ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ιεροί κανόνες που επηρεάστηκαν από τον Μωσαϊκό νόμο και τις διατάξεις της Π. Διαθήκης

Αρχιμ. Χρυσοστόμου Συμεωνίδη
Οι δέκα εντολές στην κανονική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας,
Αθήνα 2009, εκδ. Παρρησία, σελ. 107-124

 

Ιεροί κανόνες που επηρεάστηκαν από τον Μωσαϊκό νόμο και τις διατάξεις της Π. Διαθήκης

Κλήρος

Στην Παλαιά Διαθήκη καθορίσθηκε από τον Θεό η δομή του ιερατείου με απόλυτη σαφήνεια κατά τη στιγμή της επίδοσης του Νόμου στον Μωϋσή στο όρος Σινά (1). Στο εξής οι ιερείς θα προέρχονταν μόνο από τη γενιά του Ααρών (2). Το λειτούργημα τοϋ ιερέα ήταν κληρονομικό και κληροδοτούνταν από τον πατέρα στον υιό. Έτσι δημιουργήθηκε μία ιδιαίτερη ιερατική κάστα με αυστηρές δομές, στην οποία δεν μπορούσε να εισέλθει κάποιος που δεν προερχόταν από τη γενιά αυτή. Ο Ιησούς στην Καινή Διαθήκη θεσπίζει τη νέα μορφή της ιερωσύνης, η οποία βρίσκεται μεν σε συνάρτηση με την παλαιά ως προς το ηθικό πλαίσιο των λειτουργούντων, αλλά καταργεί την κληρονομική φύση του αξιώματος και επαναπροσδιορίζει τη δομή του ιερατείου στα πλαίσια της θείας οικονομίας (3). Ο ίδιος ο Ιησούς είναι ο νέος και αιώνιος αρχιερέας (4) ο οποίος μετατρέπει την κληρονομική σχέση στους κόλπους της ιερωσύνης, αφού και ο ίδιος γενεαλογικά προερχόταν από τη γενιά του Δαβίδ, και την καθιστά σχέση διακονίας (5). . Συνεπώς, στη νέα ιερωσύνη μπορεί να ενταχθεί οποιοσδήποτε πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο Κύριος θέσπισε, δηλαδή την ήθική καθαρότητα και την τήρηση του Νόμου της άγάπης.

Υπό το πνεύμα αυτό, ο γ' κανόνας της Α' Οικουμενικής συνόδου ( 325) επιβάλλει να μη συγκατοικεί ο κληρικός, σε οποιαδήποτε βαθμίδα του κλήρου κι αν ανήκει, ανώτερη ή κατώτερη, με ξένη γυναίκα, παρά μόνο με τη μητέρα ή την αδελφή ή τη θεία του ή με κάποιο πρόσωπο το οποίο είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε για να διαφυλάξει την εικόνα του κληρικού απέναντι στο ποίμνιό του, ώστε αυτό να μη σκανδαλίζεται από την υποψία διάπραξης ανήθικων ένεργειών εκ μέρους των πνευματικών του οδηγών (6). . Συναφής είναι και οι κανόνες ε΄ της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (691-692), στον οποίο διευκρινίζεται ότι ούτε υπηρέτρια ούτε ευνούχος δύνανται να υπηρετούν ιερωμένο, εάν δεν είναι υπεράνω υποψίας (7) , , όπως επίσης και ο κβ' της Ζ' Οικουμενικής συνόδου, στον οποίο καταδικάζεται και στους λαϊκούς η ερωτική επιθυμία ως μοιχεία, σε περίπτωση που παραβαίνει τους ηθικούς κανόνες, γι' αυτό και τονίζεται ότι ο ιερωμένος οφείλει όχι μόνο να αποφεύγει τη συμβίωση με γυναίκες, αλλά ακόμη και να συντρώγει μαζί τους κατ' ιδίαν (8). . Οι παραπάνω κανόνες είναι συναφείς με τους Θρήνους της Παλαιάς Διαθήκης (9) , όπου τονίζεται από τον προφήτη Ιερεμία ότι ο άνθρωπος που αφιέρωσε τον εαυτό του στον Θεό οφείλει να απέχει από τον συγχρωτισμό με άλλους και κατά μόνας να σηκώνει τον ζυγό της ασκήσεως.

Στον ιθ' κανόνα της τοπικής συνόδου της Άγκυρας τονίζεται ότι, όσοι ιερωμένοι έδωσαν όρκο παρθενίας και καταπάτησαν την υπόσχεσή τους προς τον Θεό, νυμφευόμενοι πριν καρούν μοναχοί, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δίγαμοι και να τους επιβάλεται ακοινωνησία ενός έτους (10) , ενώ στον με' κανόνα της εν Καρθαγένη τοπικής συνόδου τονίζεται ότι δεν επιτρέπεται οι κληρικοί να συναναστρέφονται κατ' ιδίαν με χήρες ή άγαμες γυναίκες (11). .

