ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής και οι απόστολοι των Σλάβων Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος

Β. Ι.Φειδά

Οι εκ Θεσσαλονίκης αδελφοί Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος είναι πράγματι δύο από τας αξιολογωτέρας προσωπικότητας του Θ' αιώνος, το δέ υπ' αυτών επιτελεσθέν μέγα ιεραποστολικόν έργον αποτελεί μίαν από τας λαμπροτέρας σελίδας της Ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, διότι δι' αυτού προσηλυτίσθη εις τον Χριστιανισμόν ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος των Σλάβων και εδέχθη εν τη ιδία αυτού γλώσση τα ανεκτίμητα μνημεία του Βυζαντινού πνεύματος και την πρώτην γονιμοποίησιν του βαρβάρου πνεύματος από τον λαμπρόν Βυζαντινόν πολιτισμόν (1) .

Οι Βίοι των ιεραποστόλων των Σλάβων Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και Μεθοδίου παρέχουν αξιόλογους ειδήσεις δια το επιτελεσθέν έργον, αλλά δεν είπον εισέτι παν, ό,τι έχουν να ειπούν περί των δύο αδελφών και της εποχής των. Υπάρχουν εισέτι πολλά σημεία, τα οποια παραμένουν σκοτεινά καί έτερα, άτινα χρήζουν ευρυτέρας έξηγήσεως. Μεταξύ τών σοβαροτέρων προβλημάτων των Βίων Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και Μεθοδίου δύναται να συναριθμηθή το πρόβλημα των πηγών των, αι οποίαι δεν πρέπει να περιορισθούν μόνον εις σλαβικά κείμενα, αλλά να αναζητηθούν και εις αντίστοιχα βυζαντινά. Η εισαγωγή του Βίου του Μεθοδίου παρουσιάζει μεγάλην αναλογίαν περιεχομένου προς σχετικά βυζαντινά και σλαβικά κείμενα, τα οποία εμφανίζουν μεγάλην σχέσιν προς το κήρυγμα της Βυζαντινής Ιεραποστολής, του Θ' ιδία αιώνος, διο και εθεωρήσαμεν αναγκαίον να εξετάσωμεν το τμήμα τούτο εν σχέσει προς το κήρυγμα της Βυζαντινής Ιεραποστολής κατά τον Θ' αιώνα.

Γεγονός, ότι το Ιεραποστολικόν κήρυγμα απετέλει πάντοτε την διδασκαλίαν της Εκκλησίας, η ο ποία δια της αναπτύξεως της ιεραποστολικής δραστηριότητος προσεπάθησε να συμμορφωθή προς την εντολήν του Ιδρυτού της, όστις αναλαμβανόμενος εις τους ουρανούς παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του, ίνα μαθητεύσωσι πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (2) και οδηγήσωσι τους βαπτιζομένους εις την σωτηρίαν. Το ιεραποστολικόν κήρυγμα, προοριζόμενον «οις ουκ ανηγγέλη και οι ουκ ακηκόασι» περί Χριστού, περιελάμβανε τας θεμελιώδεις μόνον αληθείας του Χριστιανισμού.

Κατά τους αποστολικούς χρόνους το ιεραποστολικόν κήρυγμα ήτο σύντομος έκθεσις της χριστιανικής διδασκαλίας, ο δε προσήλυτος εγίνετο δεκτός εις το βάπτισμα μετά βραχείαν ομολογίαν πίστεως, όπερ προϋποθέτει προηγουμένην τινά διδασκαλίαν, ης το περιεχόμενον δεν ήτο μεν επακριβώς καθωρισμένον, αλλ' οπωσδήποτε εγίνετο υπό τύπον ερωτηματικόν άμα δε και ακροαματικόν, περιεστρέφετο δε περί τας βιβλικάς προρρήσεις τας αναφερομένας εις τον Ιησούν. Σκοπόν είχε να αποδείξη εις τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς ήτο ο αληθής Μεσσίας και ο Υιός του Θεού. Το ιεραποστολικόν κήρυγμα προς τούς Εθνικούς ωρμάτο από της διδασκαλίας περί υπάρξεως ενός και μόνου Θεού, δημιουργού του παντός και κατέληγεν εις την προβολήν του Ιησού ως Λυτρωτού (3) . Κατά τον Ιουστίνον (4) εγίνοντο δεκτοί εις το βάπτισμα «όσοι αν πεισθώσι και πιστεύσωσιν αληθή ταύτα και βιούν ούτως δύνασθαι». Προϊόντος του χρόνου καθωρίσθη σαφέστερον το ιεραποστολικόν κήρυγμα. Κατά τον ιερόν Αυγουστίνον, η διδασκαλία αγραμμάτου τινός ( rudis et indoctus ) πρέπει να γίνηται δια συντόμου ανασκοπήσεως της παγκοσμίου ιεράς ιστορίας από της δημιουργίας, της πτώσεως του ανθρώπου, της επι φυλασσομένης σωτηρίας δια της ενσαρκώσεως του Λόγου μέχρι της εκθέσεως των κατά την γέννησιν, τον σταυρικόν θάνατον, την ανάστασιν και ανάληψιν του Χριστού, όστις έπεμψε το Άγιον Πνεύμα, ίνα δια της χάριτος αυτού ζώσιν οι πιστεύοντες, ασκούντες την αγάπην και αναμένοντες τας αιωνίους αμοιβάς (5) . Αι Αποστολικαί Διαταγαί παρέχουν παρεμφερή τύπον του ιεραποστολικού κηρύγματος, ο δε προετοιμαζόμενος δια το βάπτισμα εδιδάσκετο «τήν περί Αγεννήτου γνώσιν, την περί Υιού μονογενούς επίγνωσιν, την περί του Αγίου Πνεύματος πληροφορίαν», «δημιουργίας διαφόρου τάξιν, προνοίας ειρμόν, νομοθεσίας διαφόρου δικαιωτήρια», «δπως ο Θεός τους πονηρούς εκόλασεν ύδατι και πυρί, τους δ' αγιους εδόξασε καθ' εκάστην γενεάν», «περί της του Κυρίου ενανθρωπήσεως, τα περί του πάθους αυτού και της εκ νεκρών αναστάσεως και αναλήψεως» (6), προ δε του βαπτίσματος απηγγέλλετο υπό των πιστών το Σύμβολον της Πίστεως.

Αι δεκαοκτώ κατηχήσεις του Κυρίλλου Ιεροσολύμων, ως και αι ακολουθήσασαι πέντε μυσταγωγικαί, πείθουν, ότι το περιεχόμενον του κηρύγματος περιεστρέφετο περί την καθ' όλου επισκόπησιν της χριστιανικής διδασκαλίας επί τη βάσει του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίον κατέστη κατά τους μετέπειτα αιώνας το επίκεντρον του ιεραποστολικού κηρύγματος.

Κατά τους μετά την εικονομαχικήν έριδα χρόνους, οπότε το πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως δια του μεγαλόπνοου πατριάρχου Φωτίου προσεπάθησε να αναδιοργάνωση την Βυζαντινήν Ιεραποστολήν, το κήρυγμα της Βυζαντινής Ιεραποστολής είχε προφανώς τυποποιηθή εις το σχήμα:

•  Σύντομος ανασκόπησις της παγκοσμίου ιεράς ιστορίας από της δημιουργίας του κόσμου και της πτώσεως του ανθρώπου μέχρι της ενανθρωπήσεως του Ιησού Χριστού, του σταυρικού του θανάτου, της αναστάσεως και της αναλήψεως αυτού. Εν τω τμήματι τούτω ετονίζοντο κυρίως η αγάπη και η ευσπλαγχνία του Θεοΰ δια τον κόσμον, η επιφυλασσομένη σωτηρία του ανθρώπου διά της μελλοντικής ελεύσεως του Μεσσίου, η εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού εκπλήρωσις των περί Μεσσίου προφητειών των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, η διά Ιησού Χριστού σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και αι αιώνιαι αμοιβαί των πιστών εν τη βασιλεία των ουρανών, ως και αι αιώνιαι τιμωρίαι των μη πιστευσάντων εν τη μελλούση κρίσει.

