ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση

Β. Ι. Φειδά , Εκκλησία, Οικουμένη, Πολιτική,
Χαριστήρια στον Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Δαμασκηνό,
Αθήνα 2007, σελ. 613-624.

 

1. Χρηστική ερμηνεία του ρόλου της Θρησκείας

Η Θρησκεία υπήρξε σε όλες τις περιόδους της ιστορίας ένας σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση και τη λειτουργία των κοινωνιών, άλλοτε σε μεγαλύτερο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό. Η ιδιαίτερη πνευματική σχέση, η οποία αναπτύσσεται μεταξύ της Θρησκείας και των πιστών μελών της, αισθητοποιείται σαφέστεροι, στη σύγχρονη κοινωνία των πολιτών μέσα από τις δημοκρατικές της εκφράσεις, ανάλογα, βεβαίως προς το ειδικώτερο περιεχόμενο της διδασκαλίας κάθε Θρησκείας για τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Οι θεωρητικές αρχές μιας Θρησκείας ασκούν πράγματι μία αμεσώτερη επιρροή στην κοινωνία των μελών της και έχουν επιδείξει στην ιστορική πορεία των Θρησκειών μία εντυπωσιακή αντοχή όχι μόνο σε ευτυχείς περιόδους, αλλά και σε χαλεπούς καιρούς σκληρών διώξεων.

Η διαπίστωση αυτή δεν επιδέχεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση για το ιστορικό παρελθόν και οπωσδήποτε επιβεβαιώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στους νεώτερους χρόνους Είναι πράγματι κοινή η διαπίστωση ότι ο υπεύθυνος πολιτικός ή πνευματικός ηγέτης, ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε προσωπικές ή ιδεολογικές του πεποιθήσεις, οφείλει όχι μόνο να αναγνώριση, αλλά και να σεβασθή την ιδιαίτερη ευαισθησία των λαών για την ελεύθερη έκφραση του θρησκευτικού τους αισθήματος, ιδιαίτερα σε μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Άλλωστε, αυτό υπαγορεύεται από την Οικουμενική Διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτό κατοχυρώνεται από την θεμελιώδη αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας σε όλα τα δημοκρατικά συντάγματα της εποχής μας και αυτό επιτάσσει ο πολιτικός ρεαλισμός σε μία ευνομούμενη σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία.

Εν τούτοις, οι ιστορικές προλήψεις αιώνων και ο ενδιάθετος θρησκειακός ανταγωνισμός σε όλες τις μεγάλες Θρησκείες διευκόλυναν τη χρησιμοποίηση τους για την εξυπηρέτηση και άσχετων προς την πνευματική τους αποστολή κυνικών, πολιτικών, κοινωνικών ή άλλων σκοπιμοτήτων. Οι σκοπιμότητες αυτές επιβάρυναν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όλες τις Θρησκείες με επικίνδυνες συγχύσεις, αβάσιμες προλήψεις ή και οξύτατες αντιπαραθέσεις , οι οποίες υπέθαλψαν ποικίλα νοσηρά φαινόμενα θρησκευτικού φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Έτσι, η Θρησκεία, καίτοι είναι από τη φύση της και από την πνευματική αποστολή της στον κόσμο ένας σημαντικός παράγοντας ειρήνης, ανέχθηκε ή και υποστήριξε ορισμένες φορές ακόμη και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των λαών, οι οποίες τραυμάτισαν όχι μόνο τις διαθρησκειακές σχέσεις, αλλά και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών.

Υπό την έννοια αυτή, τα συγκλονιστικά γεγονότα, τα οποία συνόδευσαν την πρόσφατη κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, επιβεβαιώνουν την εντυπωσιακή ιστορική αντοχή τόσο της εθνικής όσο και της θρησκευτικής αυτοσυνειδησίας των λαών . Βεβαίως, είναι ορθή η διαπίστωση ότι η Θρησκεία, η οποιαδήποτε Θρησκεία, ούτε πόλεμο μπορεί να κάνη από μόνη της, αλλ ' ούτε και ειρήνη, καίτοι η Θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιηθή από σχετικούς ή και άσχετους προς αυτήν παράγοντες (εθνικισμός, κρατισμός, ιδεολογία, κ.λπ.) για να διαμόρφωση σε μία κοινωνία τόσο τον άνθρωπο της ειρήνης, όσο και τον άνθρωπο του πολέμου. Ωστόσο, τα γνωστά διεθνιστικά οράματα ή και οι αθεϊστικοί παροξυσμοί της νεώτερης κυρίαρχης κρατικής ιδεολογίας όχι μόνο δεν τις αποδυνάμωσαν, όπως συστηματικά επιδίωκαν, αλλ' αντιθέτως ερέθισαν ακόμη και τις πλέον ακραίες ή και νοσηρές τους εκφράσεις στη ζωή των λαών.

