ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

O Βυζαντινός «ιερός πόλεμος», Η έννοια και η προβολή του θρησκευτικού πολέμου στο Βυζάντιο

Αθηνά Κόλια-Δερμιτζάκη, O Βυζαντινός «ιερός πόλεμος»,
Η έννοια και η προβολή του θρησκευτικού πολέμου στο Βυζάντιο
,
Αθήνα 1991, εκδ. Σ. Δ. Βασιλόπουλου, σ. 287-300

 

Από τον 7ο αι. είχε αρχίσει η εισαγωγή εκκλησιαστικών τελετών στο τυπικό των θριάμβων. Ήδη επί Μαυρικίου, το 592, επιτυχία του βυζαντινού στρατού επί των Σλάβων εορτάστηκε με ολονυκτία στην Αγ. Σοφία (1). Κατά τη διάρκεια του 7ου αι. η πρωτεύουσα απειλήθηκε τρεις φορές σοβαρά από εχθρούς. Το 617 από τους Αβάρους, το 626 από τους Αβάρους και τους Πέρσες και το 674-678 από τους Άραβες. Κάθε φορά ο λαός επικαλούνταν τη θεϊκή βοήθεια για τη σωτηρία του και ευχαριστούσε κατόπιν τον Θεό και τη Θεοτόκο για τη νίκη τελώντας προσευχές και λιτανείες (2). Αυτά τα γεγονότα μαζί με το κλίμα θρησκευτικής εξάρσεως που επικρατούσε, όπως διαπιστώθηκε (3) στους πολέμους εναντίον των Περσών, μπορούν, όπως νομίζω, να δώσουν μία ικανοποιητική εξήγηση για την εισαγωγή των εκκλησιαστικών τελετών στους θριάμβους αυτήν τη συγκεκριμένη εποχή.

Επί Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου παρατηρείται μία κορύφωση της συμμετοχής εκκλησιαστικών τελετών στους επινίκιους θριάμβους. Αυτή άρχισε να εκδηλώνεται το 956 με τον θρίαμβο που έλαβε χώρα με την ευκαιρία μιας ήσσονος σημασίας νίκης του Λέοντος Φωκά (αδελφού του μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρου), η οποία όμως κατέληξε στη σύλληψη του Α bu ' l Asa ' ir, εξαδέλφου του Saif al - Dawla (4). Φαίνεται ότι το ιθ' κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου της Βασιλείου τάξεως έχει βασιστεί σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Στη λεπτομερή περιγραφή του θριάμβου (5) αναφέρονται η συμμετοχή του πατριάρχη, ευχαριστήρια λειτουργία στην Αγία Σοφία, άσματα και ψαλμοί στο Forum του Κωνσταντίνου, που μαρτυρούν ότι το εκκλησιαστικό μέρος της τελετής ήταν σχεδόν ισοδύναμο σε σημασία και έκταση με το κοσμικό.

Τον θρίαμβο του 956 ακολούθησαν εννέα ακόμη: Τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του ίδιου έτους (νίκη του Βασιλείου Εξαμιλίτου επί του αραβικού στόλου), κατά τα τέλη του 958/αρχές 959 (επιτυχής εκστρατεία του Ιωάννη Τζιμισκή και του Βασιλείου Παρακοιμωμένου εναντίον των Αράβων, κατά τη διάρκεια της οποίας καταλήφθηκαν τα Σαμόσατα), το 960 (νίκη του Λέοντος Φωκά επί του Saif al - Dawla ), την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 961 (ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά), τον Απρίλιο του 963 (επιτυχία του ίδιου στη Βέρροια), τον Οκτώβριο του 965 (κατάληψη της Μοψουεστίας και της Ταρσού από τον ίδιο), το 971 (νίκη Ιωάννη Τζιμισκή επί των Ρώσων), το τέλος του 972/αρχές 973 (κατάληψη Νισίβεως) και το 989 (νίκη του Βασιλείου Β' επί του σφετεριστού Βάρδα Φωκά) (6). Οι οκτώ από τους δέκα αυτούς θριάμβους που τελέστηκαν το β' μισό του δέκατου αιώνα - οι εννέα από τους οποίους μέσα σε διάστημα 16 ετών - είχαν ως αφορμή νίκες επί των Αράβων. Δύο από τους παραπάνω θριάμβους συνδέονται με την επαναφορά ιερών κειμηλίων στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσα στα λάφυρα, που έφερε ο Νικηφόρος Φωκάς στην πρωτεύουσα μετά την κατάληψη της Βέρροιας το 963 και κόσμησε τον θρίαμβο του, το σπουδαιότερο και εκείνο που συγκίνησε περισσότερο τους Βυζαντινούς ήταν το ιμάτιον του Ιωάννη Προδρόμου (7)... Δύο χρόνια αργότερα, το 965, γιορτάστηκε η θριαμβευτική είσοδος του ίδιου στην Κωνσταντινούπολη μετά την κατάληψη της Ταρσού και της Μοψουεστίας. Τα ιερά λάφυρα που κόσμησαν τον θρίαμβο του αυτήν τη φορά ήταν σταυροί, οι οποίοι είχαν περιέλθει στα χέρια των Αράβων πριν από 90 χρόνια περίπου. Μετά τον θρίαμβο κατέληξαν ως αφιερώματα στον ναό της Αγίας Σοφίας (8).

