ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

πίσω


Αλήθεια είναι και Ιστορία

H προοπτική του λόγου

Η ευχαριστιακή προοπτική

Η Τριαδολογική προοπτική

Αποφατική προοπτική

Η Χριστολογική προοπτική

Η προοπτική της εικόνος

Αλήθεια και Σωτηρία

Η αλήθεια και η κατάσταση της πεπτωκυϊας ύπαρξης

Αλήθεια και πρόσωπο

Η αλήθεια και ο Λυτρωτής

Η αλήθεια και η Εκκλησία

Το σώμα του Χριστού θεμελιώνεται στο νου

Η ευχαριστία ως τόπος της αλήθειας

 

2. Η ευχαριστία ως τόπος της αλήθειας

Πώς η Ευχαριστία αποκαλύπτει το Χριστό ως αλήθεια; Τι σημαίνει ο ισχυρισμός , ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια, για τη ζωή και τη δομή της Εκκλησίας στο φως της ευχαριστιακής της εμπειρίας; Εδώ θα κάνουμε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

α) Η Ευχαριστία αποκαλύπτει το Χριστό-Αλήθεια ως «επίσκεψη» και «κατοικία» (Ιω. 1,19) του Θεού στην ιστορία και τη δημιουργία, ώστε ο Θεός να μπορεί να ειδωθεί στη δόξα της αλήθειας Του και να μπορεί κανείς να συμμετάσχει στην κοινωνία της ζωής Του. Γι΄ αυτό το λόγο η Εκκλησία δεν έχει καμιά άλλη πραγματικότητα ούτε εμπειρία της αλήθειας ως κοινωνίας τόσο τέλεια όσο την Ευχαριστία. Στην Ευχαριστιακή σύναξη συναντά ο λόγος του Θεού τον άνθρωπο και την κτίση όχι εξωτερικά, όπως συνέβαινε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά ως «σάρκα», δηλαδή στο πιο εσωτερικό μέρος της ύπαρξης μας, ως κομμάτι της δημιουργίας. Έτσι, ο λόγος του Θεού δεν κατοικεί στον ανθρώπινο νου ως λογική γνώση ή στην ανθρώπινη ψυχή ως εσωτερική μυστική εμπειρία, αλλά ως κοινωνία στο εσωτερικό μιας κοινότητας. Πρέπει να τονίσουμε κατηγορηματικά, ότι σε αυτήν την κατανόηση του Χριστού ως αλήθειας, ο Χριστός αποκαλύπτεται ο ίδιος ως η αλήθεια όχι σε μια κοινότητα αλλά ως μια κοινότητα. Έτσι η αλήθεια δεν είναι μια έκφραση ή μια έννοια, δεν είναι επίσης μια αλήθεια, η οποία θα έπρεπε να επιβεβαιωθεί ή να αποδειχτεί, αλλά ως οντολογική αλήθεια είναι κάτι, το οποίο υπάρχει: η κοινότητα η ίδια γίνεται αλήθεια.

Ο Χριστός ως αλήθεια δεν αποκαλύπτεται μόνο αλλά και πραγματοποιείται στην ύπαρξή μας ως κοινωνία σε μια κοινότητα κι έτσι η αλήθεια δε μας επιβάλλεται αλλά αναδεικνύεται ανάμεσα μας. Η αλήθεια λοιπόν δεν είναι μια αυθεντία με την έννοια του auctoritas , αλλά είναι πολύ περισσότερο χάρις και αγάπη, η οποία μας περιβάλλει έτσι όπως κι αυτή εμπεριέχεται σε μας υπαρξιακά. Συγχρόνως αυτή η αλήθεια δεν είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνιολογικής εμπειρίας ή μιας ομαδικής εμπειρίας· προέρχεται σαφέστατα από έναν άλλο κόσμο και ως τέτοια δεν παράγεται από εμάς.

β) Αυτό το είδος της αλήθειας δεν έρχεται σε μας ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής μεταβίβασης. Στο σημείο αυτό γίνεται πολύ λεπτό το πρόβλημα και απαιτεί μια επιμελή εξέταση.

