ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Ιουστινιανός και οι Μονοφυσίται

Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος (†1938)
Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας
(62-1934),
εκδ. Β΄, Αθήναι 1985, σελ. 446-453

Ο Βασιλεύς Ιουστινιανός (527-565) από πολλού ήδη ήρξατο των ματαίων αποπειρών προς ένωσιν των μονοφυσιτών μετά των ορθοδόξων (1). Ταύτας εστήριζεν επί της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, ων, κατ' αρχήν, «Συνοδίτης», δηλαδή οπαδός αυτής, κατά τας υπό του Λεοντίου του Βυζαντίου γενομένας διασαφήσεις δι' Αριστοτελικών συλλογισμών. Ο Ιουστινιανός όμως χάριν της ενώσεως προέβαινεν εις υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, ασυμφώνους προς τας αποφάνσεις της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, κατήντα δε να θεωρή τους Μονοφυσίτας ουχί κυρίως ως αιρετικούς, αλλ' ως «διακρινόμενους», αμφιβάλλοντας, κυμαινόμενους, ους προσεπάθει να ελκύση εις την ορθοδοξίαν.δια θεολογικών συζητήσεων, διαρκεσασών καθ' όλην αυτού την βασιλείαν. Των συζητήσεων εκείνων συμμετέσχε προσωπικώς ο Ιουστινιανός, τούτου δ' ένεκα συνεκέντρωσεν εν τη Βασιλευούση τους κορυφαίους αυτών και χιλιάδας αντιπροσώπων, το πλείστον εξ Αιγύπτου προερχομένων. Ταυτοχρόνως όμως ο Ιουστινιανός μετήλθεν αυστηρά περισταλτικά μέτρα κατά των Μονοφυσιτών, εξέδωκε κατ' αυτών απαγορευτικά διατάγματα και δεν ανεγνώρισε ποτέ αυτούς, ως αποτελούντας ίδιον εκκλησιαστικόν οργανισμόν, απαγορεύσας άμα και τας χειροτονίας κληρικών παρ' αυτοίς. Ειλικρινής αυτού πόθος υπήρξεν η υποστήριξις της Δ' Οικουμενικής Συνόδου.

Η σύζυγος αυτού Βασίλισσα Θεοδώρα υπεστήριξεν εκθύμως τας ενωτικάς προσπάθειας του συζύγου αυτής, εκ συμπαθείας προς τους Μονοφυσίτας μάλλον και εκ πολιτικών υπολογισμών (2). Φροντίσασα ν' αποφύγη πάσαν σύγκρουσιν και προστριβήν προς τον Βασιλέα εν τη θρησκευτική πολιτική, υπεστήριζε τους εν ΚΠολει συγκεντρωμένους μονοφυσίτας, ων προΐστατο ο εκεί επίσης διατριβών μονοφυσίτης αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Θεοδόσιος (3). Εμορφώθη δε περί την Θεοδώραν εν τη Αυλή ισχυρά μερίς, υποστηρίζουσα αυτούς. Αλλά και ο πολύς όχλος μετά θαυμασμού και δεισιδαίμονος φόβου απέβλεπε προς αυτούς, κατά χιλιάδας συρρέων εις τας τελετάς αυτών, ως προφήτας αυτούς υπολαμβάνων και εξορκιστάς των δαιμόνων. Πολλοί των ορθοδόξων προσήρχοντο εις τον Μονοφυσιτισμόν, ήλπιζον δε οι αρχηγοί τούτου δια της εξεγέρσεως του όχλου ν' αναγκάσωσι την Κυβέρνησιν όπως άρη τας κατά των Μονοφυσιτών απαγορευτικάς διατάξεις.