Η Βασίλειος τάξις παρέχει μία ακόμη μαρτυρία, που συνδέεται με την τέλεση των θριάμβων την ίδια εποχή και προβάλλει την ιδεολογία περί «ιερού πολέμου». Πρόκειται για τα Άκτα επινικίων θριαμβευομένων επί του ιπποδρομίου (9) στα οποία γίνεται λόγος αποκλειστικά περί νίκης επί των Αράβων, υπάρχει έντονη θρησκευτική φόρτιση και η νίκη αποδίδεται μόνο στον Θεό.

Τα άκτα αυτά, μαζί με τα αμέσως επόμενα (Άκτα επί μεγιστάνῳ ἀμειρᾷ ἐν πολέμῳ ἡττηθέντι καί ἀναιρεθέντι) (10) περιέχονται στο ξθ' κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου της Βασι­λείου τάξεως. Το κεφάλαιο αυτό - σύμφωνα με τον J. Β. Β ury (11) υπήρχε στiς πηγές που χρησιμοποίησε ο Κωνστα­ντίνος Πορφυρογέννητος και ανάγεται στην εποχή του Μιχαήλ Γ'. Ολόκληρο το κεφάλαιο αναπροσαρμόστηκε στις ανάγκες της εποχής του Πορφυρογέννητου, με μοναδική εξαίρεση τα άκτα, που προσφωνούνταν στην περίπτωση ήτ­τας και ταυτόχρονου θανάτου Άραβα εμίρη, λόγω της σπα­νιότητας του φαινομένου. Τα άκτα αυτά ακούστηκαν για πρώτη φορά το 863 (επί Μιχαήλ Γ') κατά τη διάρκεια του θριάμβου του πατρικίου Πέτρωνα για τη νίκη του επί του εμίρη της Μελιτηνής Ο μάρ, ο οποίος σκοτώθηκε στη μά­χη (12).

Σε προηγούμενο κεφάλαιο ανέφερα ότι η νίκη του 863 αποτέλεσε την αρχή της βυζαντινής αντεπίθεσης μετά από μία περίοδο άμυνας απέναντι στην αραβική επέκταση, που κράτησε περισσότερο από δύο αιώνες. Εάν συγκρίνει κα­νείς τα δύο συνεχόμενα άκτα της Βασιλείου τάξεως - εκείνα πού προσαρμόστηκαν στην εποχή τού Πορφυρογέννητου με εκείνα που έμειναν αναλλοίωτα - θα καταλήξει στην εξής διαπίστωση: τα δεύτερα (του 863) εκφράζουν την αρχή και τα πρώτα την κορύφωση της προσπάθειας για αποκατά­σταση της βυζαντινής κυριαρχίας στις περιοχές που είχαν απολεσθεί μέσα στα πλαίσια ενός «ιερού πολέμου».

Τα δεύτερα άκτα απευθύνονται κυρίως στον αυτοκράτο­ρα. Από τους οκτώ στίχους που τα αποτελούν, μόνον οι δύο αναφέρονται στον Θεό ως πρωταίτιο της νίκης: Δόξα Θεῷ τῷ σνντρίβοντι πολεμίους. Δόξα Θεῷ τῷ καθελόντι τούς ἀθέους. Δόξα Θεῷ τῷ αἰτίῳ τῆς νίκης... (1 3 ). Οι υπόλοιποι εξυμνούν τον αυτοκράτορα. Αντίθετα, τα πρώτα άκτα (αυτά που αναπροσαρμόστηκαν) απευθύνονται στον Θεό και οι ένδεκα αρχικοί στίχοι - σε σύνολο δεκαέξι πού περιλαμ­βάνουν τις αναφωνήσεις - αποτελούν μία ευχαριστήρια δοξολογία για τις νίκες που τους χάρισε σε βάρος των Αράβων:... Δόξα Θεῷ τῷ θριαμβεύσαντι τούς τῆς ΄Ἄγαρ... Δόξα Θεῷ τῷ ἐνισχύσαντι βασιλεῖς τούς ὀρθοδόξους... Δόξα Θεῷ τῷ πατάξαντι Ἰσμαηλίτας τούς χριστομάχους... Δόξα Θεώ τῷ πορθήσαντι τάς πόλεις τῶν Ἀράβων. Δόξα Θεῷ τῷ καταβάλλοντι τούς ἀρνητάς τῆς τριάδος. Δόξα Θεῷ τῷ ἀπολέσαντι τούς ἀρνητάς τῆς Θεοτόκου. Δόξα Θεῷ τῷ καταισχύναντι τό φρύαγμα ὁ δεῖνα τοῦ χριστομάχου... (1 4 ).