Πράγματι, σήμερα παρακολουθούμε έκπληκτοι μία βίαιη ή και επικίνδυνη έκρηξη θρησκευτικής μισαλλοδοξίας σε τοπική και σε παγκόσμια κλίμακα, η οποία όχι μόνο τρέφεται από τις ανερμάτιστες εθνικιστικές φαντασιώσεις του παρελθόντος, αλλά και αντιπαρέχει συγχρόνως σε αυτές έναν αλλοπρόσαλλο θρησκευτικό φανατισμό με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον. Ανεξάρτητα λοιπόν από τις οποιεσδήποτε χρηστικές ή σχηματικές αξιολογήσεις των χαρακτηριστικών στοιχείων κάθε εποχής των νεωτέρων χρόνων, είναι βέβαιον ότι τα επισημαινόμενα σε κάθε μία από αυτές στοιχεία εκφράζουν τις προφανείς ιδιαιτερότητες τους. Έτσι, αν ο ΙΘ' αιώνας χαρακτηρίσθηκε πράγματι από έναν έντονο ανταγωνισμό των εθνών και ο Κ' αιώνας από έναν έντονο ανταγωνισμό των ιδεολογιών, τότε ο ΚΑ' αιώνας κινδυνεύει να χαρακτηρισθή από έναν έντονο ανταγωνισμό των θρησκειών, ο οποίος, αν δεν ελέχθη ή αναχαιτισθή έγκαιρα, θα προκαλέση μία βαθύτατη κρίση στην ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων πολιτισμικών παραδόσεων.

Είναι προφανές ότι όλες οι σύγχρονες τοπικές, περιφερειακές ή και ευρύτερες συγκρούσεις σε παγκόσμια κλίμακα παρουσιάζουν έντονα τα νοσηρά φαινόμενα της μισαλλοδοξίας και του θρησκευτικού φανατισμού, τα οποία εκδηλώνονται με βιαιότερο τρόπο στον μουσουλμανικό κυρίως κόσμο και μάλιστα υπό τη μορφή ενός «ιερού πολέμου». Μία νηφάλια όμως προσέγγιση των νοσηρών αυτών φαινομένων δεν μπορεί να παραθεωρήση αφ' ενός μεν την έντονη εσωστρέφεια της λεγόμενης ι σλαμικής αφυπνίσεως για την επιβολή των αρχών του Κορανίου στην οργάνωση ή και στη λειτουργία κάθε συντεταγμένης σε κρατική οντότητα μουσουλμανικής κοινωνίας, αφ' ετέρου δε τη βίαιη απόρριψη των δυτικών χριστιανικών προτύπων οργανώσεως ή και λειτουργίας της κρατικής εξουσίας στον μουσουλμανικό κυρίως κόσμο, τα οποία θεωρούνται ξένα ή και αντίθετα προς τις σχετικές αρχές του Κορανίου.

Συνεπώς, οι εσωτερικές πολιτικοθρησκευτικές ζυμώσεις, οι οποίες απορρέουν και από μία ενδιάθετη αντιπαλότητα του μουσουλμανικού κόσμου προς τον χριστιανικό κυρίως κόσμο της Δύσεως, γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται ενοχλητικότερες για τους μονοσήμαντους οικονομικούς σχεδιασμούς της παγκοσμιοποιήσεως των πλούσιων κυρίως κρατών της Δύσεως. Οι εσωτερικές αυτές θρησκευτικές ζυμώσεις στον σύγχρονο μουσουλμανικό κόσμο γίνονται σήμερα αισθητότερες ή και απειλητικότερες όχι μόνο γιατί η προοπτική της παγκοσμιοποιήσεως εμπεριέχει στον φιλόδοξο σχεδιασμό της και τον μουσουλμανικό κόσμο, αλλά και γιατί ο μουσουλμανικός κόσμος από 250 εκατομμύρια στις αρχές του Κ' αιώνα έχει πλέον εκτιναχθή στα 1.200 εκατομμύρια, με μία αισθητή μάλιστα παρουσία του και στον δυτικό κόσμο.