Ο προαναφερθείς γ' κανόνας της Α' Οικουμενικής συνόδου ( 325) βρίσκεται σε συνάφεια με τη στάση του Μ. Βασιλείου (330- 378), ο οποίος με επιστολή του προς τον πρεσβύτερο Γρηγόριο τον προστάζει να απομακρύνει τη γυναίκα με την οποία συγκατοικεί για να τον υπηρετεί (12). Ο Βαλσαμών (13) κάνει μνεία και της ρκγ' Νεαράς του Ιουστινιανού, σύμφωνα με την οποία ο κληρικός που δεν πειθαρχεί στην απομάκρυνση από την οικία του γυναίκας, η οποία δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας, καθαιρείται. Και μάλιστα τονίζει ότι ούτε οι γυναίκες που είναι υπεράνω υποψίας και συγκατοικούν με κληρικό ( μητέρα, αδελφή, κ.λπ.) δεν επιτρέπεται να έχουν άλλες γυναίκες για να υπηρετούν τις ίδιες, εκτός αν είναι και αυτές υπεράνω υποψίας, ειδάλλως ο κληρικός είναι εκτεθειμένος στα επιτίμια που επιβάλλουν οι κανόνες (14).

Στον θ' κανόνα της Α' Οικουμενικής συνόδου τονίζεται, επίσης, η σημασία της ηθικής καθαρότητας των κληρικών, αφού δηλώνεται σαφώς ότι πρέπει να είναι καθαροί από αμαρτήματα, πριν ιερωθούν, καθώς η Εκκλησία επιτάσσει να είναι ανεπίληπτοι (15). Σε περίπτωση που χειροτονήθηκαν πρεσβύτεροι, χωρίς να εξετασθεί η προηγούμενη ζωή τους ή σε περίπτωση που κάποιοι αρχιερείς τους χειροτόνησαν, αντίθετα προς όσα επιτάσσει ο κανόνας, οφείλουν να μην ιερουργούν πλέον (16). . Μάλιστα, ο Ζωναράς υποστηρίζει ότι αυτοί οι ιερείς πρέπει να καθαιρεθούν. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Βαλσαμών, ο οποίος δε θεωρεί ότι η ιερωσύνη ανακαινίζει τον άνθρωπο, όπως το βάπτισμα, ακριβώς όπως το θέτουν οι ιεροί κανόνες, ενώ την άποψη αυτή ένστερνίζεται και ο Αριστηνός (17). Ωστόσο, μέχρι να καθαιρεθεί με απόφαση της Συνόδου, ένας τέτοιος κληρικός είναι ιερέας και τα μυστήρια που διενεργεί έχουν ισχύ, διότι ο ίδιος δεν είναι παρά ο φορέας της θείας χάριτος, το όργανο δια του οποίου ο Θεός επενεργεί στους ανθρώπους (18). .

Σε συνάφεια με τον παραπάνω κανόνα, όσον αφορά την ηθική καθαρότητα των ιερωμένων, βρίσκονται κατ' αρχάς οι κε' και ξα' κανόνες των Αποστόλων ( 4ος αιώνας). Ο πρώτος επιβάλλει να καθαιρείται ο Διάκονος, ο Πρεσβύτερος ή ο Επίσκοπος που θα συλληφθεί να διαπράττει πορνεία, κλοπή ή επιορκία, αλλά να μην αφορίζεται, παρά μόνο αν και μετά την καθαίρεση υποπέσει εκ νέου στα ίδια αμαρτήματα (19). . Ο δεύτερος εκθέτει τα αμαρτήματα, στα οποία εάν έχει υποπέσει ο χριστιανός δεν επιτρέπεται να χειροτονηθεί. Αυτά είναι η πορνεία, η μοιχεία και οποιαδήποτε άλλη ηθικά απαγορευμένη πράξη (20). Στην Καινή Διαθήκη καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο λαϊκός, προκειμένου να εισέλθει στους κόλπους της διακονίας και να υπηρετεί με καθαρότητα Θεό και ανθρώπους (21). .

Ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας ( 385-412 ) στους γ', ε' και στ' κανόνες του κάνει μνεία συγκεκριμένων κληρικών που υπέπεσαν στα εν λόγω αμαρτήματα και παραπέμπει στον θ' κανόνα της Α' Οικουμενικής συνόδου, για τον έλεγχο που πρέπει να τους ασκηθεί (22). Ειδικότερα, στον ε' κανόνα του διαφαίνεται η καταλυτική επίδραση του βαπτίσματος για την ανακαίνιση του ανθρώπου, καθώς προϋπόθεση για την καθαίρεση του διακόνου Πανούφ είναι η διάπραξη του αμαρτήματός του μετά το βάπτισμά του, διότι αν ειχε διαπραχθεί πριν το βάπτισμα το αμάρτημα, θα κρινόταν αθώος, ως ανακαινισμένος άνθρωπος, σύμφωνα και με τον απόστολο Παύλο, ο οποίος θεωρεί το βάπτισμα είσοδο στη νέα εν Χριστώ ζωή με άφεση των προηγούμενων αμαρτιών και λουτρό παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως (23). .