•  Σύντομος έκθεσις της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, η οποία συνήθως εστηρίζετο εις την εκθεσιν του Συμβόλου της Πίστεως μετά τινων δογματικών επεξηγήσεων.

• Σύντομος ιστορία της Εκκλησίας, η οποία εστηρίζετο κυρίως εις την περιληπτικήν έκθεσιν των αιτίων συγκλήσεως και των αποφάσεων των επτά Οικουμενικών Συνόδων, δι' ών διετηρήθη αλώβητος η Ορθοδοξία εν τη πίστει (7).

Αναμφισβήτητον είναι, ό τι το σχήμα τούτο του ιεραποστολικού κηρύγματος, το οποίον είχε σχεδόν τυποποιηθή κατά τον Θ' αιώνα, απετέλει τον εύπλαστον πυρήνα εις την διάθεσιν των Βυζαντινών ιεραποστόλων, οι οποίοι, αναλόγως των αντιμετωπιζόμενων συνθηκών παρ' εκάστω λαώ, επέφερον τροποποιήσεις τινάς ή προσθήκας ή καί μεταβολάς εις το αρχικόν σχήμα του κηρύγματος, χωρίς όμως να αποσπώνται παντελώς από του πνεύματος και των εκτιθεμένων εν αυτώ αληθειών.

Η προσαρμογή του κηρύγματος, κατά τας παρ' εκάστω λαώ ανάγκας, απετέλει ευχερές έργον διά τους Βυζαντινούς ιεραποστόλους, τα δε παρεχόμενα στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας συνεδέοντο συνήθως με τοπικάς παραδόσεις και ελάμβανον αφηγηματικόν χαρακτήρα, ίνα ούτω καταστούν ευληπτότερα υπό των προσηλυτιζομένων βαρβάρων συνήθως λαών (8).

Το ενιαίον ιεραποστολικόν κήρυγμα απετέλει σπουδαίαν επιτυχίαν του Οικουμενικού Θρόνου, διότι δι' αυτού επετυγχάνετο η ταχυτέρα δυνατή κατήχησις των προσηλυτισθέντων βαρβάρων εις τας βασικάς αλη θείας της χριστιανικής θρησκείας, εξησφαλίζετο η εν τη πίστει ενότης των ποικιλωνύμων βαρβάρων λαών, οι οποίοι εδέχθησαν τον χριστιανισμόν από την Βυζαντινήν ιεραποστολήν και προεφυλάσσοντο οι εκασταχού ιεραπόστολοι από ενδεχομένας υπερβολάς ή και πεπλανημένας διδασκαλίας.

Αι περιφανείς επιτυχίαι της Βυζαντινής ιεραποστολής κατά τους Θ' και Ι΄ αιώνας ωφείλοντο εν πολλοίς ουχί μόνον εις την δραστηριότητα των Βυζαντινών ιεραποστόλων, αλλά και εις την μεθοδικήν δράσιν, η οποία ωδήγει τους Βυζαντινούς ιεραποστόλους δια της συντομοτέρας οδού εις το ποθούμενον αποτέλεσμα.

Ο απολογισμός των επιτυχιών της Βυζαντινής ι ε ραποστολής κατά τον Θ' αιώνα προκαλεί τον θαυμασμόν, το δε επιτελεσθέν έργον αποτελεί την επιβράβευσιν των συντόνων ιεραποστολικών προσπαθειών του Οικουμενικού Θρόνου. Χάζαροι, Ρώσοι, Μοραυοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Αβασγοί, Αλανοί και άλλοι λαοί εδέχθησαν τον Χριστιανισμόν δια των Βυζαντινών κυρίως Ιεραποστόλων και υπήχθησαν διοικητικώς υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως.

Το δεύτερον ήμισυ του Θ' αιώνος καλύπτουν δια της ευρυτάτης ιεραποστολικής των δράσεως οι δύο έκ Θεσσαλονίκης αδελφοί Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος, οίτινες ορθώς θεωρούνται μετά του πατριάρχου Φωτίου, οι μεγαλόπνοοι οραματισταί της εντόνου ιεραποστολικής δραστηριότητος των μέσων του Θ' αιώνος (9). Η Βυζαντινή ιεραποστολή του Θ' αιώνος αποτελεί συνέχειαν της αδιακόπου ιε ραποστολικής δραστηριότητος της Ανατολικής Εκκλησίας κατά πάντας τους διαρρεύσαντας αιώνας, αι δε βασικαί άρχαί, αίτινες επρυτάνευσαν εν τω παρελθόντι, διετηρήθησαν και κατά τόν Θ' αιώνα. Οπωσδήποτε η παρατηρουμένη αναγέννησις δεν ωφείλετο μόνον εις τον ενθουσιασμόν και την πίστιν των Βυζαντινών ιεραποστόλων, αλλά και εις ένα βελτιωμένον προγραμματισμόν δράσεως, εις μίαν προσπάθειαν συντόνου μέν, αλλά και ομοιογενούς δραστηριότητός των εις διαφόρους χώρας δρώντων Βυζαντινών ιεραποστόλων, οι οποίοι ειργάζοντο επί τη βάσει προδιαγεγραμμένης ενιαίας μεθόδου και ηκολούθουν διαδικασίαν εν πολλοίς παγίαν.

Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος, ηγέται και εκπρόσωποι της αναγεννήσεως ταύτης, ετήρησαν εν τη ιεραποστολική των δράσει τας αρχάς της Βυζαντινής Ιεραποστολής, αι οποίαι εθεωρήθησαν απαραίτητοι διά την διαμόρφωσιν ενός ομοιογενούς συνόλου πιστών μεταξύ των προσηλυτιζομένων βαρβάρων λαών, ηκολούθησαν δε και εν τω ιεραποστολικώ κηρύγματι τον ενιαίον τύπον του ιεραποστολικού κηρύγματος του Οικουμενικού Θρόνου. Το περιεχόμενον του κηρύγματος των δύο αποστόλων των Σλάβων παρέχεται εν περιλήψει υπό του βιογράφου του Μεθοδίου εν τη εισαγωγή του σλαβικού Βίου του Μεθοδίου, έχει εέ ως ακολούθως:

