ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

Πίσω


Το 'Aγιο Πνεύμα στην Οικουμενική αναζήτηση

"Inter - communio" Ομολογιακή Πιστότης εντός της Οικουμενικής Κινήσεως

Ο Ελληνισμός στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου

Τρία κείμενα για μια απάντηση- Σκέψεις πάνω στον διάλογο της Ορθοδοξίας με τον έξω κόσμο

Θεολογικοί άξονες μιας γνήσιας λειτουργικής αναγέννησης

Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Η τιμή και προσκύνηση των ιερών εικόνων

Η Ιερωσύνη των γυναικών ως θεολογικό και οικουμενικό πρόβλημα

Χριστιανισμός και Ουτοπία

Η πέτρα του Αποστόλου Πέτρου

Συμβατική η γλώσσα της θεολογίας

Η Θεολογία και το συναίσθημα

Έρως Ορθοδοξίας

Ο Θεός στο χώρο των φυσικών επιστημών σήμερα

Θεός και σύγχρονη πραγματικότητα

Ο άνθρωπος κατά την Παλαιά Διαθήκη

Η γνώσις του Θεού κατά την Αγίαν Γραφήν

Η Μυστική Θεολογία

Η Εκκλησία ως χορηγός της σωτηρίας

Η «Πολιτεία του Θεού»

Aνθρωπος και Καίσαρ - Εξουσία

Η ιδιαιτερότητα του ιερού βιβλίου της Αποκάλυψης

Το Παράδοξο του Κακού. Η Ηθική της Κόλασης και της Αντι -Κόλασης. Μετενσάρκωση και Μεταμόρφωση

Η σύμπτωση και η διάκριση των δύο αποκαλύψεων

Ο θάνατος του Θεού και η Ανάσταση του ανθρώπου

Μία σύντομη θεολογική θεώρηση της θεωρίας της Εξελίξεως

Το κακόν

Η Θρησκευτική κοινωνικοποίησις κατά τον M . Weber

Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο - Η συμβολή της πατερικής σκέψης στην υπέρβαση διλημμάτων της κοινωνικής πολιτικής

Η εσχατολογία στην Ιουδαιοχριστιανική θεολογία

Το πρόβλημα της Θεοδικίας κατά την αρχαίαν ελληνικήν φιλοσοφίαν

Η πτώσις

Οι ανθρωπομορφίτες της αιγυπτιακής ερήμου

Αναψηλάφηση της δίκης του Ιησού και
της (αυτο)καταδίκης του Ιουδαϊκού λαού

Η Πέτρα του Αποστόλου Πέτρου

Παν. Μπούμη
(Συμβολή εις την ερμηνείαν του χωρίου Ματθ. 16,18),
Θεολογία ΝΑ , 1980, σελ. 146-157

Τα χωρία της Αγ. Γραφής επί των οποίων συνήθως οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι στηρίζουν το πρωτείο της εξουσίας του Πάπα ως διαδόχου του Απ. Πέτρου, είναι τα ακόλουθα: Ματθ. 16,13-19, Λουκ. 22,32 και Ιω. 21,15-17 (1) . Εκ τούτων ημείς εις την παρούσαν μικράν μελέτην, ακολουθούντες την «συνοπτικήν διαδικασίαν» κατά κανονικήν μεθοδολογίαν, θα ασχοληθώμεν κυρίως με το χωρίον 16, 18 (2) της ως άνω περικοπής (16,13-19) του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου (3) . Η περικοπή άλλως τε αύτη προεβλήθη ως αφετηρία του πολιτεύματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των περί πρωτείου απαιτήσεων του Πάπα. Επί του εν λόγω δε στίχου ως βάσεως κατά πρώτον και κύριον λόγον θεμελιούν οι Δυτικοί την άποψίν των περί της ιδιαιτέρας θέσεως και εξουσίας του Απ. Πέτρου εν τη Εκκλησία. Εις τον στίχον, λοιπόν, τούτον ο Κύριος απευθυνόμενος προς τον Πέτρον λέγει:

« Κἀγώ δε σοι λέγω ὅτι σύ εἶ ὁ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν, καί πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

Οι αντιτιθέμενοι όμως εις τας περί πρωτείου απόψεις της Ρώμης ισχυρίζονται, ότι δεν εννοεί εις το ανωτέρω χωρίον ο Κύριος τον Πέτρον ως την πέτρα της όλης οικοδομής της Εκκλησίας, αλλά την ομολογίαν του Πέτρου, τ. ε. τον Κ. Η. Ι. Χριστόν, τον οποίον προ ολίγου είχε ομολογήσει ούτος, απαντών εις την ερώτησιν, την οποίαν υπέβαλεν ο Κύριος προς τους μαθητάς Του: « Ὑμεῖς δε τίνα μέ λέγετε εἶναι;» (Ματθ. 16, 15). Η ομολογία δε αύτη του Πέτρου ήτο η εξής: «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (στιχ. 16).

Και η μεν διαφωνία μεταξύ των αντιθέτων παρατάξεων έχει εν συνόψει ούτω (4) . Θα επιχειρήσωμεν όμως ενταύθα, τη βοηθείᾳ και άλλων χωρίων της Αγ. Γραφής, να ίδωμεν τον ανωτέρω στίχον υπό νέον πρίσμα. Να ερευνήσωμεν δηλ. μήπως και αι δύο μερίδαι έχουν δίκαιον, ή τουλάχιστον, μήπως συναντώνται εις τι σημείον, πράγμα το οποίον, νομίζομεν, θα βοηθήση εις την ανεύρεσιν του πραγματικού ή έστω του πληρεστέρου νοήματος του υπόψη στίχου.

 

Α. Πέτρα ο Ιησούς Χριστός

Εν πρώτοις, την ερμηνείαν, ότι η υπό του Κυρίου ονομαζομένη «Πέτρα» είναι η εις «Χριστόν, ὡς υἱόν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζώντος» ομολογία ή μάλλον αυτός ούτος ο Ιησούς Χριστός, δεν δυνάμεθα να την αποκλείσωμεν. Αυτή αύτη η διατύπωσις του χωρίου επιτρέπει τοιαύτην τινά εκδοχήν. Το χωρίον, ως γνωστόν, έχει: «Κἀγώ δε σοί λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν». Η τοιαύτη δηλονότι αλλαγή του όρου (Πέτρος-Πέτρα) εις τας δύο προτάσεις, εν συνδυασμώ και προς την ύπαρξιν της προηγουμένης ομολογίας «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», όχι μόνον παρέχει δυνατότητα, αλλά δίδει και αφορμήν, μας παρακινεί, να αποδώσωμεν την ανωτέρω μνημονευομένην ερμηνείαν εις το χωρίον τούτο.