Είναι εμφανής η διαφορά στον τόνο ανάμεσα στα δύο άκτα. Ο διθυραμβικός χαρακτήρας των αμέσως παραπάνω, η εμμονή τους στο θρήσκευμα των έχθρων και στην απόδοση της νίκης στον Θεό τα συνδέουν με τους θριάμβους του 10ου αι., αλλά και με το ύφος και το περιεχόμενο των τακτικών, των δημηγοριών και των ακολουθιών. Επί πλέον, προσδιορίζουν το είδος των αλλαγών που έγιναν, ώστε να προσαρμοστεί το κείμενο του 9ου αι. στο πνεύμα της εποχής του Πορφυρογέννητου.

Η όλη εικόνα του πνεύματος της θρησκευτικής εξάρσεως, που συνοδεύει τους πολέμους των Βυζαντινών εναντίον, των Αράβων κατά τον 10ο αι. και τους προσδίδει τον χαρακτηρισμό των «ιερών», συμπληρώνεται με μία τελευταία διαπίστωση. Φαίνεται ότι την ίδια εποχή παρατηρείται μία ιδιαίτερη ανάπτυξη της λατρείας του σταυρού ως συμβόλου της νίκης. Την ανάπτυξη αυτή μαρτυρούν ενεπίγραφες σταυροθήκες και σταυροί, καθώς και μία σειρά νομισμάτων.

Η πρώτη κατά χρονολογική σειρά σταυροθήκη είναι η γνωστή ως σταυροθήκη του Limbourg (15), η οποία αποτελείται από δύο τμήματα. Η επιγραφή που μας ενδιαφέρει βρίσκεται στην οπίσθια όψη του πρώτου τμήματος, εκείνου που καλύπτει το λείψανο του σταυρού και φέρει τα ονόματα του Κωνσταντίνου Ζ' και του Ρωμανού Β' (16).. Η κατασκευή του τμήματος αυτού της σταυροθήκης τοποθετείται γύρω στο 950 (17), χάρη στους στίχους που αναφέρονται στη νικηφόρο δύναμη του σταυρού: Καί πρίν μέν Ἅιδου Χριστός ἐν τούτῳ πύλας/ θραύσας ἀνεζώωσε τούς τεθνηκότας, / κοσμήτορες τούτου δέ νῦν στεφηφόροι / θράση δι' αὐτοῦ συντρίβουσι (ενν. οι βασιλείς) βαρβάρων. Η μνεία των επιτυχιών του βυζαντινού στρατού με τη βοήθεια του σταυρού οδηγεί στις νικηφόρες επιχειρήσεις εναντίον των Χαμδανιδών περί τα έτη 950-952. Επομένως, προκύπτει μία άμεση σύνδεση με την πρώτη δημηγορία του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου τόσο χρονική, όσο και από άποψη περιεχομένου (18).

Στον Άγιο Πέτρο του Βατικανού φυλάσσεται σταυρός, η έμμετρη επιγραφή του οποίου αναφέρει ως αναθέτη τον Ρωμανό Β'. Γι' αυτόν τον λόγο τοποθετείται χρονικά ανάμεσα στα έτη 959 και 963, εποχή της μονοκρατορίας του Ρωμανού (19).. Και εδώ εξαίρεται η ιδιότητα του σταυρού να χαρίζει τη νίκη:... οὗ (ενν. του σταυρού) τήνδε θήκην Ρωμανός γῆς δεσπότης / ὡραιότησιν ἀρετῶν ἐστεμμένος / χάρισιν ὡράϊσε τιμίων λίθων /ἡττῶν δι' αὐτοῦ δαίμονας καί βαρβάρους. Στην περίπτωση αυτή η νίκη είναι συγχρόνως πνευματική και υλική. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ποιοί είναι οι βάρβαροι που νικήθηκαν με τη δύναμη του σταυρού. Την ίδια εποχή ο βυζαντινός στρατός σημείωνε εξαιρετικές επιτυχίες τόσο στην περιοχή της Κιλικίας και της Συρίας, όσο και στην Κρήτη (20).. Εξ άλλου, η αναφορά στους «δαίμονες» αποτελεί πιθανότατα νύξη στο θρήσκευμα των βαρβάρων.