Η Πενθέκτη Οικουμενική σύνοδος ( 691-692 ) στον μδ' κανόνα της τονίζει ότι, έάν κάποιος μοναχός συλληφθεί να πορνεύει ή να έχει νυμφευθεί, πρέπει να υποβάλλεται σε επιτίμιο επτά χρόνων (24). Μνεία του ίδιου αμαρτήματος γίνεται στο ιστ' κανόνα της Δ' Οικουμενικής συνόδου (25) , όπου αναφέρεται ότι οι μοναχές και οι μοναχοί έχουν αφιερώσει το σώμα τους στον Θεό και δεν επιτρέπεται να έχουν σαρκικές σχέσεις ή να συνάπτουν γάμο, η δε τιμωρία τους επαφίεται στην κρίση του οικείου Επισκόπου, ενώ η άφεση της αμαρτίας προϋποθέτει την εκ μέρους τους μετάνοια και την παύση των σαρκικών σχέσεων. Ομοίως και ο ιθ' κανόνας της εν Αγκύρα τοπικής συνόδου (314) κρίνει ιερόσυλους αυτούς που, ενώ υποσχέθηκαν να αφιερωθούν στον Θεό, αθέτησαν την υπόσχεσή τους και παντρεύτηκαν (26). Εξάλλου, ο Μ. Αθανάσιος ( 295-373 ) τονίζει ότι, όταν κάποιος δίνει υπόσχεση στον Θεό, οφείλει να την τηρήσει, διότι είναι χρεώστης απέναντί Του.

Ο Μ. Βασίλειος στον στ' κανόνα του προτείνει να εμποδίζονται οι μοναχοί και οι μοναχές που παραβαίνουν την υπόσχεση της παρθενίας να παντρεύονται στη συνέχεια, διότι μία τέτοια αντιμετώπιση, αφενός θα διασφαλίζει την Εκκλησία από τον ευτελισμό της μοναχικής ιδιότητας και αφ' ετέρου δε θα δίνει λαβή στους αιρετικούς να κατηγορούν την Εκκλησία ότι προσπαθεί να προσηλυτίσει ανεχόμενη την αμαρτία (27). Στον ιη' κανόνα του τονίζει ότι η τιμωρία των μοναχών που υποπίπτουν στο αμάρτημα της πορνείας πρέπει να είναι αυστηρότερη του επιτιμίου του ενός έτους που είχαν καθορίσει οι Πατέρες με κανόνα, παράλληλα όμως συμβουλεύει να είναι αυστηρότερη η επιλογή των μοναχών, διότι πολλές φορές, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, δεν έχουν συνείδηση της υπόσχεσης που δίνουν. Συμβουλεύει λοιπόν να επιμηκυνθεί το όριο ηλικίας για την προσέλευση στο μοναχικό σχήμα, προκειμένου να αποφεύγονται παρόμοιες παρεκκλίσεις (28). . Κατά παρόμοιο τρόπο ο άπό- στολος Παύλος ένθαρρύνει τον Τιμόθεο να άσκεΐται στην εύσέβεια και την άγνότητα και να μην θεωρεί άνασταλτικό παράγοντα για την όρθή έπιτέλεση των ποιμαντικών του καθηκόντων το νεαρό της ηλικίας του (29). .

Συναφής είναι και ο κ' κανόνας σύμφωνα με τον οποίο, οι γυναίκες που ανήκουν σε κάποια αίρεση και παραβιάζουν την υπόσχεση της παρθενίας, συγχωρούνται από την Εκκλησία, όταν προσέλθουν στους κόλπους της, διότι αφενός μεν, όπως τονίζει και ο Παύλος (30), , οι κανόνες αφορούν μόνο όσους ανήκουν σε αυτήν, εφ' ετέρου δε δια του βαπτίσματος ανακαινίζονται και λαμβάνουν άφεση των αμαρτιών που είχαν διαπράξει κατά τον προηγούμενο βίο τους (31). . Τέλος, σύμφωνα με τον ξ' κανόνα του Μ. Βασιλείου, οι μοναχοί που παραβιάζουν την υπόσχεση της αγαμίας τιμωρούνται με επιτίμιο δεκαπέντε χρόνων, όπως ακριβώς και οι μοιχοί (32). . Ο Αριστηνός, ερμηνεύοντας το μδ' κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (691- 692), υποστηρίζει ότι το επιτίμιο των πορνευόντων μοναχών είναι επτά έτη, σύμφωνα με το νθ' κανόνα του Μ. Βασιλείου (33).

 