*

«Ο Θεός, ο φιλεύσπλαγχνος και παντοδύναμος, ο εκ του μη όντος δημιουργήσας τα πάντα, ορατά τε και αόρατα, ο ποιήσας αυτά τόσον ωραία, ώστε θεωρών τις ταύτα να αναγνωρίζη μερικώς και να ανευρίσκη τον ποιητήν των τοσούτον θαυμαστών καί πολλών έργων· διότι η μεγαλοπρέπεια καί το κάλλος των δημιουργημάτων οδηγεί εις την δι' αυτών γνώσιν του δημιουργοΰ, του υμνουμένου υπό των αγγέλων, των αδόντων τον τρισάγιον ύμνον καί λατρευομένου υπό όλων των Ορθοδόξων εν τη Αγία Τριάδι, Πατρί Υιώ και Αγίω Πνεύματι, ήτοι εν τρισίν ύποστάσεσι, δυναμέναις να ονομασθώσι και τρία πρόσωπα, αλλ' εν μια καί μόνη θεότητι. Διότι προ παντός χρόνου, προ πάσης ώρας καί προ παντός ενιαυτού υπέρ πάντα νουν καί υπέρ πάσαν άυλον έννοιαν ο ίδιος ο Πατήρ έγέννησε τον Υίόν, ως ελέχθη και εν τη Σοφία «προ του όρη γενηθήναι εγέννησά σε». Και εν τω Ευαγγελίω ο αυτός θείος Λόγος είπε δια του καθαρότατου στόματός του μετά το σαρκωθήναι διά την ημών σωτηρίαν επ' εσχάτων των ημερών: «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστι». Εκ του αυτού Πατρός εκπορεύεται αύθις και το Άγιον Πνεύμα, ως ο ίδιος ο Υιός είπε τη θεία αυτού φωνή: «Το Πνεύμα της Αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται». Ο αυτός Θεός εποίησεν ολόκληρον τήν δημιουργίαν, κατά τον λόγον του Δαυίδ. «Οι ουρανοί εστερεώθησαν τω λόγω του Κυρίου και πάσα η ισχύς αυτών εκ της πνοής του στόματος αυτού». Ως είπεν εγένοντο, ενετείλατο και εδημιουργήθησαν. Προ παντός άλλου δημιουργήματος εποίησε τον άνθρωπον εκ του χοός της γης, εμφυσήσας (εις αυτόν) εξ αυτού την ψυχήν διά ζωοποιού πνοής και δους νουν λογικόν και ελευθέραν βούλησιν, ίνα εισέλθη εν τω παραδείσω. Προς δοκιμασίαν έδωκεν εις αυτόν μίαν εντολήν, ίνα καταστή αθά νατος, εάν ετήρει ταύτην και ίνα αποθάνη, εξ (ιδίας) βουλήσεως και ουχί κατ' εντολήν του Θεού, εάν παρέβαινε ταύτην. Ο διάβολος, ιδών τον άνθρωπον τοσούτον τιμηθέντα και ανυψωθέντα εις την θέσιν, εξ ης ο ίδιος, ένεκα της αλαζονείας του, εξέπεσεν, ενήργησεν ώστε (ο άνθρωπος ) να παραβή την εντολήν, να εκδιωχθή εκ του παραδείσου και να καταδικασθή εις τόν θάνατον. Έκτοτε δε ο διάβολος ήρξατο οχλών και πειράζων το ανθρώπινον γένος δια παντός είδους παγίδων. Αλλά ο Θεός εν τη μεγάλη (αυτού) ευσπλαγχνία και αγάπη δεν εγκατέλιπε τον άνθρωπον μέχρι τέλους. Πάντοτε καθ' έκαστον έτος εξελέξατο άνδρας, των οποίων τα έργα και τους αγώνας απεκάλυψεν εις τους ανθρώπους, ίνα πάντες στραφούν προς το καλόν, συμμορφούμενοι προς αυτούς· εν οις ο Ενώχ, όστις πρώτος ετόλμησε να προφέρη το όνομα του Κυρίου· είτα όμως ευάρεστος γενόμενος τω Θεώ ο Ενώχ, απέθανε. Εις την αυτήν γενεάν ανήκεν ο δίκαιος Νώε, όστις εν τη κιβωτώ του διεσώθη από τον κατακλυσμόν, ίνα η γη πληρωθή και εξωραϊσθή από το δημιούργημα του Θεού. Ο Αβραάμ, μετά την διαίρεσιν των λαών, ότε πάντες είχον χαθή εν τη πλάνη, εγνώρισε τον Θεόν, απεκλήθη φίλος αυτού και έλαβε την επαγγελίαν ταύτην: «ενευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης».

Ο Ισαάκ, ως ο Χριστός, ωδηγήθη επί τινος όρους ίνα θυσιασθή. Ο Ιακώβ κατέστρεψε τα ξένα είδωλα και είδε κλίμακα (αναβαίνουσαν) από της γης εις τον ουρανόν, δια της οποίας ανέβαινον και κατέβαινον οι Άγγελοι του Θεού. Ευλογών τα τέκνα του προεφήτευσε περί Χρίστου. Ο Ιωσήφ εν Αιγύπτω εχόρτασε τον λαόν και παρουσιάσθη (ευάρεστος) τω Θεώ. Ο Ιώβ ο εξ Αυσίτιδος εχαρακτηρίσθη υπό της Γραφής δίκαιος, αψευδής και ανεπίληπτος, εκείνος. Όστις ηυλογήθη υπό του Θεοΰ, διότι εδέχθη την συμφοράν και την υπέμεινε. Ο Μωϋσής, μετά του Ααρών, μέλους των ιερέων του Θεού, απεκλήθη Θεός του Φαραώ· κατετρόπωσε την Αίγυπτον, επέτυχε της εξόδου των ανθρώπων του Θεού διά φωτεινής νεφέλης κατά την διάρκεαν της ημέρας και διά στήλης πυρός κατά την διάρκειαν νυκτός και διήρεσε τα ύδατα της θαλάσσης. (Ούτοι) διήλθον αβρόχοις ποσίν, αλλ' έπνιξε τους Αιγυπτίους. Και εν τη ερήμω επότισε δι' ύδατος τους υστερουμένους τούτου και εχόρτασεν έτι και δι' αγγελικού άρτου και διά πτηνών. Και ωμίλησε τω Θεώ ενώπιος ενωπίω, ως είναι δυνατόν να ομιλή ο άνθρωπος μετά του Θεού. Ο Ιησούς του Ναυή διένειμε την γην εις τους ανθρώπους του Θεού, αφού πρότερον κατενίκησε τους εχθρούς των. Οι Κριταί κατήγαγον επίσης πολλάς νίκας. Ο Σαμουήλ, λαβών την θείαν χάριν, έχρισε τον βασιλέα και τον εγκαθίδρυσε διά του λόγου του Θεού. Ο Δαυίδ εποίμανε τους ανθρώπους εν ειρήνη και τους εδίδαξε θεία άσματα. Ο Σολομών, λαβών εκ Θεού την σοφίαν, περισσότερον πάντων των ανθρώπων, συνέθεσε πολλάς (και) καλάς παραβολάς, καίτοι δεν τας ετελείωσε μόνος. Ο Ηλίας απεκάλυψε δια του λιμού την κακίαν των ανθρώπων και ανέστησεν ένα νεκρόν, επέτυχε δε να ρίψη και πυρ ακόμη από τον ουρανόν και έ καυσε πολλούς ανθρώπους. Κατέκαυσε δε ακόμη διά πυρός θαυματουργικού τα θύματα των θυσιών και, φονεύσας τους παρανόμους ιερείς, εισήλθεν εις τον ουρανόν επί πύ ρινου άρματος και επί ίππων, αφού πρότερον έδωκεν εις τον μαθητήν (του) διπλούν πνεύμα. Ο Ελισσαίος, λαβών την μηλωτήν (του), ετέλεσε διπλούν θαύμα. Οι λοιποί προφήται, έκαστος εν τη ιδία αυτού εποχή προεφήτευσαν θαυμαστά γεγονότα, τα οποία επρόκειτο να συμβούν.