Είναι βέβαιο, ότι ο χριστιανισμός θεμελιώνεται σε ένα ιστορικό γεγονός και οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν οι χριστιανοί της εποχής τους, οι οποίοι σκέφτονταν ασφαλώς τη διάσταση της ιστορίας, αν τους συγκρίνουμε με τους αιρετικούς, τους οποίους πολεμούσαν (για τους Πατέρες η αίρεση είναι «καινοτομία»). Εξάλλου η ιστορία, κατανοούμενη υπό το φως της ευχαριστιακής εμπειρίας, δεν είναι το ίδιο με την ιστορία, όπως την κατανοούμε συνήθως. Μάλλον παρουσιάζεται εδώ περιορισμένη μέσω του αναμνηστικού και επικλητικού χαρακτήρα της Ευχαριστίας, η οποία μεταμορφώνει το χρόνο από την αποξένωση και την πτώση σε κοινωνία και ζωή. Έτσι η ιστορία δεν είναι πια μια διαδοχή γεγονότων, η οποία εκτείνεται γραμμικά από το παρελθόν στο παρόν· παίρνει μάλλον μια μελλοντική και μια κάθετη διάσταση. Η ιστορία μεταφέρεται έτσι σε χαρισματικά γεγονότα, σε γεγονότα Πεντηκοστής. Σε μια ιστορία, που κατανοείται έτσι, η αλήθεια δεν έρχεται σε μας μόνο μέσω της αποστολής (ο Χριστός- οι απόστολοι- οι επίσκοποι, σε γραμμική εξέλιξη). Έρχεται ως γεγονός Πεντηκοστής. Μέσου αυτού κερδίζει η γραμμική ιστορία ένα χαρισματικό παρόν. Η χειροτονία ενός επισκόπου γίνεται γι΄ αυτό το λόγο στην ανατολική Εκκλησία αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της Ευχαριστίας (και στην Λειτουργία της ανατολικής Εκκλησίας η γιορτή της Πεντηκοστής γιορτάζεται σε κάθε χειροτονία επισκόπου).

Αυτά φωτίζουν την κατανόηση μας για το «αλάθητο» της Εκκλησίας και τον τρόπο, με τον οποίο εκφράζεται αυτό το αλάθητο μέσω συγκεκριμένων αξιωμάτων. Ήδη ο Ειρηναίος συνδέει με το αξίωμα του επισκόπου ένα συγκεκριμένο charisma veritatis και η αρχαία Εκκλησία ανέπτυξε την ιδέα μιας αποστολικής διαδοχής για τους επισκόπους καθώς και την πρακτική της συνοδικότητας, επίσης για τους επισκόπους. Γιατί όμως προέκυψε από την αρχή αυτός ο συσχετισμός των επισκόπων με την veritas ; Στην άποψη που παρουσιάσαμε, αυτό δε μπορεί να αφορά μια αποστολή της αλήθειας σε συγκεκριμένους φορείς αξιωμάτων. Κάθε επίσκοπος λαμβάνει το charisma veritatis μόνο στην ευχαριστιακή κοινότητα και ως γεγονός Πεντηκοστής κι αυτό δείχνει ότι η αποστολική διαδοχή μεταβαίνει αναγκαστικά από την κοινωνία στην κοινότητα. Ο επίσκοπος είναι στο λειτούργημά του ένας διάδοχος των Αποστόλων καθ΄ όσον είναι η εικόνα του Χριστού στην κοινότητά του. Αυτές τις δύο όψεις (Χριστός- Απόστολοι) δε μπορούσε η αρχαία Εκκλησία να τις φανταστεί χωριστά 115 . Κατά τον ίδιο τρόπο οι σύνοδοι ήταν έκφραση της αλήθειας, ακριβώς επειδή οι επίσκοποι ήταν οι αρχηγοί της κοινότητας τους και γι΄ αυτό το λόγο μπορούσαν να συμμετέχουν στις συνόδους μόνο οι επίσκοποι που είχαν επισκοπή. Η ενότητα στην ταυτότητα των κοινοτήτων είναι η βάση για το συνοδικό αλάθητο.