Αλλ' ας ίδωμεν τα πράγματα και αναλυτικώτερον: Λέγομεν, ότι παρέχεται η δυνατότης να προσδώσωμεν εις το εν λόγω χωρίον και την ερμηνείαν αυτήν, διότι εκτός του ανωτέρου λόγου πολύ περισσότερον συντρέχει το γεγονός, ότι ο θεόπνευστος συγγραφεύς χρησιμοποιεί τον σύνδεσμον «και» και όχι το αντιθετικό μόριον «δε». Λέγει δε, μετά μεγάλης, μάλιστα προσοχής και ουχί άνευ αποχρώντος λόγου : «σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν». Η τοιαύτη δηλαδή διακριτική χρησιμοποίησις του και (5) δεν μας υποχρεώνει να περιορισθώμεν εις μιαν μόνον ερμηνείαν, εις μια μόνον συγκεκριμένην πέτραν. Μόνον εάν έλεγεν «ἐπί ταύτῃ δε τῇ Πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν», θα ήμεθα υποχρεωμένοι να νοήσωμεν μια συγκεκριμένη πέτραν, και επομένως να δεχθώμεν μια ερμηνείαν. Τώρα όμως ουδείς και ουδέν μας εξαναγκάζει να τονίσωμεν το «ταύτῃ τῆ πέτρᾳ», ώστε να υποχρεώσωμεν, να δεσμεύσωμεν εαυτούς να δεχθώμεν μόνον μιας αποκλειστικώς ερμηνείαν. Αντιθέτως, είμεθα ελεύθεροι να αποδώσωμεν την αρμόζουσαν θέσιν και δύναμιν εις το και της προτάσεως.

Τούτο σημαίνει, ότι και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν υιοθετήσωμεν μια άλλην άποψιν, π.χ. ότι το «Πέτρα» αναφέρεται εις τον Πέτρον, πάλιν δεν απεκλείετο και η ανωτέρω ερμηνεία. Ακόμη και εάν το κείμενον έλεγε «καί ἐπί σέ Πέτρε ὡς Πέτραν θά οἰκοδομήσω τήν Ἐκκλησίαν μου». Ο σύνδεσμος και δεν δίνει αποκλειστικότητα εις την Πέτρα του Πέτρου. Με το να είναι ο Πέτρος Πέτρα δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλαι πέτραι.

Την τοιαύτην δυνατότητα, ή άλλως ειπείν την τοιαύτην λειτουργίαν (6) του και ενισχύει και η εν συνεχεία πρότασις του χωρίου, «καί πύλαι ἄδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς (= τῆς Ἐκκλησίας)». Και την ενισχύει, διότι, νομίζομεν, ουδείς θα ισχυρισθή ότι η πρότασις αύτη διακηρύσσει, ότι μόνον αι πύλαι του άδου δεν θα κατισχύσουν της Εκκλησίας. Αντιθέτως, εννοεί προφανώς, ότι εκτός όλων των άλλων τυχόν εχθρών και αυταί ακόμη αι πύλαι του άδου (τ.ε. «οἱ θανάσιμοι κίνδυνοι» (7) ή «ὁ θάνατος καί αἱ ὠργανωμέναι δυνάμεις τοῦ κακοῦ» (8) ) δεν θα κατισχύσουν της Εκκλησίας. Επομένως έχομεν δυνατότητα να δεχθώμεν την ανωτέρω ερμηνείαν.

Κατόπιν τούτου ερχώμεθα εις το θέμα της αφορμής, η οποία μας ωθεί να δεχθώμεν την άποψιν, ότι η Πέτρα είναι η εις Χριστόν ομολογία ή μάλλον αυτός ούτος ο Ιησούς Χριστός. Τοιαύτην αφορμήν εκτός της αλλαγής του όρου και μεταβάσεως από το Πέτρος εις το Πέτρα μας δίδουν και άλλα χωρία της Αγ. Γραφής, τα οποία αποδίδουν αυτόν τον χαρακτηρισμόν εις τον Ιησούν Χριστόν. Κατ' αυτό δεν τον τρόπον συγχρόνως, τ. ε. δι' αυτής της ερμηνείας, εναρμονίζεται το χωρίον τούτο, του Ματθ. 16, 18, άριστα και προς εκείνα.

Ούτως εις την προς Ρωμ. 9, 33 επιστολήν έχομεν το προφητικόν χωρίον εκ του Ησαίου (28, 16 και 8, 14), όπερ λέγει περί του Ιησού Χριστού: « Ἰδού τίθημι ἐν Σιών λίθον προσκόμματος καί πέτραν σκανδάλου, καί ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται». Η άποψις αυτή ενισχύεται περισσότερον εκ του χωρίου της Α΄προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, όστις λέγει: «Οὐ θέλω γάρ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν...ἔπινον ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ πέτρα δέ ἦν ὁ Χριστός» (10, 1-4). Το χωρίον τούτο δηλοί συγκεκριμένως ότι ο Χριστός ήτο η Πέτρα η πνευματική. Ο όρος δηλ. πέτρα χρησιμοποιείται σαφώς περί του Χριστού στην Αγ. Γραφή. Ωσαύτως και ο Απ. Πέτρος εις την Α΄ Καθολικήν αυτού επιστολήν επαναλαμβάνει: «Διότι περιέχει ἐν γραφῇ · ἰδοῦ τίθημι ἐν Σιών (9) λίθον ἐκλεκτόν, ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον, καί ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ οὐ μή καταισχυνθῇ. Ὑμῖν οὖν ἡ τιμή τοῖς πιστεύουσιν· ἀπιστοῦσιν δε λίθος ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγεννήθη εἰς κεφαλήν γωνίας καί λίθος προσκόμματος καί πέτρα σκανδάλου» (Α΄ Πετρ. 2,6-8). Υπό την έννοιαν ταύτην, του Χριστού ως του κατ' εξοχήν ακρογωνιαίου θεμελίου λίθου, ομιλεί και ο Απ. Παύλος αλλαχού, λέγων προς τους Χριστιανούς: «...Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Κατά τήν χάριν τοῦ Θεοῦ τήν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφός ἀρχιτέκτων θεμέλιον ἔθηκα, ἄλλος δε ἐποικοδομεῖ. Ἕκαστος δε βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ. Θεμέλιον γάρ ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός» (10) (Α΄ Κορ. 3,9-11).