Ο Ιωάννης, όστις, μετά τους προγενεστέρους, υπήρξεν ο μέγας μεσάζων μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ο βαπτίσας τον Χριστόν, εγένετο μάρτυς και κήρυξ δια τους επιζώντας και τους τεθνεώτας. Ο Πέτρος και ο Παύλος, ως και οι λοιποί από στολοι του Χριστού, αφού διέβησαν ολόκληρον τον κόσμον ως αστραπή, εφώτισαν όλόκληρον την γην. Μετ' αυτούς οι μάρτυρες απεκάθαρον δια του αίματος των τον ρύπον και οι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων διά του βαπτίσματος των Βασιλέων εξηφάνισαν μετά πολλούς αγώνας και πολλάς προσπαθείας την ειδωλολατρίαν.

Ο σεπτός Σιλβέστρος, βοηθούμενος υπό τριακοσίων δέκα οκτώ πατέρων και υποστηριζόμενος υπό του μεγάλου αυτοκράτορος Κωνσταντίνου, συνεκάλεσε την πρώτην σύνοδον εν Νικαία. Ενίκησε τον Άρειον και τον ανεθεμάτισεν, (αυτόν) και την αίρεσίν του, την οποίαν ήγειρε κατά της Αγίας Τριάδος, ως άλλοτε ο Αβραάμ μετά των τριακοσίων δέκα οκτώ δούλων ενίκησε τους βασιλείς και έλαβεν από τον Μελχισεδέκ, βασιλέα της Σιδέμ (Σαλήμ), την ευλογίαν, τον άρτον και τον οίνον διότι ήτο ιερεύς του Θεού του Υψίστου.

Ο Δάμασος και ο Θεολόγος Γρηγόριος μετά εκατόν πεντήκοντα πατέρων και ο μέγας αυτοκράτωρ Θεοδόσιος κατωχύρωσαν εν Κωνσταντινουπόλει το άγιον Σύμβολον, ήτοι τό «Πιστεύω εις ένα Θεόν...» και αφορίσαντες τον Μακεδόνιον τον ανεθεμάτισαν, (αυτόν) και την αίρεσιν, την οποίαν εκήρυττε κατά του Αγίου Πνεύματος.

Ο Καιλεστίνος και ο Κύριλλος μετά διακοσίων πατέρων και ένα άλλον αυτοκράτορα εις την Έφεσον απέκοψαν εκ ριζών τον Νεστόριον και ολόκληρον την αίρεσιν, την οποίαν εκήρυττε κατά του Χριστού.

Ο Λέων και ο Ανατόλιος, μετά του Ορθοδόξου αυτοκράτορος Μαρκιανού και εξακοσίων τριάκοντα πατέρων, ανεθεμάτισαν εν Χαλκηδόνι την ανοησίαν και αίρεσιν του Ευτυχούς.

Ο Βιργίλιος, ως και ο ευσεβής Ιουστίνος και εκατόν εξήκοντα πέντε πατέρες, συγκαλέσαντες την πέμπτην σύνοδον...(ελλείπουν λέξεις εις πάντα τα χειρόγραφα) εξετάσαντες κατεδίκασαν.

Ο Αγάθων, ο αποστολικός πάπας, μετά διακοσίων εβδομήκοντα πατέρων και ο σεπτός αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος εις την έκτην σύνοδον, επετέθησαν κατά των πολυαρίθμων ταραξιών και (εν συμφωνία) μετά πάντων των πατέρων, αφού (τους) κατεδίωξε, τους ανεθεμάτισεν, ήτοι τον Θεόδωρον Φαράν, Σευήρον και Πύρρον, Κύρον Αλεξανδρείας, Ονώριον Ρώμης, Μακάριον Αντιοχείας και τους άλλους οπαδούς των. Θεμελιώσαντες δε την χριστιανικήν πίστιν την κατωχύρωσαν επί της αληθείας».

Το κείμενον τούτο, ως παρατίθεται υπό του βιογράφου εν τη εισαγωγή του Βίου του Μεθοδίου, παρουσιάζει σαφή αναλογίαν προς τον συνήθη τύπον του ιεραποστολικού κηρύγματος της Βυζαντινής ιεραποστολής, διότι περιλαμβάνει τα τρία κύρια τμήματα του ιεραποστολικσΰ κηρύγματος, ήτοι : α) περιληπτικήν έκθεσιν της συντόμου ιεράς ιστορίας της ανθρωπότητος από της δημιουργίας μέχρι της πτώσεως του ανθρώπου και της διά του Ιησού Χριστού σωτηρίας· β) σύντομον δογματικήν διδασκαλίαν της Εκκλησίας και το Σύμβολον της Πίστεως· γ) σύντομον ιστορίαν της Εκκλησίας διά της παραθέσεως της ιστορίας των εξ πρώτων Οικουμενικών Συνόδων.

Εν τούτοις το κείμενον εχρησιμοποιήθη υπό του βιογράφου ουχί ε ν τη ολότητι αυτού, ο δε σκοπός της παραθέσεως τούτου εις τον Βίον του Μεθοδίου διαφέρει του σκοπού του κηρύγματος της Βυζαντινής ιεραποστολής, διο και ουδέποτε μέχρι σήμερον εσχετίσθη προς τό κήρυγμα της χριστιανικής ιεραποστολής. Γεγονός, ότι και αυτό τούτο το περιεχόμενον του ιεραποστολικού κηρύγματος αγνοείται και ουδεμία μέχρι τούδε ανελήφθη προσπάθεια διά την αποκατάστασιν του σταθερού τμήματος του κηρύγματος της Βυζαντινής Ιεραποστολής, το οποίον εχρησιμοποιήθη εις πάσας σχεδόν τας ιεραποστολάς κατά τους Θ' και Ι΄ αιώνας. Είναι αναμφισβήτητον, ότι το κείμενον τούτο δεν συνετάχθη υπό του βιογράφου του Μεθοδίου, διότι παρουσιάζει σαφείς αναλογίας προς προγενέστερα παρεμφερή κείμενα, ως την Επιστολήν του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου προς τον πρώτον Χριστιανόν ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόριν, ενώ παράλληλα κείμενα αποδεικνύουν, ότι το τμήμα τούτο του Βίου του Μεθοδίου αποτελεί περίληψιν του κηρύγματος της Βυζαντινής ιεραποστολής (10). Ο Βιογράφος όμως του Μεθοδίου δεν εχρησιμοποίησε αυτούσιον το κείμενον του ιεραποστολικού κηρύγματος, ως τούτο είχε συνταχθή πρωτοτύπως, αλλ' ηρύσθη εκ τοΰ πρωτοτύπου κειμένου του ιεραποστολικού τούτου κηρύγματος τα σημεία εκείνα, τα οποία ενδιέφερον τον βιογράφον εις την σύνταξιν του βίου του Μεθοδίου. Ούτω, το κείμενον τούτο, συνδεθέν προς την βιογραφίαν του Μεθοδίου, υπέστη τροποποιήσεις τινάς, καθ' όσον δι' αυτού ο βιογράφος προσεπάθησε να παραλληλίση τον Μεθόδιον προς τας μεγάλας προσωπικότητας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ως και της Χριστιανικής Εκκλησίας, αι οποίαι κατά καιρούς εγένοντο φορείς της θείας αποκαλύψεως και προανήγγειλαν ή ανήγγειλαν την διά του Ιησού Χριστού σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους. Ο Μεθόδιος ίσταται, κατά τον βιογράφον του, εγγύς των προσωπικοτήτων αυτών, διότι διά του έργου του έγένετο ο φωτιστής των Σλάβων (11). Ευνόητον είναι, ότι διά του κειμένου τούτου ο βιογράφος δεν εσκόπει να παραθέση το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής, αλλά να κατάταξη εν προοιμίω μεταξύ των προσωπικοτήτων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αι οποίαι εγένοντο φορείς της θείας αποκαλύψεως και τον Μεθόδιον διο και αρκείται εις μόνην την περιληπτικήν απαρίθμησιν των προσώπων, δι' ων ο Θεός απεκάλυψε τας βουλάς αυτού προς την αν θρωπότητα, αντί να παράθεση την ενιαίαν ιστορίαν της θείας αποκαλύψεως, η οποία απετέλει το πρώτον μέρος του ιεραποστολικού κηρύγματος· τούτο όμως πράττει περιληπτικώτατα ο βιογράφος του Κυρίλλου (Κωνσταντίνου) εν τω Α' κεφαλαίω, ένθα περιγράφει συνθετικώτατα την ιστορίαν της θείας οικονομίας, χωρίς να αναφέρη ονομαστικώς τας προσωπικότητας, αι οποίαι εγένοντο φορείς της θείας αποκαλύψεως.