 

2. Σύγχυση λειτουργιών μεταξύ της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας

Είναι κοινή η διαπίστωση ότι η οποιαδήποτε εξέλιξη στην εσωτερική αντιπαράθεση μεταξύ της κοσμικής και της θ ρησκευτικής εξουσίας στον μουσουλμανικό κόσμο θα οδήγηση τελικώς σε μία ουσιαστική ενίσχυση της στροφής των μουσουλμανικών κρατών προς τις αρχές του Κορανίου , οι οποίες θα προσδιορίσουν με βάση τις αρχές αυτές, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όχι μόνο την εσωτερική τους ταυτότητα, αλλά και την ποιότητα των διεθνών τους σχέσεων. Ωστόσο, οι αρχές του Κορανίου δεν γνωρίζουν και συνεπώς δεν στηρίζουν μία οποιαδήποτε αυτονομημένη από τη θρησκευτική ηγεσία της μουσουλμανικής κοινωνίας κρατική εξουσία, η οποία θεωρείται μία επαχθής και σε ορισμένες περιπτώσεις απαράδεκτη συνέπεια της εποχής της αποικιοκρατίας , γι' αυτό και, παρά την άκριτη υποστήριξη του δυτικού κόσμου, η αυτονομημένη πολιτική εξουσία θα αναγκασθή από τα πράγματα να συμπράξη τελικώς με τη θρησκευτική εξουσία.

Συνεπώς, η επικέντρωση της πολιτικής του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως σε μία μονοσήμαντη υποστήριξη της εκκοσμικευμένης κρατικής εξουσίας στα μουσουλμανικά κράτη, η οποία γίνεται συνήθως με άκομψο ή και επιπόλαιο τρόπο, δεν βρίσκει σε αυτά τα επιθυμητά ή αναγκαία κοινωνικά ερείσματα, ενώ μάλλον ερεθίζει τη θρησκευτική μισαλλοδοξία των μουσουλμανικών κοινωνιών, την οποία στρέφει ακόμη και εναντίον της νομιμότητας ακόμη και της δικής τους εκκοσμικευμένης κρατικής εξουσίας. Αντιθέτως, η στροφή της πολιτικής του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως προς μία πληρέστερη κατανόηση τον σύνθετου ή και πολύπλοκου φαινομένου του Ισλάμ είναι αναγκαία , αφ' ενός μεν γιατί θα καθιστούσε αξιοπιστότερη την πολιτική πρακτική του, αφ' ετέρου δε γιατί θα ενίσχυε τον φιλειρηνικό ρόλο της Θρησκείας και στον μουσουλμανικό κόσμο.

Η κυριώτερη αιτία της σύγχρονης δυσκολίας αμοιβαίας κατανοήσεως ή και εποικοδομητικής συνεργασίας των πολιτικών ηγεσιών του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως και του μουσουλμανικού κόσμου της Ανατολής, κατά την προσωπική μας ιστορική κρίση, πηγάζει αφ' ενός μεν από το γεγονός ότι οι δύο αυτοί κόσμοι δεν εβίωσαν ποτέ στο παρελθόν την εμπειρία μιας συμβατικής έστω ειρηνικής συνυπάρξεως, όπως λ.χ. οι Ορθόδοξοι λ αοί της Ανατολής, αφ' ετέρου δε από το γεγονός ότι η νεώτερη αντιθεϊστική ιδεολογία του εκκοσμικευμένον Κρατισμού, όπως αυτή μορφοποιήθηκε ως αναπαλλοτρίωτο στοιχείο της έννοιας του νεώτερου δημοκρατικού πολιτεύματος μετά τη Γαλλική Επανάσταση (1789) σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Έτσι, η εκκοσμικευμένη ή και αντιθεϊστική κρατική αυτή εξουσία δεν μπορεί να κατανοηθή και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να λειτουργήση τουλάχιστον με το ίδιο σχήμα ή πολύ περισσότερο με το ίδιο πνεύμα στους μουσουλμανικούς λαούς.

