ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Η Αποστολή της Ορθοδοξίας ενώπιον της τρίτης χιλιετίας- Προβλήματα και προοπτικές

Δαμασκηνού Παπανδρέου, Μητροπολίτη Ελβετίας,
Λόγος Διαλόγου, Η Ορθοδοξία ενώπιον της Τρίτης Χιλιετίας,
εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, σελ. 15-38.

Η Ορθοδοξία είνια, ως γνωστόν, η ιδιαίτερη ονομασία μιας κοινωνίας αυτοκέφαλων και αυτονόμων τοπικών Εκκλησιων, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με την κοινή ομολογία της πίστεως, με την κοινή προσήλωση στην πατερική παράδοση των πρώτων αιώνων, με την κοινή συνοδική συνείδηση για τη διοικητική οργάνωση και την κανονική λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος, με την κοινή πνευματική εμπειρία της θείας λατρείας και με την κοινή ασκητική πνευματικότητα σε όλες τις εκφράσεις του εκκλησιαστικού βίου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η δεύτερη σε αριθμό πιστών χριστιανική Εκκλησία, μετά τη Ρωμαιοκαθολική, με πυρήνα κυρίως την Αν. Ευρώπη και τη Μέση Ανατολη, ενώ έχει μία πολύ σημαντική Ορθόδοξη Διασπορά στη Δ. Ευρώπη, στη Β. Αμερική και στην Αυστραλία και είναι οργανωμένη σε Πατριαρχεία (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείάς, Αντιοχείας, Ιεροσολυμων, Ρωσσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας), Αυτοκέφαλες Εκκλησίες (Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας) και Αυτόνομες Εκκλησίες (Τσεχίας Σλοβακίας, Φιλλανδίας και Εσθονίας).

Η Ορθοδοξία υπάρχει σήμερα εκεί, όπου υ πήρχε και κατά την είσοδο στη νεότερη εποχή, παρά την ιδιαίτερη επιβάρυνσή της από τις οξύτατες πνευματικές ή και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της εποχής αυτής. Η επιβίωση της Ορθοδοξίας, ειδικότερα στις χώρες τον ολοκληρωτικών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, θα μπορούσε πράγματι να χαρακτηρισθή ως μία από τις σημαντικότερες ίσως διαπιστώσεις κατά την αξιολόγηση των συντελουμένων συγκλονιστικών μεταβολών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η Ορθοδοξία υπάρχει βεβαίως εκεί, όπου υπήρχε, αλλά όλος ο λαός της δεν έχει ακόμη συναχθή γύρω άπό την Τράπεζα του Κυρίου, ενώ το εκκλησιαστικό της σώμα φέρει ακόμη τις αιμάσσουσες πληγές από τα τραύματα των χαλεπών καιρών. Η εκκλησιαστική της ιεραρχία και ο ανεπαρκής ενοριακός κλήρος, περιορισμένοι για δεκαετίες στις ελεγχόμενες κινήσεις του στενού κύκλου μιας απλής ελευθερίας της λατρείας, παρουσιάζουν μία ευνόητη δυσκινησία ή και άδυναμία να αναδιοργανώσουν από τη βάση του το όλο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας και να ανανεώσουν τις πνευματικές σχέσεις με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Η Ορθόδοξη 'Εκκλησια χαρακτηρίζεται γενικότερα ως η Εκκλησία της παραδόσεως και των Οικουμενικών συνόδων, έχει δε τη συνείδηση ότι εκφράζει τη συνέχεια της αποστολικής παραδόσεως στην ιστορική ζωή της 'Εκκλησιας, όπως αυτή αναπτύχθηκε στις Οικουμενικές συνόδους με τη συμβολή των μεγάλων Ελλήνων και Λατίνων Πατέρων των οκτώ πρώτων αιώνων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πράγματι είναι Εκκλησία της Παραδόσεως, υπό την έννοια βεβαίως ότι η παράδοση αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο όχι μόνο της ιδιαιτερότητας, αλλά και της καθολικότητάς της, εφ' όσον αναφέρεται στη διαχρονική συνέχεια της αυθεντικής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Χριστό. Η πατερική όμως παράδοση, ως μία ασφαλής φανέρωση της ιστορικής ζωής της Εκκλησίας, είναι και παραμένει δύναμη ανανεωτική στη συνεχή ιστορική σάρκωση της Εκκλησίας, αφού εκφράζει όχι μόνο την αδιάκοπη διαδικασία της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας να προσλαμβάνη τον κόσμο, αλλά και την αναγκαιότητα μιας συνεχούς κινήσεως μεταξύ παραδόσεως και ανανεώσεως της μαρτυρίας του Ευαγγελίου. Η μακροχρόνια διαδικασία της πατερικής παραδόσεως για την πρόσληψη από τον Χριστιανισμό της ελληνικής φιλοσοφίας και του ρωμαϊκού δικαίου είναι σε τελευταία ανάλυση μία διαδικασία προσλήψεως στην Εκκλησία ολόκληρου του πολιτισμού της εποχής των Πατέρων, η οποία προεκτείνεται από την Εκκλησία σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο.

Η Ορθοδοξία, με την έστω αυστηρή προσήλωσή της στην πατερική παράδοση της πρώτης χιλιετίας, διέσωσε κατά γενική παραδοχή τον ιστορικά δοκιμασμένο μηχανισμό της ελληνοχριστιανικής συνθέσεως, η οποία παραμένει πάντοτε μία ανοικτή οδός για την κίνηση της διαδικασίας μιας ορθής προσλήψεως και του πολιτισμού της εποχής μας στην ανακαινιστική δύναμη της Εκκλησίας. Ο περίφημος ρώσσος θεολόγος πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ συνόψισε το 1936 τα συμπεράσματα από τη μακροχρόνια σπουδή των Πατέρων στη γενικώτερη διαπίστωση, ότι στην Εκκλησία «όλα τα παραδοσιακά σχήματα και οι μορφές είναι από την αρχή μέχρι το τέλος ελληνιστικά ή ελληνικά.... Ο Ελληνισμός αυτός έχει πράγματι κανονικοποιηθή κατά κάποιο τρόπο, πρόκειται δε για ένα χριστιανικό Ελληνισμό... ΥΥπο μία ορισμένη έννοια και αυτή ακόμη η Εκκλησία είναι ελληνιστική, δηλαδή μία μορφή ελληνιστικής προελεύσεως, ή, με άλλες λέξεις, ο Ελληνισμός είναι μία κατηγορία της χριστιανικής υπάρξεως... Πολλές ελλείψεις στις σύγχρονες εξελίξεις των Ορθοδοξων Εκκλησιών μπορούν να αποδοθούν κατά κύριο λόγο στην απώλεια του ελληνικού αυτού πνεύματος, το δε δημιουργικό αίτημα για το προσεχές μέλλον θα ήταν πράγματι το ακόλουθο: Ας γίνουμε περισσότερο Έλληνες, για να γίνουμε αληθινά Καθολικοί, αληθινά Ορθόδοξοι» (1) 1 .