Επίσης, ο η΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου ορίζει να αντιμετωπίζεται ως μοιχός όποιος παντρεύεται γυναίκα, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη με άλλον άντρα, που βρίσκεται ακόμη στη ζωή. Ο Ζωναράς σχολιάζει ότι η μνηστεία σημαίνει γάμο, γεγονός που θεσπίστηκε και με Νεαρά του Αλεξίου Κομνηνού. Και πριν από αυτό υπήρχε η συνήθεια, μετά την ιερουργία και τον ασπασμό του αρραβώνα, να θεωρείται το ζεύγος δεμένο με δεσμά τόσο ισχυρά, όσο αυτά του γάμου, κάτι που ίσχυε και στην Παλαιά Διαθήκη (34). . Ο Βαλσαμών κάνει, επίσης, μνεία της παραπάνω Νεαράς, για να τονίσει πέραν του ηθικού και τον ποινικό χαρακτήρα του αδικήματος αυτού. Παραπέμπει και εκείνος στην Παλαιά Διαθήκη, παραθέτοντας το παράδειγμα της Θεοτόκου, η οποία, αν και μνηστευμένη με τον Ιωσήφ, απεκαλεΐτο σύζυγός του (35).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι κανόνες των Αποστόλων ( 4ος αιώνας) που αφορούν την ηθική διαγωγή του κλήρου. Ο κανόνας κε' κινούμενος στο πνεύμα της Αγίας Γραφής, στην οποία και παραπέμπει, καθορίζει ότι ο κληρικός που υποπίπτει στα αμαρτήματα της πορνείας, της επιορκίας ή της κλοπής πρέπει μεν να καθαιρείται, αλλά όχι και να αφορίζεται, γιατί δεν επιτρέπεται να τιμωρείται δυό φορές κάποιος για την ίδια πράξη (36). . Οι Ζωναράς και Βαλσαμών διευκρινίζουν ότι αυτό αφορά τους κληρικούς που υποπίπτουν στα συγκεκριμένα μόνο αμαρτήματα, διότι υπάρχουν και άλλα, όπως για παράδειγμα η ανέλιξη στο αρχιερατικό αξίωμα δια δωροδοκίας ( σιμωνία ) ή προστασίας κάποιου άρχοντα, τα οποία επισείουν ποινή τόσο καθαιρέσεως, όσο και αφορισμού (37). . Ο γ' κανόνας του Μ. Βασιλείου καθορίζει για τον διάκονο που διέπραξε πορνεία μετά τη χειροτονία του να καθαιρείται από το αξίωμά του, να μην αφορίζεται όμως, όχι μόνο διότι έτσι τιμωρείται διπλά για το ίδιο αμάρτημα, αλλά και διότι οι λαϊκοί που αφορίζονται επιστρέφουν στην προτέρα κατάσταση μετά την παρέλευση των ετών της μετανοίας τους, ενώ ο διάκονος δεν επιστρέφει στη διακονία. Θεωρεί, ωστόσο, ο Μ. Βασίλειος ότι πραγματική ίαση από την αμαρτία επιτυγχάνεται, μόνον αν απέχει από κάθε ηδονή και καταστή πλέον εγκρατής (38). .

Συνεπώς, στο λβ' κανόνα του ιδίου ορίζεται να καθαιρούνται μεν οι κληρικοί που διαπράττουν θανάσιμο αμάρτημα, αλλά να μην εκβάλλονται δι' αφορισμού από το σώμα της Εκκλησίας, μολονότι πρέπει να εμποδίζονται από την κοινωνία των αχράντων μυστηρίων (39). . Επίσης, ο να' κανόνας του διευκρινίζει ότι οι παραπάνω κανόνες αφορούν όχι μόνο τους χειροτονηθέντες κληρικούς, αλλά και τους αναγνώστες, ιεροψάλτες κ.λπ., και αφορούν όλους στην ίδια έκταση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το αξίωμα ή ο βαθμός (40).. Τέλος, ο ο' κανόνας του επιτάσσει ο διάκονος ή ο πρεσβύτερος που αμαρτάνουν μέχρι του φιλήματος να υφίστανται το επιτίμιο της αργίας, αλλά να μην καθαιρούνται και να κοινωνούν μαζί με τους άλλους στο ιερό Βήμα. Σε κάθε άλλη όμως περίπτωση να καθαιρούνται (41).

Ειδικώτερα, ο δ' κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (691-692) επιτάσσει αν κάποιος κληρικός, οποιασδήποτε βαθμίδας, συνευρεθεί με μοναχή, να καθαιρείται, ενώ ο λαϊκός που υποπίπτει σε αυτό το αμάρτημα να αφορίζεται (42). . Ο κα' κανόνας της ιδίας συνόδου ορίζει να κουρεύουν οι καθαιρεθέντες κληρικοί τα μαλλιά τους κατά τον τρόπο που συνηθιζόταν τότε σε παρόμοιες περιπτώσεις, μόνο όμως στην περίπτωση που μετανοήσουν πραγματικά και απόσχουν της αμαρτίας, εξαιτίας της οποίας καθαιρέθηκαν. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι ελεύθεροι να έχουν την εμφάνιση λαϊκού, με την ελπίδα ότι η ντροπή τους γι' αυτήν θα τους ωθήσει στην μετάνοια (43). . Τέλος, ο λε' κανόνας της εν Καρθαγένη τοπικής συνόδου (419) αποτρέπει από το να αποστέλλονται οι καθαιρεθέντες μοναχοί σε τόπους μετανοίας, όπου βαπτίζονταν για δεύτερη φορά και επέστρεφαν στην ιερωσύνη, ατιμώρητοι ουσιαστικά για το αμάρτημά τους (44). . Ο παραπάνω κανόνας απαγορεύει τη δεύτερη βάπτιση, για να εξαλειφθεί το φαινόμενο αυτό της ατιμωρησίας των κληρικών που υπέπεσαν σε αμαρτήματα. Προκειμένου να προληφθεί η έκπτωση των κληρικών σε βαρέα αμαρτήματα, ο ξα' κανόνας των Αποστόλων απαγορεύει τη χειροτονία σε κληρικό άνθρώπου, ο οποίος έχει κατηγορηθεί για πορνεία, μοιχεία ή άλλη ανήθικη και απαγορευμένη πράξη. Ο πιστός αυτός δεν είναι δυνατό να γίνει ούτε αναγνώστης, ούτε ιεροψάλτης, ούτε θυρωρός (45). . Εάν υπάρξει τέτοιου είδους κατηγορία εναντίον λαϊκού που επιθυμεί να χειροτονηθεί, η κατηγορία πρέπει να ελεγχθεί πριν αυτός απορριφθεί.