γ) Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν στο θέμα της διατύπωσης της αλήθειας στην Εκκλησία. Οι δογματικοί όροι μπορούν να κατανοηθούν με δύο διαφορετικούς τρόπους: 1.ως συστηματικές ερμηνείες της αλήθειας, προκειμένου να οδηγήσουν σε μια καλύτερη γνώση του Θεού ή 2. ως σημεία και οδοδείκτες προς το Χριστό ως αλήθεια, μέσω ιστορικών και πολιτιστικών μορφών στην εκάστοτε ιδιαιτερότητα του τόπου και του χρόνου. Αν διατηρήσουμε τη βασική θέση, ότι η αλήθεια δε μπορεί να «κατανοηθεί», τότε πρέπει να απορρίψουμε τον πρώτο τρόπο κατανόησης των δογματικών όρων. Αν δεχτούμε τη δεύτερη, τότε το όλο πρόβλημα των δογμάτων βρίσκει τη θέση του στην προοπτική της αλήθειας και της κοινωνίας μαζί με όλες τις οντολογικές ακολουθίες της αλήθειας, όπως αυτές παρουσιάστηκαν μέχρι τώρα σε σχέση με τη σύνθεση των Ελλήνων Πατέρων. Αν η αλήθεια ως κοινωνία δεν πρέπει να χωριστεί από την οντολογία της ζωής, τότε τα δόγματα είναι κυρίως σωτηριολογικές ομολογίες· ο σκοπός τους βρίσκεται στο να απελευθερώσουν την αρχική εικόνα του Χριστού, της αλήθειας, από τις διαστρεβλώσεις συγκεκριμένων αιρέσεων, προκειμένου να βοηθήσουν την κοινότητα της Εκκλησίας στο να διατηρήσει τη σωστή θεώρηση του Χριστού ως αλήθειας και στο να ζήσει σ΄ αυτήν και δια αυτής της παρουσίας της αλήθειας στην ιστορία. Όλα αποβλέπουν τελικά στο να οδηγήσουν στην κοινωνία της ζωής του Θεού και στο να ενεργούν έτσι, ώστε η αλήθεια να είναι κοινωνία και ζωή. Γι΄ αυτό το λόγο οι αρχαίες σύνοδοι δεν τελείωναν τους όρους τους με αναθέματα, ώστε να φαίνεται, ότι το βασικό σκοπό μιας συνόδου δεν τον δημιουργεί τόσο ο όρος, όσο το ανάθεμα. Ο αφορισμός είχε μια ποιμαντική βάση, να προστατέψει δηλαδή την κοινότητα από διαστρεβλώσεις της εικόνας της αλήθειας, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο το σωτηριολογικό περιεχόμενο της αλήθειας. Αν μετά από έναν όρο και ένα ανάθεμα αιρόταν η κοινωνία, τότε αυτό συνέβαινε εξ΄ αιτίας του γεγονότος, ότι η Ευχαριστία απαιτεί μια κοινή θεώρηση του Χριστού. Ο σκοπός της συνόδου ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία και όταν κανείς διατύπωνε και αποδεχόταν ομολογίες πίστεως, τότε δεν ήθελε μ΄ αυτό να παρέχει υλικό για τη θεολογική σκέψη αλλά να δώσει στις ευχαριστιακές κοινότητες έναν σωστό προσανατολισμό. Έτσι μπορεί κανείς να πει, ότι οι συμβολικοί όροι δε φέρουν πάνω τους τη σχέση προς την αλήθεια, αλλά μόνο κατά την πραγματοποίηση της δοξολογικής αναφοράς της λειτουργικής κοινότητας.

Αυτοί οι «όροι» κατέχουν συγχρόνως μια ορισμένη χαρακτηριστική πραγματικότητα. Ποιά σχέση με την αλήθεια φέρουν αυτές οι διατυπώσεις στο φως της ευχαριστιακής θεώρησης της αλήθειας; Εδώ μπορούμε να ερευνήσουμε ένα άλλο λεπτό πρόβλημα.