Εκ της μελέτης των Βίων τοΰ Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και του Μεθοδίου και εκ της παραλλήλου εξετά σεως τούτων προς σχετικά κείμενα (Επιστολή του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου προς τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόριν και Παράδοσις δια το εν Χερσώνι βάπτισμα του Ρώσου ηγεμόνος Βλαδίμηρου (989) (12) αγόμεθα εις το ευλογοφανέστατον συμπέρασμα, ότι οι βιογράφοι ή ο βιογράφος των δύο ιεραποστόλων αδελφών εκ Θεσσαλονίκης έχρησιμοποίησαν ως μίαν των βασικών πηγών δια την σύνταξιν των Βίων του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και του Μεθοδίου το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής, το οποίον προφανώς είχε μεταφρασθή υπό των δύο αδελφών εις την παλαιοσλαβικήν εκκλησιαστικήν γλώσσαν. Ο βιογράφος ή οι βιογράφοι παραλλήλως προς τας λοιπάς πηγάς διά τους Βίους των Αποστόλων των Σλάβων (13) εχρησιμοποίησαν και το ενιαίον κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής, ίνα δι' αυτού αποκαταστήσουν τας ομιλίας κυρίως του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου), του «Φιλοσόφου» των σλαβικών πηγών. Χαρακτηριστικόν είναι, ότι εις τον Βίον του Μεθοδίου δεν περιλαμβάνονται εκτενείς ομιλίαι, ως εις τον Βίον του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου), πιθανώτατα διότι ο βιογράφος του Μεθοδίου, συντάξας ή γνωρίζων το περιεχόμενον του Βίου του Κωνσταντίνου, δεν ηθέλησε να παράθεση τα αυτά κείμενα, ηρύσθη όμως εκ του ιεραποστολικού κηρύγματος, ό,τι εν τω Βίω του Κωνσταντίνου είχε παραλειφθή ή ελλιπώς τονισθή.

Το κείμενον, το οποίον παρατίθεται υπό του βιογράφου, ως εισαγωγή εις τον Βίον του Μεθοδίου, συμπληρούμενον από τα υπό του βιογράφου του Κωνσταντίνου χρησιμοποιηθέντα τμήματα του κηρύγματος της Βυζαντινής ιεραποστολής, δύναται να παράσχη αξιόλογον αποκατάστασιν του ιεραποστολικού κηρύγματος των Αποστόλων των Σλάβων. Αναλυτικώτερον εις το κείμενον τούτο δέον να προστεθώσιν εν τω οικείω τόπω της εισαγωγής του Βίου του Μεθοδίου τα ακόλουθα τμήματα εκ του Βίου του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου), τα οποία παρελείφθησαν εν τω Βίω του Μεθοδίου, διότι συμπεριελαμβάνοντο εν τω Βίω τουΰ αδελφού του:

Τό κεφάλαιον Α' του σλαβικού Βίου του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) δέον να διανθίση το πρώτον τμήμα της εισαγωγής του Βίου του Μεθοδίου, ένθα αναφ έ ρονται αι προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, αίτινες εγένοντο φορείς της θείας αποκαλύψεως.

Το τμήμα του Ι΄κεφαλαίου, το οποίον περιέχει τας προφητείας των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης περί της ελεύσεως του Μεσσίου, δέον να προστεθή εις το σημείον της εισαγωγής του Βίου του Μεθοδίου, το αναφερόμενον εις τους προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης.

Τό τμήμα του ΙΑ' κεφαλαίου, το οποίον αναφέρεται εις την μέλλουσαν κρίσιν, δέον να προστεθή εις την εισαγωγήν του Βίου του Μεθοδίου εν τω σημείω ένθα τονίζεται το έργον του Ιωάννου του Βαπτιστού, αφού προηγηθή η έκθεσις περί του απολυτρωτικού έργου του Χριστού διά του σταυρικού του θανάτου.

Τα σχετικά στοιχεία όμως περί του απολυτρωτικού έργου του Ιησού Χριστού έχουν διανθίσει τμηματικώς αμφότερους τους Βίους Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και Μεθοδίου, ούτως ώστε η πλήρης αποκατάστασις τοΰ κειμένου τής διδασκαλίας ταύτης νά καθίσταται δυσχερής.

Το ακολουθούν τμήμα του κειμένου της εισαγωγής του Βίου του Μεθοδίου δέον να συμπληρωθή διά της μεταφοράς του δογματικού τμήματος, όπερ τίθεται εν τη αρχή της εισαγωγής, εις το σημείον ένθα άρχεται η περίληψις της ιστορίας των Οικουμενικών Συνόδων. Προ τούτων επίσης πρέπει να τοποθετηθή το κείμενον του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίον παραλείπεται υπό του βιογράφου, ως μη εξυπηρετούν εν τω Βίω του Μεθοδίου σκοπιμότητα τινα. Ωσαύτως η περίληψις της ιστορίας των Οικουμενικών Συνόδων, δέον να συμπληρωθή δια της προσθήκης των σχετικών ειδήσεων και περί της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, η οποία παρελείφθη προφανώς υπό του βιογράφου, υπήρχεν όμως πιθανώτατα εν τω κειμένω του πρωτοτύπου ιεραποστολικού κηρύγματος, του μεταφρασθέντος εις την παλαιοσλαβικήν έκκλησιαστικήν γλώσσαν υπό των Αποστόλων των Σλάβων. Το τμήμα τούτο της εισαγωγής του Βίου του Μεθοδίου παρουσιάζει ωρισμένας τροποποιήσεις του πρωτοτύπου κειμένου, αι οποίαι εγένοντο πιθανώτατα εις το πρωτότυπον παλαιοσλαβικόν κείμενον υπό των Αποστόλων των Σλάβων, κατά την μετάφρασιν του ελληνικού κειμένου, ίνα εξυπηρετήσουν σκοπιμότητα τινα· πρόκειται περί τοΰ τονισμού του ρόλου τοΰ πάπα Ρώμης εν ταις Οικουμενικαίς Συνόδοις, δεδομένου, ότι κεντρικόν πρόσωπον τούτων θεωρείται ο εκάστοτε πάπας Ρώμης, δευτερεύον δε πρόσωπον ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, ενώ αγνοείται σχεδόν ο ρόλος του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα, το οποίον δεν παρατηρείται εις τα παράλληλα βυζαντινά (14) ή και σλαβικά κείμενα (15), εις τα οποία τονίζεται ιδιαιτέρως ο ρόλος του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Εάν αι τροποποιήσεις αύται εγένοντο υπό των Αποστόλων των Σλάβων, τότε πρέπει να δεχθώμεν, ότι ούτοι ενήργησαν ούτως, ίνα αποφύγουν ενδεχομένας αντιδράσεις των εκ του έργου της Βυζαντινής ιεραποστολής πληγέντων Φράγκων ιεραποστόλων, οι οποίοι ηδύναντο να διασύρουν το έργον των δύο αδελφών παρά τω πάπα Ρώμης. Θέμα αναγνωρίσεως πρωτείου εξουσίας εις τόν πάπαν Ρώμης δεν υπήρχε δια τους δύο αδελφούς, οι οποίοι προσεπάθησαν δια παντός τρόπου να αποφύγουν ρήξιν προς τον πάπαν, δεδομένου, ότι θα εδυσχέραινε σοβαρώς το έργον των, διό και εκινήθησαν με έκπλήσσουσαν δεξιότητα μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως, δρώντες ως αγνοί κήρυκες τοΰ Ευαγγελίου του Χριστού (16).

