ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ίδρυσις ναών επί των αγίων Τόπων

Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου,
Ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων
, β΄ έκδ. σελ. 92-101

Ιεροσολύμων Επίσκοπος από του 314 ήτο ο άγιος Μακάριος Α' (314—333) «άξιος της επικλήσεως ανήρ και πάσιν αβρυνόμενος αγαθοίς» (1). Ο ιεράρχης ούτος και εν τη καθόλου 'Εκκλησια υπέροχον κατέλαβε θέσιν, ένεκα της αντιδράσεως κατά της αίρέσεως του Αρειανισμού, ήτις άμα τη διαδόσει αυτής εύρε και εν Παλαιστίνη ακολούθους τινάς Επισκόπους, τον Πατρόφιλον Σκυθοπόλεως και Άέτιον Διοσπόλεως. Εν τη Α' Οικουμενική Συνόδω τη συγκληθείση υπό του Κωνσταντίνου εν Νικαία τω 325 παρέστη και ο Μακάριος Ιεροσολυμων, μετ' άλλων εκ Παλαιστίνης Επισκόπων υπέρμαχος της 'Ορθοδοξιας· όθεν εν αυτή και μετ' αυτήν, λίαν ευλόγως ετάσσετο μεταξύ των «αποστολικών» ανδρών του Δ' αιώνος (2).. Εν τη Συνόδω εκείνη ο επισκοπικός Θρόνος Ιεροσολυμων κατέλαβε τιμητικήν θέσιν μεταξύ των λοιπών της Παλαιστίνης Θρόνων δια του ζ' κανόνος, ορίσαντος, «Επειδή συνήθεια κεκράτηκε και παράδοσις αρχαία, ώστε τον εν Αιλία Επίσκοπον τιμάσθαι, εχέτω την ακολουθίαν της τιμής, τη Μητροπόλει σωζομένου του οικείου άξιώματος» (3). Ο κανών ούτος υπήρξε το πρώτον βήμα προς την εμπρέπουσαν μητροπολιτικήν και πατριαρχικήν εξύψωσιν του επισκοπικοΰ Θρόνου της Μητρός των Εκκλησιών, οφειλομένην εις την μεγάλην αυτής σημασίαν δια σύμπαντα τον χριστιανικόν κόσμον. Ουχ ήττον δια του ζ' κανόνος δεν απεδόθη ήδη εις τον Επίσκοπον Ιεροσολυμων μητροπολιτικόν ή πατριαρχικόν αξίωμα, ως τινες υπέλαβον, άνευ ιστορικής τίνος βάσεως (4).. Προσέλαβεν απλώς ο Επίσκοπος Ιεροσολυμων ό,τι εκ συνήθειας και παραδόσεως αρχαίας είχε δι' ωρισμένου κανόνος, ήτοι «ακολουθίαν τιμής» μεταξύ των λοιπών Επισκόπων της Παλαιστίνης, σωζομένου τη Μητροπόλει Καισαρείας του οικείου μητροπολιτικού αξιώματος, καθ' ο, πρώτιστα πάντων, ο Μητροπολίτης Καισαρείας εχειροτόνει και τον Ιεροσολύμων και τους λοιπούς της Παλαιστίνης Επισκόπους. Εν συνοδικοίς λ.χ. συνελεύσεσι των Επισκόπων Παλαιστίνης προήδρευε, τιμής ένεκεν, ο Ιεροσολυμων, καίτοι το πραγματικόν αξίωμα του Μητροπολίτου Παλαιστίνης είχεν ο Καισαρείας (5). Αλλά τα εφεξής επακολουθήσαντα γεγονότα έμελλον να συντελέσωσιν εις την πραγματικήν έξύψωσιν του Ιεροσολύμων Επισκόπου ουχί ένεκα λόγων τοιούτων, οίους είχον τ' άλλα πατριαρχικά κέντρα της Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και ύστερον Κ/πόλεως, αλλ' ένεκα της όλως εξαιρετικής σημασίας των αγίων Τόπων.