Στην πορεία αυτής της πραγματείας δείξαμε, ότι η αλήθεια δε μπορεί να κατανοηθεί κι έτσι ούτε να αντικειμενικοποιηθεί και να οριστεί. Πώς πρέπει όμως να κατανοήσει κανείς τα δόγματα, όταν αυτά δε θεωρούνται ως «διατυπώσεις» ή «όροι» της αλήθειας για τη φύλαξή της κάτω από τις ιστορικές και πολιτιστικές συνθήκες;

Αν ξεκινήσουμε τον συλλογισμό μας από μια ιστορική κατανόηση της αλήθειας, δηλαδή από τα δόγματα στον σωτηριολογικό και δοξολογικό τους χαρακτήρα, που αναφέρθηκε προηγουμένως, τότε αυτά τα δόγματα παρουσιάζουν ένα είδος αποδοχής, αγιασμού και συγχρόνως υπέρβασης της ιστορίας και του πολιτισμού. Μοιάζει με την Ευχαριστία, η οποία δέχεται στοιχεία από την κτίση και την καθημερινή ζωή του λαού και τα μεταμορφώνει σε κοινωνία. Κατά παρόμοιο τρόπο στη συνοδική και χαρισματική διαδικασία της δογματικής διατύπωσης γίνονται ορισμένα ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία (γλώσσα, έννοιες κ.ά) φορείς και σημεία της κοινωνίας . Εισχωρούν στον τρόπο σκέψης διαφορετικών κοινοτήτων, από τις οποίες χρησιμοποιούνται στην ευχαριστιακή κοινωνία κι έτσι γίνονται αυτά τα ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία δομικά στοιχεία της κοινωνίας και αποκτούν έτσι έναν άγιο χαρακτήρα και μια μονιμότητα στη ζωή της εκκλησίας. Ιστορία και πολιτισμός γίνονται αποδεκτά αλλά συγχρόνως τίθενται υπό την εσχατολογική προσδοκία για να μην υποτάσσεται η αλήθεια στην ιστορική και πολιτιστική ενσάρκωση. Ως παράδειγμα γι΄ αυτό θα μπορούσαν να χρησιμέψουν ορισμένοι όροι και έννοιες, τις οποίες υιοθέτησε η Εκκλησία για τις δογματικές της διατυπώσεις από τον ελληνικό πολιτισμό, όπως π.χ. οι όροι καθολικός ή πρόσωπον ή υπόστασις . Κατά την ιστορική και πολιτιστική προέλευση, αυτές είναι λέξεις ελληνικές. Θα είχε όμως ο Αριστοτέλης κατανοήσει τη σημασία τους, αν του δινόταν να διαβάσει το σύμβολο της Νίκαιας ? Κωνσταντινουπόλεως; Αν αυτές οι λέξεις συνδέονται μόνο με την ιστορία και τον πολιτισμό, θα έπρεπε να τις κατανοήσει. Αν όμως, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, δε μπορούσε να τις κατανοήσει τότε πρέπει να συνέβη κάτι πολύ σημαντικό με αυτά τα ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία μέσω του γεγονότος, ότι αυτά συνδέθηκαν με τη σκέψη και τη ζωή της Εκκλησίας. Σ΄ αυτή την κατεύθυνση θα θέλαμε να κατανοήσουμε την πίστη στα δόγματα. Το νόημα τους δε βρίσκεται στο ότι εκθέτουν ορισμένες αλήθειες ή την Αλήθεια λογικά, αλλά στο ότι έχουν γίνει έκφραση και σημεία της κοινωνίας εντός της χριστιανικής κοινότητας. Επειδή η κοινωνία περιγράφει μια σχέση, εμπίπτει αναπόφευκτα στην τάξη της ενσάρκωσης κι έτσι πραγματοποιεί την αλήθεια hic et nunc , με το να προσλαμβάνει την ιστορία και τον πολιτισμό. Συγχρόνως βρίσκεται στην αλήθεια ως κοινωνία ένα προφητικό και κριτικό στοιχείο. Αυτό εμφανίζεται στην αποδοχή κι όχι στην απόρριψη των ιστορικών μορφών. Ο Χριστός ως αλήθεια είναι ο κριτής του κόσμου λόγω του ότι προσέλαβε τον κόσμο στον εαυτό του.