Για να αποτραπούν σκόπιμες προσπάθειες συκοφαντίας κληρικών, ο ρκη' κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης προβλέπει ότι δεν μπορούν να κατηγορούν κληρικούς για εκκλησιαστικές υποθέσεις οι δούλοι, οι απελεύθεροι, οι σχισματικοί και οι αιρετικοί (46), διευρύνοντας το αναφερόμενο στην προς Τιμόθεον επιστολή του αποστόλου Παύλου, ότι δεν πρέπει να εξετάζεται η κατηγορία εναντίον πρεσβυτέρου, παρά μόνο αν αυτή προέρχεται από δυό ή τρία άτομα (47). . Το ίδιο προβλέπει και ο στ' κανόνας της Β' Οικουμενικής συνόδου (48) {381) για κατηγορίες εναντίον των επισκόπων. Αν οι κατήγοροι δεν ανήκουν στις προαναφερθείσες κατηγορίες, η κατηγορία εξετάζεται για διάστημα τριών μηνών και, εάν αποδειχθεί αληθινή, ο κατηγορούμενος δεν χειροτονείται κληρικός. Αν δεν μπορέσουν να την αποδείξουν, οι κατήγοροι αφορίζονται ως συκοφάντες από τον Αρχιερέα που θα τελέσει τη χειροτονία (49). Ομοίως η ρλζ' Νεαρά του Ιουστινιανού ορίζει να καθαιρείται και ο Αρχιερέας που χειροτονεί κληρικό, πριν εξεταστούν οι εναντίον του κατηγορίες. Ο Ζωναράς σχολιάζει ότι στην τάξη των κληρικών δε γίνονται δεκτοί οι αιρετικοί, οι σχισματικοί και οι αφορισμένοι (50). . Ο Βαλσαμών τονίζει ότι μόνες οι κατηγορίες, εάν δεν αποδειχτούν, δεν αποτελούν κώλυμα ιερωσύνης, ενώ ο Αριστηνός διευκρινίζει ότι, αν κάποιος διέπραξε αμαρτήματα πριν βαπτιστεί και μετά το βάπτισμα διάγει ανεπίληπτο βίο, μπορεί να χειροτονηθεί.

 

Πιστοί

Πέραν όμως από την ηθική διαγωγή των κληρικών, οι κανόνες καθορίζουν και την ηθική διαγωγή των πιστών, όπως ακριβώς και ο Μωσαϊκός νόμος. Βασική εντολή του Δεκαλόγου είναι η εντολή «ου μοιχεύσεις». Ο ίδιος ο Κύριος καταδίκασε τη μοιχεία και ονόμασε μοιχούς όσους έστελναν έγγραφα αποστασίου (διαζύγια) στις συζύγους τους, για να νυμφευθούν άλλες γυναίκες, συνήθεια που είχε διαδοθεί ιδιαίτερα στους Ισραηλίτες (51). Έτσι, ο κ' κανόνας της εν Άγκύρα τοπικής συνόδου (314) τιμωρεί τον μοιχό και τη μοιχαλίδα με έπταετή άποκλεισμό άπό την κοινωνία των άχράντων μυστηρίων (52).. Οι ένοχοι για μοιχεία οφείλουν να προσκλαίουν για ένα χρόνο, να ακροώνται τις Γραφές δυό χρόνια, να υποπίπτουν τρία, να στέκονται μαζί με τους πιστούς έναν και, αφού έχουν πλέον μετανοήσει μετά δακρύων, να κοινωνούν (53). Ο οζ' κανόνας του Μ. Βασιλείου άνεβάζει σε δεκαπέντε τα έτη του αφορισμού (54). .

Στο πνεύμα της εντολής «ου φονεύσεις», ο κα' κανόνας της Ιδιας συνόδου επιβάλλει οι γυναίκες που εκπορνεύονται, συλλαμβάνουν τέκνο και κάνουν έκτρωση, να εμποδίζονται από τη θεία μετάληψη για δέκα χρόνια. Ο κανόνας αυτός επιδεικνύει μεγαλύτερη ελαστικότητα από παλαιότερους συναφείς, οι οποίοι τις αφόριζαν δια βίου (55). . Ο Βαλσαμών σχολιάζει ότι, σύμφωνα με αρχαιότερο εκκλησιαστικό κανόνα, οι γυναίκες αυτές μεταλάμβαναν των αγίων μυστηρίων μόνο κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής τους (56) , κάνει δε μνεία και του β' κανόνα του Μ. Βασιλείου, σύμφωνα με τον οποιο δεν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ διαμορφωμένου και μη διαμορφωμένου εμβρύου κατά την επιβολή του έπιτιμίου, γι' αυτό και οι γυναίκες αυτές θεωρούνταν ένοχες φόνου και μάλιστα δύο ζωών, αφού συνήθως πέθαιναν και οι ίδιες κατά τη διάρκεια της έκτρωσης (57). . Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η διάκριση μεταξύ διαμορφωμένου και μη εμβρύου γίνεται και στην Έξοδο, όπως αναφέρουν και οι Ιωάννης Ζωναράς και Θεόδωρος Βαλσαμών (58). .