Περί τούτων φαίνεται ότι ο άγιος Μακάριος ωμίλησε προς τον Μ. Κωνσταντίνον εν Νικαία συντυχών αυτώ, κατά τον χρόνον της Α' Οικουμενικής Συνόδου, και πληροφορήσας ότι επί των αγίων Τόπων ήσαν ναοί εθνικοί ενιδρυμένοι και είδωλα των ψευδών θεών και ότι, κατ' ακολουθίαν, οι χριστιανοί ήσαν απομεμακρυσμένοι απ' αυτών. Ο Μ. Κωνσταντίνος ελυπήθη επί τούτω και απεφάσισεν όπως τω 326 αποστείλη την ευσεβή αυτού μητέρα, την αγίαν Ελενην, εις Ιερουσαλήμ, προς εκκαθάρισιν των αγίων Τόπων εκ των ειδώλων και ανασκαφήν αυτών (6). Το γεγονός τούτο διαγράφει όλως νέαν έκτακτον έποχήν εν τη ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολυμων και χρησιμεύει ως αφετηρία της περαιτέρω αυτής ιστορικής ακμής.

Η Ιερουσαλημ, ως ρωμαϊκή αποικία Αιλία Καπιτωλίνα, απετελείτο τότε εκ δύο, διαχωριζομένων απ' αλλήλων δια κοιλάδος, μερών, διοικητικώς αποτελούντων επτά τμήματα, ων έκαστον ήτο τεταγμένον υπό ίδιον αρχηγόν (7). Προς ανατολάς ευρίσκετο εκτεταμένη και δια στοών περιβεβλημένη πλατεία επί του αρχαίου ναού του Σολομώντος, ένθα ήτο καθιδρυμένον το Καπιτώλιον («τρικάμαρον») καθωσιωμένον εις τους τρεις εθνικούς θεούς, τον Δία, την Ήραν και την Αθηνάν. Προς το έτερον της κοιλάδος μέρος, επί του δυτικού λόφου, η κυρίως πόλις ανεπτύσσετο σχεδόν παραλλήλως προς τα οικοδομήματα του ναού, διασχιζομένη δια μεγάλης οδού, από του ενός μέχρι του ετέρου άκρου, εν οις ευρίσκοντο τα δημόσια οικοδομήματα, κατά την κρατούσαν παρά τοις Ρωμαίοις συνήθειαν. Περί το μέσον της κυκλούσης, ένθεν και ένθεν, την μεγάλην οδόν στοάς, εκ σειράς κιόνων, προς το δυτικόν μέρος, διανοιγομένης πλατείας, εξυψούτο ο ναός της Αφροδίτης, καλύπτων τους αγίους Τόπους, τον Γολγοθάν και τον άγιον του Σωτήρος Τάφον, όντας κεχωσμένος δια τεχνητής γεφύρας. Το μέρος τούτο κατά τον χρόνον των παθημάτων του Σωτήρος ευρίσκετο εκτός της πόλεως, άαλά συμπεριελήφθη εντός αυτής κατά την προσθήκην τρίτου τείχους υπό του Ηρωδου Αγρίππα, ούτως ώστε περιείχον εντός αυτών τον επί του Γολγοθά και του αγίου Τάφου ναόν της Αφροδιτης και τα τείχη της Αιλίας Καπιτωλίνας, δι' ων περιέβαλε πιθανώς αυτήν ο Αδριανος (136). Αδιάκοπος η παράδοσις των χριστιανών και οι εγκαθιδρυμένοι επί των αγίων Τόπων εθνικοί ναοί, είτε εν Ιερουσαλημ, είτε εν Βηθλεέμ, είτε αλλαχού της αγίας Γης, έμελλον να καθοδηγήσωσιν ασφαλώς τους εργάτας προς ανεύρεσιν αυτών. Μέχρι του 70 έτους οι χριστιανοί διέμενον εν Ιεροσολύμοις και εγίνωσκον πάντως την θέσιν των αγίων Τόπων ασφαλώς. Κατά τας επακολουθησάσας μεγάλας ταραχάς της Παλαιστίνης, καθ' ας η Εκκλησία Ιεροσολύμων κατέφυγεν εις Πέλλαν της Δεκαπόλεως μέχρι του 135, ότε επανέκαμψεν εις την αγίαν Πόλιν, υπό τον πρώτον εξ Ελλήνων Επίσκοπον Μάρκον, δεν δυνάμεθα να φαντασθώμεν ότι εξέλιπον παντελώς, είτε ένεκα φόνου, είτε ένεκα θανάτου, οι γινώσκοντες την θέσιν των αγίων Τόπων, εκ παραδόσεως των εκάστοτε διαμενόντων διαρκώς ή επ' ολίγον εν αυτοίς χριστιανών. Από του 135 μέχρι του 326 η ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων ανελίσσεται άνευ μεγάλων χασμάτων, πλείστοι δ' έρχονται εις Παλαιστίνην προς επίσκεψιν των αγίων Τόπων, προσκυνηταί και λόγιοι άνδρες, ούτως ώστε η περί αυτών παράδοσις διεκρατείτο ζώσα πάντοτε, δυναμένη να δείξη αυτούς ασφαλώς εις τους εργάτας του Μ. Κωνσταντίνου (8)..