Αυτό σημαίνει, ότι κάθε διάρρηξη του συνδέσμου μεταξύ δόγματος και κοινότητας, οφείλεται στην διάρρήξη του συνδέσμου μεταξύ αλήθειας και κοινωνίας. Τα δόγματα, όπως και το αξίωμα, δεν μπορούν να επιβιώσουν ως αλήθεια έξω από το γεγονός της δημιουργημένης από το ?γιο Πνεύμα κοινωνίας. Δεν μπορεί μια έννοια ή μια διατύπωση να ενσωματώσει την αλήθεια στον εαυτό της, διότι τότε θα κατέληγε κανείς πάλι στην ελληνική αντίληψη περί αλήθειας. Η ακαδημαϊκή θεολογία μπορεί βέβαια να ασχοληθεί με τη διδασκαλία, αλλά μόνο η κοινωνία της Εκκλησίας συντελεί στο να κάνει τη θεολογία να είναι αλήθεια. 116 . Με μια τέτοια κατανόηση των δογμάτων διατηρείται η υπεράσπιση των Ελλήνων Πατέρων έναντι μιας θεωρητικής σύλληψης της ιδέας της αλήθειας χωρίς μάλιστα να αίρεται η ιστορικότητα της αλήθειας.

δ) Στην Ευχαριστία φαίνεται, ότι η αλήθεια δεν αφορά μόνο την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά ότι έχει βαθιές κοσμικές διαστάσεις. Στην Ευχαριστία αποκαλύπτεται ο Χριστός ως η ζωή και η ανακεφαλαίωση όλης της δημιουργίας. Μια από τις βασικές δυσκολίες στην ελληνική κατανόηση της αλήθειας βρίσκεται στο ότι η αλήθεια δεν μπορεί να κατανοηθεί και να διατυπωθεί μόνο με τον ανθρώπινο λόγο. Βέβαια μέσα σ? όλη τη δημιουργία μόνο ο άνθρωπος είναι προικισμένος με λόγο κι αυτός ο λόγος του τον καθιστά, σύμφωνα πάλι με την κατανόηση των Ελλήνων Πατέρων, κύριο της δημιουργίας. Η ευχαριστιακή εμπειρία αποκαλύπτει έτσι, ότι αυτός ο λόγος του ανθρώπου πρέπει να κατανοηθεί ως ένα στοιχείο, το οποίο ενώνει τη δημιουργία για να τη συνδέσει με το Θεό μέσω των χειρών του ανθρώπου, έτσι ώστε ο Θεός ?και όχι ο άνθρωπος- να είναι «τα πάντα εν πάσι». Αυτή η ευχαριστιακή ή ιερατική λειτουργία του ανθρώπου συνδέει τη δημιουργημένη φύση με την αέναη ύπαρξη κι έτσι την απελευθερώνει από την υποδούλωση της αναγκαιότητας με το να της επιτρέπει την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της στο έπακρο. Αν με τη βασική ιδέα αυτής της πραγματείας, η κοινωνία είναι ο μόνος δρόμος, στον οποίο μπορεί να υφίσταται η αλήθεια ως ζωή, τότε πρέπει η φύση, που δεν κατέχει ούτε πρόσωπο ούτε κοινωνία, «να στενάζει και να ανησυχεί» με την προσδοκία της λύτρωσης του ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να την τοποθετήσει στο γεγονός της κοινωνίας που δημιουργήθηκε απ? το Θεό. Είναι καθήκον του ανθρώπου να αφήσει να αναδειχτεί από την φύση μια ευχαριστιακή πραγματικότητα, δηλαδή να κάνει την ίδια τη φύση ικανή για κοινωνία. Αν ο άνθρωπος το κάνει αυτό, τότε η αλήθεια αποκτά σημασία για όλο τον κόσμο. Ο Χριστός γίνεται ένας κοσμικός Χριστός και ο κόσμος στο σύνολό του γίνεται κατοικία της αλήθειας, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κοινωνία με το δημιουργό της. Έτσι η αλήθεια γίνεται η ζωή του είναι.