Εν τούτοις, η Ορθοδοξία δεν εγκλωβίζεται σε μία αυτάρεσκη εσωστρέφεια μονομερούς ή μονοσήμαντης ενισχύσεως των διορθοδόξων σχέσεων, αλλά αγωνίζεται συγχρόνως να προώθηση την ιδέα ενός εποικοδομητικού διαλόγου στις σχέσεις της με τον Ρωμαιοκαθολικισμό, με τον Προτεσταντισμό και με τις Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες για την άποκατάσταση της ένότητας τοΰ χριστιανικού κόσμου. Η 'Ορθοδοξια δεν έχει πλέον Ιστορικούς λόγους να επιμείνη σε μία απομονωτική ομολογιακή εσωστρέφεια, όταν η αναγκαιότητα της οικουμενικής μαρτυρίας της διακηρύσσεται συνεχώς στα πλαίσια των διμερών και των πολυμερών θεολογικών Διαλόγων της με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο. Η σημαντική θεολογική πρόοδος στους επισήμους Διαλόγους της Ορθοδοξίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Αγγλικανούς, τους Λουθηρανούς και τους Μετερρυθμισμένους, όπως επίσης και η θεολογική συμφωνία στον ήδη περατωθέντα Διάλογο με τους Παλαιοκαθολικούς, επιβεβαιώνουν τον δυναμισμό της ανανεωμένης πατερικής παραδόσεως για μία θεολογική προσέγγιση του ανατολικού και του δυτικού Χριστιανισμού. Υπό το πνεύμα αυτό, επίσης, η πρόσφατη πλήρης θεολογική συμφωνία στον επίσημο Διάλογο της Ορθοδοξιας με τις Αρχαίες 'Ανατολικες Εκκλησίες (Κοπτική, Αιθιοπική, Συροϊακωβιτική, Αρμενική) αξιολογείται ως ένα αποφασιστικό βήμα προς την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας, η οποία θα ανοίξη πράγματι νέους ορίζοντες για την Ορθοδοξία στην Αφρική και στην Ασία και θα διευρύνη τις προοπτικές της οικουμενικής της ακτινοβολίας.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη των διορθοδόξων σχέσεων, υπό την αιγίδα πάντοτε του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προσέλαβε θεσμικό χαρακτήρα με τη σύγκληση των τεσσάρων Πανορθοδόξων Διασκέψεων (2), της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής (3) και των Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων (4) για την προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως επίσης και για τον συντονισμό των σχέσεών της με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο με τους διμερείς Θεολογικούς Διαλόγους και με τη συμμετοχή της στους διεκκλησιαστικούς Οργανισμούς (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, Διάσκεψη των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών).

Η σχηματική αυτή παρουσίαση τόσο της εσωτερικής ταυτότητας, όσο και των σχέσεων της Ορθοδοξίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο είναι χρήσιμη, όχι μόνο επειδή προσφέρει μία σύγχρονη εικόνα των πολλαπλών δραστηριοτήτων της, αλλά κυρίως επειδή οι δραστηριότητες αυτές δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν πριν από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, λόγω των γνωστών επαχθών πιέσεων εις βάρος των ορθοδόξων κυρίως λαών από τον νεώτερο κρατισμό και την αθεϊστική ιδεολογία. Πράγματι, ο θεσμός της εκκλησιαστικής αυτοκεφαλίας, ο οποίος απέρρεε από την ορθόδοξη εκκλησιολογία για την κανονική λειτουργία της κοινωνίας των τοπικών Εκκλησιών , α ποψιλώθηκε από το αυθεντικό κανονικό του περιεχόμενο για να υπηρετήση την κρατική επιλογή της μονοσήμαντης εθνικής εσωστρέφειας ή να εξουδετερώση την οποιανδήποτε υπερόρια εκκλησιαστική επιρροή στη λειτουργία του κράτους. Η καταχρηστική όμως ερμηνεία του κανονικού θεσμού της αυτοκεφαλίας συμπαρέσυρε τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες στην εκτροπή της κρατικής εξουσίας και τροφοδότησε με θρησκευτικό φανατισμό κάθε μορφής ακραίο εθνικισμό ή και εθνοφυλετισμό. Οι παρεκκλίσεις αυτές καταδικάσθηκαν όχι μόνο από τη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872, αλλά και πρόσφατα από τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Πάτμο, οι οποίοι στο Μήνυμά τους της 20ης Σεπτεμβρίου 1995 καταδικάζουν «πάντα εθνικιστικόν φανατισμόν, δννάμενον να οδηγήση εις διαίρεσιν και μίσος μεταξύ των ανθρώπων, εις αλλοίωσιν ή α φανισμόν των πολιτισμικών καί θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων άλλων λαών της γης και εις την καταπάτησιν του ιερού δικαιώματος της ελευθε­ρίας και αξιοπρεπείας του ανθρωπίνου προσώπου και των εκασταχού μειονοτήτων».