Η άποψις, ότι θεμέλιος πέτρα είναι ο Ιησούς Χριστός ενισχύεται εμμέσως και εξ άλλων χωρίων της Αγ. Γραφής, όπου ως πέτρα χαρακτηρίζονται οι λόγοι του Κυρίου, το Ευαγγέλιον. Υποστηρίζομεν δε ότι ενισχύεται, διότι, όταν λέγομεν λόγον του Κυρίου, εννοούμεν λόγον του Θεού, όπερ σημαίνει και τον Ιησούν Χριστόν, τον ενανθρωπήσαντα Λόγον του Θεού, όπως και το αντίθετον (11) . Η αρχή αυτή επικυρούταν και δι' άλλων χωρίων, αλλά κυρίως, νομίζομεν, δια του Ιωάννου 8,25, όπου ο Κύριος, απαντών εις την ερώτησιν των Ιουδαίων «σύ τίς εἶ», είπε εκείνην την περίφημον φράσιν: «Τήν ἀρχήν ὅ,τι καί λαλῶ ὑμῖν», όπερ μεθερμηνεύεται: « Κατ' ἀρχάς (ή και όλως γενικώς) (12) ὅτι καί λαλῶ ὑμῖν». Ήτοι « είναι ό,τι και σας λέγω, ό,τι σας διδάσκω». Το χωρίον τούτο του Ιωάννου χρησιμοποιούμεν ενταύθα, όχι μόνον διότι νομίζομεν ότι είναι μια θεμελιώδης αρχή, εν βασικό αξίωμα περί του τι είναι ο Χριστός, αλλά και διότι τα περιστατικά (πρόβλημα και πρόσωπα) αυτού είναι σχεδόν τα αυτά με τα περιστατικά της περικοπής Ματθ. 16, 13 εξ., εις την οποίαν ανήκει και το υπό εξέτασιν χωρίον. Ερώτησις και απάντησις στρέφονται περί το αυτό πρόσωπον και πρόβλημα εις αμφοτέρας τις περιπτώσεις. Με την διαφοράν, ότι εις την μία περίπτωσιν ερωτών είναι εκείνος, όστις αποκρίνεται εις την άλλην. Αλλά το σπουδαίον, όπερ δίδει ιδιαιτέραν βαρύτητα εις την προκειμένην μαρτυρίαν του Ιω. 8, 25, είναι το γεγονός, ότι αποκρινόμενος είναι εκείνος, περί του οποίου τίθεται το πρόβλημα «σύ τις εἶ». Επομένως έχομεν μιαν αυθεντικήν αυτομαρτυρίαν και συγχρόνως επιβεβαιώσιν του ανωτέρω λεχθέντος, ότι όταν λέγωμεν λόγον του Κυρίου, εννοούμεν τον Ι. Χριστόν.

Μετά την ανωτέρω παρατήρησιν επισημαίνομεν χωρία της Αγ. Γραφής, όπου παρομοιάζεται ο Λόγος του Θεού, οι λόγοι του Κυρίου, ήτοι ο Ι. Χριστός, ως Πέτρα. Ούτως, έχομεν την περικοπήν του Ευαγγελιστού Ματθαίου με τους εξής χαρακτηριστικούς λόγους του Κυρίου: «Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τούς λόγους τούτους καί ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρί φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησεν αὐτοῦ τήν οἰκίαν ἐπί τήν Πέτραν. Καί κατέβη ἡ βροχή καί ἦλθον οἱ ποταμοί καί ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καί προσέπεσαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνη, καί οὐκ ἔπεσεν· τεθεμελίωτο γάρ ἐπί τήν πέτραν» (Ματθ. 7,24-25). Παρόμοιον χωρίον αναγιγνώσκομεν και εις τον Ευαγγελιστήν Λουκάν: «Πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός με καί ἀκούων μου τῶν λόγων καί ποιῶν αὐτούς...ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν, ὅς ἔσκαψεν καί ἐβάθυνεν καί ἔθηκεν θεμέλιον ἐπί τήν Πέτραν» (Λουκ. 6, 47-48). Και εις τα χωρία, λοιπόν, αυτά έχομεν την μαρτυρίαν, ότι πέτρα επί της οποίας δύναταί τις να οικοδομήση ασφαλώς την οικίαν του, ώστε να καταστή ασάλευτος, είναι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού.

Επομένως, και τα χωρία αυτά, προστιθέμενα εις τα προηγούμενα όχι μόνο προκαλούν, αλλά και ενισχύουν την διδομένην εις το Ματθ. 16, 18 ερμηνείαν, ότι πέτρα επί της οποίας θα οικοδομηθή η Εκκλησία του Θεού, ώστε να μην δύναται να κατισχύση ακόμη και ο άδης, είναι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού (13) .

 

Β. Πέτρα ο Πέτρος και οι άλλοι μαθηταί του Ι. Χριστού

Αλλά και αν καταλήξη τις εις την αποδοχήν της απόψεως, ότι πέτρα εις το εν λόγω χωρίον είναι η εις Χριστόν ομολογία ή μάλλον αυτός ούτος ο Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, τούτο δεν σημαίνει, ότι αποκλείεται να είναι και ο Απ. Πέτρος (14) .

Την δυνατότητα αυτής της εκδοχής ως και την αφορμήν δι' αυτήν δυνάμεθα να είπωμεν κι ενταύθα, όπως και προηγουμένως, ότι κατ' αρχάς παρέχει η διατύπωσις του χωρίου: Αφ' ενός μεν η συνήχησις πέτρα-Πέτρος και αφ' ετέρου η ύπαρξις, όπως επεσημάνθη και ανωτέρω, του πολλαπλώς εν τη ελληνική γλώσση χρησιμοποιούμενου και λειτουργούντος και . Είναι δυνατόν δηλ. ο Κύριος εκτός της ιδικής του Πέτρας να οικοδομήση την Εκκλησία Του και επί άλλης πέτρας, και συγκεκριμένως και επί της πέτρας του Απ. Παύλου.