Με αυτές τις σκέψεις οδηγούμαστε αρκετά πιο πέρα από τη θεολογική αλήθεια, με τη στενή και συνηθισμένη έννοια της λέξης θεολογική, κι έτσι συναντάμε την αλήθεια στο χώρο των φυσικών επιστημών. Για μεγάλο χρονικό διάστημα παρουσιάζονταν οι φυσικές επιστήμες και η θεολογία να έχουν στην έρευνα διαφορετικές απόψεις για την αλήθεια, σα να μην ήταν η αλήθεια μόνο μία στο σύνολο της ύπαρξης. Αυτό ήταν μάλιστα το αποτέλεσμα του γεγονότος, ότι η αλήθεια υποτάχτηκε στη διχοτόμηση υπερβατικού και ενυπάρχοντος και του ότι, σε τελική ανάλυση, η θεολογική και η επιστημονική άποψη της αλήθειας είχαν απομακρυνθεί από την κατανόηση της κοινωνίας. Τη θεωρούσαν μόνο υπό το πρίσμα της σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου στα πλαίσια της αναλυτικής μεθόδου έρευνας. Η ριζική ανατροπή, που προκάλεσε ο Αϊνστάιν στην επιστήμη, οδήγησε σε έναν πλήρη επαναπροσανατολισμό της επιστημονικής έρευνας στην κατανόηση της αλήθειας 117 . Τα συμπεράσματα που εξήχθησαν πρέπει να μελετηθούν σε όλη τους την έκταση . αυτό όμως που φάνηκε με μεγάλη σαφήνεια είναι, ότι η ελληνική κατανόηση του είναι επηρεάστηκε αποφασιστικά από την έννοια της σχέσης: για τις φυσικές επιστήμες της εποχής μετά τον Αϊνστάιν το είναι έγινε μια υπόθεση σχέσης. Έτσι και η επιστημονική αλήθεια καταλήγει ουσιαστικά σ? αυτό, στο οποίο έφτασαν οι Έλληνες Πατέρες σε φιλοσοφικό επίπεδο 118 κι έτσι δίνεται η δυνατότητα να μιλάμε για μια μοναδική αλήθεια στον κόσμο, την οποία μπορεί κανείς να πλησιάσει και επιστημονικά και θεολογικά. Αν χρησιμοποιήσει κανείς στη θεολογία δημιουργικά τη σύνθεση αλήθειας και κοινωνίας των Ελλήνων Πατέρων και θαρραλέα την εφαρμόσει στο χώρο της Εκκλησίας, τότε θα μπορούσε να ξεπεραστεί η διχοτόμηση Εκκλησίας και επιστήμης. Ένας επιστήμονας, που είναι μέλος της Εκκλησίας, θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει, ότι επιτελεί ένα παρα-ευχαριστιακό έργο κι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση της φύσης από την υποδούλωση στα χέρια του μοντέρνου τεχνολογικά ανθρώπου. Η ευχαριστιακή αντίληψη περί αλήθειας μπορεί έτσι να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την αυταρχικότητά του έναντι της φύσης και να τον κάνει να συνειδητοποιήσει, ότι ο Χριστός ως αλήθεια είναι εδώ για τη ζωή όλου του κόσμου και ότι η θέωση, που έρχεται μέσω του Χριστού ως κοινωνία με τη θεία ζωή (Πετρ. Β? 1,4), δεν αναφέρεται μόνο στον άνθρωπο, αλλά «σ? ολόκληρη τη φύση» 119 .

ε) Τελικά, η ευχαριστιακή κατανόηση της αλήθειας κάνει επίσης σαφές, πώς η αλήθεια γίνεται ελευθερία (Ιω. 8,32). Όπως αναφέρθηκε ήδη σχετικά με το ερώτημα για τη σχέση της αλήθειας με την πεπτωκυία ύπαρξη, η ελευθερία έγκειται σ? αυτή τη συνάφεια στην επιλογή μεταξύ διαφορετικών δυνατοτήτων: μεταξύ της άρνησης και της κατάφασης, μεταξύ του καλού και του κακού. Αυτή η δυνατότητα επιλογής βασίζεται στις εξατομικεύσεις και τις διχοτομήσεις του είναι, κι από αυτά προκύπτει, ότι ο άνθρωπος αναφέρει επίμονα όλο το είναι στον ίδιο του τον εαυτό. Η υπέρβαση αυτών των διχοτομιών είναι ακριβώς αυτό, που εμείς χαρακτηρίζουμε ως «καθολικότητα» της ύπαρξης στον Χριστό και το σώμα Του, στην καθολική Εκκλησία. Πρόκειται γι? αυτό το είδος καθολικότητας της ύπαρξης, όπως το παρουσιάζει η ευχαριστιακή κοινότητα στην ίδια τη δομή της 120 . Η ελευθερία, η οποία χαρίζει στην κτίση τον Χριστό ως αλήθεια, είναι ακριβώς αυτή η απελευθέρωση από τη διαίρεση και την εξατομίκευση κι έτσι δημιουργείται στην κοινωνία η δυνατότητα της διαφορετικότητας.