Η δυσχέρεια όμως αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να ερμηνεύεται από τον χριστιανικό κόσμο της Δύσεως, όπως συνήθως γίνεται, ως μία συνειδητή άρνηση ή και απόρριψη από τον μουσουλμανικό κόσμο των θεμελιωδών αρχών της έννοιας της Δημοκρατίας. Πράγματι, μία τέτοια ερμηνεία θα ήταν άδικη για τον μουσουλμανικό κόσμο, ο οποίος δεν έχει τις ίδιες προϋποθέσεις ή τα ίδια κριτήρια μέσα από τη δική του πνευματική κληρονομιά, όπως έχουν αυτά μέσα από τη δική τους πνευματική κληρονομιά οι χριστιανικοί λαοί, για την προσαρμογή του σε μία εκκοσμικευμένη και οπωσδήποτε συμβατική πολιτική θεωρία του χριστιανικού κόσμου. Είναι προφανές ότι, τόσο η δυσχέρεια του μουσουλμανικού κόσμου όσο και η ευχέρεια του χριστιανικού κόσμου για την προσαρμογή τους στη νεώτερη πολιτική θεωρία προσδιορίζονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από τη διαφορετική κατανόηση ή ερμηνεία της έννοιας ή και της λειτουργίας της πολιτικής εξουσίας, κυρίως δε κατ' αναφοράν προς τη θρησκευτική κοινότητα σε ένα συγκεκριμένο σύγχρονο κράτος. Στα πλαίσια αυτά κατανοείται όχι μόνο η απροθυμία των μουσουλμανικών λαών να υιοθετήσουν τα δημοκρατικά συστήματα του χριστιανικού κόσμου, αλλά και η προθυμία τους να υποστηρίζουν τις τάσεις επιστροφής τους στις αρχές του Κορανίου για τη θρησκευτική ταυτότητα του μουσουλμανικού κράτους. Και οι δύο αυτές τάσεις αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία εκφράσεως της λεγομένης ισλαμικής αφυπνίσεως και προκαλούν ανεπιθύμητες συγχύσεις στην όλη λειτουργία των διεθνών σχέσεων των μουσουλμανικών κρατών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι μεταγενέστερες προσπάθειες εισαγωγής μιας συμβατικής λειτουργικής διακρίσεως μεταξύ της θρησκευτικής και της πολιτικής ηγεσίας , όπως λ.χ. στην περίπτωση του σουλτάνου του οθωμανικού κράτους, δεν μπόρεσαν να καθιερώσουν αφ' ενός μεν την πλήρη αυτονόμηση της πολιτικής εξουσίας από τον θείο νόμο (Sariah), αφ' ετέρου δε την πλήρη αποσύνδεση της έννοιας της εξουσίας από το φυσικό πρόσωπο του φορέα της. Έτσι, ούτε η αντιπροσωπευτική ούτε η συλλογική άσκηση της εξουσίας του εκκοσμικευμένου ή λαϊκού κράτους της νεώτερης πολιτικής θεωρίας είναι απόλυτα συμβατές προς τις αντίστοιχες αρχές του Κορανίου. Πράγματι, ενώ καταστατική αρχή του Χριστιανισμού είναι η σαφής διάκριση της θρησκευτικής από την πο λιτική εξουσία, όπως επίσης και των φορέων τους («ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»), αντιθέτως, καταστατική αρχή του Ισλάμ είναι η ενότητα η και η αλληλοπεριχώρηση των δύο εξουσιών, όπως και του φορέα, τους, σε κάθε μουσουλμανική κρατική οντότητα (ο χαλίφης είναι συγχρόνως ο θρησκευτικός και ο πολιτικός ηγέτης του λαού του).