Βεβαίως, η άποψις αύτη ενισχύεται σημαντικώς και εκ του γεγονότος, ότι έχομεν και άλλα χωρία της Αγ. Γραφής, τα οποία παρομοιάζουν τους αποστόλους (και συνεπώς και τον Απ. Πέτρον) προς θεμέλιον λίθον-πέτραν (15) , και ούτως η εν λόγω ερμηνεία εναρμονίζεται ικανοποιητικώς και προς την υπόλοιπον βιβλική παράδοσιν. Εν πρώτοις έχομεν το χωρίον Εφεσ. 2, 19-22, ένθα ο Απ. Παύλος λέγει προς τους Χριστιανούς: «Ἐστέ συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, ἐποικοδομηθέντες ἐπί τῷ θεμελίω τῶν ἀποστόλων καί προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα οἰκοδομή συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναόν ἅγιον ἐν Κυρίῳ, ἐν ᾧ καί ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν πνεύματι». Εις το χωρίον τούτο διαπιστούμεν δι' άλλην μιαν φορά, ότι πράγματι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, επί του οποίου, εφ' όσον θα συναρμολογήται «πᾶσα οἰκοδομή» των μελών της Εκκλησίας θα παρουσιάζη « αὔξησιν» εν Κυρίω. Συγχρόνως όμως πληροφορούμεθα ότι οι Χριστιανοί, εποικοδομούνται και «ἐπί τῷ θεμελίω τῶν ἀποστόλων». Ήτοι, και οι απόστολοι, μεταξύ δε αυτών ασφαλώς και ο Απ. Πέτρος, αποτελούν τους θεμελίους λίθους της Εκκλησίας. Τούτο εκφράζεται και διατυπούται καλλίτερον και σαφέστερον και εις έτερον χωρίον της Αγ. Γραφής, εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννου (21, 14), ένθα αναγιγνώσκομεν: «Καί τό τεῖχος τῆς πόλεως (τῆς Ἁγίας Ἱερουσαλήμ, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας) (16) ἔχον θεμελίους δώδεκα, καί ἐπ' αὐτῶν δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου» (17) .

Επομένως, συγχρόνως και προς τα ανωτέρω, δυνάμεθα να δεχθώμεν και την άποψιν των Ρωμαιοκαθολικών, ότι πέτρα δεν είναι μόνο το ομολογείν τον Χριστόν, ή άλλως αυτός ο Κύριος, αλλά και ο καταθέσας την ομολογίαν ταύτην, ήτοι ο Απ. Πέτρος. Συγχρόνως είμεθα όμως υποχρεωμένοι- όπως κι εκείνοι- να δεχθώμεν και το γεγονός, ότι η Εκκλησία ως θεμέλιον πέτραν έχει όχι μόνον τον Απ. Πέτρον, αλλά και τους υπολοίπους Αποστόλους.

Το σπουδαίον δε είναι, ότι ούτε και το υπό ερμηνείαν επίμαχον χωρίον του Ματθαίου (16, 18) αποκλείει τους άλλους αποστόλους. Πράγματι, τούτο, δια της χρησιμοποιήσεώς του, ως προείπομεν, πολυσήμαντου και παρέχει την δυνατότητα να εννοήσομεν, ότι, εκτός της Πέτρας του πέτρου, ο Κύριος ήτο δυνατόν, προ ή μετά να χρησιμοποιήση και άλλας πέτρας. Και επί του προκειμένου, επειδή ο Κύριος είπεν, ότι θα οικοδομήσητην Εκκλησίαν Του «και ἐπί τῇ Πέτρᾳ τοῦ Πέτρου», δεν έπεται, ότι δεν ήτο δυνατόν να οικοδομήση αυτήν «καί ἐπί ταῖς πέτραις τῶν ἀποστόλων» (18) .

Όχι μόνο δε οι μαθηταί του Κυρίου, αλλά και πάντες, οι εις Χριστόν πιστεύοντες και Αυτόν λόγω και έργω ομολογούντες, αποτελούν Πέτρας της οικοδομής της Εκκλησίας. Ιδιαιτέραν βαρύτητα επί του προκειμένου λαμβάνουν οι λόγοι αυτού του Απ. Πέτρου, λέγοντος: « Εἰ ἐγεύσασθε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος πρόν ὅν προσερχόμενοι, λίθον ζῶντα, ...και αὐτοί ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖθε οἶκος πνευματικός» (Α΄ Πετρ. 2,4-5). Αξιοσημείωτα ενταύθα είναι και όσα λέγει ο Ωριγένης: «Εἰ δε φήσαντες καί ἡμεῖς, ὡς ὁ Πέτρος· 'Σύ εἶ ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος'...γινόμεθα Πέτρος· καί ἡμῖν ἄν λέγοιτο ἀπό τοῦ Λόγου το: 'Σύ εἶ Πέτρος' καί τά ἑξῆς. Πέτρα γάρ πᾶς ὁ Χριστοῦ μαθητής, ἀφ' οὗ ἔπινον οἱ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης Πέτρας', και ἐπί πᾶσαν την τοιαύτην πέτραν οἰκοδομεῖται ὁ ἐκκλησιαστικός πᾶς λόγος, και ἡ κατ' αὐτόν πολιτεία» (19) . Περί των αποστόλων και των λοιπών πραγματικών χριστιανών ως λίθων και δη τετραγώνων ομιλεί και ο «Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ» αποκαλυπτικώς, λέγων: «Οἱ μέν λίθοι οἱ τετράγωνοι καί λευκοί καί συμφωνοῦντες ταῖς ἁρμογαῖς αὐτῶν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀπόστολοι καί ἐπίσκοποι καί διδάσκαλοι καί διάκονοι οἱ πορευθέντες κατά τήν σεμνότητα τοῦ Θεοῦ καί ἐπισκοπήσαντες καί διδάξαντες καί διακονήσαντες ἁγνῶς καί σεμνῶς τοῖς ἐκλεκτοῖς τοῦ Θεοῦ» (20) .

Εφ' όσον, λοιπόν, το χωρίον Ματθ. 16, 18 έχει το συμπλεκτικόν σύνδεσμον και (και ἐπί ταύτῃ δε τῇ πέτρα»), δυνάμεθα να εφαρμόσωμεν και την πρώτην και την δευτέραν ερμηνείαν. Ότι δηλ. πέτρα είναι ο Κ. Η. Ι. Χριστός και ο Απ. Πέτρος. Εάν εχρησιμοποίει το αντιθετικόν μόριον δε (ἐπί ταύτῃ δε τῇ πέτρᾳ») τότε θα είμεθα υποχρεωμένοι, ως προελέχθη, να εκλέξωμεν μεταξύ των δύο, ή την μία ή την άλλην. Τώρα δυνάμεθα ελευθέρως να δεχθώμεν και τας δυο, και την μία και την άλλην.