Πέραν όμως των θεμελιωδών τούτων στοιχείων του κηρύγματος της Βυζαντινής ιεραποστολής, τα οποία παρελείφθησαν και εν τοις Βίοις Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και Μεθοδίου, υπήρχε και ανεξάρτητος τις παράδοσις εν Βυζαντίω περί της υπεροχής του Χριστιανισμού έναντι των άλλων θρησκειών (Μωαμεθανισμού, Ιουδαϊσμού) και της Όρθοδοξίας έναντι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία εχρησιμοποιείτο υπό των Βυζαντινών ιεραποστόλων αναλόγως των αναγκών παρ' εκάστω λαώ (17).

Ούτω, πιθανώτατα και αι εν τω κεφαλαίω ΣΤ' του σλαβικού Βίου του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) παρεχόμεναι συζητήσεις τοΰ Κωνσταντίνου μετά των Αράβων, δέον να ελήφθησαν εκ της παραδόσεως ταύτης, ως και αι συζητήσεις του «Φιλοσόφου» μετά των Εβραίων και Μωαμεθανών εν Χαζαρία, αι οποίαι παρέχονται εν τοις Η', Θ', Ι΄ και ΙΑ' κεφαλαίοις του Βίου του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου).

Παρόμοια παράδοσις φαίνεται, ότι υπήρχεν εν Μοραυΐα και δια την υπεροχήν της Ορθοδοξίας έναντι της πίστεως της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της πίστεως των Φράγκων, η οποία μνημονεύεται μόνον εν τω Ε' κεφαλαίω του Βίου του Μεθοδίου.

Παραλλήλως, αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητον, ότι η απολογία του «Φιλοσόφου» υπέρ της χρησιμοποιήσεως της σλαβικής γλώσσης εν τη λατρεία και εναντίον της θεωρίας περί των τριών ιερών γλωσσών ήτις περιλαμβάνεται εν τοις κεφαλαίοις ΙΕ' καί ΙΣΤ' του σλαβικού Βίου του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου), παρελήφθη υπό του βιογράφου από σχετικόν ανεξάρτητον κείμενον (18).

Απορίας άξιον είναι διατί ο βιογράφος ή οι βιογράφοι των Αποστόλων των Σλάβων Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και Μεθοδίου εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων πηγών διά την σύνταξιν των Βίων και το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής. Τούτο δύναται να ερμηνευθή εκ του χαρακτήρος του ιεραποστολικού κηρύγματος κατά τον Θ' αιώνα. Το κείμενον του ιεραποστολικού κηρύγματος, ως προελέχθη, παρουσιάζεται σταθερόν και πάγιον κατά τον Θ' αιώνα, αι δε τροποποιήσεις των Βυζαντινών ιεραποστόλων ανα φέρονται μόνον εις λεπτομέρειας τινάς του βασικού κειμένου, εν τω οποίω εξετίθετο η περιληπτική ιστορία της ανθρωπότητος από της δημιουργίας μέχρι της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους διά Ιησού Χριστού, η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας επί τη βάσει του Συμβόλου της Πίστεως και η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων.

Ευνόητον, ότι ο βιογράφος ή οι βιογράφοι των Αποστόλων των Σλάβων, έστω και αν ήσαν ακόλουθοι τούτων εν τοις διαφόροις αποστολαίς, δεν ηδύναντο να απομνημονεύσουν λεπτομερώς τας διεξαχθείσας εν εκαστη αποστολή συζητήσεις· εν τούτοις όμως αι παρεχόμεναι ειδήσεις εν τω Βίω του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) παρουσιάζουν μεγάλην ένημέρωσιν. Προφανώς ο βιογράφος ή οι βιογράφοι κατέφυγον εις το ενιαίον και πάγιον ιεραποστολικόν κήρυγμα και εις τας σχετικάς ανεξαρτήτους παραδόσεις, αίτινες παρείχον, ως έγγιστα, το πνεύμα των διεξαχθεισών συζητήσεων. Πιθανώτατα το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής είχε μεταφρασθή υπό των δύο αδελφών εις την παλαιοσλαβικήν εκκλησιαστικήν γλώσσαν και είχεν υποστή τροποποιήσεις και συμπληρώσεις, ο δε βιογράφος ή οι βιογράφοι εκ της μεταφράσεως ταύτης ήντλησαν τα παρεχόμενα εν τοις Βίοις στοιχεία, τα οποία εθεώρουν απαραίτητα δια την πληρεστέραν έκθεσιν των Βίων των Αποστόλων των Σλάβων.

Εκ των εν τοις πρόσθεν λεχθέντων δύναται τις να αχθή εις τα ακόλουθα συμπεράσματα:

1 ) Το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής απετέλεσε μίαν των βασικών πηγών διά την συγγραφήν των Βίων του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και του Μεθοδίου.

2) Ο βιογράφος ή οι βιογράφοι των Βίων του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και του Μεθοδίου ήντλησαν εκ του ενιαίου κατά τον Θ' αίώνα κηρύγματος της Βυζαντινής ιεραποστολής, ίνα καλύψουν τας ανάγκας διά την πληρότητα των συνταχθέντων Βίων τών Αποστόλων των Σλάβων και να τονίσουν τούς άγώνάς ων διά την διάδοσιν του χριστιανισμού.

(3) Το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής εχρησιμοποιήθη ελευθέρως υπό του βιογράφου ή των βιογράφων, διο και παρουσιάζεται διασπορά εν τοις Βίοις των σχετικών τμημάτων του κηρύγματος.

4)Οι Απόστολοι των Σλάβων εχρησιμοποίησαν το ενιαίον κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής κατά τον Θ' αίώνα, πιθανώτατα δε οι ίδιοι μετέφρασαν τούτο εις την παλαιοσλαβικήν εκκλησιαστικήν γλώσσαν.

•  Το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής κατά τον Θ' αιώνα περιελάμβανε τρία βασικά τμήματα, ήτοι περίληψιν της ιεράς Ιστορίας από της δημιουργίας μέχρι της διά Ιησού Χριστού απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους, περιληπτικήν δογματικήν διδασκαλίαν της Εκκλησίας επί τη βάσει του Συμβόλου της Πίστεως και σύντομον ιστορίαν των Οικουμενικών Συνόδων. Τούτων ηδύνατο να προταχθή ανεξάρτητος παράδοσις περί της υπεροχής του Χριστιανισμού έναντι των άλλων θρησκειών. (Μωαμεθανισμού, Ιουδαϊσμού) ή της Ορθοδοξίας, έναντι του Ρωμαιοκαθολικισμοΰ ή καί συνδυασμού αμφοτέρων.