Ούτοι προ πάντος έδει να εκτοπίσωσι τα συσσωρευμένα πολλά χώματα (9) δι' ων είχεν αποτελεσθή η ενούσα τον λόφον του Γολγοθά και το σπήλαιον του αγίου Τάφου γέφυρα. Τούτου δε γενομένου εξεκαλύφθη ο λόφος του Γολγοθά, το σπήλαιον του αγιου Τάφου, ου μακράν αυτού κείμενον εν βράχω, μικρόν δε τι περαιτέρω εύρέθη ο τίμιος Σταυρός του Σωτήρος, μετά των δύο σταυρών, εφ' ων εκρεμάσθησαν οι μετ αυτού συσταυρωθέντες λησταί. Θαυμασίως διεκρίθη ο Σταυρός του Σωτήρος, θαυματουργήσας δια της επιθέσεως επί γυναικός ασθενούς, αρχαία δε παράδοσις, μη στηριζομενη όμως επί ιστορικών δεδομένων φέρει ως ανευρόντα τον Σταυρόν, εργάτην τινά Ιουδαίον, ονόματι Ιούδαν, όστις βαπτισθείς ωνομάσθη Κυριακός, και εχρημάτισεν Επίσκοπος εν Ιεροσολύμοις. Πιθανώς εχρημάτισέ τις Χωροεπίσκοπος Κυριακός περί την εποχήν ταύτην, αλλά τα περί αυτού λεγόμενα είνε ιστορικώς ανακριβή. Βέβαιον δε είνε ότι μέρος μεν του ανευρεθέντος Σταυρού του Σωτήρος εκρατήθη εν Ιερουσαλημ μέρος δε απεστάλη προς τον Μ. Κωνσταντίνον (10), όστις ως ήτο ακόλουθον, μεγίστην εκ τούτου και απερίγραπτον μεν ησθάνθη χαράν, έσπευσε δε αμέσως να διατάξη την ανέγερσιν μεγαλοπρεπών ναών επί των αγίων Τόπων, γράψας σχετικήν επιστολήν προς τον Επίσκοπον Ιεροσολύμων Μακάριον και διατάξας τα δέοντα προς τας πολιτικάς της Παλαιστίνης αρχάς και προς τον διέποντα τα της Επαρχίας, τον φίλον αυτού Δρακηλλιανόν.

Εκ της επιστολής του Μ. Κωνσταντίνου καταφαίνεται ότι ούτος επεθύμει ίνα επί των τόπων των παθημάτων και της αναστάσεως του Κυρίου ιδρυθώσιν οικοδομήματα πολλά και ουχί εν μόνον, «όπως τον ιερόν εκείνον τόπον του σωτηρίου πάθους... οικοδομημάτων κάλλει κοσμήσωμεν» έγραφεν, εκφράζων την επιθυμίαν ίνα «ου μόνον την Βασιλικήν των απανταχοΰ βελτίονα, αλλά και τα λοιπά τοιαύτα γίνεσθαι, ως πάντα τα εφ' εκάστης καλλιστεύοντα πόλεως υπό του κτίσματος τούτου νικάσθαι». Η Βασιλική και «τα λοιπά», ήτοι οι λοιποί περί αυτήν ναοί, έμελλον ν' αποτελέσωσιν εν όλον καθίδρυμα («κτίσμα»). Προφανώς δε ο Μ. Κωνσταντίνος είχεν ήδη υπ' όψει το όλον αρχιτεκτονικόν σχέδιον και απήτει απλώς παρά του Επισκόπου την υπόδειξιν της προς εφαρμογήν αυτού απαιτουμένης δαπάνης («σύνοψιν»). Ώστε κατά προδιαγεγραμμένον ήδη σχέδιον έμελλε να καθιδρυθή το επί των άγίων Τόπων του αγίου Τάφου, του Γολγοθά και της ευρέσεως του Σταυρού αρμονικόν σύμπλεγμα των καλλιπρεπεστάτων ναών. Καθ' ας δ' έχομεν παρά του Εύσεβίου Επισκόπου Καισαρείας (260—340) και παρά της μετά μικρόν επισκεψαμένης τους αγίους Τόπους Σιλβίας ή Αιθέριας ενδείξεις (11) , ως εξής εγένετο η διάταξις των Κωνσταντινείων ναών.