Υπό την έννοια αυτή, σε μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, η οποία κυριαρχείται από το μονοσήμαντο όραμα της παγκοσμιοποιήσεως, όπως αυτό εκφράζεται από τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις του χριστιανικού κυρίως κόσμου της Δύσεως, ο μουσουλμανικός κόσμος αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα. Έτσι, ο ρόλος της Θρησκείας αποκτά πλέον μία ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την κρίσιμη εσωτερική διαλεκτική του μουσουλμανικού κόσμου μεταξύ Θ εοκρατίας και δημοκρατίας, αλλά και για την εποικοδομητική συμμετοχή του στον σύγχρονο οικουμενικό διάλογο για την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των λαών. Βεβαίως, η πνευματική κληρονομιά του μουσουλμανικού κόσμου δεν αποκλείει μία συμβατική μορφή αρμονικής συζυγίας μεταξύ της θεοκρατικής κατανοήσεως της φύσεως της πολιτικής εξουσίας και της δημοκρατικής εκφράσεως των θεσμικών της λειτουργιών σε έναν κόσμο, ο οποίος ανέχεται ή και ενθαρρύνει την πολυπολιτισμική ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας.

Συνεπώς, οι μονομερείς και συνήθως δυναστικές παρεμβάσεις των χριστιανικών κυρίως κρατών της Δύσεως στις εσωτερικές πολιτικές ή άλλες αντιπαραθέσεις των διαφόρων τάσεων του μουσουλμανικού κόσμου, οι οποίες απορρέουν από μία διαφορετική κατανόηση ή ερμηνεία των αρχών του Κορανίου για τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και με τον κόσμο, είναι όχι μόνον θεωρητικά ανιστόρητες, αλλά και πρακτικά ανερμάτιστες. Πράγματι, οι παρεπόμενες συνέπειες των επιπόλαιων παρεμβάσεων της Δύσεως στον μουσουλμανικό κόσμο ούτε την ειρηνική συνύπαρξη των λαών οικοδομούν ούτε τα πολιτικά, οικονομικά ή άλλα συμφέροντα υπηρετούν, αν αξιολογηθούν αντικειμενικά και σε μία εύλογη προοπτική χρόνου. Αντιθέτως, επειδή αναρριπίζουν συνήθως νοσηρές εκφράσεις θρησκευτικής μισαλλοδοξίας εναντίον του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως, τροφοδοτούν τις τοπικές μουσουλμανικές κοινωνίες με έναν ανεξέλεγκτο θρησκευτικό φανατισμό, ο οποίος αφ' ενός μεν προκαλεί τοπικές ή περιφερειακές θρησκευτικές ή άλλες συγκρούσεις, αφ' ετέρου δε συρρικνώνει ή εξανεμίζει τις προοπτικές μιας μακροχρόνιας ή εποικοδομητικής συνεργασίας μεταξύ των δύο κόσμων.

 

3. Η οδός του διαθρησκειακού διαλόγου

Η ειλικρινής λοιπόν υποστήριξη ενός ισότιμου διαθρησκειακού διαλόγου μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων είναι πλέον επιτακτικότερη από κάθε άλλη φορά, αφού ο διάλογος είναι βέβαιο ότι θα αντισταθμίση στη μουσουλμανική κοινωνία την άκριτη ή και ανερμάτιστη μονομέρεια της διεθνούς πολιτικής πρακτικής. Άλλωστε, είναι προφανές ότι ο χριστιανικός κόσμος της Δύσεως ερμηνεύει γενικώτερα τον ρόλο της Θρησκείας στη σύγχρονη κοινωνία όχι μόνο με τα παραμορφωτικά κάτοπτρα της νεώτερης αντιθεϊστικής ιδεολογίας και του εκκοσμικευμένου Κρατισμού, αλλά και με την αλαζονική αξίωση να την επιβάλει με αυταρχικά ή και βίαια μέσα στον μουσουλμανικό κόσμο. Η σύγχυση όμως μεταξύ των ποικίλων πολιτικών ή οικονομικών σκοπιμοτήτων και του πνευματικού ή κοινωνικού ρόλου της Θρησκείας είναι προφανής και αντιφατική. Πράγματι, ενώ η λογική των πολιτικών ή οικονομικών συμφερόντων είναι ευνόητο ή και ευλογοφανές κίνητρο στις διεθνείς σχέσεις, η αρνητική κρατική προκατάληψη για τον ρόλο της Θρησκείας στη ζωή των χριστιανικών λαών ανατρέπει τις εσωτερικές της ισορροπίες και καθιστά την εκκοσμικευμένη κρατική εξουσία αποκρουστική στη μουσουλμανική θρησκευτική συνείδηση, με αρνητικές βεβαίως συνέπειες τόσο στα πολιτικά όσο και στα οικονομικά συμφέροντα.