Αν όμως η αλήθεια ως ελευθερία έχει τη βάση της στην Εκκλησία, τότε προκύπτει μια νέα αντίληψη περί ελευθερίας, η οποία δεν προσδιορίζεται από την ελευθερία της επιλογής, αλλά από την κίνηση της μόνιμης κατάφασης, του διαρκούς «αμήν». Ο συγκεντρωμένος στην Ευχαριστία λαός του Θεού πραγματοποιεί αυτή την ελευθερία με τη μορφή αυτής μόνο της κατάφασης: δεν είναι το «ναι» και το «όχι» μαζί, που προσφέρει ο Θεός στο Χριστό, αλλά μόνο το «ναι», το οποίο αντιστοιχεί στο ευχαριστιακό «αμήν» (Κορ. Β? 1, 19-20) 121 . Είναι λοιπόν σαφές, ότι η Ευχαριστία περιλαμβάνει μια κατανόηση της αλήθειας, η οποία δεν είναι αυτού του κόσμου και η οποία εμφανίζεται ίσως ως μη πραγματική και ακατάλληλη σε σχέση με τη ζωή. Όπως όμως ήδη δείξαμε σχετικά με τις σκέψεις μας για την Χριστολογία, το οντολογικό περιεχόμενο της αλήθειας δεν αδειάζει, όταν κανείς δεν το συνδέει με άλλη πράξη παρά με την πεπτωκυία. Η εξατομίκευση του είναι μέσω της πτώσης μας κάνει να αναζητούμε την ασφάλεια σε διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, αλλά η αλήθεια της κοινωνίας δε μας προσφέρει τέτοιου είδους ασφάλεια. Πολύ περισσότερο μας απελευθερώνει από τη σκλαβιά των αντικειμενικών «πραγμάτων» με το να τοποθετεί όλα αυτά τα πράγματα κι εμάς τους ίδιους στο γεγονός της κοινωνίας. Γι? αυτό το ?γιο Πνεύμα είναι και ελευθερία και κοινωνία (Κορ. Β? 3,17 . 13, 13).

Μόνο στην κοινωνία είναι ο άνθρωπος ελεύθερος. Αν η Εκκλησία θέλει να είναι ο τόπος της ελευθερίας, τότε πρέπει να τοποθετήσει όλα τα «αντικείμενα», που κατέχει ?όποια κι αν είναι αυτά (Γραφή, Μυστήρια, αξίωμα, κ.ά.)- στο γεγονός της κοινωνίας για να τα κάνει «αληθινά» και να ελευθερώσει τα μέλη της έναντι τέτοιων αντικειμένων, παρόλο που γίνονται σ? αυτά και μέσω αυτών κανάλια της κοινωνίας. Οι χριστιανοί πρέπει να μάθουν, ότι δεν πρέπει να στηρίζονται σε «αντικειμενικές αλήθειες», σε εγγυήσεις για την αλήθεια, αλλά ότι πρέπει να ζουν με ένα επικλητικό τρόπο , δηλαδή με το να στηρίζονται στο γεγονός της κοινωνίας, στο οποίο τους εισάγει η δομή της Εκκλησίας. Η αλήθεια ελευθερώνει τοποθετώντας τα όντα σε κοινωνία.

115 Αυτό είναι ιδιαίτερα σαφές στον Ιππόλυτο , Αποστ. Παραδ. 3 (προσευχή χειροτονίας του επισκόπου).