Δύο σταυροί και μία σταυροθήκη συνδέονται με τον κύριο συντελεστή των παραπάνω επιτυχιών, τον Νικηφόρο Β' Φωκά, όταν πλέον είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας. Η σταυροθήκη βρίσκεται στον Άγιο Φραγκίσκο της Cortona και φέρει δύο επιγραφές, η μία από τις οποίες αναφέρει το όνομα του Νικηφόρου: Καί πρίν κραταιῷ δεσπότῃ Κωνσταντίνῳ) / Χριστός δέδωκε σταυρόν εἰς σωτηρίαν / καί νῦν δέ τοῦτον ἐν θεῷ Νικηφόρος / ἄναξ τροποῦται φῦλα βαρβάρων ἔχων (21).. Ο Νικηφόρος παραλληλίζεται με τον Κωνσταντίνο Α' - χάρη στον οποίο ο σταυρός, το νικητικόν τρόπαιον, απέκτησε τη διττή συμβολική σημασία της πνευματικής και υλικής σωτηρίας, της νίκης επί του πνεύματος και της ύλης (22) - και επομένως οι νίκες του επί των απίστων Αράβων θεωρούνται ίσης σημασίας με τις νίκες του Κωνσταντίνου επί των εθνικών.

Ο πρώτος από τους δύο σταυρούς, που έχουν συνδεθεί με το όνομα του Νικηφόρου Φωκά, είναι γνωστός από χρυσόβουλλο του ίδιου αυτοκράτορα που εκδόθηκε τον Μάιο του 964. Στο χρυσόβουλλο αναφέρεται η δωρεά προς τη μονή της Λαύρας ενός λειψάνου του Σταύρου, της κάρας του Μ. Βασιλείου και της κάρας του αγίου Αλεξάνδρου (23).. Με την ευκαιρία της αναφοράς στον σταυρό ο Νικηφόρος πλέκει το εγκώμιο του και προβάλλει την ιδιότητα του να παρέχει τη νίκη στους πιστούς του:... τοῦτο τρέμει μέν ὁ ἀντικείμενος, χαίρει δέ λεώς ὁ χριστώνυμος, τοῦτο ἰσχύς πανσθενεστάτη, κράτος και τροπαιοῦχον τοῖς βασιλεῦσι καύχημα... τῷ στρατῷ νῖκαι..., τοῦτ' αὐτό πάμφρακτος καί ἄβατος φραγμός κατά τῶν ὑπεναντίων (24).

Η απόδοση του δεύτερου σταυρού στον Νικηφόρο δεν είναι απόλυτα βέβαιη, θεωρείται πάντως δυνατή η χρονολόγηση του στο διάστημα της βασιλείας του (963-969) (25). Η οπίσθια όψη του σταυρού φέρει επιγραφή με ιδιαίτερα ενδεικτικούς στίχους από την Παλαιά Διαθήκη: Ἐ ν σοί τούς ἐχθρούς ἡμῶν κεραιοῦμεν καί ἐν τῷ ὀνόματί σον ἐξουθενώσομεν τούς ἐπανισταμένονς ἡμῖν (26).

Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν σοβαρές ενδείξεις μιας ανάπτυξης της λατρείας του σταυρού ως συμβόλου της νίκης. Βέβαια, η λατρεία αυτή υπήρχε ήδη από τον 4ο αι., διαπιστώνουμε, όμως, μία ιδιαίτερη προβολή της το δεύτερο μισό του 10ου αι., προβολή που ίσως θα πρέπει να συσχετιστεί με την ένταση που είχαν προσλάβει οι πόλεμοι του Βυζαντίου εναντίον των Αράβων την ίδια εποχή (27).. Μία σειρά νομισμάτων, εξ άλλου, συμπληρώνει τις προηγούμενες μαρτυρίες. Πρόκειται για νομίσματα που εξέδωσαν ο Ρωμανός Α' Λακαπηνός (χρονολογούνται στο διάστημα 931-944 της βασιλείας του), ο Νικηφόρος Β' Φωκάς και ο Ιωάννης Α' Τζιμισκής. Η προτομή του αυτοκράτορα καταλαμβάνει το κέντρο ενός σταυρού, που κυριαρχεί στην οπίσθια όψη τους (28). Είναι ευνόητη η ιδεολογία που προβαλλόταν μέσω αυτής της απεικονίσεως: ο σταυρός συμβόλιζε τον θρίαμβο του Χριστού, τη νίκη επί των εχθρών του πνεύματος, αλλά και επί των εχθρών του Χριστιανισμού και των Χριστιανών. Η εικόνα του αυτοκράτορα στο κέντρο του σταυρού υποδήλωνε αφ' ενός τη θεϊκή προέλευση της εξουσίας του και τη θέση του ως υπερασπιστή της χριστιανοσύνης (29), αφ' ετέρου τις νίκες του με τη βοήθεια του νικητικοῦ τροπαίου, χάρη στις οποίες η χριστιανική αυτοκρατορία (επομένως και η χριστιανική θρησκεία) εξαπλωνόταν και επικρατούσε στην οικουμένη (30).