Υπέρμαχος του Μονοφυσιτισμοΰ παρουσιάσθη από του 530 προσελθών εις τον Χριστιανισμόν ο Αλεξανδρινός λόγιος Ιωάννης Γραμματικός, ασχολούμενος μέχρι της εποχής εκείνης περί την Γραμματικήν και την Αριστοτελικήν φιλοσοφίαν. Γενόμενος Χριστιανός μετεχειρίσθη την φιλοσοφίαν ταύτην προς υπεράσπισιν του Μονοφυσιτισμοΰ, απεκλήθη δε υπό των θαυμαστών αυτού Φιλόπονος, ε νώ οι ορθόδοξοι απεκάλουν αυτόν Ματαιόπονον. Το σπουδαιότερον των συγγραμμάτων αυτού έφερε την επιγραφήν «Διαιτητής ή περί ενώσεως». Υπό την ένωσιν ενόει την ένωσιν της ανθρωπότητος μετά της θεότητος εν Χριστώ. Ο Ιωάννης Φιλόπονος περιέπεσεν εις πολλάς αιρετικάς πλάνας και δη εις την «τριθεΐαν»(4).

Κατά το 533 διεξήχθη μακρά δημοσία συζήτησις εν ΚΠολει μεταξύ των Ορθοδόξων και των Μονοφυσιτών Σεβηριανών (5), κατά το αυτό δε έτος γενομένου σεισμού εν ΚΠολει οι μονοφυσίται απέδωκαν αυτόν εις την οργήν του Θεού δια τας αποφάσεις της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Την εσπέραν της ημέρας, καθ' ην εγένετο ο σεισμός, συνήχθη ο λαός και λιτανεύων έψαλλεν "Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ο σταυρωθείς δι' ημάς, ελέησον ημάς». Έμεινε δε όλην την νύκτα αγρυπνών και προσευχόμενος. Την πρωΐαν ο λιτανεύων όχλος ήρξατο κραυγάζων, «Νικά η πίστις των Χριστιανών. Ο σταυρωθείς σώσον ημάς και την πόλιν. Αύγουστε Ιουστινιανέ, του βίγκας. Άρον, καύσον τον τόμον, τον εκτεθέντα υπό των Επισκόπων της Συνόδου Χαλκηδόνος»(6).

Ταύτα εισί λίαν χαρακτηριστικά της επιδράσεως, ην ήσκουν οι μονοφυσίται, επί τας μάζας του λαού. Τη δε 25 Ιουνίου 539 εγένετο και το εξής επεισόδιον εν ΚΠολει. Κατά τινα συζήτησιν των ορθοδόξων προς τον Θεοδόσιον Αλεξανδρείας και τους αιγυπτίους μονοφυσίτας μοναχούς, οι ορθόδοξοι ισχυρίσθησαν ότι οι Μονοφυσίται καθόλου αποτελούσιν ασήμαντον μειονότητα εν τη Βασιλευούση. Τούτο μαθούσα η Θεοδώρα έδωκε παραγγελίας σχετικάς, τη επαύριον δε συνηθροίσθη εν τω Ιπποδρομίω άπειρον πλήθος Μονοφυσιτών. Τινές τούτων κατελήφθησαν υπό πανικού, ιδόντες εκεί παρατεταγμένους στρατιώτας, αλλ' υπελείφθησαν περί τας 18 έως 20.000, όταν δ' ενεφανίσθη ο Βασιλεύς εκραύγασαν «Μίαν πίστιν τοις Χριστιανοίς· τον γεννηθέντα εκ Παρθένου και σταυρωθέντα δι' ημάς ομολογούμεν Θεόν· Θεέ εσταυρωμένε, δος αυτοίς φωτισμόν, ειρηνεύσαι την Εκκλησίαν σου» (7). Ταύτα μαρτυρούσι πόσον συστηματική υπήρξεν η προσηλητευτική δράσις των αιγυπτίων μοναχών εν τη Βασιλευούση, αλλ' ο Ιουστινιανός δεν συνεπάθει αυτήν, παρά την επιθυμίαν αυτού όπως ειρήνευση την Εκκλησίαν. Ο Αλεξανδρείας Θεοδόσιος μετά τας διεξαχθείσας συζητήσεις (8), μη πεισθείς ν' αναγνώριση την Δ' Οικουμενικην Σύνοδον, εξωρίσθη μετά της εαυτού Συνόδου εξ Επισκόπων και Αιγυπτίων μοναχών, ανερχομένων εις 300, εις το παρά την ΚΠολιν θρακικόν Φρούριον Δέρκος, αλλά τη ενεργεία της Θεοδώρας μετηνέχθη εις ε γγύτερον προς την ΚΠολιν τόπον, όπου αναλώμασιν αυτής συνετηρήθη μέχρις ου υπό του Βασιλέως Ιουστίνου απηλλάγη της εξορίας και εγένετο δεκτός μετά μεγάλων τιμών εν ΚΠολει. Ο Βασιλεύς προέτεινεν αυτώ όπως επιστρέψη εις την Αλεξάνδρειαν, αλλ' ημέρας τινάς μετά την συνάντησιν μετά του Βασιλέως ο Θεοδόσιος ετελεύτησε τον βίον (566) καταλιπών και τινα συγγράμματα (9). Εκηδεύθη μεγαλοπρεπώς, εις δε των μαθητών αυτού, ο μοναχός Αθανάσιος, απήγγειλεν επικήδειον λόγον, εν ω αναφανδόν επετέθη κατά της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (10). Οι οπαδοί του Θεοδοσίου έμειναν κεχωρισμένοι από των λοιπών χριστιανών της Αλεξανδρείας, συγκεντρωμένοι όντες περί τον ναόν «Αγγέλιον», εξ ου και «Αγγελίται» προσωνομάσθησαν.