Αντιθέτως, ο ειλικρινής και ισότιμος διαθρησκειακός διάλογος θεραπεύει όχι μόνο τις τραυματικές εμπειρίες του ιστορικού παρελθόντος, αλλά και τις πολλαπλές συγχύσεις του παρόντος, διότι αναδεικνύει κυρίως τις θετικές προοπτικές των Θρησκειών για την υπεράσπιση των θεμελιωδών αρχών, οι οποίες αναφέρονται στην προστασία της ιερότητας της ζωής του ανθρώπου και του κόσμου. Πράγματι, ο διαθρησκειακός διάλογος είναι τόσο επιτακτικότερος όσο περισσότερο πληθύνονται οι χρηστικές ή καταχρηστικές συγχύσεις για την ερμηνεία του ρόλου της Θρησκείας στη νέα πραγματικότητα του κόσμου. Άλλωστε, έχει ήδη διαπιστωθή ότι όλες οι Θρησκείες, όταν δεν πιέζονται από εθνικιστικές, πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες σκοπιμότητες προς μία μισαλλόδοξη εσωστρέφεια, διαθέτουν μέσα από τη διδασκαλία τους όλες τις προϋποθέσεις για να συμφωνήσουν στην προστασία της ειρήνης, της ελευθερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των θεμελιωδών τουλάχιστον ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις σχέσεις των ανθρώπων και των λαών.

Η συμπερασματική αυτή διαπίστωση, η οποία υπογραμμίζει και τη σύγχρονη ευθύνη της Θρησκείας, έχει διακηρυχθή με εντυπωσιακή προθυμία και ευρύτητα πνεύματος από όλες σχεδόν τις Θρησκείες, ιδιαίτερα δε από τις τρεις μονοθεϊστικές Θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ). Είναι άλλωστε γεγονός ότι το απροσδιόριστο ιδεολόγημα της παγκοσμιοποιήσεως υποχρεώνει όλες τις Θρησκείες να προσεγγίσουν με ένα διαφορετικό πλέον πνεύμα την ιδέα της ειρηνικής συνυπάρξεως και της ειλικρινούς συνεργασίας για την κοινή αντιμετώπιση των νέων προβλημάτων του ανθρώπου και του κόσμου. Έτσι, οι πρόσφατοι διαθρησκειακοί διάλογοι κυρίως μεταξύ των τριών μονοθεϊστικών Θρησκειών επικέντρωσαν με συγκλίνουσα κίνηση την προσπάθεια τους στη συγκρότηση ενός βασικού κώδικα αρχών για την κοινή προώθηση πνεύματος ειλικρινούς συνεργασίας των Θρησκειών στη σύγχρονη πολυπολιτισμική παγκόσμια κοινωνία.

Είναι κοινή η συνείδηση ότι η συστηματική αξιοποίηση των ιστορικών προτύπων ειρηνικής συνυπάρξεως των πιστών των τριών μονοθεϊστικών Θρησκειών, είτε σε χριστιανικά ή και σε μουσουλμανικά κρατικά πλαίσια, αναδεικνύει πλέον τις σημαντικές προοπτικές για τη συμβολή των Θρησκειών όχι μόνο στη συγκρότηση ενός βασικού κώδικα αρχών, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνική υποστήριξη των αρχών αυτών. Άλλωστε, οι σύγχρονοι διαθρησκειακοί διάλογοι απέδειξαν ότι η οποιαδήποτε απομονωτική εσωστρέφεια των Θρησκειών τρέφεται τόσο από τις σκόπιμες παρερμηνείες της διδασκαλίας ή των θεσμικών εκφράσεων των άλλων Θρησκειών όσο και από την ιστορική παθολογία της απομονωτικής εσωστρέφειας στην ερμηνεία των διαθρησκειακών τους σχέσεων. Πράγματι, στους διαθρησκειακούς διάλογους αποφεύγονται οι χρηστικές ή και καταχρηστικές προσεγγίσεις της διδασκαλίας ή των θεσμικών εκφράσεων των διαλεγομένων Θρησκειών, ενώ συγχρόνως ανακαθαίρονται οι ιστορικές τους σχέσεις από τις παλαιές προλήψεις ή και τις μονομερείς ερμηνείες των τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος (σταυροφορίες, αποικιοκρατία, ιερός πόλεμος, κ.λπ.).