Υπό την έννοια αυτή, οι εσωτερικές κανονικές σχέσεις των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών αποθαρρύνθηκαν από τον εκκοσμικευμένο κρατισμό του ΙΘ' αιώνα, ή και εμποδίσθηκαν κατά τον Κ' αιώνα με ποικίλους τρόπους, ιδιαίτερα από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Εν τούτοις, η Ορθοδοξία διατήρησε και στους χαλεπούς αυτούς καιρούς όχι μόνο έντονη τη συνείδηση της εσωτερικής της ενότητας στην πίστη, αλλά και ακμαίο τον κοινωνικό της δυναμισμό με άξονα την κοινή πνευματική εμπειρία της πίστεως και της θείας λατρείας. Η συντριπτική πλειονότητα των ορθοδόξων λαών της Αν. Ευρώπης (Ρώσσων, Σέρβων, Ρουμάνων, Βουλγάρων, Γεωργιανών, Πολωνών, Τσεχοσλοβάκων) κατέκτησαν μία περιορισμένη νομική κατοχύρωση της ελευθερίας της θρησκευτικής τους συνειδήσεως μόλις τον Νοέμβριο του1990, όταν δηλαδή κυρώθηκε ο σχετικός νόμος στην πρώην Σοβιετική Ένωση, ενώ συνεχίζεται ο αγώνας των Ορθοδόξων Εκκλησιών για να ανακτήσουν όλες τις θρησκευτικές τους ελευθερίες και όσα ιερά πράγματα στερήθηκαν με αυθαίρετες πράξεις των αθεϊστικών καθεστώτων. Είναι όμως αναντίρρητο ότι η διακριτική ή ελεγχόμενη αποκατάσταση των ελευθεριών στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ενεργοποιεί καταπιεσμένες δυνάμεις και παράγει αποτελέσματα, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν ούτε από τους ίδιους τους εμπνευστές των μεταρρυθμίσεων. Η βίαιη έκρηξη αφ' ενός μεν των αυτονομιστικών εθνικιστικών κινημάτων μέσα από τα σπλάγχνα ενός καταπιεσμένου από τον ιδεολογικό διεθνισμό εθνισμού, αφ' ετέρου δε των ποικίλων εκφράσεων ενός βιαίου ομολογιακού ή και θρησκειακού ανταγωνισμού εκδηλώνεται με ασυνήθεις ή και επικίνδυνες συγκρούσεις, οι οποίες απειλούν να ανασυνθέσουν όχι μόνο τον πολιτικό, αλλά και τον ομολογιακό χάρτη της Ευρώπης.

Στα πλαίσια αυτά ο αγώνας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ούτε εύκολος είναι, ούτε ανώδυνος, αφού προσκρούει στις αντιφατικές συνέπειες από τις ευνόητες ιδεολογικές αγκυλώσεις ή και τις κοινωνικές στρεβλώσεις των ορθοδόξων λαών. Ειδικώτερα οι φονταμενταλιστικές τάσεις των νεοφύτων εκείνων «ορθοδόξων», οι οποίοι, χάριν των ιδικών τους επενδύσεων, μετέφεραν το παλαιότερο πάθος τους για την κομμουνιστική ιδεολογία στη νέα προοπτική για την προάσπιση της Ορθοδοξίας, την οποία ούτε στοιχειωδώς γνωρίζουν. Συγχρόνως εκδηλώθηκε σε πολλές περιπτώσεις (Ουκρανία, Σλοβακία, Ρουμανία, Πολωνία κ.α.) η έκρηξη του ομολογιακού ανταγωνισμού με μία προκλητική κινητοποίηση ποικίλων προσηλυτιστικών ομάδων, υπόπτων ενίοτε προελεύσεων. Εν τούτοις, οι εμπερίστατες Ορθόδοξες Εκκλησίες, μέσα στη δίνη των συσσωρευμένων προβλημάτων, αντλούν αγωνιστική δύναμη από τον δυναμισμό της πίστεως του λαού τους και ανασυγκροτούν την πληρότητα του σώματός τους με εντυπωσιακούς πράγματι ρυθμούς. Ορισμένες όμως από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες αντιμετωπίζουν συγχρόνως και σοβαρά προβλήματα εσωτερικής ενότητας τόσο από παλαιές, όσο και από νέες διασπαστικές τάσεις, οι οποίες εξελίσσονται σε επικίνδυνες σχισματικές καταστάσεις και αποδυναμώνουν την κοινωνική συνοχή των λαών, όπως λ.χ. στη Σερβία η σχισματική ιεραρχία των Σκοπίων, στην Ουκρανία οι σχισματικές ομάδες των λεγομένων «Αυτοκεφαλιστών», στη Βουλγαρία η διάσπαση της Ιεραρχίας κ.λπ.

Η σύγχρονη λοιπόν εικόνα της Ορθοδοξίας έχει τόσο τις φωτεινές, όσο και τις σκοτεινές της πτυχές, όχι μόνο στη λειτουργία του δικού της σώματος, αλλά και στις σχέσεις της με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο. Οι πτυχές αυτές επηρεάζουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και την ιδιαιτερότητα της σύγχρονης αποστολής της σε ένα διχασμένο κόσμο, ο οποίος δεν έχει ακόμη απαλλαγεί από τις οδυνηρές εμπειρίες της αντιπαλότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσεως και προσπαθεί με εντυπωσιακή ή και αφελή πολλές φορές αυθαιρεσία να κατανείμη τις ευθύνες και τις συνέπειες του μακροχρόνιου ψυχρού πολέμου. Εν τούτοις, όλοι γνωρίζουν ότι η μεταβατική αυτή περίοδος της συγχύσεως σκοτεινών ρόλων και ανερμάτιστων διεκδικήσεων δεν μπορεί να διαρκέση για πολύ και οπωσδήποτε δεν μπορεί να οικο δομήση σε μία τόσο σαθρή βάση τις μελλοντικές σχέσεις μεταξύ των λαών. Συνεπώς, οι εμπερίστατοι ορθόδοξοι λαοί της Αν. Ευρώπης πέρασαν ανέτοιμοι από την καταπίεση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού σε μία πολλαπλή και υπερφίαλη πίεση του δυτικού κόσμου, ο οποίος με υβριστική συνήθως υποκρισία διεκδικεί τελικώς όχι μόνο τον δυναστικό έλεγχο όλων των εξελίξεων στη ζωή τους, αλλά και τον αυθαίρετο προσδιορισμό του ρόλου τους στα ευρωπαϊκά και στα διεθνή πλαίσια. Υπό την έννοια αυτή τόσο οι γνωστές πολιτικές προτάσεις για τη δημιουργία ενός ορθοδόξου τόξου για την εξουδετέρωση των πιέσεων του αθέμιτου ομολογιακού ή και θρησκειακού ανταγωνισμού, όσο και οι ακραίοι εθνικιστικοί παροξυσμοί για την αποκατάσταση ή την κατάκτηση της εθνικής καθαρότητας αποτελούν λανθασμένες απαντήσεις σε λανθασμένες προκλήσεις.