(6) Η αποκατάστασις του εν Μοραυία χρησιμοποιηθέντος τύπου του ιεραποστολικού κηρύγματος υπό της Βυζαντινής ιεραποστολής δεν δύναται να επιτευχθή επί τη βάσει των Βίων του Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) και του Μεθοδίου, διότι τα υπό του βιογράφου ή των βιογράφων χρησιμοποιηθέντα αποσπάσματα έχουν τροποποιηθή και διασπαρή εν αμφοτέροις τής Βίοις τών Αποστόλων τών Σλάβων.

Οι Απόστολοι των Σλάβων Κύριλλος (Κωνσταντίνος) και Μεθόδιος, προερχόμενοι εκ των κόλπων της Ανατολικής Εκκλησίας και ασκηθέντες εις το περίφημον μοναχικόν κέντρον εν Ολύμπω της Βιθυνίας, το οποίον ευρίσκέτο εν μεγάλη ακμή κατά τον Θ' αιώνα και επήνδρωσε πολλάς ιεραποστολάς του Βυζαντίου παρά τοις Βαρβάροις, εγαλουχήθησαν εις τας αρχάς της αναδιοργανωθείσης Βυζαντινής ιεραποστολής και εχρησιμοποίησαν τον ενιαίον τύπον του ιεραποστολικού κηρύγματος του Οικουμενικού Θρόνου μετά των παραλλήλων ανεξαρτήτων διαλόγων, τους οποίους ηδύνατο να χρησιμοποιή η Βυζαντινή ιεραποστολή αναλόγως των παρουσιαζομένων εκασταχού συνθηκών.

Το κήρυγμα τούτο μεταφράσαντες οι Απόστολοι των Σλάβων Κύριλλος (Κωνσταντίνος) καί Μεθόδιος εις την παλαιοσλαβικήν εκκλησιαστικήν γλώσσαν, προσέφερον εις τους νεωστί προσηλυτισθέντας βαρβάρους της Μοραυΐας τας απαραιτήτους συμπεπυκνωμένας γνώσεις περί της νέας θρησκείας, αι οποίαι εξησφάλιζον την ορθοδοξίαν αυτών εν τη πίστει χρησιμοποιηθέν δε το κήρυγμα τούτο υπό των Βυζαντινών ιεραποστόλων και εν Βουλγαρία, βραδύτερον δε και εν Ρωσία, συνέβαλε τα μέγιστα εις την αναντίρρητον ενότητα ολοκλήρου σχεδόν του σλαβικού κόσμου εν τη αύτη πίστει κατά τους υπ' όψει τουλάχιστον αιώνας.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Η μελέτη αύτη αποτελεί περίληψιν ευρυτέρας εργασίας περί του κηρύγματος της βυζαντινής ιεραποστολής, του οποίου το περιεχόμενον αποκαθίσταται δια της παραλλήλου εξετάσεως βυζαντινών και σλαβικών πηγών. Εν τη μελέτη ταύτη δεν παρατίθενται λεπτομερώς τα πολλαπλά επιχειρήματα υπέρ της διατυπουμένης θέσεως, ένεκα του λίαν περιωρισμένου χρόνου, καθ' ον συνετάχθη.

2. Ματθ. κη΄19.

3. Πραξ. Αποστ. ιζ΄ 24-31.

4. Α΄Απολογία, 61.

5. PL 49, 316.

6 . Αποστολικαί Διαταγαί VII, 39.

7. Πέραν του γεγονότος, ότι τό σχήμα τούτο του ιεραποστολικού κηρύγματος αποτελεί την φυσικωτέραν διδασκαλίαν των προσηλυτιζομένων εις τον Χριστιανισμόν βαρβάρων, δεδομένου, Οτι παρέχει τας θεμελιώδεις αληθείας της χριστιανικής διδασκαλίας, ή δημιουργηθεϊσα ήδη από του δ' αιώνος παράδοσις περί τον τύπον αυτόν του ιεραποστολικοΰ κηρύγματος έβαινεν ολοέν συμπληρουμένη, ιδία διά της προσθήκης της ιστορίας τών Οικουμενικών Συνόδων, ούτως ώστε κατά τον Θ' αίώνα ευρισκόμεθα προ ενός παγίου και ενιαίου κηρύγματος της Βυζαντινής ιερα ποστολής, το οποίον εχρησιμοποιήθη εν πάσαις σχεδόν ταις ιεραποστολαίς του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τους Θ' και Ι΄ αιώνας και απέδωκεν άριστους καρπούς. Βεβαίως η αποκατάστασις του ιεραποστολικού τούτου κηρύγματος προσκρούει εις πολλαπλά προβλήματα, διότι ουδαμοΰ φέρεται ως ίδιον έργον' άλλά τόσον αι βυζαντιναί, όσον και αι σλαβικαί πηγαί παρέχουν σαφή στοιχεία, δυνάμενα να οδηγήσουν εις την άποκατάστασιν του πρωτοτύπου κειμένου. Εκ των βυζαντινών πηγών αναντίρρητα στοιχεία παρέχει η Επιστολή του Πατοιάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου προς τον πρώτον χριστιανόν ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόριν ( PG 102, 629-657), εν η ο Οικουμενικός Πατριάρχης παρέχει την «προς το θείον απλανή και σωτήριον χειραγωγίαν», «ην πρώτη και μόνη χαρίζεται της καθαράς και αμωμήτου πίστεως ημών των Χριστιανών η μάθησις και μυσταγωγία, ην και προσδιορίζει ως άποτελουμένην από την εκθεσιν του Συμβόλου της Πίστεως και της ιστορίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων: «Εν ω (δώρω) της αχράντου και καθαράς ημών πίστεως το ιερόν και θεόσοφον εντάξαντες μάθημα (Σύμβολον Πίστεως), τας αγίας και οικουμενικάς επτά συνόδους, οιονεί χαρακτάς τινας και περιβόλους ούσας του θείου τούτου και ορθοδόξου μαθήματος, σαφεί και συντόμω λόγω συμπαρατιθέμεθα». Ακολουθεί η έκθεσις του Συμβόλου της Πίστεως και έπεται η Ιστορία των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Περαίνων δε την έκθεσιν της ιστορίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων, τονίζει: «Αυτή της πίστεως ημών των Χριστιανών η καθαρά και αμώμητος ομολογία· αύτη της αχράντου και ειλικρινούς λατρείας ημών, και των περί αυτήν σεπτών μυστηρίων, η θεόσοφος μυσταγωγία μυσταγωγία...ταύτην προσήκει και την υμετέραν σύνεσιν ήδη,προ ς τον ημέτερον κλήρον της ευσέβειας αφορώσαν, ειλικρινεί διαθέσει, και γνώμης ευθύτητι καί αδιστάκτω πίστει αποδέχεσθαι και στέργειν και μήτε δεξιά, μηδέ αριστερά, μηδέ επί βραχύ ταύτης αποκλίνειν. Τούτο γαρ των Αποστόλων το κήρυγμα, τούτοι των Οικουμενικών συνόδων το φρόνημα. Διο ου μόνον σεαυτόν φρονείν ούτω δει και (το) δοξάζειν, αλλά και τους υπό σε τεταγμένους εις το αυτό τής αληθείας φρόνημα χειραγωγείν, και προς την αυτήν καταρτίζειν πίστιν, και μηδέν της τοιαύτης σπουδής και επιμελείας ηγείσθαι τιμιώτερον».Εν τη επιστολή του Φωτίου ελλείπει τό πρώτον μέρος του ιεραποστολικού κηρύγματος, διότι προφανώς ο Οικουμενικός Πατριάρχης ηθέλησε να παράσχη αναλυτικωτέραν έκθεσιν του δευτέρου και τρίτου μέρους, εν οις περιλαμβάνεται η δογματική διδασκαλία της χριστιανικής Εκκλησίας, πλην όμως καθίσταται δια της επιστολής σαφές, ότι μόνον ο τύπος αυτός απετέλει εν Βυζαντίω την Ομολογίαν Πίστεως, ήτις και εχρησιμοποιήθη εν τω ιεραποστολικώ κηρύγματι παρά πάσι σχεδόν τοις βαρβάροις λαοίς.