Υπέρ αυτού του συμπεράσματος συνηγορούν και τα εξής επιχειρήματα:

1) Εφ' όσον δεχώμεθα την Θ. Επιστασίαν κατά την συγγραφή της Αγ. Γραφής, εύλογον είναι να διερωτηθώμεν, εάν ήτο ορθή μόνον η μία ερμηνεία, θα επέτρεπεν ο Θεός να γραφή το χωρίον ούτως, ώστε να εμφανίζεται διφορούμενον και να ενισχύη την διαφωνίαν; ο Απ. Παύλος διακηρύττει: «Πιστός ὁ Θεός ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρός ἡμᾶς οὐκ ἐστιν ναί καί οὔ. Ὁ τοῦ Θεοῦ γάρ υἱός Χριστός Ἰησοῦς ὁ ἐν ὑμῖν δι' ἡμῶν κηρυχθείς...οὐκ ἐγένετο ναί καί οὔ» (Β΄ Κορ. 1,18-19). Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, ο συγγραφεύς Ευαγγελιστής, «φερόμενος ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (21), να καθίστατο κατηγορηματικώτερος και να μην εμβάλλη εις αμηχανίαν τους αναγνώστας του;

2) Αυτή αύτη η ύπαρξις δύο απόψεων με το πλήθος των οπαδών των μας δίδει το δικαίωμα να διερωτηθώμεν: μήπως έχουν δίκαιον και αι δύο μερίδες, δια να επιμένουν;

3) Εις την ανωτέρω παρατήρησιν δυνάμεθα να προσθέσωμεν και το γεγονός, ότι και ο Ωριγένης, εις εκ των περισσότερον ασχοληθέντων με την ερμηνεία της Αγ. Γραφής, συμπλέκει τας δύο μνημονευθείσας ερμηνείας, ως φαίνεται εις το ανωτέρω σχόλιόν του επί του εν λόγω χωρίου (22) .

Πάντα ταύτα μας ωθούν εις το συμπέρασμα, ότι και αι δύο ερμηνείαι έχουν τους λόγους των και τα ερείσματά των.

 

Γ΄ Συνδυασμός αμφοτέρων των ερμηνειών

Αλλ' ας επιμείνωμεν ολίγον εισέτι εις τας δύο απόψεις, α) ότι πέτρα είναι ο Χριστός και β) ότι πέτρα είναι και ο Απ. Πέτρος, όπως και οι άλλοι απόστολοι, δια να εμβαθύνομεν και εις το νόημα του εν λόγω χωρίου και δια να ολοκληρώσομεν την εικόνα της οικοδομής της Εκκλησίας. Είδομεν ανωτέρω, ότι είναι δυνατόν να ισχύουν αμφότεραι αι ερμηνευτικαί αυταί απόψεις. Ως όμως θέλει αποδειχθή εκ των πραγμάτων, όχι μόνο δύνανται να ισχύουν, αλλά δύνανται και να συνυπάρχουν και να εναρμωνίζονται, και να συμπληρούν το όλον νόημα των λεγομένων. Δηλαδή είναι δυνατόν οι μεν απόστολοι να αποτελούν τους θεμελίους λίθους, επί των οποίων οικοδομείται το όλον οικοδόμημα της Εκκλησίας, ο δε Κύριος να αποτελή την πέτραν-έδαφος, επί της οποίας στηρίζεται η οικοδομή της Εκκλησίας (23). Δυνάμεθα δηλ. να έχωμεν και τας θεμελίους πέτρας, τους αποστόλους, αλλά δυνάμεθα συγχρόνως να έχωμεν και την πέτραν, τον Χριστόν ως το υπόβαθρον, την βάσιν του όλου οικοδομήματος. Το εν δεν αποκλείει το έτερον. Αντιθέτως δια της ανωτέρω συγχρόνου θεωρήσεως των ερμηνειών δυνάμεθα να αποκομίσωμεν μιαν πληρεστέραν εικόνα της οικοδομής της Εκκλησίας.

Περαιτέρω δε και προς εμπέδωσιν της εικόνος ταύτης δύναταί τις να παρατηρήση και τα εξής: Είναι δυνατόν να συνυπάρχουν, ή μάλλον είναι δυνατόν να υπάρχουν οι θεμέλιοι λίθοι, εφ' όσον υπάρχει η Πέτρα, εφ' όσον ούτοι βασίζονται επί της Πέτρας, εφ' όσον τ.ε. ευρίσκονται εντός του πετρώδους εδάφους, εντός του βράχου. ’λλως, ούτε αυτοί δύνανται να αποτελούν το θεμέλιον, τους θεμελίους λίθους της οικοδομής. Δια να υπάρχουν και να αποτελούν τους θεμελίους λίθους, το πραγματικόν θεμέλιον, πρέπει να υπάρχει κατά πρώτον και κύριον λόγον η πέτρα. Αυτή η Πέτρα, το πετρώδες έδαφος, είναι η προϋπόθεσις της υπάρξεως και αυτών.

Την άποψιν ταύτην, νομίζομεν, ότι εκφράζει, ή άλλως, την παρατήρησιν αυτήν ενισχύει και η εξής χαρακτηριστική περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου: «Πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός με καί ἀκούων μου τῶν λόγων καί ποιῶν αὐτούς...ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν, ὅς ἐσκαψεν και ἐνεβάθυνεν καί ἔθηκεν θεμέλιον ἐπί τήν πέτραν· πλημμύρης δέ γενομένης προσέρρηξεν ὁ ποταμός τῇ οἰκίᾳ, καί οὔκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι αὐτήν, τεθεμελίωτο γάρ ἐπί τήν πέτραν. Ὁ δέ ἀκούσας καί μή ποιήσας ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπί τήν γῆν χωρίς θεμελίου, ᾗ προσέρρηξεν ὁ ποταμός, καί εὐθύς συνέπεσεν, καί ἐγένετο τό ρῆγμα τῆς οἰκίας ἐκείνης μέγα» ( Λουκ. 6, 47-49).

’ξιον παρατηρήσεως είναι, ότι, ενώ εις την πρώτη περίπτωσιν λέγει, ότι έθεσε θεμέλιον επί την πέτραν, δηλ. αναφέρει και χρησιμοποιεί και τα δύο αυτά στοχεία, αντιθέτως εις την δευτέραν περίπτωσιν όπου δεν αναφέρεται και δεν χρησιμοποιείται η πέτρα, λέγει χαρακτηριστικώς, ότι ωκοδόμησε παντελώς άνευ (χωρίς) θεμελίου. Δεν αναφέρει τουλάχιστον, ότι έθεσε θεμέλιον επί μη πετρώδους εδάφους, αλλά τονίζει, ότι έχτισε χωρίς θεμέλιον, προφανώς, διότι δεν ωκοδόμησεν επί στερεού εδάφους, αλλά επί σαθρού, επί αμμώδους. Τούτο διαπιστούμεν καλλίτερον, εάν συσχετίσωμεν το ανώτερο κείμενον του Ευαγγελιστού Λουκάν προς το παράλληλο χωρίον του Ματθ. 7, 26, όπου λέγει: «Και πᾶς ὁ ἀκούων μου τούς λόγους τούτους καί μή ποιῶν αὐτούς ὁμοιωθήσεται ἀνδρί μωρῷ, ὅστις ὠκοδόμησεν αὐτοῦ τήν οἰκίαν ἐπί τήν ἄμμον».

