αυτούς, έταξαν αναβαίνειν Παύλον και Βαρνάβαν και τινας άλλους εξ αυτών προς τους αποστόλους και πρεσβυτέρους εις Ιερουσαλήμ περί του ζητήματος τούτου» (9). Η απόφαση για την αποστολή των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, αλλά και του Τίτου (10) στα Ιεροσόλυμα για την επίλυση του σοβαρού αυτού προβλήματος θεωρήθηκε ως η μόνη λύση. Κατά την πρώτη συνάντηση των αποστόλων με τους Ιουδαιοχριστιανούς στα Ιεροσόλυμα δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί λύση στην όλη διαμάχη. Οι απόστολοι τόνισαν στα μέλη της Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα ότι ο Θεός, μέσῳ των ιδίων άνοιξε στους εθνικούς τη θύρα της πίστεως και της σωτηρίας, αφού «ο καρδιογνώστης θεός εμαρτύρησεν αυτοίς δους το πνεύμα το άγιον καθώς και ημίν» (11). Τα λεγόμενά τους προκάλεσαν την αντίδραση μιας μερίδας ιουδαιο- χριστιανών, οι οποίοι είλκυαν τις πνευματικές τους ρίζες από την τάξη των Φαρισαίων. Αυτοί απαίτησαν να γίνεται περιτομή στους εθνικούς και να τηρείται από αυτούς ο Μωσαϊκός νόμος, προκειμένου να ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού (12).

Η αδιέξοδη συνάντηση αποστόλων και ιουδαιοχριστιανών είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί άναγκαία η σύγκληση συνόδου, η οποία είναι γνωστή ως Αποστολική (13) προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα. Η σύνοδος απαρτίστηκε από τέσσερις απόστολους και τους πρεσβύτερους των Ιεροσολύμων (14). Τα κύρια αίτια της σύγκλησης της συνόδου υπήρξαν τα γεγονότα που προαναφέραμε και περιγράφονται στην προς Γαλ. 2, 11-15 και Πραξ. 15, 1-2 (15).. Ο απόστολος Παύλος, λαμβάνοντας το δικαίωμα από την εις αυτόν ανάθεση από τον Ιησού του κηρύγματος του Εύαγγελίου στα έθνη (16) διατύπωσε την άποψη ότι η σωτηρία έξασφαλίζεται δια της θείας χάριτος, άπό την όποία ο Κύριος δεν άπέκλεισε κανέναν άνθρωπο και κανένα έθνος, αρκεί αυτοί να είναι δίκαιοι και εύλαβεϊς προς Αύτόν (17) στράφηκε δε έναντίον τοΰ Νόμου, τον οποίο άποκάλεσε «ζυγόν» (18) , τον οποίο ούτε οι Ιουδαίοι δεν μπόρεσαν να αντέξουν. Η προσήλωση των Ιουδαίων στο Νόμο και η επιμονή τους για την τήρησή του υπήρξε άκαμπτη, και η στάση τους δε μεταβλήθηκε ούτε μετά τη διευκρίνιση του αποστόλου Πέτρου ότι δεν υπάρχει διαφορά άνάμεσα στους εξ εθνών και στους εκ περιτομής χριστιανούς, αφού ο Θεός « ουδέν διέκρινεν μεταξύ ημών τε και αυτών, τη πίστει καθαρίσας τας καρδίας αυτών» (19). Η διαφορά της χάριτος του Θεού και του Νόμου είναι ότι η Χάρις αποτελεί το μέσον για τη σωτηρία των ανθρώπων, ενώ η προσκόλληση στον Νόμο και τις διατάξεις του άνευ της Χάριτος δεν αρκεί για τη σωτηρία τους (20).. Μετά την ομιλία του αποστόλου Πέτρου (21) ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος έθεσε το ερώτημα, αν με την επιμονή των ιουδαιοχριστιανών για την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου από τους εξ εθνών χριστιανούς πραγματοποιείται το θέλημα του Χριστού για την πρόσκληση των εθνών στη σωτηρία (22) ή αν οι εθνικοί θα επιβαρύνονταν τόσο πολύ με τις διατάξεις του Νόμου ώστε να απομακρύνονταν από την Εκκλησία του Χριστού.