Το κεφάλαιον του παντός χτίσματος απετέλεσε το ιερόν μαυσωλείον επί του αγίου Τάφου (το Κουβούκλιον) κατεσκευασμένον εκ λαμπρών μαρμάρων, υπό δώδεκα κιόνων, αργυρά εχόντων κιονόκρανα, περιβαλλόμενον και επιστεφόμενον, κατά την εκ μετάλλου κεκαλυμμένην κορυφήν, υπό σταυρού. Εν τω ιερώ τούτω χώρω του αγίου Τάφου υπήρχε κυκλοτερής ναός, επί των εσωτερικών κιόνων του οποίου υψούτο στέγη ανοικτή περί το μέσον, ούτως ώστε ο άγιος Τάφος ευρίσκετο υπ' ανοικτόν τον ουρανόν. Προ αυτού υπήρχε περίφραγμα εκ κιγκλίδων, ο όλος δε ναός είχεν ιδίας πύλας, αίτινες εν ωρισμέναις τελεταίς εκλείοντο, και συνήθως εκαλείτο «Ανάστασις» ή «ναός της Αναστάσεως» (12). Προ του ναού τούτου της Αναστάσεως διηνοίγετο ευρύς υπαίθριος χώρος, έχων στοάς κατά τας τρεις αυτού πλευράς. Μέρος της τετάρτης πλευράς κατείχεν ο βράχος του αγίου Γολγοθά, επί του οποίου υψούτο σταυρός. Επί του βράχου υπήρχεν ίδιος υπαίθριος ναός, περιφρασσόμενος δια κιγκλίδων. Η Σιλβία και άλλοι εφεξής επισκέπται των αγίων Τόπων καλούσι τον ναόν τούτον «Σταυρόν», αλλ' επικρατεστέρα αυτού ονομασία ήτο «Κρανίου», «άγιον Κρανίον», «Κορυφή» ή «αγία Κορυφή» (13). Κατά το ανατολικόν μέρος του προ της Αναστάσεως υπαιθρίου χώρου υπήρχεν ο τρίτος των Κωνσταντινείων ναών, η Βασιλική, ήτις εκαλείτο «Μαρτύριον» μεν κατ' αρχάς ύστερον δε «Βασιλική του αγίου Κωνσταντίνου», «άγιος Κωνσταντίνος» (14). Η Βασιλική αυτή έχουσα έναντι της εισόδου εις τον ναόν της Αναστάσεως τρεις πύλας ήτο έργον απερίγραπτον και εξαίσιον. Το εσωτερικόν αυτής εκάλυπτον πλακώσεις ποικίλων μαρμάρων το δ' εξωτερικόν ξεστοί λίθοι συνημμένοι και μαρμάρινοι προσόψεις· του ορόφου το μεν εσωτερικόν μέρος απηρτίζετο εκ γεγλυμμένων φατνωμάτων, επικεχρυσωμένων, μαρμαρυγάς φωτός εξαστραπτόντων, το δ' εξωτερικόν εκαλύπτετο υπό μολύβδου. Κατά μήκος του ναού υπήρχον υπάλληλοι στοαί, περιστέφουσαι αυτόν, δια χρυσού και αύται έχουσαι κεκοσμημένας τας κορυφάς των κιόνων και πεσσών. Προ των κυρίων εισόδων του ναού υπήρχε πάλιν αίθριον και αυλή πρώτη, μετά στοών, εφεξής δε και αύλειαι πύλαι, έχουσαι βαθμίδας τινάς, μεθ' ας εξυψούντο τα μεγαλοπρεπή προπύλαια (15).