2. Οι προοπτικές λοιπόν της σύγχρονης αποστολής της Ορθοδοξίας στην αυγή της τρίτης χιλιετίας προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη σάρκα της εποχής μας, η οποία υποφέρει ακόμη από τις ποικίλες πληγές του ιστορικού παρελθόντος και αντιδρά με σπασμωδικές κινήσεις για την αποτελεσματική θεραπεία τους. Η γενικότερα διαπιστωμένη βαθύτατη κρίση των πνευματικών αξιών στον σύγχρονο πολιτισμό, για την οποία δεν είναι ανεύθυνες οι ιστορικές δυσλειτουργίες των διεσπασμένων εκκλησιαστικών εκφράσεων του Χριστιανισμού, διευρύνει όχι μόνο τις θετικές προοπτικές, αλλά και το σύγχρονο χρέος της Ορθοδοξίας. Η Ορθοδοξία είναι μία παραδοσιακή πνευματική δύναμη με εντυπωσιακή συμβολή στην ανάπτυξη της εθνικής συνειδήσεως και της πολιτιστικής κληρονομιάς όλων των ορθοδόξων λαών, γι' αυτό και όχι μόνο διατήρησε σε αυτούς ακλόνητη την πνευματική τους ακτινοβολία κατά τους χαλεπούς καιρούς, αλλά παραμένει και σήμερα η μόνη συγκροτημένη πνευματική δύναμη για τη διαφύλαξη της εθνικής τους ακτινοβολίας και της κοινωνικής τους συνοχής. Υπό την έννοια αυτή θα μπορούσαν να θεωρηθούν σημαντικές ή οπωσδήποτε χρήσιμες οι ακόλουθες διαπιστώσεις:

Πρώτον, η Ορθοδοξία έχει πρώτιστο χρέος να σκύψη με ευαγγελική ταπείνωση και προφητική αγωνία στο τραυματισμένο σώμα της για να θεραπεύση τις χαίνουσες πληγές του και να αποκαταστήση την εσωτερική τον ενότητα τόσο σε τοπική, όσο και σε παγκόσμια κλίμακα, ώστε να καταστήση αξιοπιστότερη τη δική της μαρτυρία σε ένα διεσπασμένο και αλλοπρόσαλλο κόσμο. Το χρέος αύτό συνεπάγεται βεβαίως την άμεση, ει δυνατόν, εκτόνωση όλων των τοπικών διασπαστικών τάσεων, αφού οι τάσεις αυτές τραυματίζουν όχι μόνο την ενότητα, αλλά και την αξιοπιστία του πνευματικού της ρόλου στους ορθόδοξους λαούς, οι οποίοι έζησαν στο σώμα τους οξύτερη την τραγικότητα των ποικίλων ιδεολογικών, κοινωνικών και πνευματικών συγκρούσεων των νεωτέρων χρόνων. Το χρέος όμως αυτό για την άμεση αποκατάσταση της εσωτερικής ενότητας του εκκλησιαστικού σώματος της Ορθοδοξίας προϋποθέτει και την πρόθυμη αλληλεγγύη όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησίων, υπό τη συντονιστική πάντοτε διακονία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε να αναδειχθή η αλληλεγγύη και η κοινή τους φροντίδα για την υπέρβαση τοπικών κρίσεων. Η ανανέωση της παραδοσιακής κοινωνίας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι η μόνη οδός όχι μόνο για την αποτε λεσματικώτερη συνεργασία τους ενώπιον των κοινών πιεστικών προβλημάτων, αλλά και για την πληρέστερη ανάδειξη του καθοριστικού ρόλου της Ορθοδοξίας σε όλες τις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα στον χώρο της Βαλκανικής. Πρώτιστο δηλαδή χρέος των Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι να εξαρθούν υπεράνω των παλαιών εθνικιστικών αγκυλώσεων ή τριβών του ιστορικού παρελθόντος και να θεμελιώσουν την επιτακτική αναγκαιότητα της συνεργασίας τους στη σταθερή και αμετακίνητη βάση της ορθοδόξου κανονικής παραδόσεως. Πράγματι, η αρραγής εσωτερική ενότητα της Ορθοδοξίας λειτούργησε πάντοτε και λειτουργεί συνεχώς ως καταλύτης, ο οποίος εξουδετερώνει όχι μόνο τις μουσουλμανικές φαντασιώσεις, αλλά και την ένταση ενός ομολογιακού ανταγωνισμού στη Βαλκανική ή και στην Αν. Ευρώπη γενικώτερα. Η ενότητα της Ορθοδοξίας είναι στις παρούσες συνθήκες η μόνη πηγή δυνάμεως και ελπίδας τόσο για την υπέρβαση της παρούσης κρίσεως, όσο και για την περιφρούρηση της αυθεντικής ταυτότητας των ορθοδόξων λαών στον πλουραλισμό του κοινού ευρωπαϊκού οίκου. Η οποιαδήποτε όμως διάσπαση ή χαλάρωση της ενότητας της Ορθοδοξίας συντηρεί όλα τα φαινόμενα της κρίσεως με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον της Ορθοδοξίας.

Δεύτερον, η Ορθοδοξία διέρχεται πράγματι μία κρίσιμη και μεταβατική περίοδο προσαρμογής στις ραγδαίες ή και απρόβλεπτες πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις όχι μόνο στην Ανατολική, αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, αφού οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν νέες προοπτικές για τις σχέσεις των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών με την κρατική εξουσία και με τον λαό τους. Τα κοινά προβλήματα όλων σχεδόν των Ορθοδόξων Εκκλησιών και ειδικώτερα της Αν. Ευρώπης για μια άμεση συνειδητοποίηση και αποτελεσματική προσέγγιση της νέας πραγματικότητας επιβάλλουν τη συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών σε όλες τους τομείς του εκκλησιαστικού έργου για να εξοικονομηθούν δυνάμεις και άσκοπες δαπάνες κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Η συνεργασία των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ιδιαίτερα στον χώρο της Α. Ευρώπης, πρεπει να είναι άδολη, ειλικρινής και ομόθυμη όχι μόνο για την αποτελεσματικώτερη διεξαγωγή του κοινού πνευματικού άγώνα, αλλά και για την ανακάθαρση της εθνικής μνήμης των ορθοδόξων λαών από τις επαχθείς αντιθέσεις, δικαιολογημένες ή μη, του ιστορικού παρελθόντος. Η επιτακτική ανάγκη της κοινής και συντονισμένης οργανώσεως του πνευματικού αγώνα των Ορθοδόξων Εκκλησιών επιβεβαιώνει και το ήδη διαπιστωμένο στις διορθόδοξες σχέσεις της μεταπολεμικής κυρίως περιόδου χρέος τους να επανερμηνεύσουν τον κανονικό θεσμό της εκκλησιαστικής αυτοκεφαλίας, ο οποίος αποσκοπεί όχι βεβαίως στη θεσμική κατοχύρωση της απομονωτικής εσωστρέφειας των ορθοδόξων λαών, αλλά στην άμεση ενίσχυση της συνεχούς κοινωνίας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η συνήθης ερμηνεία του θεσμού της αυτοκεφαλίας υπό την έννοια μιας απομονωτικής αυτάρκειας κάθε τοπικής Εκκλησίας θα μπορούσε βασίμως να χαρακτηρισθή ως μία μορφή εκκλησιολογικής εκτροπης, η οποία παραχαράσσει την παραδοσιακή κανονική βάση των σχέσεων των τοπικών Εκκλησιών και αποδυναμώνει την ενότητα της Ορθοδοξίας σε κρίσιμους και χαλεπούς καιρούς.