Η μεγαλύτερη έμφαση και έκταση που απέκτησαν οι εκκλησιαστικές τελετές κατά τη διάρκεια θριάμβων τον 10ο αι. σε σχέση με εκείνες του 7ου αι., και μάλιστα θριάμβων που είχαν ως αφορμή επιτυχείς πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Αράβων και συνδυάζονταν - όταν αυτό ήταν δυνατόν- με την έξαρση της λατρείας των ιερών κειμηλίων, το ύφος και ο τόνος των αναφωνήσεων (άκτα) - με την εμμονή τους στη θρησκευτική αντιπαράθεση προς τους Άραβες και η ανάπτυξη της λατρείας του νικητικοῦ συμβόλου (του σταυρού) συνδέονται άμεσα με τις υπόλοιπες μαρτυρίες του 10ου αι. που αναφέρθηκαν και αναπτύχθηκαν παραπάνω. Ο συνδυασμός όλων αυτών των μαρτυριών αποδεικνύει, νομίζω, ότι η βυζαντινή ιδέα του «ιερού πολέμου» βρισκόταν στο αποκορύφωμα της κατά τον 10ο αι. και κυρίως κατά το β' μισό του.

Υπάρχουν τρία ακόμη σημεία, τα οποία χρειάζονται διευκρίνιση: εάν οι Βυζαντινοί δέχθηκαν επίδραση από την ισλαμική θεωρία περί djihad, εάν η ιδέα του «ιερού πολέμου» προβλήθηκε και σε πολέμους εναντίον άλλων μη χριστιανικών λαών, τέλος δε μήπως στοιχεία τέτοιου πολέμου απαντούν και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αντίπαλοι ήταν Χριστιανοί.

Ανατρέχοντας σε όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα στο κεφάλαιο αυτό, βρίσκουμε τρία σημεία τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι απηχούν μουσουλμανικές θεωρίες.

Η άποψη που εκφράζεται στην επιστολή του Ιωάννη Α' Τζιμισκή προς τον βασιλέα της Αρμενίας Ασώτιο Γ', ότι χάρη στις επιτυχίες του βυζαντινού στρατού και την προέλαση του στα παλαιά «ρωμαϊκά» εδάφη δοξάστηκε το όνομα του Θεού και εξαπλώθηκε η λατρεία του σταυρού (31), ταιριάζει με την ισλαμική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο djihad αποτελεί το μέσο για τη διάδοση και την επικράτηση του ισλαμικού νόμου σε όλες τις μη μουσουλμανικές περιοχές (32).. Μία παρεμφερή αντίληψη συναντήσαμε ήδη στον πανηγυρικό που εκφώνησε ο Ευσέβιος για τον Κωνσταντίνο Α'. Αναφερόμενος στην οριστική νίκη του τελευταίου επί των αντιπάλων συναυτοκρατόρων του, την οποία συνέδεσε με τη θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου και την θεώρησε νίκη του Χριστιανισμού επί της ειδωλολατρείας, προέβαλε ως αποτέλεσμα της νίκης αυτής τον θρίαμβο και την εξάπλωση της χριστιανικής θρησκείας (33). Από τότε απαντά, όπως είδαμε, συχνά η ιδέα ότι η νίκη επί των απίστων συνεπάγεται τη δόξα του Θεού και την αποκατάσταση του Χριστιανισμού, δεν συνδέεται όμως η κατάκτηση νέων εδαφών με τη διάδοση και επέκταση της χριστιανικής θρησκείας. Αυτό πρέπει να οφείλεται στο γεγονός, ότι οι «ιεροί πόλεμοι» του Βυζαντίου είναι θεωρητικά πόλεμοι αμυντικοί και απελευθερωτικοί και όχι κατακτητικοί. Στο σημείο, λοιπόν, αυτό μπορούμε να πούμε ότι τα λόγια του Ιωάννη Τζιμισκή αντανακλούν μία ισλαμική επίδραση, υπό την έννοια ότι ο αυτοκράτορας θέλησε να δώσει μία απάντηση στην ισλαμική θεωρία περί της «περιοχής του πολέμου», η οποία θα έπαυε να υφίσταται μόνον όταν όλη η οικουμένη θα υπαγόταν πολιτικά και θρησκευτικά στο Ισλάμ.

