ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Εγκαίνια των ναών

Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου,
Ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, β΄εκδ. σελ. 109-113.

Η από των αποτακτιτών ταραχή δεν υπήρξεν ούτω μεγάλη όσον η από των Άρειανών, οΐτινες ηττήθησαν μεν εν τη εν Νικαία Α' Οικουμενική Συνόδω αλλά την επαύριον της ήττης αυτών ήρξαντο συστηματικώς πολεμούντες τας κορυφας της ορθοδοξίας. Τον άγιον Επίσκοπον Ιεροσολυμων δεν ηδυνήθησαν να βλάψωσι, διότι «επροστάτευεν αυτόν η νέα αίγλη της Ιερουσαλήμ», αλλ' εις εξορίαν κατεδίκασαν τον Ευστάθιον Αντιόχειας (323-340) και τον Αθανάσιον Αλεξανδρείας (326-373). Προσεπάθησε μάλιστα ο Μακαριος να χειροτονήση Επίσκοπον εν Διοσπόλει, ως διάδοχον του κατά το 332 αποθανόντος Αετίου, τον Πρεσβυτερον Ιεροσολυμων ομολογητήν Μάξιμον. Αλλ' επειδή ο Μητροπολίτης Καισαρείας Ευσέβιος διεμαρτυρήθη ο Μακάριος ανεκαλεσεν εκείθεν τον Μάξιμον, και τελευτήσας τω 333 άφηκεν αυτόν ως διάδοχον αυτού. Ο άγιος Μάξιμος Β' (333-348) ως Επίσκοπος Ιεροσολύμων ηυτύχησε να πανηγυρίση μέγα γεγονός, την κατά το 334 προσέλευσιν εις τον Χριστιανισμόν ολοκλήρου της κώμης Μαϊουμά, συνεπεία της αποστολικής δράσεως του αγίου Ιλαρίωνος και των μαθητών αυτού. Ο Μ. Κωνσταντίνος τα μέγιστα χαρείς εκ της εκχριστιανίσεως της κώμης μετωνόμασεν αυτήν Κωνσταντίαν και δια πολλών έπροίκισε προνομίων (1) . Η ορθόδοξος όμως Εκκλησία εταράσσετο ότι υπό των Άρειανών, οίτινες τω 335 συνεκρότησαν εν Τύρω σύνοδον κατά του αγίου Αθανασίου, συμπαρασύραντες και ικανούς των ορθοδόξων Επισκόπων, παρεξηγούντων τον πατέρα της ορθοδοξίας, ένεκα του «ομοουσίου». Έμελλε να παρασυρθή και ο Επίσκοπος Ιεροσολυμων Μάξιμος, αλλ' ο εκ Θηβαίδος της Αιγύπτου Επίσκοπος Παφνούτιος, λαβών αυτόν εκ της χειρός, κατά μέρος, είπεν αυτώ, ότι ουδόλως αρμόζει αυτοίς, τω Παφνουτίω και Μαξίμω, ομολογηταίς ούσι και δια τον αληθή λόγον τα όμματα εξορωρυγμένοις και πεπηρωμένοις «συλλόγου κοινωνείν πονηρών και φαύλων ανδρών και κατά των της ευσεβείας προμάχων ψηφίζεσθαι» (2). Ούτως απεσπάσθη των Αρειανών ο Μάξιμος, ο δε άγιος Αθανάσιος έφυγεν εκ Τύρου εις Βασιλεύουσαν προς τον Κωνσταντίνον, πείσας αυτόν ίνα συνέλθωσιν οι Επίσκοποι εν τη Βασιλευούση προς έξέτασιν των κατ' αυτού αδίκων αιτιάσεων, επί παρουσία τοΰ Κωνσταντίνου. Επειδή οι εν Τύρω συνελθόντες Επίσκοποι εντολήν είχον μετά την σύνοδον να έλθωσιν εις Ιεροσόλυμα και εγκαινιάσωσι τους επί των αγίων Τόπων ναούς, κατά τινα παράδοσιν διελθών της Ιερουσαλήμ ο άγιος Αθανάσιος προέβη εις τον εγκαινιασμόν (3). Βέβαιον είνε ότι οι εν Τύρω συνελθόντες, εντολή του Αύτοκράτορος, άποστείλαντος ίδιον άντιπρόσωπον τον Μαρκιανόν, μετά την διάλυσιν της Συνόδου, μετά πολλών άλλων Επισκόπων, και απείρου λαού, ηλθον εις Ιερουσαλημ προς τον εγκαινιασμόν των ναών. «Επληρούτο δε τότε, αφηγείται ο Ευσέβιος, πας ο τήδε τόπος, μεγίστης Θεού χορείας, επί ταύτον εν τοις Ιεροσολύμοις συνηγμένων των εξ απάσης επαρχίας διαφανών Επισκόπων. Μακεδόνες μεν γαρ τον τοις παρ' αυτοίς Μητροπόλεως, Πανιόνιοί τε και Μυσοί τα παρ' αυτοίς ανθούντα κάλλη της του Θεού νεολαίας, παρήν δε και Περσών Επισκόπων ιερόν σχήμα, τα θεία λόγια εξηκριβωκώς ανήρ, Βιθυνοί τε και Θράκες, το πλήρωμα της συνοδου κατεκόσμουν. Ου μην απελιμπάνοντο Κιλίκων οι διαφέροντες και Καππαδοκών δ' οι πρώτοι, παιδεύσει λόγων, μέσον τοις πάσι διέπρεπον. Συρία τε πάσα και Μεσοποταμία, Φοινίκη τε και Αραβία συν αυτή Παλαιστίνη, Αίγυπτος τε και Λιβύη, οι τε την Θηβαίων οικούντες χώραν, παντες ομού επλήρουν την μεγάλην του Θεού χορείαν, οις αναρίθμητος εκ των επαρχιών ηκολούθει λαός». Οι ναοί κατεκοσμήθησαν «βασιλικοίς παραπετάσμασι και κειμηλίοις λιθοκολλήτοις χρυσοίς» και μετά την παρασκευήν των προς τα εγκαίνια, ταύτα έτελέσθησαν τη 13 Σεπτεμβρίου (4), καθ' ην ημέραν «οι του Θεού λειτουργοί ευχαίς άμα και διαλέξεσι την εορτήν κατεκόσμουν, οι μεν του θεοφιλούς Βασιλέως την εις τον των όλων Σωτήρα δεξίωσιν ανυμνούντες, τας τε περί το Μαρτύριον μεγαλουργίας διεξιόντες τω λόγω, οι δε τοις από των θείων δογμάτων πανηγυρικαίς θεολογίαις πανδαισίαν λογικών τροφών ταις πάντων παραδίδοντες ακοαίς· άλλοι δε ερμηνείας των θείων αναγνωσμάτων εποιούντο, τας απορρήτους αποκαλύπτοντες θεωρίας - οι δε μη δια τούτων χωρείν οιοί τε θυσίαις αναίμοις και μυστικαίς ιερουργίαις το θείον ιλάσκοντο, υπέρ της κοινής ειρήνης, υπέρ της Εκκλησίας του Θεού, αυτού τε Βασιλέως του τοσούτων αιτίου παίδων τ' αυτού θεοφιλών, ικετηρίους ευχάς τω Θεώ προσαναφέροντες. Ένθα δη και ημείς των υπέρ ημάς αγαθών ηξιωμένοι, ποικίλαις ταις εις το κοινόν διαλέξεσι την εορτήν ετιμώμεν, τότε μεν δια γράμματος των τω Βασιλεί πεφιλοκαλημένων τας εκφράσεις ερμηνεύοντες, τότε δε καιρίως και τοις προκειμένοις συμβόλοις τας προφητικάς ποιούμενοι θεωρίας. Ούτω μεν η της αφιερωσεως εορτή, εν αυτή τη Βασιλέως τριακονταετηρίδι συν ευφροσύναις επετελείτο. Ταύτην μεγίστην, ων ίσμεν, σύνοδον δευτέραν συνεκρότει Βασιλεύς εν αυτοίς Ιεροσολύμοις, μετα την πρώτην εκείνην, ην επί της των Βιθυνών διαφανώς πεποίητο πόλεως» (5). Έκτοτε η ημέρα αύτη των εγκαινίων επανηγυρίζετο ετησίως εν Ιεροσολυμοις, άπειρα συναγείρουσα προσκυνητών πλήθη (6). .