Καθ' ον χρόνον απεμακρύνετο εις την εξορίαν εκ ΚΠολεως ο Θεοδόσιος, ευρίσκετο εκεί, εξ Αιγύπτου προερχόμενος, δι' ατομικάς αυτού υποθέσεις, ο Ταβεννησιώτης μοναχός Παύλος. Ούτος είχε γνωρισθεί μετά του Πελαγίου αποκρισαρίου του Επισκόπου Ρώμης Βιγιλίου (537-555). Ο δε Πελάγιος εύρεν αυτόν ορθόδοξον και ένθερμον υποστηρικτήν της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, όθεν προέτεινεν αυτόν εις τον Βασιλέα Ιουστινιανόν ως διάδοχον του Θεοδοσίου. Ο Ιουστινιανός εδέχθη την πρότασιν και ο Παύλος εξελέγη και εχειροτονήθη Πάπας Αλεξανδρείας υπό του ΚΠολεως Μηνά (536-552), επί παρουσία των αποκρισαρίων Ρώμης Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Η χειροτονία του Παύλου εγένετο προφανώς κατά τους πρώτους μήνας 537, αλλ' είναι αληθώς περίεργον ότι ο Ιουστινιανός ενεπιστεύθη εις τοιούτο πρόσωπον, εντελώς άγνωστον, το ανώτατον αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, κατά τας δυσχερεστάτας εκείνας περιστάσεις (11). Προφανώς ο Βασιλεύς εθεώρησεν αυτόν κατάλληλον πρόσωπον προς πραγματοποίησιν της εκκλησιαστικής αυτού πολιτικής, τεινούσης εις την αποκατάστασιν της εκκλησιαστικής ενότητος δια της συμφωνίας των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως. Προ μικρού έτι ο Ρώμης Αγαπητός Α ' (535-536) επισκεφθείς την ΚΠολιν ανεμίχθη ζωηρώς εις τα εκκλησιαστικά ζητήματα της Ανατολής, προεδρεύσας Συνόδου, απομακρύνας τον συμπαθούντα προς τον Μονοφυσιτισμόν Αρχιεπίσκοπον ΚΠολεως Άνθιμον Α ' (535-536) και χειροτονήσας τον διάδοχον αυτού Μηνάν (13 Μαρτίου 536), όστις συγκαλέσας Σύνοδον καθήρεσε μετ' άλλων μονοφυσιτών και τον Άνθιμον. Διότι εν τω μεταξύ απέθανεν αιφνηδίως ο Ρώμης Αγαπητός. Διάδοχος τούτου εξελέγη ο Βιγίλιος, όστις ευρισκόμενος εν ΚΠολει, ως αρχιδιάκονος του Αγαπητού, υπεσχέθη εις την Βασίλισσαν Θεοδώραν ότι θα υποστήριξη τον Μονοφυσιτισμόν, εάν εξελέγετο Επίσκοπος Ρώμης. Η Θεοδώρα παρέσχε πάσαν υποστήριξιν αυτής, αλλά πριν ή φθάση εις Ρώμην ο Βιγίλιος εξελέγη Επίσκοπος Ρώμης ο Σιλβέριος (536- 537). Ο Βιγίλιος δια καταχθόνιων ενεργειών και συκοφαντιών κατά του Σιλβερίου, βοηθούμενος και υπό της Αντωνίνας, συζύγου του στρατηγού Βελισαρίου, προυκάλεσε την εξορίαν αυτού και τη 25 Μαρτίου 537 εχειροτονήθη Επίσκοπος Ρώμης.