Τρίτον, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Αν. Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην εκπλήρωση της αποστολής τους όχι μόνο επειδή συμμετέχουν στην πολύπλοκη οικονομική κρίση των λαών τους, αλλά και επειδή είναι υποχρεωμένες να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους για την κάλυψη των πιεστικών ποιμαντικών αναγκών, όπως λ.χ. για την αναδιοργάνωση των θεολογικών σπουδών, για την ταχύρρυθμη μόρφωση και αξιοπρεπή μισθοδοσία του ενοριακού κλήρου, για την άμεση συντήρηση παλαιών βεβηλωμένων ή την ανέγερση νέων ιερών ναών, για τις προγραμματισμένες εκδόσεις των αναγκαίων λειτουργικών και θεολογικών έργων, για την ανάπτυξη της κοινωνικής τους διακονίας κ.ά. Οι ανάγκες αυτές γίνονται πιεστικώτερες από την αθέμιτη προσηλυτιστική προπαγάνδα της λατινικής Ουνίας και των προτεσταντών Μισσιοναρίων, οι οποίοιι εκμεταλλεύονται την ευνόητη πνευματική σύγχυση των λαών μεταξύ της αθεϊστικής προπαγάνδας και της παραδοσιακής τους πίστεως. Αυτή είναι η κρίσιμη πράγματι στιγμή για την ολόθυμη έκφραση της αδελφικής αλληλεγγύης και συμπαραστάσεώς των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τις αγωνιζόμενες Εκκλησίες, ώστε να μη ζημιωθή καιρίως η Ορθοδοξία από την περιστασιακή σύγχυση των καιρών. Η αδελφική συμπαράσταση μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόιξων Εκκλησιών για την αποτελεσματικώτερη αντιμετώπιση των συγχρόνων προβλημάτων της Ορθοδοξίας είναι μία οφειλετική διακονία και ενισχύει τους παραδοσιακούς δεσμούς των ορθοδόξων λαών στην κοινωνία της πίστεως και στον σύνδεσμο της αγάπης. Συγχρόνως όμως λειτουργεί και ως μία δυναμική μαρτυρία στον σύγχρονο κόσμο για την κοινή πνευματική αποστολή όλων των χριστιανικών Εκκλησιών, οι οποίες μπορούν να εκφράζουν τις κοινές αρχές της χριστιανικής πίστεως και να επηρεάζουν τη νέα εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η συνεχής λοιπόν ενίσχυση των διορθοδόξων σχέσεων υπό την εμπνευσμένη φροντίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι αναμφιβόλως ο σημαντικώτερος παράγοντας τόσο για την ορθή εκπλήρωση της σύγχρονης αποστολής της Ορθοδοξίας, όσο και για την αξιόπιστη διεύρυνση των προοπτικών της κατά την είσοδο στην τρίτη χιλιετία. Το πνευματικο κενό, το οποίο δημιουργήθηκε στις κοινωνίες κυρίως των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών τους καθεστώτων, πρέπει να καλυφθή με την έγκαιρη προσαρμογή του πνευματικού έργου της Εκκλησίας στις πιεστικές αναζητήσεις της νέας πραγματικότητας. Η κρισιμότητα των καιρών δεν επιτρέπει μία μονοσήμαντη ή ανερμάτιστη θριαμβολογία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών για μία νίκη της πίστεως εις βάρος των δυνάμεων της απιστίας. Αντιθέτως, επιβάλλει την ενεργοποίηση όλων των πνευματικών τους δυνάμεων για την πρόσληψη του ταλαιπωρημένου από τη θριαμβολογική εσχατολογία της ιδεολογίας ανθρώπου στον δημιουργικό δυναμισμό της χριστιανικής πίστεως με όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητά του.

Τέταρτον, οι ' Ορθόδοξες Εκκλησίες οφείλουν να αποδείξουν με τη διδασκαλία τους ότι μέσα στην αρμονική λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος δικαιώνονται όλες οι πνευματικές εκείνες αναζητήσεις, οι οποίες παρέσυραν τον σύγχρονο άνθρωπο στα χιμαιρικά οράματα της ιδεολογιας για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. 'Ολα όμως τα φιλόδοξα δράματα για τον ρόλο της Ορθοδοξίας στην τρίτη χιλιετία προϋποθέτουν την εσωτερική συνοχή και την πνευματική ακτινοβολία ενός ακμαίου εκκλησιαστικού σώματος τόσο στην εσωτερική του λειτουργία, όσο και στις σχέσεις του με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο. Από την πρωτογενή αυτή ακτινοβολία του εκκλησιαστικού σώματος μπορούν να συναχθούν οι παρεπόμενες ευεργετικές συνέπειες τόσο για τον εθνικό βίο των ορθοδόξων λαών, όσο και για τις διεθνείς τους σχέσεις. Συνεπώς, οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες οφείλουν να επικεντρώσουν τον αγώνα τους στην ανασυγκρότηση του εκκλησιαστικού τους σώματος και να μη παρασυρθούν στη δίνη των εθνικιστικών αντιπαραθέσεων, διότι το άρτια συγκροτημένο εκκλησιαστικό σώμα εξισορροπεί και τους ανερμάτιστους παροξυσμούς της εθνικής συνειδήσεως των ορθοδόξων λαών. Η ανασυγκρότηση λοιπόν των τοπικών εκκλησιαστικών σωμάτων είναι ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για την Ορθόδοξη Εκκλησία και εγγυάται την ορθή και νηφάλια προσέγγιση όλων των άλλων προβλημάτων των ορθοδόξων λαών. Υπό την έννοια αυτή της διαβρώσεως της ομοψυχίας των ορθοδόξων λαών οι πολέμιοι της Ορθοδοξίας εκμεταλλεύονται τις περιστάσεις και για να πλήξουν την ενότητά της όχι μόνο στην οικουμενική της διάσταση, αλλά και σε κάθε συγκεκριμένη τοπική πραγματικότητα. Η κοινή όμως πορεία των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο υπόσχεται μια σταθερή και αξιόπιστη ανανέωση της ενότητας και της μαρτυρίας της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.