Η σύνοδος αποφάσισε την απαλλαγή των εξ εθνών χριστιανών από τις διατάξεις του Νόμου και τόνισε ως μόνη υποχρέωσή τους να τηρούν την απόφασή της «απέχεσθαι ειδωλοθύτων και αίματος και πνικτών και πορνείας· εξ ων διατηρούντες εαυτούς ευ πράξετε » (23). Η απόφαση της συνόδου υπήρξε μία μεγάλη νίκη, όχι μόνο εναντίον του Μωσαϊκού νόμου και των διατάξεών του, αλλά και εναντίον του απομονωτισμού των ιουδαιοχριστιανών, ήταν δηλαδή νίκη του πνεύματος του Χριστιανισμού στην οικουμενική πρόσκληση για σωτηρία. Η τήρηση της απόφασης της συνόδου είναι υποχρεωτική τόσο δια των λόγων των αποστόλων: «ως δε διεπορεύοντο τας πόλεις, παρεδίδοσαν αυτοίς φυλάσσειν τα δόγματα τα κεκριμένα υπό των αποστόλων και πρεσβυτέρων των εν Ιεροσολύμων » (24), όσο και δια γραπτής επιστολής τους προς τους εξ έθνών χριστιανούς: «περί δέ των πεπιστευκότων εθνών ημείς επεστείλαμεν κρίναντες... φυλάσσεσθαι αυτούς το τε είδωλοθύτων και αίμα και πνικτών και πορνείαν» (25 ). Η τήρηση λοιπόν μερικών από τις διατάξεις του νόμου δεν είναι παρά η υποχρέωση των εθνικών προς τους αδελφούς τους ιουδαιοχριστιανούς, υπό το πνεύμα του Νόμου της αγάπης και της αποφυγής της διάσπασης των δύο κοινοτήτων (26)..

Η διαφορά ανάμεσα στην απόφαση της Άποστολικής συνόδου, όπως αναφέρεται στις Πράξεις « έδοξεν γαρ τω αγίω και ημίν μηδέν πλέον επιτίθεσθαι υμίν βάρος πλην τούτων των επάναγκες, απέχεσθαι ειδωλοθύτων και αίματος και πνικτού και πορνείας· εξ ων διατηρούντες εαυτούς ευ πράξετε» (Πραξ. 15, 28-29) και στην ίδια απόφαση, όπως αναφέρεται στην προς Γαλάτας έπιστολή « και γνόντες την χάριν την δοθείσάν μοι, Ιάκωβος και Κηφάς και Ιωάννης, οι δοκούντες στύλοι είναι, δεξιάς έδωκαν εμοί και Βαρνάβα κοινωνίας, ίνα ημείς εις τα έθνη, αυτοί δε εις την περιτομήν· μόνον των πτωχών ίνα μνημονεύωμεν, ο και εσπούδασα αυτό τούτο ποιήσαι » ( Γαλ. 2, 9-10) είναι ότι ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του δεν αναφέρεται σε κανέναν άλλο όρο της συνόδου παρά μόνο στην αποφυγή της περιτομής και την υποχρέωση των εθνικών να ενισχύουν το ταμείο της εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Η επιστολή απαντά στο μείζον πρόβλημα που είχε ανακύψει στην Αντιόχεια από τους ιουδαιοχριστιανούς ως προς την περιτομή, ο δε πολεμικός της χαρακτήρας δίνει το δικαίωμα παραλείψεως των δευτερευουσών διατάξεων της απόφασης, χωρίς αυτό να σημαίνει και την απουσία αυτών στις Πράξεις (27).. Η απόφαση της συνόδου δίνει το δικαίωμα στον απόστολο Παύλο να κηρύξει τον λόγο του Θεού στα έθνη, δικαίωμα το όποιο στην πραγματικότητα είχε άπό τη στιγμή της κλήσεώς του (28) στο αποστολικό αξίωμα από τον Χριστό (29)..