Αλλά πως εξηγείται ότι ο αποκρισάριος του Βιγιλίου Πελάγιος υπεστήριξε την εκλογήν του Ταβεννησιώτου μοναχού Παύλου ως υπερμάχου της Δ' Οικουμ. Συνόδου, ενώ ο Βιγίλιος είχεν υποσχεθεί εις την Θεοδώραν την υποστήριξιν του Μονοφυσιτισμού; Κυρίως ειπείν η Θεοδώρα δεν ήτο φανατική θιασώτης του Μονοφυσιτισμού, ούτε άλλως τε και ο Ιουστινιανός φανατικός διώκτης των μονοφυσιτών. Η Θεοδώρα μάλλον εκ πολιτικών υπολογισμών υπεστήριζε την μετριοπαθή μερίδα των Σεβηριανών, εις ην ανήκε και ο εξόριστος Θεοδόσιος. Καίτοι δε ο Ιουστινιανός διέταξε την εξορίαν του Θεοδοσίου, δεν ημπόδισε την Βασίλισσαν από του να καταστήση και αυτού και των λοιπών μονοφυσιτών άνετον την ζωήν. Πάντως και ο Ιουστινιανός εκ πολιτικών υπολογισμών εδείκνυε τοιαύτην μετριοπάθειαν όπως μη ερεθίζη τους πολυπληθείς υπηκόους αυτού, οπαδούς του Μονοφυσιτισμού. Άλλως δεν εξηγείται διατί εν επιγνώσει ο Ιουστινιανός παρείχε την υποστήριξιν αυτού εις τον πολυπράγμονα Ιωάννην Εφέσου και διατί η Θεοδώρα, ενώ επροστάτευε τους Μονοφυσίτας, μετά τιμής μεγίστης εδέχθη τον περί την εποχήν εκείνην εις ΚΠολιν μεταβάντα εκ Παλαιστίνης άγιον Σάβαν ένθερμον πρόμαχον της Δ' Οικουμενικής Συνόδου († 5 Δεκεμβρίου 532). Είναι δε πρόδηλον ότι προς επικράτησιν της εκκλησιαστικής ειρήνης διάφορον πολιτικήν εδείκνυον ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα. Ο μεν προσεπάθει να συμφωνήσωσιν οι Ανατολικοί προς τους Δυτικούς εν τοις δογματικοίς ζητήμασιν, η δε Θεοδώρα επεδίωκε μάλλον την υποχώρησιν των Δυτικών. Αλλ' η Βασίλισσα, παρά τας αντιλήψεις αυτής, δεν αντέδρα αναφανδόν κατά της πολιτικής του συζύγου, όστις άλλως τε δεν υπεχώρει εις τα ζητήματα της δογματικής διδασκαλίας, ουδέ υπεστήριζεν η Θεοδώρα τους μονοφυσίτας μέχρι του σημείου της διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως, ως μαρτυρούσιν αι λεπτομέρειαι της προστασίας του Πάπα Αλεξανδρείας Θεοδοσίου.