Πέμπτον, υπό το πνεύμα αυτό η Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψη (5) περιέγραψε στην Διακήρυξή της την κοινή αποστολή της Ορθοδοξίας για την υπεράσπιση της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον σύγχρονο κόσμο: «Η Ορθοδοξία δύναται και οφείλει να συμβάλη θετικώς εις την αποκατάστασιν της οργανικής σχέσεως του συγχρόνου διεθνούς διαλόγου προς τα κατ ' εξοχήν χριστιανικά ιδεώδη της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης, της αγάπης και της κοινωνικής δικαιοσύνης μεταξύ των λαών, διακηρύττουσα την περί ανθρώπου και κόσμου χριστιανικην πίστιν και παράδοσιν, ως έπραξε τούτο εις την καθ' όλου ιστορικήν πορείαν αυτής, δια να επιτύχη την αναμόρφωσιν της πνευματικής και πολιτιστικής ταυτότητος του κόσμου... Η ιδέα της καθολικότητος των ιδεωδών τούτων, ήτις αποτελεί την βάσιν του συγχρόνου διαλόγου, θα ήτο σχεδόν αδιανόητος άνευ της χριστιανικής διδασκαλίας δια την οντολογικήν ενότητα του ανθρωπίνου γένους... (6) Υπό το πνεύμα τούτο η Ορθόδοξος Εκκλησία ηγωνίσθη πάντοτε δια την επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της ισότητος, της αδελφοσύνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αγάπης μεταξύ των ανθρώπων και των λαών... Συνεπής προς την πίστιν αυτήν, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν δέχεται τας φυλετικάς διακρίσεις, οιασδήποτε μορφής, εφ 'όσον αύται προϋποθέτουν αξιολογικήν διαφοράν μεταξύ των ανθρωπίνων φυλών και συνεπάγονται διαβάθμισιν δικαιωμάτων. Διακηρύσσουσα δε την επείγουσαν ανάγκην της πλήρους άρσεως των διακρίσεων και της παροχής δυνατότητας ολοπλεύρου αναπτύξεως όλων των κατοίκων της Γης, δεν περιορίζει την υποστήριξιν αυτής εις μόνην την άρσιν των διακρίσεων, αι οποίαι έχουν ως κριτήριο το χρώμα της φυλής και εντοπίζονται μόνον εις ωρισμένας περιοχάς τον πλανήτου μας, αλλά επεκτείνει αυτήν και εις την κατα πολέμησιν των διακρίσεων εις βάρος διαφόρων μειονοτήτων (7)... Η ελευθερία του ανθρώπου είναι συνδεδεμένη προς την ελευθερίαν της κοινότητος εις την οποίαν οντοςαάνήκει. Εκάστη κοινότης πρέπει να εξελίσσεται και να αναπτύσσεται συμφώνως προς τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της. Εν προκειμένω, ο πλουραλισμός θα έπρεπε να ρυθμίζη την ζωήν όλων των χωρών. Η ενότης ενός έθνους, μιας χώρας ή ενός κράτους θα έπρεπε να κατανοήται ως το δικαίωμα διαφορότητος των ανθρωπίνων κοινοτήτων... (8). Η Ορθοδοξία ομολογεί ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλής, εθνικότητος, γλώσσης, είναι φορεύς της εικόνος Θεού, αδελφός ή αδελφή μας, ισότιμον μέλος της ανθρωπίνης οικογένειας (9) ».

'Εκτον, η Ορθοδοξία έχει τις προϋποθέσεις και μπορεί να προσφέρη κάτι πολύ σημαντικό στην Ευρώπη και στον κόσμο, γιατί μέσα από τη μακραίωνη συνέχεια της εκκλησιαστικής της παραδόσεως διατήρησε σταθερή και αμετάβλητη την ισόρροπη συζυγία των οικουμενικών προοπτικών του Χριστιανισμού με την οικουμενική ακτινοβολία του κλασικού ελληνικού πνεύματος, των δύο δηλαδή βασικών πηγών ανεφοδιασμού της όλης πνευματικής κληρονομιάς της Ευρώπης. Η χρεω κοπία των αυτόνομων φιλοσοφικών αναζητήσεων και των αθεϊστικών ιδεολογικών πειραματισμών των νεωτέρων χρόνων ανέδειξε όχι μόνο τα πνευματικά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και την αναγκαιότητα της στροφής προς τις δοκιμασμένες και ζωντανές ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο T.S. Eliot (10) τόνισε μετα τον Β' παγκόσμιο πόλεμο με χαρακτηριστική έμφαση την ουσιαστική εξάρτηση του ευρωπαϊκού πολιτι σμού από τις χριστιανικές και τις ελληνορωμαϊκές ρίζες του, οι οποίες αποτελούν και την αμετακίνητη βάση της πνευματικής ενότητας του δυτικού κόσμου: «Πιθανόν ένας ευρωπαίος να μην πιστεύει ατομικά ότι η χριστιανικη πίστη είναι η αλήθεια, αλλ ' ακόμη και τότε, αυτό που εκφράζει και πράττει και δημιουργεί, θα εκπηγάζει από την κληρονομιά του χριστιανικού πολιτισμού και από αυτόν τον πολιτισμό θα αποκτά τη σημασία του. Μονάχα ένας χριστιανικός πολιτισμός θα μπορούσε να αναδείξει ένα Βολταίρο ή ένα Νίτσε. Δεν πιστεύω ότι ο πολιτισμος της Εύρώπης θα μπορούσε να επιβιώσει ύστερα από μια ολοκληρωτική εξαφάνιση της χριστιανικής πίστεως... Ο δυτικός κόσμος αποκτά την ενότητά του μέσα σ' αυτή την κληρονομιά, στον Χριστιανισμό και στους αρχαίους πολιτισμούς της Ελλάδας, της Ρώμης και του Ισραηλ...».