Τοιούτοι ήσαν οι απερίγραπτοι, ένεκα της όλως εκτάκτου αυτών μεγαλοπρεπείας και του κάλλους, τρεις ναοί επί των αγίων Τόπων των παθημάτων και της αναστάσεως του Σωτήρος (16 ). Η ευσεβής μήτηρ του Βασιλέως, η αγία Ελένη, παρακολουθούσα την ανέγερσιν αυτών, περιώδευε συγχρόνως ανά την Παλαιστίνην και την επιθυμίαν του Βασιλέως πληρούσα ίδρυε και αλλαχού ναούς. Ούτω δ' εκτός των ανωτέρω ναών ιδρύθη ναός έτερος εν τω υπερώω της Σιών, «η ανωτέρω Εκκλησία των Αποστόλων» (17) καλούμενος, εκτός δε της Ιερουσαλήμ επί του Σπηλαίου της γεννήσεως του Σωτήρος εν Βηθλεέμ (18). Επίσης ναοί ιδρύθησαν εν τω όρει των Ελαιών, κατά τους πρόποδας επί του σπηλαίου, εν ω συνήθως μετά των μαθητών αυτού συνήρχετο ο Κύριος, και εν τω τόπω της Αναληψεως, επί της κορυφής του όρους, όστις εκαλείτο «Εμβώμιος», εν Βηθανία και αλλαχού εν τοις πέριξ της Ιερουσαλήμ (19). Μετά την αγίαν Ελένην μεγάλην προς τους αγίους Τόπους ευλάβειαν έδειξεν η Ευτροπία, σύζυγος του Μαξιμιανού, μήτηρ της Φαύστας και πενθερά του Μ. Κωνσταντίνου ήτις πληροφορηθείσα ότι εν Χεβρώνι, ένθα ήσαν οι τάφοι των αρχαίων Πατριαρχών του ισραηλιτικού λαού παρά την Δρυν, υπήρχον εθνικά είδωλα και βωμοί προυκάλεσε τον ευσεβή ζήλον του Αυτοκράτορος προς κατάλυσιν μεν αυτών ίδρυσιν δε χριστιανικού ναού. Όντως δε ο Μ. Κωνσταντίνος απηύθυνεν επιστολήν προς τον Ιεροσολύμων Μακάριον και τους λοιπούς Επισκόπους της Παλαιστίνης, εκφράζων μεν την λύπην αυτού επί τη υπάρξει των εθνικών ναών και ειδώλων εν Χεβρώνι διατάσσων δε την άμεσον αντικατάστασιν αυτών δια καλλιπρεπούς χριστιανικού ναού, όστις συνωδά τη βασιλική διαταγή ιδρύθη εκεί (20). Ναοί ιδρύθησαν και εν τω παρά την Βηθλεέμ τόπω, εν ω ενεφανίσθη ο Άγγελος προς τους ποιμένας, ευαγγελιζόμενος την γέννησιν του Σωτήρος, και παρά την πηγήν, εν η εβάπτισεν ο Φίλιππος τον ευνούχον Αιθίοπα, και εν τω Θαβωρίω όρει και εν πολλοίς ετέροις τόποις της Παλαιστίνης. Διότι ήδη κατά την εποχήν ταύτην ναοί αναφέρονται υπάρχοντες εν Ναζαρέτ, εν Τιβεριάδι, εν Συχέμ, εν Βηθσαΐδά, εν Κανά και αλλαχού (21). Βραδύτερον αναφέρεται και ο εν Λύδδη ναός του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, ούτινος τα εγκαίνια εορτάζονται ετησίως εν τη ορθοδόξω ελληνική Ανατολή τη 3η Νοεμβρίου (22),, και όστις προσέδωκεν εις την Αύδδαν όλως εξαιρετικήν σημασίαν. Εξ αυτού η Λύδδα η Διόσπολις και Γεωργιούπολις ως κατ' εξοχήν πόλις του αγίου Γεωργίου ενίοτε ωνομάζετο (23).