Ο Μ. Βασίλειος καθορίζει σε δέκα έτη την απομάκρυνσή τους από τη θεία μετάληψη, θεωρώντας ότι η θεραπεία δεν πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τον χρόνο, αλλά σύμφωνα με τον τρόπο μετάνοιας. Ο Ζωναράς σχολιάζει επίσης ότι η δεκαετία μπορεί να επιμηκυνθεί ή να μειωθεί, ανάλογα με τη συμπεριφορά που επιδεικνύει η γυναίκα. Ο Βαλσαμών θεωρεί ότι αυτές οι γυναίκες δίκαια λαμβάνουν το επιτίμιο του ακούσιου φονέα, δηλαδή ακοινωνησία δέκα ετών, διότι, παρόλο που επιβουλεύονται τη ζωή του εμβρύου, το κάνουν όχι από δολοφονική διάθεση, αλλά από φόβο (59). . Σχετικά δε με το επιτίμιο της δεκαετούς ακοινωνησίας, ο Αριστηνός αναφέρει ότι τα δύο έτη στέκονται κλαίγοντας έξω από τον περίβολο της Εκκλησίας, τρία έτη στέκονται δίπλα στις βασιλικές πύλες και ακροώνται τις Γραφές, τέσσερα στέκονται εντός του περιβόλου, στο πίσω μέρος του άμβωνα, μαζί με τους κατηχούμενους και για ένα έτος μαζί με τους πιστούς και δέχονται τις ευχές. Στη συνέχεια τους επιτρέπεται να κοινωνήσουν (60). Ομοίως ο α' κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου επιβάλλει το επιτίμιο ακοινωνησίας του φονέα σε όποια γυναίκα παίρνει δηλητήρια, για να φονεύσει το έμβρυο που κυοφορεί (61). .

Αντιμετωπίζοντας τον φόνο ως ένα ιδιαζόντως σοβαρό αμάρτημα, όπως ακριβώς και ο Δεκάλογος (62) , ο κβ' κανόνας της εν Αγκύρα συνόδου τιμωρεί με δια βίου αφορισμό τους φονείς και επιτρέπει σε αυτούς τη θεία μετάληψη μόνο όταν βρίσκονται στο κατώφλι του θανάτου (63). . Όμως, ο νστ' κανόνας του Μ. Βασιλείου περιορίζει το επιτίμιο της ακοινωνησίας σε είκοσι έτη (64). Όσον αφορά αυτούς που φόνευσαν ακούσια, ο παλαιότερος κανόνας τους αφορίζει για επτά έτη, ενώ ο νεώτερος για πέντε (65). Ο Μ. Βασίλειος, ωστόσο, καθορίζει στο νζ' κανόνα του (66) σε δέκα έτη την τιμωρία του ανθρώπου που αφαίρεσε τη ζωή συνανθρώπου του χωρίς να το θέλει.

Ο άγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ( 3ος αιώνας ) στον α΄ κανόνα της Κανονικής του Επιστολής ρυθμίζει θέματα που αφορούν χριστιανούς, αιχμαλώτους των Γότθων και των Βοράδων, οι οποίοι είχαν εισβάλει σε ρωμαϊκές περιοχές. Σύμφωνα με αυτόν, όσοι χριστιανοί υποχρεώθηκαν να φάνε βρώματα που τους έδωσαν οι βάρβαροι δε διέπραξαν αμαρτία, δεδομένου ότι αυτά δεν ήταν ειδωλόθυτα, αφού οι συγκεκριμένοι βάρβαροι δε θυσίαζαν στα είδωλα (67). . Για να τεκμηριώσει την άποψή του αυτή κάνει αναφορά στην Α' προς Κορινθίους επιστολή (68), , όπου ο απόστολος Παύλος δηλώνει ότι «τα βρώματα τη κοιλία, και η κοιλία και η κοιλία τοϊς βρώμασιν» (69) , εννοώντας την τρυφή και δηλώνοντας ότι αυτήν ο Θεός θεωρεί πάθος και κατ' επέκταση αμαρτία, σύμφωνα με τον σχολιασμό των Ζωναρά και Βαλσαμώνος (70). . Και ο Ιησούς καταδικάζει την υποκριτική νηστεία των Φαρισαίων ( 71) , δηλώνοντας ότι τον άνθρωπο δεν κάνουν ακάθαρτο οι τροφές που εισέρχονται από το στόμα, αλλά όσα εξέρχονται από την καρδιά του. Επομένως, οι εν λόγω χριστιανοί δεν αμαρτάνουν, διότι εξ ανάγκης και όχι για απόλαυση τρώνε τα φαγητά που τους δίνουν οι βάρβαροι. Κατά το Βαλσαμώνα, ωστόσο, δεν είναι απολύτως ανεπίληπτοι, απλώς θα επιτιμηθοϋν λιγότερο, διότι έφαγαν τις μιαρές αυτές τροφές, για να επιβιώσουν και πάντα με το ελαφρυντικό ότι οι συγκεκριμένοι βάρβαροι δεν θυσίαζαν στα είδωλα. Σχολιάζει, ακόμη, τον ιδ' κανόνα του Πέτρου Αλεξάνδρειάς (300-311), σύμφωνα με τον οποίο, όποιος έφαγε με τη βία ειδωλόθυτα δεν πρέπει να επιτιμάται, ακόμη και αν είναι κληρικός, επισημαίνοντας ότι ο Πέτρος αναφέρεται στους μάρτυρες, στους οποίους επιβλήθηκε με τη βία να φάνε ειδωλόθυτα (72). .