Προκειμένου δε ειδικώς περί της εκλογής και χειροτονίας του Παύλου ως διαδόχου του Θεοδοσίου, υπό την προϋπόθεσιν της υπό τούτου υποστηρίξεως της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, πιθανώς η Θεοδώρα δεν εθεώρησεν αυτόν ικανόν να αντιστή εις τας αντιθέτους ενεργείας, ας παρά του σκανδαλωδώς καταλαβόντος τον επισκοπικόν θρόνον Ρώμης Βιγιλίου ανέμενε. Κατά το σχέδιον της Θεοδώρας ο Βιγίλιος έμελλε να συντέλεση εις την αποκατάστασιν του Θεοδοσίου και του Ανθίμου εις τας θέσεις των, οπότε ηλπίζετο συνεννόησις δια το συνταράσσον την Εκκλησίαν μονοφυσιτικόν ζήτημα. Αν δε ηπατήθη η Θεοδώρα εις τους υπολογισμούς αυτής, τούτο οφείλεται εις τον άστατον Βιγίλιον, όστις δεν εφάνη συνεπής εις τας υποσχέσεις αυτού, « Timore Romanorum», ως εσημείωσεν ο Λιβεράτος. Ουδόλως λοιπόν παράδοξον ότι ο εν ΚΠολει αποκρισάριος αυτού Πελάγιος υπεστήριξε την εκλογήν του Παύλου ως Πάπα Αλεξανδρείας μετά την εξορίαν του Θεοδοσίου. Εν μέρει μόνον ο Βιγίλιος εξεπλήρωσε τας υποσχέσεις του προς την Θεοδώραν γράψας μυστικώς κατά το έαρ του 538 προς τον Θεοδόσιον, τον Άνθιμον και τον Σεβήρον ότι είναι σύμφωνος προς αυτούς ως προς την δογματικήν διδασκαλίαν. Εις τούτο δε ωρμήθη εκ του φόβου μήτοι ο Βασιλεύς αποκαταστήση εις τον θρόνον του Επισκόπου Ρώμης τον Σιλβέριον, Διότι ο Επίσκοπος Πατάρων εις φύλαξιν του οποίου ευρίσκετο ο εις Λυκίαν αδίκως εξορισθείς Σιλβέριος, μαθών παρά τούτου τας διαπραχθείσας παρανομίας του Βιγιλίου, μετέβη εις ΚΠολιν και κατέστησε ταύτας γνωστάς εις τον Ιουστινιανόν. Ούτος δε καταπλαγείς διέταξε την επάνοδον του Σιλβερίου και την εκ νέου εξέτασιν των κατ' αυτόν. Και επανήλθε μεν πράγματι εις Ρώμην ο Σιλβέριος, αλλ' η μεν Θεοδώρα και ο αποκρισάριος του Βιγιλίου Πελάγιος προσεπάθησαν να εμποδίσωσι την εκτέλεσιν των διαταγών του Βασιλέως, ο δε Βιγίλιος μετά της Αντωνίνας κατώρθωσε πάλιν να ενοχοποιηθή ο Σιλβέριος και να εξορισθή εις την νήσον Παλμάρια, ένθα εκ πείνης απέθανεν ο αθώος ιεράρχης κατά Ιούνιον του 538, επί παρουσία δύο αντιπροσώπων του Βιγιλίου. Τότε δε μόνον οΰτος, άπομακρυνθέντος εν τω μεταξύ και τοΰ Βελισαρίου εκ Ρώμης, δι' επιστολών προς τον Ιουστινιανόν και τον Μηνάν εξεδήλωσε τας υπέρ της Δ' Οικουμενικής Συνόδου και κατά τοΰ Μονοφυσιτισμού διαθέσεις.