Το δεύτερο σημείο που προσεγγίζει τη μουσουλμανική πρακτική (περίπτωση των dhimmii ) (34) είναι η μαρτυρία για προσπάθεια αναγκαστικού προσηλυτισμού των Μωαμεθανών που κατοικούσαν στις ανακτηθείσες από τους Βυζαντινούς περιοχές (35), η οποία θα πρέπει να ενταχθεί στην κρατική προσπάθεια και όχι στο γενικότερο προσηλυτιστικό έργο που ασκούσε η Εκκλησία.

Τελευταίο είναι το αίτημα του Νικηφόρου Φωκά για μαρτυροποίηση των στρατιωτών, το οποίο, όπως ανέφερα (36), έχει ερμηνευθεί μόνον ως προσπάθεια μίμησης του djihad . Αποτελεί, βέβαια, πάγια τακτική του βυζαντινού στρατού η μελέτη των πολεμικών μέσων και της τακτικής των αντιπάλων του και η προσαρμογή τους στα δεδομένα της βυζαντινής πραγματικότητας (37). Στην προκείμενη περίπτωση την ηθική ενίσχυση των στρατιωτών με την υπόσχεση της θείας ανταμοιβής την συναντήσαμε ήδη κατά τον 6ο καί 7ο αι., όπως και την γενικότερη ιδεολογία του θρησκευτικού πολέμου, με την οποία η κρατική εξουσία περιέβαλλε κατά καιρούς πολέμους εναντίον μη Χριστιανών. Η ιδέα της παροχής ενός τέτοιου είδους θρησκευτικού κινήτρου στους πολεμιστές δεν φαίνεται, λοιπόν, να αποτελεί νεωτερισμό του Νικηφόρου κατά μίμηση του djihad . Νεωτερισμός ήταν η προσπάθεια για επίσημη αναγνώρισή του από την Εκκλησία, που φυσικά θα προσέφερε ένα πολύ ισχυρότερο κίνητρο στον στρατό από την απλή διαβεβαίωση περί αιώνιας ζωής που παρείχε μέχρι τότε ο κρατικός φορέας.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Σιμοκάτης, ΣΤ΄, 8, σ. 235 17-21, Θεοφάνης, σ. 271, 3-12.

(2) McCormick, Eternal Victory, σ. 69-78. Για την απόδοση της νίκης στον Θεό σε περίπτωση αμυντικού πολέμου βλ. παρακάτω σ. 370-372.

(3) Βλ. όσα αναφέρονται στο πέμπτο κεφάλαιο.

(4) Σκυλίτζης, σ. 241, 18-24. Για τον θρίαμβο βλ. McCormick, Eternal Victory, σ. 159-165. Σχετικά με την νίκη και την επιτυχία του Λέοντος Φωκά βλ. Vasiliev, Byzance et les Arabes, II/1, σ. 358.

(5) Κων. Πορφ., Βασίλειος Τάξις, ΙΙ, 19, σ. 607, 15-612, 17. Βλ. και McCormick, Eternal Victory, σ. 161-163.

(6) McCormick, όπ. π., σ. 165-177.

(7) Βλ. παραπάνω σ. 282 και McCormick, όπ. π., σ.168.

(8) Βλ. παραπάνω, σ. 283 και McCormick, όπ.π., σ. 169-170.

(9) Κων. Πορφ., Βασίλειος Τάξις, Ι, 69, σ.332, 1-19 (= Vogt I, 78, σ. 135, 22-136,12).

(10) όπ.π. σ. 332,20-333,6 (= Vogt, ; op. p., s. 136,13-23).

(11) «The ceremonial Book of Constantine Porphyrogennetos», HER 22 (1907) 209-227, 417-439, στη σ. 434.

(12) Βλ. παραπάνω, σ. 210-215.

(13) Κων. Πορφ., Βασίλειος Τάξις, Ι, 69, σ. 332,21-22 (= Vogt I, 78, σ. 136, 15-17).