8. Εν τω Ρωσσικώ Χρονικώ του ΙΑ΄ αιώνος, το οποίον απεδόθη εις τον ρώσον μοναχόν Νέστορα, διεσώθη εκτενέστατη παράδοσις περί το Βάπτισμα του Ρώσου ηγεμόνος Βλαδίμηρου εις τον Χριστιανισμόν, ήτις έχει κατανεμηθή εις τρία τμήματα.

Υπό το έτος 6494 (886) παρατίθεται η παράδοσις περί αποστολών προς τον Ρώσον ηγεμόνα Βλαδίμηρον από τους Μωαμεθανούς Βουλγάρους του Κάμα, τους Ρωμαιοκαθολικούς Φράγκους, τους ασπασθέντας τον Ιουδαϊσμόν Χαζάρους και τους Ορθοδόξους Βυζαντινούς, οι οποίοι εζήτησαν την υπό του Βλαδίμηρου άποδοχήν της ιδίας εκάστης αποστολής Θρησκείας. Εν τω τμήματι τούτω δίδεται μεγαλύτερα προτίμησις εις τον Έλληνα «Φιλόσοφον», όστις δια μακρών εκθέτει την παγκόσμιον ιστορίαν από της δημιουργίας του κόσμου μέχρι της δια Ιησού Χριστού απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους.

Υπό το έτος6945 (987)παρατίθεται παράδοσίς τις, καθ' ην ο Βλαδίμηρος απέστειλεν αποστολήν προς τους Μωαμεθανούς Βουλγάρους του Κάμα, προς τους Φράγκους και προς τους Βυζαντινούς, η οποία κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι ο Βυζαντινός Χριστιανισμός υπερέχει πάσης άλλης θρησκείας και ομολογίας. Η παράδοσις αύτη εύρηται και ελληνιστί συντεταγμένη, και δη και εν αναφορά προς τον προσηλυτισμόν των Ρώσων παρά Μ igne, PG 113, 304-310, είναι δε έργον συνταχθέν ουχί βραδύτερον του ΙΑ' αιώνος.

Τέλος, υπό το έτος 6496 (988) παρέχεται η παράδοσις περί του εν Χερσώνι Βαπτίσματος του Βλαδίμηρου, όστις μετά το βάπτισμα κατηχήθη υπό των βυζαντινών ιεραποστόλων δια της εκθέσεως του Συμβόλου της Πίστεως και της συντόμου ιστορίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων (Πόβιεστ Βρέμεννυχ Λιέτ έτη 6494, 6495, 6496).

Ούτως εν τω Ρωσικώ Χρονικώ παρέχεται ενιαίον το κήρυγμα της Βυζαντινής ιεραποστολής, αλλά συνδεδυασμένον μετ' άλλων στοιχείων, ως της ανεξαρτήτου παραδόσεως περί της υπεροχής του Βυζαντινού Χριστιανισμού έναντι των άλλων θρησκειών και ιστορικών, μυθικών και αγιογραφικών στοιχείων περί του Χριστιανού Ρώσου ηγεμόνος Βλαδίμηρου. Ο προσδοθείς αφηγηματικός χαρακτήρ εις το κήρυγμα διά των παρεμβλήτων τούτων στοιχείων καθίστα πράγματι ευκολωτέραν την δογματικήν διδασκαλίαν διά τους Ρώσους του Ι' και ΙΑ' αιώ νος. Η μέθοδος αύτη ηκολουθήθη σχεδόν πάντοτε υπό των Βυζαντινών Ιεραποστόλων. (Βλέπε και Ρωσική Βιβλιογραφία:Λιχάτσεφ, Ρούσσκιε Λιετόπισι, Μόσχα 1947 σ. 72 εξ. Ιστρίν, Ρεντάξιι Τολκόβοϊ Παλέι, Πετρούπολις 1907. Νικόλσκυ, Κ βοπρόσου ομπ Ιστότσνικαχ λιετοπίσνοβο σκαζάνιγια ο Βλαντιμίρε, εν Χριστιάνσκοε Τστένιε (Ιούνιος 1902). Του αυτού, Ματεριάλυ ντλιά ποβρεμένναβο σπίσκα ρούσσκιχ πισατέλεϊ ι ιχ σοτσινένιι, Πετρούπολις 1906, σ. 6-16. Α. Σαχμάτωφ, Ραζυσκάνιγια ο ντρεβνεϊσιχ ρούσσκιχ λιετοπίσνυχ σβόνταχ (1908). Του αυτού, Πόβιεστ Βρέμεννυχ Λιέτ (1916). Λαμάνσκυ, Σλαβιάνσκοε Ζίτιε Κίριλλα ι κακ ρελιγκιόζνο—επιτσέσκοε προϊζβεντένιε ι κακ ιστοριτσέσκι ιστότσνικ (1915) κ.ά.

9. Dvornik, The Photian Schism. History and Legend, Cambridge 1948. Του αυτού, Les Slaves, Byzance et Rome au IX si[cle, Paris 1926. Les légends du Constantin et de Méthode vues de Byzance, Prague 1933. Grivec, Konstanin und Method. Lehrer der Slaven, Wiesbaden 1960. Dobrovsky, Cyril und Method, Pragues 1823. Περαιτέρω βιβλιογραφία βλ . Ιλίνσκιι, Όπιτ σιστεματίτσεσκόι Κιριλλο - Μετοντ, Μπιμπιογραφιι, Σόφια 1934 και Grivec, ενθ α .

10. PG 102, 629- 657. Πόβιεστ Βοέμεννυχ, έτη 6494, 6495, 6496.

11. Κεφ. Β΄του Βίου του Μεθοδίου παρά Dvornik, Les Légendes de Constantin et de Méthode, p. 384. «Υπήρξε πράγματι ίσος προς τινας (των υψηλών τούτων προσωπικοτήτων), ολίγον υποδεεστέρας άλλων και υπέρτερος άλλων εισέτι, υπερτερών έναντι των ρητόρων δια της δρατηριότητός του και έναντι των δραστηρίων δια του λόγου του...».

12. Grivec, Konstantin und Method, 241- 257, ένθα και παρέχεται ευρεία βιβλιογραφική ενημέρωσις επί των πηγών.

13. PG102, 628A - 696A.

14. PG 102, 629- 657.

15. Πόβιεστ Βρέμεννυχ Λιέτ, έτος 6496.

16. Grivec, Konstantin und Method, zwischen Ost und West, Die Welt der Slaven 3 (1958) 225- 231. Του αυτού, Grivec, Konstantin und Method, 228-231.

17. Πόβιεστ Βρέμεννυχ Λιέτ, έτος 6494, 6495 και PG 113, 304-310.

18. Grivec, Konstantin und Method, 73-77.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.