Ο άγιος Γρηγόριος στον ίδιο κανόνα ρυθμίζει τα σχετικά με τις αιχμάλωτες χριστιανές που συνευρέθησαν με βαρβάρους και πιο συγκεκριμένα αποφαίνεται για το αν πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτές υπέπεσαν στο αμάρτημα της πορνείας και αν πρέπει, κατ' επέκταση, να εμποδίζονται από την κοινωνία. Δηλώνει λοιπόν ότι για τις γυναίκες αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο πρότερος βίος. Αν και πριν την αιχμαλωσία επιδείκνυαν πορνική συμπεριφορά, πρέπει να τους δοθεί άδεια να μεταλάβουν μετά από εξέταση. Αν όμως διήγαν ανεπίληπτο βίο, δεν πρέπει να επιτιμώνται. Παραθέτει γι' αυτό τον λόγο κανόνα του Δευτερονομίου (73) , σύμφωνα με τον οποίο, γυναίκα που βιάστηκε δεν έχει διαπράξει αμάρτημα, διότι υποχρεώθηκε παρά τη θέλησή της να λάβει μέρος σε έρωτική πράξη. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Μ. Βασίλειος στον μθ' κανόνα του, όπου διευκρινίζει ότι η δούλη που βιάστηκε από τον κύριό της δε φέρει καμία ευθύνη και δεν τιμωρείται γι' αύτό (74).. Ομοίως, ο κα' κανόνας του Νικηφόρου του Ομολογητού (;- 758 ) ορίζει ότι, αν μοναχή βιαστεί από βαρβάρους και έχει να επιδείξει ανεπίληπτο πρότερο βίο, υφίσταται επιτίμιο σαράντα ημερών, ενώ αν ο πρότερος βίος της ήταν μιασμένος, τιμωρείται με το επιτίμιο της μοιχείας (75).

 

 

Φόνος

Ο Μ. Βασίλειος στους κανόνες του η' (76) και ια' πραγματεύεται το μεγάλο αμάρτημα του φόνου, αντλώντας στοιχεία από την 'Εξοδο (77). . Διακρίνει τους φόνους σε ακούσιους και εκούσιους. Ακούσιος ονομάζεται ο φόνος που διαπράττεται τυχαία, χωρίς προαίρεση, όπως είναι για παράδειγμα η περίπτωση κατά την οποία κάποιος πετάει μία πέτρα για να απομακρύνει κάποιο ζώο, κι αυτή χτυπάει έναν άνθρωπο και τον σκοτώνει, ή η περίπτωση κατά την οποία κάποιος χτυπάει κάποιον άλλο για να τον σωφρονίσει και τον σκοτώνει, χωρίς να το καταλάβει. Στους εκούσιους φόνους περιλαμβάνονται όλοι εκείνοι που διαπράττονται με προαίρεση, όπως οι πολεμικές έπιθέσεις, οι ληστείες, τα μάγια και οι εκτρώσεις. Ο Βαλσαμών σχολιάζει ότι ο ακούσιος φονέας καταδικάζεται βάσει του αποτελέσματος της πράξης του, ενώ ο εκούσιος βάσει της προαίρεσής του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος (78). . Αναφέρει επίσης και τη Νεαρά του Μανουήλ Κομνηνού σύμφωνα με την οποία, ο φονέας πρέπει να τιμωρείται αυστηρά ή αν καταφύγει στην Εκκλησία, πρέπει να καρεί μοναχός και να απομακρυνθεί δια βίου από τον τόπο του εγκλήματος. Εάν, εκτός από ακούσιο, έχει διαπράξει και εκ προμελέτης φόνο, δεν έχει δικαίωμα να καταφύγει στην Εκκλησία, διότι είναι πιθανό να το κάνει όχι λόγω μετανοίας, αλλά πονηρά και σκόπιμα, δηλαδή για να αποφύγει την πολιτική ποινή (79). .

Στον ια' κανόνα του ο Μ. Βασίλειος άπαντά θετικά, σε κάποιον που του απευθύνει την ερώτηση αν τα ένδεκα έτη που πέρασε αφορισμένος αποτελούν ικανή τιμωρία για τον φόνο που διέπραξε, καθώς το επιτίμιο που ο ίδιος θέτει για παρόμοιο αμάρτημα στο νζ' κανόνα του είναι δέκα έτη (80). Κάνει έπίσης άναφορά στον Μωσαϊκό νόμο, ο όποιος, αναφερόμενος σε ανθρώπους που χτυπήθηκαν από άλλους, κρίνει τον φονέα εκ του αποτελέσματος, από το αν δηλαδή το θύμα επέζησε ή πέθανε (81). . Στο ίδιο πνεύμα κινούνται ο ξε' κανόνας των Αποστόλων, οι κβ' και κγ' κανόνες της εν Αγκύρα τοπικής συνόδου, όπου αναφέρονται τα επιτίμια τόσο για τους ακούσιους, όσο και για τους εκούσιους φόνους, όπως επίσης και ο ε' κανόνας του αγίου Γρηγορίου Νύσσης.