Εφ' όσον, λοιπόν, δεν θέτει τις θεμέλιον επί στερεού εδάφους, επί πέτρας, αλλά θέτει επί αμμώδους, επί της άμμου, είναι ως να μη θέτη παντελώς θεμέλιον, έστω και αν θέτη θεμελίους λίθους. Όπου δηλ. υπάρχει η πέτρα, υπάρχει και το θεμέλιον. Όπου δεν υπάρχει η πέτρα, ούτε θεμέλιον υπάρχει. Την άποψιν αυτήν επικυρούμεν και εκ της αντιστοίχου περικοπής του Ματθαίου (7, 24 εξ.). Εις αυτήν μάλιστα διαπιστούμεν εμμέσως και τον κύριο ρόλο της πέτρας έναντι των θεμελίων λίθων. Βλέπομεν δηλ. ότι το κύριο βάρος πίπτει επί της πέτρας, επί του πετρώδους εδάφους, επί του οποίου οικοδομείται η οικία, ενώ οι θεμέλιοι λίθοι παίζουν τον δευτερεύοντα ρόλον, διο και η λέξις θεμέλιον δεν αναγράφεται ρητώς. Οι στίχοι ούτοι έχουν ως εξής: «Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τους λόγους τούτους καί ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρί φρονίμῳ, ὅστις ὤκοδόμησεν αὐτοῦ τήν οἰκίαν ἐπί τήν πέτραν. Καί κατέβη ἡ βροχή καί ἦλθον οἱ ποταμοί καί ἔμπνευσαν οἱ ἄνεμοι καί προσέπεσαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνη, καί οὔκ ἔπεσεν· τεθεμελίωτο γάρ ἐπί την πέτραν».

Είπομεν, ότι το «θεμέλιον» δεν αναγράφεται ρητώς και ευθέως, όπως εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, όχι όμως ότι δεν αναφέρεται ουδόλως και άρα δεν υπάρχει θεμέλιον. Αντιθέτως την ύπαρξιν αυτού διακρίνομεν εις την λέξιν «τεθεμελίωτο» (24) . Υπάρχει επομένως το θεμέλιον, μόνον ότι η ύπαρξις αυτού επισκιάζεται από την ύπαρξιν της πέτρας, και δι' αυτού του τρόπου εξελέγχομεν τον κύριον και αποφασιστικόν ρόλον της πέτρας, του πετρώδους εδάφους.

Η πέτρα, λοιπόν, είναι η απαραίτητος προϋπόθεσις (της υπάρξεως) των θεμελίων λίθων. Κατά τον αυτόν τρόπον και οι απόστολοι (και ο Απ. Πέτρος ασφαλώς) άνευ της Πέτρας, άνευ του Χριστού, δεν είναι θεμέλιον, δεν θα ήτο δυνατόν να χρησιμεύσουν ως θεμέλιοι πέτραι, επί των οποίων θα ωκοδομείτο το εκκλησιαστικόν οικοδόμημα.

Εάν είναι δευτερεύων, υποδεέστερος, ο ρόλος των θεμελίων λίθων, όμως δεν παύει να είναι απαραίτητος. Διότι είναι ευνόητον, ότι, εάν θελήσωμεν να οικοδομήσωμεν οικίαν έστω επί πέτρας, επάνω εις βράχον, αλλά χωρίς «θεμέλια», χωρίς θεμέλιους λίθους, πάλιν το όλον οικοδόμημα είναι επισφαλές.. Διότι με την πρώτην πλημμύραν και ανεμοθύελλαν θα κινδυνεύση να πέση. Ούτως και ο ρόλος των αποστόλων είναι αναγκαιότατος, αποφασιστικός, «θεμελιώδης» εις την οικοδομήν της Εκκλησίας του Χριστού (25) .

Ταύτα και περί του συνδυασμού των δύο ερμηνειών.

Κατακλείοντες δε τέλος την παρούσαν παράγραφον και μετά την παράθεσιν όλων των ανωτέρω στοιχείων, τολμώμεν να είπωμεν, ότι όχι μόνον είναι δυνατόν να δεχθώμεν αμφοτέρας τας προμνημονευθείσας ερμηνείας, αλλά είναι απαραίτητον να δεχθώμεν και τας δύο.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Εκ της όλης, λοιπόν, αναδρομής θα ηδύνατο τις να είπη ότι η πληρεστέρα ερμηνεία του «καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» είναι η εξής: «Θα οικοδομήσω την Εκκλησίαν μου και επί ταύτη τη πέτρα, την οποία ωμολογήσας, ήτοι τον Ι. Χριστόν, ως επί στερεού εδάφους, και επί σε Πέτρε ως ομολογήσαντος αυτόν και αποτελέσαντος ούτω θεμέλιον λίθον επί του εδάφους τούτου, χωρίς να αποκλείεται, αλλά μάλλον να υπονοήται, ότι θα οικοδομήσω αυτήν και επί άλλων θεμέλιων λίθων , ήτο των υπολοίπων αποστόλων, οι οποίοι ωσαύτως θα διακηρύξουν την αυτήν εις Χριστόν αλήθειαν, και επί των οποίων ωσαύτως θα στηριχθή η επρί εμού διδασκαλία της Εκκλησίας (26) .

Επομένως, δύναται να συνυπάρχουν πάσαι αι ανωτέρω μνημονευθείσαι ερμηνείαι, μάλιστα δε και να εναρμονίζωνται και να συμπληρούν το όλο νόημα του στίχου. Εφ' όσον τοποθετούμεν καλώς τα πράγματα, εφ' όσον τα τοποθετούμεν επί στερεού εδάφους, επί της Πέτρας, αι τυχούσαι διαφωνίαι, αι οποίαι ουχί σπανίως προέρχονται εκ προσωπικών ή δογματικών θέσεων και προϋποθέσεων είναι δυνατόν να παραμερίζωνται (27) .