'Εβδομον, ο λόγος μιας ενωμένης Ορθοδοξίας ενώπιον των κοινών προβλημάτων του κόσμου είναι λόγος δυναμικός και αξιόπιστος όχι μόνο στο εσωτερικό των κρατών, αλλά και σε διεθνή κλίμακα, γιατί ανανεώνεται συνεχώς από τη διαχρονική αξία της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως και εκφράζει τον ενδιάθετο κοινωνικο δυναμισμό των ορθοδόξων λαών. Υπό την έννοια αυτή η Ορθοδοξία έχει τη δική της πρόταση για την υπέρβαση της σύγχρονης πνευματικής συγχύσεως, αφού μπορεί να συνδέση τον σύγχρονο πολιτισμό με τις παραδοσιακές ρίζες του, χωρίς να αφαιρέση ή να αλλοιώση τα βασικά συστατικά του στοιχεία. Την πρότασή της αυτή επιβεβαιώνει συνεχώς με τις πανορθόδοξες διαδικασίες για τον πληρέστερο συντονισμό της κοινής της μαρτυρίας, την οποία προβάλλει στον διάλογο όχι μόνο με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, αλλά και με τις μονοθεϊστικές κυρίως θρησκείες (Ιουδαϊσμό και Ισλάμ) για την προώθηση μιας ευρύτερης συνεργασίας και την κοινη αντιμετώπιση των συγχρόνων προβλημάτων του ανθρώπου και τοΰ κόσμου. Εν τούτοις, η Ορθοδοξία οφείλει και πρέπει να ανανεώση τον λόγο της για να ενισχύση περισσότερο την αξιοπιστία της προτάσεώς της σε ένα κόσμο, ο οποίος επιθυμεί μεν να ανασυνδεθή με τις ρίζες της πνευματικής του ταυτότητας, αλλά δεν είναι πάντοτε πρόθυμος να παραιτηθή και από τις κατακτήσεις του σύγχρονου πολιτισμού. Η ανεξάντλητη όμως προσληπτική ικανότητα της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως, όπως βιώνεται στην αδιάκοπη ορθόδοξη πνευματική εμπειρία, μπορεί να αφομοιώση τις διχοτομικές ή και αντιθετικές τάσεις του νεώτερου πολιτισμού μέσα στη διαχρονική συνέχεια της πνευματικής κληρονομιάς των χριστιανικών λαών.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ύπήρξε κατά γενική ομολογία σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση της πνευματικής ταυτότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι Έλληνες Πατέρες των πρώτων αιώνων θεμελίωσαν την αρμονική και ισόρροπη σύνθεση των αρχών του ευρωπαϊκοΰ πνεύματος, η δε Ορθόδοξη Εκκλησία εμμένει σταθερά στο πνεύμα της πατερικής αυτής παραδόσεως. Η Ορθοδοξία διατήρησε πράγματι μέσα από το αυστηρό παραδοσιακό της πνεύμα άμεσους τους δεσμούς της προς το πρωτογενές περιεχόμενο των βασικών στοιχείων του ευρωπαϊκού πνεύματος, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στην πατερική παράδοση και στην πνευματική κληρονομιά των χριστιανικών λαών μέχρι τους νεωτέρους χρόνους. Το πνεύμα αυτό διατηρείται και σήμερα ακέραιο, έστω και αν η ακτινοβολία του αάτόνησε υπό την πίεση των αθεϊστικών καθεστώτων. Η αποκτηθεισα όμως πολύτιμη εμπειρία από τη νέα πραγματικότητα κατέστησε αναγκαία την πληρέστερη αξιοποίηση της ορθοδόξου παραδόσεως για την αμεσώτερη προσαρμογή της στις διαμορφωθείσες νέες συνθήκες. Βεβαίως, οι νεώτερες θετικές εξελίξεις δεν είναι άσχετες και προς τη σταθερή απόφαση των χριστιανικών Εκκλησιών να ενθαρρύνουν τη συνεργασία τους και να προωθήσουν με συγκεκριμένες θεσμικές εκφράσεις την κοινή τους πορεία προς την άποκατάσταση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου. Έτσι κατέστη αισθητότερο το μήνυμα της χριστιανικής πίστεως στον σύγχρονο κόσμο,αφού συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα η σπουδαιότητά της για την υπέρβαση των ποικίλων πνευματικών και κοινωνικών αδιεξόδων των ιδεολογικών συστημάτων της εποχής μας. Πράγματι, ο σύγχρονος διεθνής διάλογος είναι διάλογος αντιφατικών ή και αντιθέτων οικονομικοπολιτικών ή ιδεολογικοκοινωνικών συστημάτων με εξαιρετικά περιορισμένη αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία στη σύγχρονη κοινωνία, ενώ η μαρτυρία της Ορθοδοξίας για τα κρίσιμα σύγχρονα προβλήματα δεν είναι και δεν μπορεί να είναι πλέον αδιάφορη, καίτοι η πλειονότητα των τοπικών Εκκλησιών βιώνουν την παράδοση αυτή στα πλαίσια ακραίων συνήθως εκφράσεων της νέας λογικής και του πιεστικού ελέγχου της κρατικής αύθεντίας.