Ούτως ο Μ. Κωνσταντίνος ηυτύχησε να ίδη ακμάζουσαν την Εκκλησίαν του Χριστού, υπέρ ης ως Απόστολος ειργάσθη. Μετά την προηγηθείσαν χαλεπωτάτην περίοδον των διωγμών και την μεγάλην αφάνειαν, εις ην είχεν υποπέσει το άσημον χωρίον της Αιλίας, δια του Μ. Κωνσταντίνου διεδόθη μεν ο Χριστιανισμός ανά την Παλαιστίνην, εγκαθιδρύθη δε ο μοναχικές βίος εν αυτή, προς επιτέλεσιν μεγάλης άποστολής, και κατέστη η πρώτη κοιτίς του Χριστιανισμού, δια των επί των αγίων Τόπων ανεγερθέντων ιερών ναών, πάγκοινον προσκυνητήριον των χριστιανικών λαών. Η αγία πόλις Ιερουσαλήμ περιεβλήθη νέαν αίγλην, οφειλομένην, κατά τας βουλάς του Θεού, εις τον πρώτον χριστιανόν Βασιλέα, όστις υπήρξεν ο πρώτος «κτίτωρ» των ιερών Προσκυνημάτων, επί των αγίων Τόπων, και ο δημιουργός της αναφαιρέτου νέας δόξης της Εκκλησίας Ιεροσολυμων και της ακμής αυτής. Δι' αυτής δε απέβη η «Μήτηρ απασών των Εκκλησιών» κατά τον δ' αιώνα περιφανέστατον κέντρον της πνευματικής ζωής, εφάμιλλον προς τα λοιπά κέντρα του Χριστιανισμού, μεγάλην επιτελέσαν αποστολήν εν τη ιστορία της καθόλου Εκκλησίας.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου IΙΙ, 33-47. Σωζομένου, Εκκλ. Ιστορ. II, 9, V, 3.

(2) Σωζομένου, Εκκλ. Ιστορ. II, 25.

(3) Αλεξάνδρου μοναχού, ενθ' αν. PG 8, 3, σ. 4065.

(4) Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλ. Ιστορία, VIII, 30, Επικρατεί γνώμη παρά τοις νεωτέροις ιστορικοίς ότι ουχί τη 13 η αλλά τη 14 η Σεπτεμβρίου εγένοντο τα εγκαίνια.

(5) Ευσεβίου,Βίος Κωνσταντίνου III, 33-47.

(6) Σωζομένου, Εκκλ. Ι στορία II, 29. Cabrol, ενθ' αν. σ. 129. L. Duchesne, Origines du culte chretien 2, Paris 1898 σ . 236.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.