Εν τω μεταξύ χρόνω ο Πάπας Αλεξανδρείας Παύλος, μεταβάς εις Αίγυπτον, ευρέθη εν μέσω εχθρικού περιβάλλοντος, εφοβήθη δε ότι έμελλε να φονευθή ως ο Προτέριος. Τους φόβους τούτους συνέλαβεν εκ κατασχεθείσης επιστολής του Διακόνου Ψόου προς τινα στρατηγόν Ηλίαν. Ίσως ένεκα του φόβου τούτου εφάνη κυμαινόμενος μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Μονοφυσιτισμού. Μετά τον θάνατον του Σεβήρου (28 Φεβρ. 539) ετέλεσε τούτου μνημόσυνον, αλλ' ωσαύτως και του Διοσκόρου Β ' ε τέλεσε μνημόσυνον. Πλην τούτου εφονεύθη ο ανωτέρω μνημονευθείς διάκονος, ο δε φόνος απεδόθη εις τον Παύλον. Φαίνεται όμως ότι και ασχέτως προς ταύτα τη εισηγήσει της Θεοδώρας απεφασίσθη η καθαίρεσις του Παύλου. Τούτο εσημείωσεν ο Προκόπιος εν τοις «Ανεκδότοις», παρατηρήσας ότι εφ' όσον η Θεοδώρα περιέβαλλε δια της ευνοίας αυτής τον Θεοδόσιον Αλεξανδρείας, ευρισκόμενον εν τη εξορία, οιονδήποτε και αν έμελλε να εκλέξη ο Ιουστινιανός προς αντικατάστασιν αυτού, ούτος θάττον ή βράδιον, έμελλε να παυθή της θέσεως αυτού.

Διαταγή του Ιουστινιανού συνήλθον εν Γάζη της Παλαιστίνης ο Αντιοχείας Εφραίμ (527-546) και ο Ιεροσολύμων Πέτρος (542- 552) μετά του Υπατίου Εφέσου και του Ευσεβίου «πάπα», του κειμηλιάρχου του εν ΚΠολει ναού της Αγίας Σοφίας, κατά το Πάσχα του 542, δικάσαντες δε τον Παύλον κατεδίκασαν αυτόν, μεταβάντα εις ΚΠολιν, πιθανώς μετά του πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας Ευστοχίου, όστις τω 552 εξελέγη Πατριάρχης Ιεροσολύμων (12). Αλεξανδρείας δε νέος Πάπας μετά τον Παύλον εξελέγη ο Ζωΐλος (542-551 ), ό στις υπέγραψε τας αποφάσεις της υπό του Πατριάρχου ΚΠολεως Μηνά (536-552) συγκληθείσης ενδημούσης Συνόδου εν ΚΠολει τω 543, επί καταδίκη του Ωριγενισμού. Προς τοις άλλοις ο Ζωΐλος εχειροτόνησεν επίσκοπον Πηλουσίου Γεώργιόν τινα, αποσταλέντα εις Αλεξάνδρειαν εκ Παλαιστίνης υπό του αγίου Σάβα, όστις και αυτοπροσώπως είχεν επισκεφθεί προ τίνων ετών την Αλεξάνδρειαν. Εις την αγίαν μνήμην αυτού ιδρύθη εν Αλεξάνδρεια ναός, όστις κατά τους εφεξής χρόνους μετά της περί αυτόν ιδρυθείσης Μονής απέβη έδρα του ορθοδόξου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας (13).