Υπό την έννοια αυτή, η αμφίπλευρη θετική προβολή των ιστορικών προτύπων ειρηνικής συνυπάρξεως των πιστών των τριών μονοθεϊστικών Θρησκειών στην ίδια περιοχή ή και στην ίδια κρατική οντότητα, όπως λ.χ. στη βυζαντινή και στην οθωμανική αυτοκρατορία, επιβεβαιώνει τη σημαντική διαπίστωση, ότι δηλαδή οι τρεις Θρησκείες καθ' εαυτές διαθέτουν στην εσωτερική τους παράδοση ευρύτατες δυνατότητες όχι μόνο θρησκευτικής ανοχής, αλλά και εποικοδομητικής συνεργασίας για την ειρηνική συνύπαρξη των πιστών τους. Τα στοιχεία αυτά είναι πολύ σημαντικά όχι μόνο επειδή κάποτε συνέβησαν στο παρελθόν, αλλά κυρίως επειδή υπήρξαν μία αυθεντική ερμηνεία των διαφορετικών θρησκειακών τους παραδόσεων για να υπηρετήσουν τον άνθρωπο της εποχής τους. Έτσι, τα διαχρονικά πρότυπα ειρηνικής και δημιουργικής συνυπάρξεως λειτουργούν πλέον ως παραδεκτά ή και δεσμευτικά πρότυπα και για τις σύγχρονες διαθρησκειακές σχέσεις.

Συνεπώς, αφού η σύγχρονη συνανάμιξη λαών, θρησκειών και πολιτισμών δεν περιορίζεται μόνο σε μία χριστιανική ή μουσουλμανική περιοχή της Ανατολής, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλ' εκτείνεται σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο, είναι προφανές ότι πολλαπλασιάζει και τις ευθύνες της πνευματικής ηγεσίας των τριών μονοθεϊστικών Θρησκειών. Πράγματι, στην εποχή μας υπάρχουν σημαντικές κοινότητες μουσουλμάνων οικονομικών μεταναστών στα χριστιανικά κράτη της Δύσεως ή και της Ανατολής γι' αυτό και οποιαδήποτε τοπική σύγκρουση με θρησκευτικό χρώμα προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ευρύτερη ή και σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι λ.χ. πολύ χαρακτηριστικές οι παγκόσμιες διαστάσεις των συνεπειών του εγκληματικού τρομοκρατικού κτυπήματος στους Διδύμους Πύργους της Ν. Υόρκης (11 Σεπτ. 2001), το οποίο ορισμένοι αναλυτές προσπαθούν να ερμηνεύσουν ως μία απαρχή συγκρούσεως Θρησκειών ή και πολιτισμών. Αν όμως μία τέτοια ερμηνεία γινόταν δεκτή έστω και ως υπόθεση, τότε οι συνέπειες θα ήσαν πράγματι καταστρεπτικές όχι μόνο για την παγκόσμια ειρήνη, αλλά και για τις ίδιες τις Θρησκείες, οι οποίες θα πλήρωναν το βαρύ τίμημα χωρίς να ευθύνονται για τις εγκληματικές πράξεις.

 

4. Κώδικας βασικών αρχών διαθρησκειακής συνεργασίας

Είναι λοιπόν προφανές από τα ανωτέρω ότι σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, είναι αναγκαίος ο διαθρησκειακός διάλογος, ώστε να ακτινοβολή η ειρήνη του ουρανού στον κόσμο με την πρόθυμη συμβολή όλων των Θρησκειών, οι οποίες έχου ν τη δυνατότητα να εμπνεύσουν στις κοινωνίες των πιστών τους την κοινή ευθύνη για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών του κόσμου. Η διδασκαλία τους το αξιώνει, η ιστορία τους το βεβαιώνει και οι πιστοί τους το έχουν απόλυτη ανάγκη σε μία κρίσιμη εποχή πολλαπλών συγχύσεων. Αν οι θρησκευτικές ηγεσίες αρθούν στο ύψος των συγχρόνων περιστάσεων, τότε όχι μόνο θα εμποδίσουν τη χρησιμοποίηση των Θρησκειών για ξένες προς την αποστολή τους σκοπιμότητες, αλλά και θα προωθήσουν συγκεκριμένες προτάσεις για μια εποικοδομητική διαθρησκειακή συνεργασία.