(14) όπ.π., σ.332,3-12 (= Vogt, όπ.π.,σ.135,25-136,5).

(15) Frolow, "Inscription", σ. 104, ο ίδιος, Relique, αρ. 135, σ. 233-237, Κ oder, " Staurothek ".

(16) Koder, όπ.π., σ,12-14. O Frolow, Relique, σ.236, θεωρεί πιθανότερο να πρόκειται για τον Ρωμανό Α΄ Λακαπηνό και πιστεύει ότι η κατασκευή της πρέπει να τοποθετηθεί ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 920 και τον Μάϊο του 921.

(17) Koder, "Staurothek" σ.14. Το δεύτερο τμήμα της σταυροθήκης (το εξωτερικό κάλυμμα μέσα στο οποίο φυλάσσεται το πρώτο τμήμα) φέρει και αυτό έμμετρη επιγραφή στην οποία αναφέρεται το όνομα του παρακοιμωμένου Βασιλείου.

(18) Βλ. παραπάνω, σ. 243.

(19) Koder, "Staurothek", σ. 30 και σημ. 45, 46. Ο Koder ταυτίζει τον Ρωμανό αυτής της επιγραφής με τον Ρωμανό Β΄ βασιζόμενος στις ομοιότητες που υπάρχουν στις εκφράσεις και στο περιεχόμενό της με την επιγραφή του πρώτου τμήματος της σταυροθήκης του Limbourg, όπου αναφέρεται ο Ρωμανός Β΄ μαζί με τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο. Βλ. καί Frolow, " Inscription ", σ. 105, και του ιδίου Relique, αρ. 134, σ. 231-233, όπου η κατασκευή του σταυρού τοποθετείται στο μεγάλο χρονικό διάστημα από το 919 (στέψη Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού) μέχρι το 1071 (πτώση Ρωμανού Δ΄ Διογένη), παρ' όλο που καταβάλλεται προσπάθεια για ταύτιση του «δεσπότη» Ρωμανού με έναν από τους τέσσερεις αυτοκράτορες που έφεραν το ίδιο όνομα.

(20) Canard, H ' amdanides, σ. 797-817 και Χριστοφιλοπούλου , Ιστορία, Β/2, σ. 112-115,119-128. Σχετικά με την εκστρατεία της Κρήτης βλ. παραπάνω, σ. 248-251,260-264.

(21) Frolow, "Inscription", σ. 105, ο ίδιος, Relique, ar.146, s. 239-241 (ο οποίος δεν αποκλείει την πιθανότητα να πρόκειται για τον Νικηφόρο Γ΄ Βοτανειάτη και όχι για τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά, παρ' όλο που δέχεται ότι οι ενδείξεις που κλίνουν υπέρ του δευτέρου είναι περισσότερες), A. Guillou, "Deux ivoires constantinopolitains dat é s du IXe et Xe si è cle ", Byzance et les Slaves, Mélanges I. Dujcev, Paris 1979, σ. 207-211 (θεωρεί πιθανόν να αποτελεί η σταυροθήκη μέρος των σταυρών, τους οποίους έφερε ο Νικηφόρος Φωκάς από την Ταρσό μετά την κατάληψή της και τους εναπόθεσε στην Αγία Σοφία. Βλ. σχετικά παραπάνω, σ. 283,290) και Koder "Staurothek", σ. 30-31.

(22) Για τη σημασία του σταυρού ως συμβόλου της νίκης βλ. Gagé, «Σταυρός νικοποιός. La victoire impériale dans l'empire chrétien », Revue d'Histoire et de Philosophie Religieuses 3 (1933) 370-400, Storch, «Trophy», H. A. Drake, « Eusebius on the true Cross», Journal Eccl Hist 36 (1985) 1-22, σ. 17-20.

(23) Actes de Lavra, I, ed. P. Le Merle, A. Guillou, N. Svoronos, D. Papapchrysanthou (Archives de l'Athos 5), Paris 1970, αρ. 5, σ. 103- 106, St. Binon, « Un ‘Eloge de la Sainte Croix ' dans un chrysobulle de Nicéphore Phocas», Bulletin de l'Institut Historique Belge de Rome 18 (1937) 109-118, Frolow, Relique, αρ. 147, σ. 241.

(24) Actes de Lavra, οπ. π., σ. 105, 24-29. Βλ. και St. Binon, οπ. π.

(25) A. Grabar, "La pr écieuse croix de la Lavra Saint-Athanase au Mont-Athos", Cahiers Archéologiques 19 (1969) 99-125, σ. 105-110.