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Πρβλ. Ed . Eichmann - Kl . Mötsdorf, Lehrbuch des Kirchenrechts (auf Grund des Codex Juris Canonici), 1. Band, 11. Aufl. München- Paderborn- Wien 1964, σελ . 343., M. Schmaus, Katholische Dogmatik, Band III, 1: Die lehre von der Kirche, 5, Aufl. München 1958, σελ . 156, M . Kaiser, Die Einheit der Kirchengewalt nach dem Zeugnis des Neuen Testamentes und der Apostolischen Väter, München 1956, σελ . 45 εξ ., Ιωαν Καρμίρη , Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία , Δογματικῆς τμῆμα Ε΄ , Αθήναι , 1973, σελ . 555 εξ ., και O. Culmann, Petrus, Jünger- Apostel- Märtyrer, 2. Aufl ., Z ü rich - Stuttgart 1960, κ. α.

(2) ’λλως τε νομίζομεν, ότι δεν είναι σκόπιμον και επωφελές, να ασχοληθώμεν διεξοδικώς με το εν λόγω χωρίον, εισερχόμενοι λεπτομερώς εις τας κατά καιρούς επ' αυτού δοθείσας ερμηνείας υπό των του παπικού πρωτείου ή υπό των αντιπάλων αυτού, και να ταχθώμεν υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως και ερμηνείας. Επί των σχετικών αιρέσεων (προτιμήσεων) και αναιρέσεων δύναται τις να ανεύρη πλουσίαν βιβλιογραφίαν εις τας εξής μελέτας: Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Τό πρωτεῖον τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ρώμης , Αθήναι 1930, Εκδ. Β΄, Αθήναι 1964, M . Schmaus , ενθ. ανωτ. σελ. 157 εξ. και 852 εξ., Λεων. Φιλιππίδου, Πέτρα-Πέτρος (=λίθος) και η Πέτρα (= ο βράχος) , Αθήναι, Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός , τομ. 2, Αθήναι, 1969, και Ιωαν. Καρμίρη, ενθ. ανωτ., σελ. 548 εξ., 555 εξ. Τη βοηθεία των ανωτέρω εργασιών δύναται τις να ανεύρη και πλήθος άλλων.

(3) Με την ερμηνεία του Ιω., 21, 15-17 ησχολήθημεν εις την προγενεστέραν εργασίαν: Συνεπείαι της άρσεως των αναθεμάτων Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σελ. 147 εξ. Εις προσεχείς δε εργασίας, Θεού θέλοντος, θα ασχοληθώμεν και με άλλα σχετικά χωρία της Αγ. Γραφής και των ι. κανόνων της Εκκλησίας μας, τα οποία αναφέρονται εις το εν λόγω θέμα.

(4) Ο Λεων. Φιλιππίδης (ενθ. ανωτ. σελ. 57) ομιλεί περί «πολυδαιδάλου και πολυκαρυκεύτου ἀντιβιβλικῆς παρερμηνευτικῆς βαβυλωνίας».

(5) Ως γνωστόν, η χρήσις και η λειτουργία του και εν τη ελληνική προτάσει είναι ευρυτάτη. Πρβλ. J . Humbert - Γ. Κουρμούλη, Συντακτικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Αθήναι, σελ. 354 εξ. και 394 εξ.

(6) Ιδέ ανωτ. υποσ. 5.

(7) Πρβλ. Ιω. Χρυσοστόμου, PG 51, 77, και Λεων. Φιλιππίδου, ενθ. ανωτ. , σελ. 63.

(8) Πρβλ. Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον , Αθήναι 1951, σελ. 315.

(9) Εκ του χωρίου τούτου, εν συνδυασμώ μάλιστα και προς την ανωτέρω ομολογίαν του Απ. Πέτρου περί του Ιησού, δύναται τις να είπη, ότι και η επισκοπή των Ιεροσολύμων, ένθα, αφ' ενός μεν, «ἀπεδοκιμάσθη ὑπό τῶν ἀνθρώπων» ο λίθος τούτος (Α΄ Πετρ. 2, 4 ), αφ' ετέρου δε «ἐγεννήθη εἰς κεφαλήν γωνίας» (Α΄ Πετρ. 2, 7), δύναται να απαιτήση τα πρωτεία εντός της Εκκλησίας.

(10) Πρβλ. Ιω. 1,1: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» και Ιω. 1,14: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο».

(11) Αξιοσημείωτα είναι όσα επί της ανωτέρω περικοπής (Α΄ Κορ. 3, 9-11) γράφει ο καθηγ. Παν. Τρεμπέλας: « Ο Χριστός είναι ο λίθος ο ακρογωνιαίος, ο απορριφθείς ως αδόκιμος υπό των οικοδομούντων εν τω Ισραήλ και επί του οποίου καλούμεθα να εποικοδομηθώμεν. Όταν δε λέγωμεν θεμέλιος λίθος ο Ιησούς Χριστός εννοούμεν πάσαν την δογματικήν διδασκαλίαν του ευαγγελίου (Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τάς ἐπιστολάς τῆς Καινῆς Διαθήκης , τομ. Α΄, εκδ. Β΄, Αθήναι. 1956, σελ. 261).

(12) Γνωσταί είναι αι ποικίλαι απόψεις περί της εννοίας του όρου «Την ἀρχήν». Πρβλ. Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον , Αθήναι 1954, σελ. 301. Γενικώτερον περί την ερμηνείαν του εν λόγω χωρίου ίδε Στ. Σάκκου Ιωάννου 8, 25. Συμβολή εις την γλωσσικήν εξέτασιν της Παλαιάς Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1969.

(13) Η ώθησις αυτή βεβαίως κατ' εξοχήν δίδεται με την ανωτέρω περικοπήν του Ματθ. 7, 24-25, επειδή ακριβώς είναι του αυτού συγγραφέως, εκείνου δηλ. ο οποίος έγραψε την επίμαχον περικοπήν (Ματθ. 16, 18), οπότε έχει τις το δικαίωμα κατ' αναλογίαν να είπη, ότι ο συγγραφεύς περί της αυτής πέτρας ομιλεί.

(14) Και εις προηγούμενην ημών εργασίαν ( Τά ἐκκλησιαστικά ὀφφίκια ὡς τά «κατά κόσμον» ἀξιώματα- Συμβολή εἰς τήν ἑρμηνείαν τοῦ ζ΄ καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου , Αθήναι 1970, σελ. 20) εξ άλλης ορμώμενοι αφορμής, εγράφομεν: «Είναι δυνατόν εν χωρίον να δέχεται δύο και πλείονας ερμηνείας, εφ' όσον βεβαίως επιτρέπει τούτο η διατύπωσις αυτού». Τη αρχήν ταύτην ετηρήσαμεν και εις την ετέραν ερμηνευτικήν εργασίαν: «Περί την ἐπικοινωνίαν ἡμῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων- Συμβολή εἰς τήν Ἑρμηνείαν τοῦ χωρίου Β΄ Ιω. 10», Αθήναι 1972, σελ. 22, ένθα και εγράφομεν: Εξ όσων δε μέχρι τούδε εξετέθησαν, συμπεραίνομεν ότι... δεν είμεθα υποχρεωμένοι να εμμένωμεν εις την μιαν ερμηνείαν, εφ' όσον βεβαίως και το κείμενο της Αγ. Γραφής βοηθεί και ενθαρρύνει ημάς εις τούτο». Ως όμως είναι λογικόν, αι δύο αυταί ερμηνείαι δεν πρέπει να αλληλοσυγκρούωνται, ούτε και προς άλλα χωρίς της Αγ. Γραφής να έρχωνται εις αντίθεσιν.