Συνεπώς, η συστηματική προβολή των ιστορικών προτύπων ειρηνικής συνυπάρξεως κυρίως των τριών μονοθεϊστικών Θρησκειών υποδηλώνει την κοινή αποδοχή ορισμένων τουλάχιστον βασικών αρχών, οι οποίες πρυτάνευσαν κατά τις περιόδους της ειρηνικής τους συνυπάρξεως και θα μπορούσαν να αξιώσουν μία διαχρονική ισχύ. Μία τέτοια προοπτική, η οποία μπορεί να αναπτυχθή μέσα από τον διαθρησκειακό διάλογο, είναι πλέον βέβαιο ότι θα υποστηριχθή όχι μόνο από τους Διεθνείς Οργανισμούς, αλλά και από την πολιτική και την πνευματική ηγεσία όλων των λαών του κόσμου. Ορισμένες από τις βασικές αυτές αρχές είναι οι ακόλουθες:

- Πρώτον, ο ειλικρινής και συνεπής σεβασμός τον άλλου μέσα από την ιδιαιτερότητα της θρησκευτικής του παραδόσεως, ο οποίος εξουδετερώνει νοσηρά φαινόμενα θρησκειακού ανταγωνισμού ή θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Σεβασμός του άλλου σημαίνει σεβασμό και της ιδιαιτερότητας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ιδιαίτερα όταν είναι μειονοτική θρησκευτική κοινότητα σε ένα ετερόθρησκο κοινωνικό περιβάλλον.

- Δεύτερον, η διαμόρφωση από την κρατική εξουσία ενός ισόρροπου και αντικειμενικού Θεσμικού πλαισίου θρησκευτικής ελευθερίας, συμφώνως προς το γράμμα και προς το πνεύμα των Διακηρύξεων των Διεθνών Οργανισμών για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ώστε η ποικιλία των θρησκειακών παραδόσεων να είναι παράγων προόδου και όχι αιτία συγκρούσεων σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως διαμορφώνεται η κοινωνία του ΚΑ' αιώνα.

- Τρίτον, η προβολή σε όλες τις θρησκειακές παραδόσεις, έργω και λόγω, του πνεύματος της ειρηνικής συνυπάρξεως και της ειλικρινούς συνεργασίας, η οποία είναι δυνατή μόνο με μία υπεύθυνη και διορατική πρωτοβουλία της ηγεσίας όλων των Θρησκειών, αφού οι θρησκειακές συγκρούσεις ζημιώνουν τελικώς την ίδια τη Θρησκεία και τον αξιόπιστο λόγο της στην κοινωνία.

- Τέταρτον, η υποστήριξη από την κρατική εξουσία μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα μιας συστηματικής «παιδείας της ειρηνικής συνυπάρξεως» των πιστών όλων των θρησκειών αντί της παλαιότερης τάσεως θρησκειακού ανταγωνισμού και συγκρουσιακών σχέσεων, ώστε να είναι σαφέστερος ο συντονισμός της νέας γενεάς προς την αγωνία της θρησκευτικής τους ηγεσίας και να μην ευδοκιμούν παρασιτικά φαινόμενα θρησκευτικού φανατισμού ή μι σαλλοδοξίας .

- Πέμπτον, η αξιοποίηση της πνευματικής ηγεσίας όλων των Θρησκειών και των Μ.Μ.Ε. για τη δημόσια προβολή της σημασίας της ειρηνικής συνυπάρξεως των πιστών όλων των Θρησκειών για τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τα ατομικά τους δικαιώματα όχι μόνο σε τοπικό πλαίσιο, αλλά και σε παγκόσμια προοπτική, αφού η προοπτική της παγκοσμιοποιήσεως, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε θετική ή αρνητική αξιολόγηση της, είναι πλέον μία νέα πραγματικότητα για τον κόσμο.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.