Το μείζον λοιπόν θέμα που προκύπτει από τη διένεξη αυτή δεν είναι η διαλεκτική άντίθεση των εκ περιτομής και των εξ εθνών χριστιανών, άλλά το θεμελιώδες κάλεσμα όλων των εθνών στην πίστη και στην δυνατότητα που δίνει ο Θεός για τη σωτηρία, μέσα από την πλήρωση του Νόμου και την ενσωμάτωσή του στο πνεύμα του Ευαγγελίου. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει δεν είναι οι νομικές προϋποθέσεις για την ένταξή τους στη νέα θρησκεία, αλλά η κατανόηση ότι μόνο μέσα από αυτήν γεννάται η ελπίδα της αιωνίου ζωής. Ο Νόμος ως νομική υποχρέωση για την επίγεια ζωή και ρυθμιστής των ανθρωπίνων σχέσεων ξεπερνιέται, γι' αυτό και προέχει η κατανόηση του πνεύματος του Κυρίου, που καθιστά το Νόμο ψυχική άνάγκη για τη σχέση του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, αλλά και όλων των λαών με τον Δημιουργό. Η άποδοχή μερικών εκ των διατάξεων του Μωσαϊκού νόμου από τους εξ εθνών χριστιανούς αποδεικνύει την έννοια της δυνάμεως του Νόμου της Χάριτος και της αγάπης που δεν είναι άλλη από τον Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος προσφέρεται για να γεφυρώσει το χάσμα των ανθρώπων και χορηγεί την ελπίδα δια του δικού Του έργου και παραδείγματος στον κόσμο. Συνεπώς, ο Μωσαϊκός νόμος αναφερόταν αφ' ενός μεν στην επαγγελία του Θεού για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους αμέσως μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, άφ' ετέρου δε στην επιλογή του περιουσίου λαού για την πλήρωση της επαγγελίας στο όλο σχέδιο της εν Χριστώ θείας οικονομίας. Υπό την έννοια αυτή, ο Μωσαϊκός νόμος, όπως και ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη, ήταν «παιδαγωγός εις Χριστόν» όχι μόνο δια της μεσσιανικής προσδοκίας, αλλά και δια της πιστότητας του περιουσίου λαού στο θέλημα του Θεού και στην τήρηση των εντολών Του, γι' αύτό και όλη η Παλαιά Διαθήκη εντάχθηκε ως οργανικό και αναπαλλοτρίωτο στοιχείο στην ιερή ιστορία της σωτηρίας και καλύφθηκε με την εν Χριστώ πλήρωση της επαγγελίας του Θεού. Είναι λοιπόν προφανές ότι η διδασκαλία και το όλο λυτρωτικό έργο του Χριστού είχαν την αναφορά τους στην επαγγελία του Θεού και στη μεσσιανική προσδοκία του περιουσίου λαού όχι μόνο για την πλήρωση, αλλά και για την υπέρβασή της με την ενανθρώπησή του Υιού και Λόγου του Θεού, γι' αυτό και ο Χριστός όχι μόνο δεν κατήργησε, αλλ' αντιθέτως επλήρωσε τον Μωσαϊκό νόμο για να αναδείξη το αυθεντικό του θέλημα. Υπό το φως του λόγου και του υποδείγματος του Χριστού διαμορφώθηκε και το αποστολικό κήρυγμα, το οποίο αμφισβήτησε το κύρος των διατάξεων Νόμου, αλλά και την αυτάρκεια του στη νέα εν Χριστώ πραγματικότητα για τη σωτηρία του ανθρώπου, γι' αυτό και αποδοκιμάζονται όχι βεβαίως, οι διατάξεις του, αλλ' οι εμμένοντες στην αυτάρκειά τους και μετά την εν Χριστώ τελείωσή τους. Επομένως, το υπόδειγμα του Χριστού, το οποίο ενέπνευσε το αποστολικό κήρυγμα, ανέδειξε και την ιδιαίτερη θέση του Μωσαϊκού νόμου στην εκκλησιαστική συνείδηση για την πνευματική ζωή των χριστιανών.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Β. Π. Στογιάννου, Αποστολική Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 1973, σσ. 197-204.

(2) Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α', Αθήναι 1997, σσ. 29-38. X. Κ. Οικονόμου, Βιβλικές Μελέτες για τον αρχέγονο Χριστιανισμό, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 161- 162. X. Σ. Βούλγαρη, Χρονολογία των υεγονότων του βίου του Αποστόλου Παύλου, Αθήνα 1996, σ. 50 εξ. Του ιδίου, Η Ενότης της Άποστολικής Εκ κλησίας, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 305 εξ. Μ. Α. Σιώτου, Προλεγόμενα εις την Ερμηνεία της προς Γαλάτας Επιστολής του Αποστόλου Παύλου, Α θήναι 1972, σ. 83 εξ.

(3) Βλ. Ι. Φειδά, όπ. παρ., σ. 40

(4) Πραξ., 6, 13.

(5) Πραξ., 6, 14.

(6) Μ. Simon, St. Stephan and the Hellinists , London 1956, σ. 23.

(7) Πραξ., 22, 20.

(8) Πραξ., 15,1.

(9) Πραξ.,15,2.΄

(10) Γαλ., 2, 1. Π. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας επιστολάς της Καινής Διαθήκης, τ. II, εκδ. 2, Αθήναι 1956, σ. 22. Μ. Α. Σιώτου, όπ. παρ., σσ. 49 & 51. Κατά τον Μ. Σιώτη η παρουσία του Τίτου υπονοείται και στις Πράξεις στο 15, 2 και ο λόγος της παρουσίας του είναι ότι ως εξ εθνών χριστιανός και απερίτμητος δεν υπολείπεται έναντι των εκ περιτομής. Γαλ., 2, 3. Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α', σ. 42. Β. Π. Στογιάννου, Η Αποστολική Σύνοδος, σσ. 63-64. ότι ο Τίτος είναι Έλλην άρα και απερίτμητος το βλέπουμε από τη διήγηση, Γαλ., 2, 3. η μαρτυρία για την παρουσία του Βαρνάβα παρατίθεται χωρίς περαιτέρω εξήγηση, Γαλ., 2, 9, 13. και από την Α' Κορ., 9, 6. Ο Β. Στογιάννος συναρτά την παρουσία του Βαρνάβα και του Τίτου στον στίχο του Δευτ. 19, 15., αλλά και για τον Τίτο αναφέρει ότι είναι δείγμα του Ευαγγελίου της Ελευθέριας, σ. 69.