Εν τω μεταξύ χρόνω οι εν ΚΠολει Μονοφυσίται κατώρθωσαν να ενισχυθώσι πάλιν, προκαλέσαντες το γνωστόν πολύκροτον ζήτημα περί των «τριών κεφαλαίων», ο δε Πάπας Αλεξανδρείας Ζωΐλος, μη υπογράψας την σχετικήν εγκύκλιον επιστολήν του Ιουστινιανού, τω 551, καθηρέθη του αξιώματος αυτού αντικατασταθείς υπό του Απολλιναρίου (551-569), ό στις επανειλημμένως μετέβη εις ΚΠολιν, παραστάς εις τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Ειρήνης και τω 553 συμμετασχών της Ε' Οικουμενικής Συνόδου, ης τα πρακτικά υπέγραψεν (14). Εκ των πράξεων αυτού είνε γνωστή η χειροτονία τριών μοναχών εις Επισκόπους Ηλιουπόλεως, Λεοντοπόλεως και Βαβυλώνος, επ' αυτού δ' ετελεύτησεν οσίως η α γία Αναστασία, ήτις ίδρυσε μεν το παρά την Αλεξάνδρειαν «Μοναστήριον Πατρικίας», εκ Βυζαντίου ελθούσα εις Αίγυπτον, αλλ' ίνα διαφύγη τους ζητούντας όπως επαναγάγωσιν αυτήν εκεί έζησεν εν ετέρω Μοναστηρίω υπό ένδυμα ανδρός, καθ' ον τρόπον, ως είδομεν, και άλλαι οσίαι γυναίκες.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Michel le Syrien, Chronique , ed. J. B. Chabot, Paris 1899' 1905, IX, 34. Πρβλ. Glaizolle, Un empereur théologique. Justinien, son rôle dans les controverses, sa doctrine christologique , Lyon 1905, 16. Knecht, Die Religions- Politik Kaizer Justinians I , Würybourg 1896, 91. Ch. Diehl, Iustinien et la civilization Byzantine au VI siècle , Paris 1901, 315.

(2) Ευαγρίου, Εκκλ. Ιστορία, 4, 10. Ιωάννου Νικίου, Χρονικόν, σ. 388 εξ. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλ. Ιστορία 17,7. L. Duchesne, L' Eglise au IV siècle, Justinien et la civilization Byzantine au IVe siècle , Paris 1901, σελ. 67 κεξ. και 340.

(3)Liberati, Breviarium cap. 20. PL 68, 1036-1037. L. Duchesne, ενθ ' αν. σ. 101. Ch. Diehl, ενθ ' αν., σ. 346.

(4) Bardenhewer, ένθ' αν. V, 7.8. Δ. Σ. Μπαλάνου, Πατρολογία, σ. 523.

(5) Mansi, VIII, 817-836.

(6) Πασχάλιον Χρονικόν, PG 92, 889.

(7) Michel le Syrien, Chronique IX, 24, ed. Chabot, 285.

(8) Ο Ιουστινιανός προυκάλει συνεχείς συζητήσεις μετά των Μονοφυσιτών μοναχών, αλλά δεν ηδύνατο να μεταπείση αυτούς. Ο Ιωάννης Εφέσου μνημονεύει τοιούτων συζητήσεων κατά τα έτη 549, 550, 558 και 560.

(9) Bardenhewer, ένθ' αν., V, 6-7. Κατά τας πληροφορίας του Ιωάννου Εφέσου, Εκκλ. Ιστορία (εκδ. Sch ö nfelder ), V, 5 ο Θεοδόσιος κατά τας τελευταίας αυτού ημέρας δεν ηδύνατο να λειτουργή, ανέθετε δε εις τον Πρεσβύτερον Λογγίνον την αναπλήρωσιν εαυτού.

(10) L. Duchesne, ένθ' αν. σ. 101, 102-338. 347.

(11) Θεοφάνους, Χρονογραφία , σ. 345. L. Duchesne, ένθ' αν., σ.103. Ο Gutschmid, ένθ' αν., σ. 4-18 τα έτη της αρχιερατείας του Παύλου ορίζει 541-543, ουχί όμως ακριβώς.0

(12) Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ' αν., σ. 218.

(13) Αυτόθι, σ. 182.

(14) Ιωάννου Νικίου, Χρονικόν , σ. 399. Θεοφάνους, Χρονογραφία, σ. 253. Cutschmid, 469.

 

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.