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλ. Ι στορία VIII, 6. Πρβλ. Θεοδωρήτου, Εκκλ. Ιστορία 1,3.

(2) Μ. Αθανασίου, Επιστολή εγκύκλιος προς τους Επισκόπους Αιγύπτου και Λιβύης κατά Αρειανών, PG 25, 558.

(3) Fr. Laurchet, Die Kanones der w ichtigsoen altkirchliclien Concilien. Freiburg i. B. u. Leipzig 1899, σ. 39.

(4) ΓΙρβλ. P άλλη -Ποτλή, Σύνταγμα των θείων Κανόνων Β', 129, 132. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, σ. 123 κεξ.

(5) Kattenbusch, Jerusalem, Patriarchat, RE 3, VIII, 699.

(6) E υσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου III, 26—30. Θεοδωρήτου, Εκκλησιαστική Ιστορία I, 15. 17. Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία II, 1. Σωζομένου, Ε κκλ. Ιστορία II, 2. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλ. Ιστορία VIII, 20. Ρουφίνου, Historia Ecclesiastica I, 7.

(7) ΙΙρβλ. G ermer — Durand, La topographic do Jerusalem εν ταις Echos d'Orient, 1903 — 1904. Ειρηναίου Κηλάδου, Ο Γολγοθάς και ο Πανάγιος Τάφος κατά τον C. Wi 1 s ο n, εν «Νέα Σιών», Δ',530 εξ. Τ. Π. Θέμελη, Η αυθεντικότης του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου, «Ν. Σιών», I, 1910, σ. 163 εξ.

(8) Α βραμίου μοναχού, Ο υπό του Μ. Κωνσταντίνου ιδρυθείς ναός της Αναστασεως, «Ν. Σιών» 1910, σ. 209 εξ.

(9) Η συσσώρευσις των χωμάτων διαφόρως παρίσταται υπό των ιστορικών. Ο Ευσέβιος (Βίος Κωνσταντίνου ΙΠ, 26) λέγει ότι ασεβείς τινες άθεοι άνδρες κατεκρυψαν τους αγίους Τόπους δια χωμάτων ιδρύσαντες ναόν της Αφροδίτης, όμοιόν τι λέγουσι και ο Σωκράτης (Εκκλ.Ιστορία I, 1 7) και ο Σωζόμενος (Εκκλ. Ιστορία II, 1 ), αλλ' ο μοναχός Αλέξανδρος (Λόγος εις την εύρεσιν του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, PG 87, 8, 4068) αποδίδει το γεγονός τούτο εις τους Ιουδαίους.

(10) S. B ä umer, Kreuzerfindung, εν Welzer und Welte ' s Kirchenlexikon VII, 1906. E. Nestle, Die Kreuzauffindungs legende εν Byz. Zeitschrift IV, 319 — 45. Olivieri, εν Analecta Bollandiana, XVII, 414 — 420.

(11) Μετάφρασιν του Οδοιπορικού της Σιλβίας υπό Ιωάννου Φωκυλίδου ίδε εν «Νέα Σιών» Ζ' 109 εξ. Περί της ερμηνείας των ενδείξεων του Ευσεβίου και της Σιλβίας Πρβλ. A. Heisenberg, Grabeskirche und Apostelkirche, Zwei Basiliken Konstins, Leipzig 1908. Mommert, Die hieilige Grabeskirche zu Jerusalem, in ihrem ursprunglichen Zustande, Leipzig 1898 και Golgotha und das hi. Grab in Jerusalem, Leipzig 1900. F. Cabr ο, Les églises de Jérusalem, la discipline et la liturgie au IV siècle, Paris — Poitier 1895. Π. Λουβάρεως, Τα εν Ιεροσολύμοις Κωνσταντίνεια οικοδομήματα και ο Γολγοθάς επί μωσαϊκού του Δ' αιώνος, εν «Νέα Σιών» Β', 149 εξ. ίδε αυτόθι την πλουσίαν περί του ζητήματος βιβλιογραφίαν.