(11) Πραξ., 15,8. 11, 18. 10, 28-29, 34-43, 48. 11, 3-4, 15-17.

(12) Πράξ. 15, 5.

(13) Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α', σ. 42. Μ. Α. Σιώτου, Προλεγόμενα εις την Ερμηνεία της προς Γαλάτας Επιστολης, σ. 54. Την πρωτοβουλία για τη σύγκληση της συνόδου την είχε ο Παύλος.

(14) Πραξ., 15, 6. 22 Γαλ., 2, 9.

(15) Γαλ., 2, 11-14. Πραξ., 15, 1-2. Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστικη Ιστορία Α', σσ. 44-45. X. Σ. Βούλγαρη, Υπόμνημα εις τας Καθολικάς Επιστολάς του Αποστόλου Πέτρου, εκδ. ε', Άθήναι 1991, σσ. 25-26. Η διαφωνία των Πέτρου και Βαρνάβα με τον Παύλο, κατά τον καθηγητή Φειδά, αφορά τη στάση που τηρούσαν οι δύο πρώτοι απέναντι στους εξ εθνών χριστιανούς και τη διαφοροποίησή της μετά την άφιξη των εξ Ιεροσολύμων χριστιανών στην Αντιόχεια. Ο Πέτρος προσπαθούσε να τηρήσει μία ενδιάμεση στάση, δηλαδή υποστήριζε ότι ο Νόμος δεν είναι μεν αναγκαίος για τους εξ εθνών χριστιανούς, αλλά δεν είναι άχρηστος για τους εξ Ιουδαίων βλ. Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α', σ. 48. Ο καθηγητής κ. X. Βούλγαρης αποδίδει την όλη διαφωνία στην εκμετάλλευση των αντιπάλων του Παύλου στην Αντιόχεια. Και οι δύο καθηγητές συμφωνούν ως προς το αποτέλεσμα αυτής της διαφωνίας με την υπαναχώρηση των δύο Αποστόλων και το τελικό όφελος από αυτήν. Μ. Α. Σιώτου, Προλεγόμενα εις την Ερμηνεία της προς Γαλάτας Επιστολής, σ. 50, υποσ. 1 & σ. 55. Ο Μ. Σιώτης συνδυάζει τις δύο παραπάνω έκδοχές και τις θέτει υπό το πρίσμα των γεγονότων τόσο στην Αντιόχεια, όσο και στα Ιεροσόλυμα. Β. X. Ιωαννίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα 1996, σ. 181. Κατά τον Β. Ιωαννίδη ο Λουκάς δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία στη διαφωνία είτε από άγνοια του γεγονότος, είτε επειδή θεωρεί ότι δεν είχε ιδιαιτέρα άξία το γεγονός, παραθέτει δε το επεισόδιο ως λήξαν εν τη γενέσει του. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προς Γαλάτας επιστολή απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο προς την εν Γαλατία εκκλησία και τις επιρροές που είχε δεχθεί από τους Ιουδαιοχριστιανούς. Βλ. επίσης και σ. 259.

(16) Πραξ., 10,9-48. 11, 4-18.

(17) Πραξ., 15, 11.

(18) Πραξ., 15, 10.

(19) Πραξ., 15, 9. Γαλ. 5,1.

(20) Πραξ., 15, 11.

(21) Πραξ., 15, 13-14.

(22) Πραξ., 16, 17. Αμ., 9, 11. 12. 20, 29. Γεν., 9, 4. Λευϊτ., 3, 17. 17, 4. Δευτ., 12, 16,23-24. 25, 1. Κριτ., 8, 1. 9-10. 10, 14, 20. 1 Θρην., 4, 3. 21. 13, 27

(23) Πραξ., 15, 29.

(24) Πραξ., 16, 4.

(25) Πραξ., 21,25.

(26) Π. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Αθήναι 1955, σ. 440.

(27) Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α', σσ. 43-44.

(28) Β. Π. Στογιάννου, Πέτρος παρά Παύλου, Θεσσαλονίκη, 1968, σ. 76 εξ.

(29) Ν. Neil, The Letters of Paul to the Galatian, Cambridge 1967, p. 28 εξ.

{ τεχνική βοήθεια        επικοινωνία