(26) Ψαλμοί 43 (44). Βλ. A. Grabar, οπ.π., σ. 101.

(27) Ο A. Grabar, οπ.π. σσ. 113-125, συνδέει την ανάπτυξη της λατρείας του σταυρού ως συμβόλου της νίκης με τους επιθετικούς νικηφόρους πολέμους της αυτοκρατορίας την ίδια εποχή και συγχρόνως διακρίνει μία στροφή σε αρχαία πρότυπα μέσα στα πρότυπα της «μακεδονικής αναγεννήσεως». Στα πρότυπα αυτά κυριαρχεί η μορφή του Μ. Κωνσταντίνου και του σταυρού, η «κωνσταντίνεια παράδοση». Βλ. και Frolow, ‘ Inscription ‘, σ. 102-104, που θεωρεί ότι τα κείμενα των υπογραφών των σταυρών και των σταυροθηκών που αναφέρθηκαν- καθώς και άλλων μεταγενέστερων- ακολουθούν απλώς τη βυζαντινή παράδοση, η οποία βλέπει τον σταυρό ως συμβολικό όπλο που βοηθεί τους βασιλείς στις μάχες, Koder, " Staurothek ". H Nicole Thierry, "Le culte de la croix dans l'empire Byzantine du VIIe si ècle au Xe dans ses rapports avec la guerre contre l'infidèle. Nouveaux témoignages archéologiques ', Miscellanea Agostino Pertusi, Ι, Rivista di Studi Bizantini e Slavi 1 (1981) 205-228, εκφράζει μία τελείως διαφορετική άποψη. Βασισμένη σε αρχαιολογικές μαρτυρίες της Καππαδοκίας και Ισαυρίας υποστηρίζει ότι από τον 7 ο μέχρι και τον 9 ο αι. παρατηρείται έξαρση της λατρείας του σταυρού, την οποία συνδέει με τους αμυντικούς πολέμους των Βυζαντινών της περιοχής αυτής, που προσπαθούσαν να αποτρέψουν τις αραβικές επιδρομές.Αυτούς τους αμυντικούς πολέμους θεωρεί «ιερούς πολέμους» και πιστεύει ότι μετά το τέλος της εικονομαχίας και την έναρξη των επιθετικών πολέμων των Βυζαντινών κατά των Αράβων (κυρίως τον 10 ο αι.) σημειώνεται κάμψη της λατρείας του σταυρού και της θρησκευτικής έξαρσης που οφειλόταν σ' αυτούς ακριβώς τους επιθετικούς πολέμους. Όσα έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα και όσα ακολουθούν έρχονται σε αντίθεση με την άποψη αυτή.

(28) Grierson , Catalogue, III/2, σ. 537, 556-7, 580, 585-6, 590, 596-8 και πιν. XXXVII, 20.5, 20.6, 20.10, XLI, 6.1, 6.12, XLII, 7a.1, 7a.4, 7a.5, 7a.8, 7b.1, 7b.3, 7c. Βλ. και A. Grabar, οπ.π., σ. 117-120, Ericsson, " Cross on Steps ", σ. 161-162 για τη σχέση αυτής της απεικονίσεως με τους επιθετικούς πολέμους του Βυζαντίου την περίοδο αυτή και τη συμβολική σημασία του σταυρού. Γενικότερα για την απεικόνιση του αυτοκράτορα στο κέντρο του σταυρού βλ. J. Deer, " Das Kaiserbild im Kreuz ", Schweizer Beitr ä ge zur allgemeine Geschichte 13 (1955) 48-110 (= του ιδίου, Byzanz und das abendl ä ndische Herrschertum ( Vortr ä ge und Forschungen, 21), Sigmaringen 1977, σ. 125-177).

(29) Βλ. παραπάνω, σ. 119-120 και παρακάτω, σ. 346-347.

(30) Βλ. Zaga Gavrilovic, "The Cosmic Symbolism of the Cross and the Emperor in Prochoprodromos Poem IV", BMGS 10 (1986) 195-202 και παρακάτω, σ. 333-334, την ερμηνεία του Νικηφόρου Βασιλάκη.

(31) Βλ. παραπάνω, σ. 274.

(32) Βλ. παραπάνω, σ. 67-70.

(33) Βλ. παραπάνω, σ. 111-121.

(34) Βλ. παραπάνω, σ. 78.

(35) Βλ. παραπάνω, σ. 273-274.

(36) Βλ. παραπάνω, σ. 139 και σημ. 28.

(37) T. G. Kolias, Byzantinische Waffen (Byzantina Vindobodensia, 17), Wien 1988, σ. 27.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.