Ωστόσο, στον ιγ' κανόνα του ο Μ. Βασίλειος επανέρχεται στο αμάρτημα του φόνου και δηλώνει ότι οι Πατέρες δεν περιέλαβαν στους φονείς όσους αφαιρούν ζωή κατά τη διάρκεια πολέμου, γιατί, όπως εξηγεί, όσοι σκοτώνουν εχθρούς στον πόλεμο, αμύνονται για την προστασία της σωφροσύνης και της ευσεβείας. Προσθέτει όμως ότι ο ίδιος θα έθετε συμβουλευτικό κανόνα αυτοί να απέχουν άπό τη θεία κοινωνία για τρία έτη, επειδή έχουν λερώσει τα χέρια τους με αίμα (82). Ο Ζωναράς, όμως, αναφέρει ότι με τον όρο Πατέρες ο Μ. Βασίλειος εννοεί τον Μ. Αθανάσιο (295-373), ο οποίος στην επιστολή του προς Αμούν αναφέρει ρητά ότι ο φόνος στον πόλεμο είναι όχι μόνο έννομος, αλλά και αξιέπαινος. Ο σχολιαστής του κανόνα αντιτίθεται στην πρόταση του Μ. Βασιλείου για αποχή από τη θεία κοινωνία (83) , γιατί σε εποχή αλλεπάλληλων πολεμικών συγκρούσεων κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολυετή αποχή από το μυστήριο αυτό, γεγονός που θα αποτελούσε πραγματική κόλαση για τους χριστιανούς και μάλιστα για ανθρώπους, οι οποίοι μάχονταν για τα ιερά και τα όσια. Συμπληρώνει ακόμη ότι αυτή η πρόταση του Μ. Βασιλείου ατόνησε με το πέρασμα του χρόνου και αναφέρει την απαίτηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά ( 963-969 ) να συμπεριλαμβάνονται στους μάρτυρες όσοι πεθαίνουν για την πατρίδα, καίτοι στην απαίτησή του αυτή η Εκκλησία απάντησε αρνητικά, στηριζόμενη στον εν λόγω κανόνα. Σε συνάφεια βρίσκεται ο μγ' κανόνας του ίδιου, σύμφωνα με τον οποίο, όποιος καταφέρει θανάσιμο χτύπημα σε άνθρωπο είναι φονέας, είτε ξεκίνησε ο ίδιος τη διένεξη, είτε απλά αμύνθηκε (84) , καθώς και οι νστ' και νζ' κανόνες του στους οποίους καθορίζονται τα επιτίμια για τους εκουσίους και ακουσίους φονείς (85).


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Έξ., 28,41.

(2) Αρίθμ. 3, 9-10.

(3) Εβρ., 7,11.

(4) Εβρ., 7, 21-22.

(5) Εβρ., 7,17-19.

(6) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον της νοητής νηός της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας , εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1896, σ. 125.

(7) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 223.

(8) Όπ.π., σ. 341-342.

(9) Θρην., 3,27-28.

(10) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 381.

(11) Όπ.π., σ., σ. 486.

(12) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων των τε αγίων και πανευφήμων Αποστόλων και των ιερών Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων , τ. Β΄, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1852, σσ. 120-121.

(13) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., σ. 121-122 .

(14) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 127.

(15) Α΄ Τιμ. 3, 2-7.

(16) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 135.

(17) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 137.

(18) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 137.

(19) Όπ.π., σ. 24-25.

(20)Όπ.π., σ. 79.

(21) Α΄ Τιμ., 3,8-10.

(22) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 679-680.

(23) Ρωμ., 6, 3-4.

(24) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 260.

(25) Όπ.π., σ. 198.

(26) Όπ.π., σ. 380-381.

(27) Όπ.π., σ. 593.

(28) Όπ.π., σ. 603.

(29) Α΄ Τιμ., 4, 12.

(30) Ρωμ., 3, 19.

(31) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 605.

(32) Όπ.π., σ. 621-622.

(33) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 111.

(34) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 539-540. Δευτ., 22, 23-24.

(35) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 540-541.

(36) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 24, Ναούμ 1, 19.

(37) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 32-33.

(38) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 91.

(39) Όπ.π., σ. 611.

(40) Όπ.π., σ. 619.

(41) Όπ.π., σ. 625.

(42) Όπ.π., σ. 223.

(43) Όπ.π., σ. 237.

(44) Όπ.π., σ.481.

(45) Όπ.π., σ. 79.

(46) Όπ.π., σ. 537.

(47) Α΄ Τιμ., 5,19.

(48) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 160-161.

(49) Όπ.π., σ. 79.

(50) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 79.

(51) Ματθ., 5, 31-32.

(52) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 382.

(53) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Γ΄, σ. 63.

(54) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 240.

(55) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 382.

(56) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 64.

(57) Ι. Π. Ακανθόπουλου, Κώδικας ιερών κανόνων και εκκλησιαστικών νόμων , εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 515.

(58) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 97. Έξ. 21,22.

(59) Όπ.π., σ. 98-99.

(60) Όπ.π., σ. 64-65.

(61) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Β΄, σ. 518-519.

(62) Έξ. 21, 12-14.

(63) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 382.

(64) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 215.

(65) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 383.

(66) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 383.

(67) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 553-554.

(68) Α΄ Κορ., 8, 5-13.

(69) Α΄ Κορ., 6, 13.

(70) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 46-47.

(71) Ματθ. 6,16.

(72) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 48-49.

(73) Δευτ., 22, 26-28.

(74) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 202.

(75) Όπ. π., σ. 429.

(76) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 595.

(77) Έξ., 21, 12-15.

(78) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 116-117.

(79) Όπ. π., 118.

(80) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 599.

(81) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 130. Έξ., 21, 18-19.

(82) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 599.

(83) Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα., Δ΄, σ. 132.

(84) Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον., σ. 615.

(85) Όπ. π. σ. 620-621.