Η ολοκλήρωση λοιπόν του ευρωπαϊκού οράματος τοσο στην στενότερη, όσο και στην ευρύτερη προοπτική του, δεν θα μπορούσε σε καμμία περίπτωση να πραγματοποιηθή ή τουλάχιστον να επιβιώση χωρίς την ανασύνδεσή του με τις ρίζες της ελληνοχριστιανικής και της ρωμαϊκής παραδόσεως. Αυτές συνέχουν και αυτές συντηρούν κατά τρόπο συνειδητό ή λανθάνοντα την ισόρροπη λειτουργία και την αρμονική αξιοποίηση όλων των στοιχείων της κοινής πνευματικής κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών. Η ανασύνδεση όμως αυτή μπορεί να αποκτήση όλη τη σημασία της, εφ'όσον με τη βοήθεια της Ορθοδοξίας κατορθώσει να φθάση μέχρι τη βαθύτερη κατανόηση των κυρίων πηγών της χριστιανικής θρησκείας. Η πνευματική αύτή διαδικασία, κατά τον Καρδινάλιο J. Ratzinger: «αποτελεί μία σύνδεση που πραγματοποιήθηκε εν Χριστώ Ιησού ανάμεσα στην πίστη του Ισραήλ και στο ελληνικό πνεύμα. Αυτή ακριβώς η σύνθεση είναι εκείνη, η οποία θεμελιώνει την Ευρώπη». Υπό το πνεύμα αυτό, συμπεραίνει ο Καρδινάλιος J. Ratzinger, «αν η Ευρώπη λησμονούσε κάποτε την ελληνική της κληρονομιά δεν θα μπορούσε πια να είναι η Ευρώπη» (11). Η Ορθοδοξία μπορεί πράγματι να αξιοποιήση δημιουργικά την ιδιαίτερη σχέση της με τις ρίζες αυτές της ευρωπαϊκής πνευματικής κληρονομιάς για τη σταδιακή πρόσληψη, την οργανική ένταξη και τη λειτουργική αφομοίωση όλων των νεώτερων κατακτήσεων του ευρωπαϊκού πνεύματος, (π.χ. του αιτήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για την κοινωνική δικαιοσύνη, για τη δημοκρατία κ.λπ.), οι οποίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να αγνοηθούν. Οι νέες αυτές κατακτήσεις αποτελούν πλέον ένα οργανικό και αναπαλλοτρίωτο στοιχείο στο συνεχές γίγνεσθαι του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το οποίο μπορεί αφ'ένός μεν να αφομοιωθή από τον προσληπτικό δυναμισμό της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως, αφ' ετέρου δε να διευρύνη την κοινωνική αποστολή της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.

Η σύγχρονη λοιπόν αποστολή της Ορθοδοξίας αναφέρεται αμεσώτερα στα ήδη πιεστικά προβλήματα του

ανθρώπου και του κόσμου κατά την κρίσιμη και μεταβατική περίοδο της εισόδου σε μία νέα χιλιετία και σε μία νέα εποχή. Η διακονία της Ορθοδοξίας προς τον σύγχρονο άνθρωπο δεν εξαντλείται βεβαίως σε μία θεωρητική ή μονοσήμαντη ανασύνδεση του ανθρώπου με το πνευματικό περιεχόμενο της πατερικής της παραδόσεως, αλλά εκτείνεται και στην ενεργοποίηση της παραδόσεως αυτής για την αντιμετώπιση των πιεστικών προβλημάτων της εποχής μας. Ωστόσο, η Ορθοδοξία, η οποία έζησε στο σώμα της όλη την τραγικότητα των αντιθέσεων του σύγχρονου πολιτισμού, οφείλει να αποσυνδεθή τόσο από τις απωθημένες οδυνηρές εμπειρίες, όσο και από τις ακραίες παραδοσιαρχικές τάσεις για να τονίση την ανανεωτική δύναμη της ελληνοχριστιανικής πατερικής παραδόσεως στη διαδικασία προσλήψεως του ανθρώπου της εποχής μας μαζί με τον πολιτισμό του και οπωσδήποτε όχι ακρωτηριασμένο από τη σύγχρονη πολιτιστική του ταυτότητα. Ο Ελληνισμός, υπό την προοπτική της πατερικής παραδόσεως, είναι ίσως η μονη αστασίαστη και σε οικουμενική κλίμακα ασφαλής γέφυρα για την εξασφάλιση της δημιουργικής συνέχειας της πνευματικής κληρονομιάς της Ευρώπης και του χριστιανικού κόσμου γενικώτερα.

Οι ανωτέρω σκέψεις διευκολύνουν ορισμένες συμπερασματικές κρίσεις για τις εμπειρίες δύο χιλιετιών χριστιανικού βίου, οι οποίες είναι χρήσιμες για την πληρέστερη συνειδητοποίηση των προοπτικών της τρίτης χιλιετίας. Η πρώτη χιλιετία του χριστιανικού βίου προσέφερε αναμφιβόλως μία ισόρροπη βάση της σχέσεως Θεού, ανθρώπου και κόσμου με τη συμβολή των μεγάλων ελλήνων και λατίνων Πατέρων της Εκκλησίας. Η δεύτερη χιλιετία απομακρύνθηκε από τη βάση αυτή ή την ανέφερε μονομερώς κατά μεν τους πρώτους πέντε αιώνες της στον Θεό με τη συμβολή και της σχολαστικής θεολογίας, κατά δε τους πέντε τελευταίους αιώνες στον αυτονομημένο από τον Θεό άνθρωπο με τη συμβολή κυρίως του Διαφωτισμού. Η τρίτη χιλιετία έχει την αποστολή να απελευθερώση τον άνθρωπο από τη δουλική λατρεία της αυτονομίας του για να του ανοίξη τους νέους ορίζοντες της νέας σχέσεώς του με τον Θεό και με τον κόσμο. Ο άνθρωπος ευρίσκεται πράγματι στο επίκεντρο της σύγχρονης αποστολής της Ορθοδοξίας, η οποία έχει το χρέος να ανανεώση τη σχεση της με την πατερική παράδοση για να ανασυνδέση τον άνθρωπο με τον Θεό και με τον κόσμο. Μόνο έτσι θα θεραπευθή η περιπέτεια της αποστασίας του ανθρώπου από τον Θεό, η οποία προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμο και την περιπέτεια της σχέσεώς του με τον κόσμο. Οι συνέπειες της αποστασίας αυτής βιώνονται ως οδυνηρή εμπειρία από τον σύγχρονο άνθρωπο.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). Le renouveau des études patristiques, La vie intellectuelle. 1947, 18.

(2) Ρόδος 1961, 1962 και 1963, Σαμπεζύ 1968.

(3) Σαμπεζύ 1971, 1986, 1990, 1993.

(4) Σαμπεζύ 1976, 1982, 1986.

(5) Σαμπεζύ, 1986.

(6) Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, Συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις επικράτησιν της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, και εις άρσιν των φυλετικών και λοιπών διακρίσειον, κεφ. Γ 1.

(7) Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, Συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις επικράτησιν ..., κεφ. ΣΤ,2.

8. Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, Συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις επικράτησιν ..., κεφ. ΣΤ,3.

(9) Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, Συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις επικράτησιν ..., κεφ. ΣΤ,4.

(10) Η ενότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού 1990, 7 και 69.

(11) Joseph Cardinal Ratzinger, L'Europe: un héritage qui engage la responsabilité des chrétiens, εν Joseph Cardinal Ratzinger Damaskinos Métropolite de Suisse: L 'héritage chrétien de l'Europe. « Τέρτιος » 1989, i8' 20.