116 Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός, ότι η αρχαία Εκκλησία εξέφραζε την πίστη της επίσημα μέσω των συνόδων των επισκόπων, δηλαδή των αρχηγών των ευχαριστιακών κοινοτήτων και όχι των θεολόγων.

117 πρβλ. T.F.Torrance , Space, Time and Incarnation, London, New York, Oxford 1969.

118 όπ.π.

11 9 πρβλ. Αθανασίου , Προς Σερ. Ι,23.

120 Λεπτομερέστερα για το σημείο αυτό βλ. J.D.Zizioulas , La communaute eucharistique et la catholicite de l? Eglise, στο : Istina 14, 1969, 67-88.

121 Στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε σ? αυτή την πραγματεία, η αλήθεια τοποθετείται πάνω απ? αυτό, το οποίο εμείς χαρακτηρίζουμε ως ηθική αλήθεια . Η δυνατότητα επιλογής, την οποία ορίζει η ηθική αλήθεια, προέρχεται από την εξατομίκευση, όπως αυτή συνδέεται με την πτώση (βλ. πιο πάνω, ΙΙΙ,1). Στο σημείο αυτό βρίσκεται πραγματικά ένας περιορισμός της αλήθειας, επειδή η επιλογή αναφέρεται σε δεδομένες και κατά συνέπεια σε εξαναγκαστικές δυνατότητες. Αν ο Θεός τοποθετείται πάνω από τη θέληση (Αθανάσιος) ή πέρα από την κατάφαση και την άρνηση (Μάξιμος) (βλ. πιο πάνω, ΙΙ, 3 και 4), οι Έλληνες Πατέρες ήθελαν συγχρόνως να τοποθετήσουν την ελευθερία πάνω από τον περιορισμό της επιλογής και του δεδομένου: ο Θεός είναι πραγματικά ελεύθερος, διότι δεν έχει τίποτα, το οποίο θα του ήταν «δεδομένο» κι έτσι υπάρχει πέρα από την κατάφαση και την άρνηση. Αυτό όμως δεν πρέπει να είναι μόνο μια αρνητική δήλωση. Ο Θεός είναι τελείως ελεύθερος με θετική πολύ περισσότερο έννοια και μάλιστα στην αιωνιότητά Του, δηλαδή δε συγκρίνεται με τίποτα, το οποίο, όπως κάθε άλλο ον, έχει μια αρχή. Ορίζει θετικά την ύπαρξή Του μέσω ενός γεγονότος κοινωνίας: είναι ο Πατέρας, διότι έχει αιώνια έναν Υιό, μέσω του οποίου αυτοπροσδιορίζεται ως Πατέρας (βλ. πιο πάνω, υποσ. 77). Έτσι παρουσιάζεται η ύπαρξη του Θεού πραγματικά ελεύθερη έναντι ενός «δεδομένου» και με μια διαφορετικότητα, η οποία δεν υπόκειται στην εξατομίκευση. Μια ελευθερία αυτού του είδους προσφέρεται στον άνθρωπο εν Χριστώ ως η εσχατολογική δόξα των παιδιών του Θεού. Το ?γιο Πνεύμα χαρίζει ήδη μια πρόγευση καθ΄ όσον κατευθύνει την κοινότητα της Εκκλησίας στην ιστορία. Μ? αυτή την έννοια η ευχαριστιακή κοινωνία, ως το εντελώς ιδιαίτερο εσχατολογικό γεγονός της Εκκλησίας, είναι μια κατάφαση (επιβεβαίωση), ένα «αμήν». Αποκαλύπτει μια κατάσταση της ύπαρξης χωρίς άρνηση, όντας η ίδια ελεύθερη έναντι κάθε άρνησης του είναι και της ζωής, δηλαδή του θανάτου. Η ελευθερία, η οποία έγκειται στην κατάφαση μέσω της κοινωνίας, είναι μια ελευθερία από την εξατομίκευση και το θάνατο, μια κατάφαση του είναι . Βεβαίως αυτή δεν είναι μια ηθική, αλλά μια οντολογική ελευθερία, η οποία προέρχεται από την ταύτιση του είναι και της αλήθειας με την κοινωνία.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.