(12) Anton Baumstark, Die Heiligt ü mer des byzantinischen Jerusalem nach einer ubersehene Urkunde, Rom 1905 (εκ του Oriens Christianus ) σ. 20 εξ.

(13) Αυτόθι σ. 25 εξ. Τιμ. Θέμελη,(είτα ΙΙατριάρχου Ιεροσολύμων), Λι περί της σημασίας του Γολγοθά πατρ. και επιστημονικαί έρευναι, εν «Νέα Σιών» Θ', 203.

(14) Α. Β aumstark, ενθ. αν. σ. 5 εξ. Την Βασιλικήν ταύτην έχει υπ' όψει ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων λέγων ( PG 87, 3085): «Κατά παμφαές δε βήμα γεγανυμένος πορευθώ, ξύλον ου το θείον εύρεν, Ελένη μέδουσα κεδνή». Ενίοτε δε η Βασιλική του αγ. Κωνσταντίνου εκαλείτο και «άγιος Γολγοθάς» ως φαίνεται εκ του οδοιπορικού της Σιλβίας και άλλων μνημείων του δ' αιώνος. Μετά την περσικήν επιδρομήν του 6 14 ε πεκράτησεν η ονομασία «Άγιος Κωνσταντίνος». Εκ των αρχαίων Κωνσταντινείων οικοδομημάτων ελάχιστα σήμερον δείκνυνται λείψανα (Πρβλ. Τ. Κ ondakow, Αρχαιολογική περιοδεία ανά την Συρίαν και Παλαιστίνην, ρωσ. Πετρούπολις 1904), ο δε Strzygowski, Orient oder Rom ; Beitr ä ge zur Geschichte der sp ä tantiken und der fr ä hchristlichen Kunst, Leipzig 1901, σ. 127 υ πέδειξεν ως τοιούτο λείψανον την νυν πρόσοψιν του Ναού.

(15) D. A i na 1ο w, Τοποθεσία των κυρίων οικοδομών των Κωνσταντινείων καθιδρυμάτων κατά τα δεδομένα των εγγράφων πηγών, εν ταις Άνακοινώσεσι της Αυτ. Παλ. Εταιρείας, XIV, σ. 79 εξ. Πρβλ. Αρχιμ. Καλλίστου Μηλια ρά, Οι Άγιοι Τόποι εν Παλαιστίνη και τα επ' αυτών δίκαια του Ελληνικού Έθνους, εν Ιεροσολύμοις 1928 — 1933, Α', 17 εξ.

(16 ) Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου III, 39.

(17) Κρατεί γνώμη ουχ ήττον ότι ο ναός ούτος ιδρύθη μετά τον θάνατον του Μ. Κωνσταντίνου.

(18) Ε. Weigan d, Die Geburtskirche von Bethlehem, eine Untersuchung zur christliehen Antike, Leipzig 1911. W. Schu 1z, The Church of Nativity at Bethlehem, London 1910. Wincent el Abel, Bethléem, Paris 1914.

(19) ΙΙρβλ. Χρυσοστόμου Α. Παπαδόπουλου. Αι τελεταί της Εκκλησίας Ιεροσολύμων κατά τον Δ' αιώνα, Ιερουσαλήμ 1904, σ. 7—9. L.Cré, La basilique hélenienne retrouvé avec la grotte ou Notre Seigneur instruisait ses disciples du Mont des Oliviers, Ev Oriens Christianus, I, 1911 σ. 119—194.

(20) Ευσεβίου, Βίος Κωνστ αντίνου III, 52, 35.

(21) A. C ο ur et, La Palestine sous les Empereurs Grecs, Grenoble 1869 σ. 25 εξ.

(22) Hip. Delehaye, Synaxarium, σ. 191. Περί του αγ. Γεωργίου καθόλου πρβλ. του αυτού, Les légendes grecques des saints militaires, Paris 1909, σ. 45 εξής.

(23) Ο ισχυρισμός τινων, ως του C 1 erm ο nt - Canneau, Etude d ' arch é ologie orientale, Paris 1895, I, 189 ό τι επί του Μ. Κωνσταντίνου ιδρύθη ο ναός του αγίου Γεωργίου εν Λύδδη δεν δύναται ν' αποδειχθή.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.