(15) Περί της εναλλαγής των όρων λίθος-πέτρα ίδε και τα χωρία: Ρωμ. 9, 33 και Α΄ Πετρ. 2, 7.

(16) Πρβλ. Παν. Μπρατσιώτου, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου , Αθήναι 1949, σελ. 300: « Η καινή και αιωνία πόλις, η αγία Ιεουσαλήμ, η συμβολίζουσα την βασιλεία του Θεού, την Εκκλησίαν αυτού» Πρβλ. και σελ. 308: «Ο εισαγωγικός στίχος 9...δεικνύει το θέμα της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ, τ. ε. της Εκκλησίας» .

(17) Πρβλ. Εβρ. 11, 10: «Ἐξεδέχετο γάρ (Ἀβραάμ) την τους θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης και δημιουργός ὁ Θεός».

(18) Ο Απ. Πέτρος ωμίλησε-ωμολόγησεν εκείνην την ώραν και δι' αυτό ο Κύριος αναφέρεται εις αυτόν. Αν ωμίλει-ωμολόγει άλλος απόστολος, τότε ο Κύριος δεν θα ανεφέρετο και εις εκείνον;

(19) Ωριγένους, Τά εἰς τό κατά Ματθαῖον ἐξηγητικά , PG 13, 997.

(20) Ὅρασις γ΄ ( V , 1), Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών συγγραφέων, τομ. 3 ος , σελ. 45, στ. 5 εξ. Παν. Μπούμη, Ἡ οἰκοδομή τῆς αἰωνίας πόλεως, ἤ ὁ τετραγωνισμός τοῦ κύκλου (Ανάτυπον εκ της «Κοινωνίας»), Β΄ Εκδ. Αθήναι 1976, σελ. 14.

(21) Πρβλ. Β΄ Πετρ. 1,21.

(22) Ωσαύτως αξίζει να προσθέσωμεν και τούτο: Ο Καθηγ. Λεων. Φιλιππίδης (3. α. σελ. 51 εξ.) αφού προηγουμένως παραθέτει διάφορα αποσπάσματα από τας ερμηνείας ή τα σχόλια του Ωριγένους σχετικά με το ανώτερον χωρίον λέγει: «Είναι καταφανείς αι μέχρις αντιθέσεων ερμηνευτικαί επί του αυτού θέματος διακυμάνσεις εν τοις ανωτέρω χωρίοις» (σελ. 53). Εν συνεχεία δε αφού παραθέτει και έτερα διαφόρων ερμηνευτών χωρία λέγει: «Ταύτα ως δειγματοληψία από τινων των εν παλαιοτέροις επιφανεστάτων, διαφωτιστική επί των περί το θέμα διακυμάνσεων της Ερμηνευτικής (σελ. 56). Πρβλ. και την παρατήρησιν του Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη (ε. α. τομ. Α. σελ. 100) περί του ιερού Αυγουστίνου.

(23) Ότι ο όρος πέτρα δύναται να λάβη και αυτήν την έννοιαν του πετρώδους εδάφους, ή και της μεγάλης πέτρας, του βράχου, όστις δύναται να χρησιμεύση ως υποδοχή άλλων λίθων, ίδε και τα εξής αγιογραφικά χωρία:

α) «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ· καί ἐν τῷ σπείρειν...ἕτερον κατέπεσεν ἐπί τήν πέτραν, και φυέν ἐξηράνθη διά τό μή ἔχειν ἰκμάδα» (Λουκ. 8, 5-6). Πρβλ. και Ματθ. 13,5 και 13, 20 ως και Μαρκ. 4, 5 και 4,16: «ἐπί τά πετρώδη».

β) «Καί λαβών το σῶμα ὁ Ἰωσήφ...ἔθηκεν αὐτό ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὅ ἐλατόμησεν ἐν τῆ πέτρᾳ (Ματθ. 27, 59-60). Πρβλ. και Μαρκ. 15, 46 ως και Αποκ. 6,15-16.

(24) Εάν δεν υπήρχε τούτο παντελώς, ίσως υπέκυπτέ τις εις τον πειρασμόν να είπη, ότι έχωμεν αντίφασιν του Ματθαίου προς τον Λουκάν και συγχρόνως αναίρεσιν του ανωτέροω συμπεράσματος. Πάντα όμως εγράφησαν εν σοφία εις την Αγ. Γραφήν.

(25) Αρκεί ενταύθα να υπομνήσωμεν, ότι ο ρόλος της αποστολικής παραδόσεως και της αποστολικής διαδοχής («ἀποστολικῶν διαδοχῶν» κατά τον Καθ. Γερ. Κονιδάρην, Περί τό πρόβλημα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, Αθήνα, 1978, σελ. 9, 15 κ. ε.) είναι βασικώτατος και σημαντικώτατος.

(26) Δια τον λόγον δε τούτον ωνομάσθη «ἀποστολική παράδοσις» και ουχί «πέτρειος παράδοσις».

(27) Εξ άλλου όμως μια διαφωνία είναι δυνατόν να συντελή εις το να ερευνώμεν και να ερμηνεύωμεν τα πράγματα καλλίτερον και πληρέστερον. Να προβαίνωμεν τ.ε. εις επανερμηνείαν των σχετικών χωρίων. Νομίζωμεν ότι τούτο επιβάλλεται, όταν η προτεινόμενη ερμηνεία και προς το κείμενον της Αγ. Γραφής συμφωνή και προς το όλο πνεύμα αυτής και των ιερών κανόνων εναρμονίζεται και εις τας απαιτήσεις της σημερινής εποχής άριστα ανταποκρίνεται. Αυτή δε η πρόοδος είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι) και μια πλευρά της σήμερον υπό μέρους του πληρώματος της Εκκλησίας αναζητουμένης και επιδιωκομένης ανανεώσεως. Πρβλ. τα λεγόμενα και εις την ετέραν ημετέραν εργασίαν: Περί τήν ἐπικοινωνίαν ἡμῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων , σελ. 22-23.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.