ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η «Eύρεσις του Σταυρού» εν τη Εκκλησία

Ιακώβου (Γεωργίου) Πιλιλή, Αι μεγάλαι εορταί της Εκκλησίας,
Αθήναι 2002, σελ. 407-412

(Α) Εισαγωγικόν

Με την έκφρασιν «Εύρεσις του Σταυρού» κατανοείται η ανακάλυψις, την οποίαν η παράδοσις βεβαιοί, ότι η αυτοκράτειρα και «Αγία» Ελένη, μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337 μ.Χ.) κατέστησεν πιθανήν περί του Σταυρού επί του οποίου εκαρφώθη και απέθανεν ο Ιησούς. Η αρχαιοτέρα έκθεσις, την οποίαν έχομεν περί της ερεύνης δια τον Άγιον Τάφον του Σωτήρος Χριστού, παρέχεται υπό του ιστορικού Ευσεβίου (260-340 μ.Χ) (1), ο οποίος σχετίζεται με την απόφασιν του Μεγ. Κωνσταντίνου, όπως απομακρύνη την βδελυγμίαν η οποία εμίαινεν το περιβάλλον του ιερού χώρου, και οικοδομήση εν αυτώ Ιερόν Ναόν, ως τούτο αναφέρεται εις· την επιστολήν του προς τον Επίσκοπον Ιεροσολύμων Μακάριον (313-334 μ.Χ.) (2), α λλ' ουδείς υπαινιγμός γίνεται περί οιασδήποτε ανακαλύψεως του Σταυρού.

(α) Ο Ιστορικός Ευσέβιος

Μερικοί έχουν θεωρήσει ότι μία έκφρασις εις την επιστολήν του Μεγ. Κωνσταντίνου προς τον Ιεροσολύμων Μακάριον αναφέρεται, μάλλον, εις την ανακάλυψιν του Σταυρού ειμή του τάφου, «το γαρ γνώρισμα του αγιωτάτου εκείνου πάθους υπό τη γη πάλαι κρυπτόμενον...» (3), αλλά μία σύγκρισις με το 30 ον κεφάλαιον (4) θα εξηγήση, ικανοποιητικώς, δια την αναφερομένην ανωτέρω γλώσσαν, και είναι δύσκολον όπως κατανοήσωμεν, ότι ο Ευσέβιος θα είχεν χάσει μίαν τόσον μεγάλην ευκαιρίαν περί δοξοποιησεως του Μεγ. Κωνσταντίνου, εάν είχεν μίαν πραγματικήν ή υποτιθεμένην ανακάλυψιν του Σταυρού του Χριστού επί Γολγοθά, η οποία θα ελάμβανεν χώραν υπό την αιγίδα του.

(1) Ο Bernard Montfaucon (1655-1741 μ.Χ.): Ούτος πατερικός συγγραφεύς, παραθέτει, πράγματι, εις το έργον του ( Collectio Nova Patrum, vol . I, VIII, ( ed . 1706), μίαν παράγραφον του ιστορικού Ευσεβίου, ως αναφερομένη, με βεβαιότητα εις τον Σταυρόν, «ει δε τις νουν επιστήσειε τοις καθ' ημάς αμφί το μνήμα και το μαρτύριον του Σωτήρος ημών επιτελεσθείσι θαυμασίοις, αληθώς είσεται όπως πεπλήρωται έργοις τα τεθεσπισμένα» ( Commentary in Psalms, LXXXVIII .11). Ούτω, και όταν ευρίσκωμεν τον Ευσέβιον σιωπούντα, οπουδήποτε θα ηδύνατο ούτος να αναμένεται ομιλήση, αλλά δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν πολύ και ιδιαίτερον βάρος εις μίαν παράγραφον, η οποία τυγχάνει λίαν αμφιβόλου ακριβείας.

(Α) Η Ανακάλυψις, 326 μ.Χ.: Η χρονολογία επισκέψεως της αυτοκρατείρας (Αγίας) Ελένης εις Παλαιστίνην, και το επακόλουθον γεγονός περί r ης ι σχυριζομένης ανακαλύψεως του Τιμίου Σταυρού, είναι το έτος 326 μ.Χ. Έτι δε, εις το Itinerarium Burdegalense, μία έκθεσις περί ενός ταξειδίου εις Ιεροσόλυμα, εν έτει 333 μ.Χ., επτά έτη, μόνον, μετά την μνημονευομένην ανωτέρω χρονολογίαν, ουδεμία αναφορά γίνεται περί ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού, αν και εις ένα κείμενον εις το οποίον θα ηδυνάμεθα να προσβλέψωμεν με βεβαιότητα αναφέρεται ότι: « crypta ubi corpus ejus posisum fuit et tertia die resurrexit ; ibitem modo jussu Constantini Imperatoris basilica facta est » (5).

Ο Ιεροσολυμων Κύριλλος (349-386 μ.Χ.): Η αρχαιοτέρα αναφορά την οποίαν έχομεν περί της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού, ευρίσκεται εις τας «Κατηχήσεις» του Επισκόπου Κυρίλλου των Ιεροσολυμων, αι οποίαι εξεφωνήθησαν, μάλλον, περισσότερον από τριάκοντα έτη μετά την ισχυριζομένην ανακάλυψιν υπό της Αγίας Ελένης, εις τας οποίας, ούτος, αν και δεν υπαινίσσεται περί της διηγήσεως εις την δεδομένην μορφήν υπό των επακολούθων συγγραφέων, πλην όμως, λέγει ότι αποσπάσματα αποκεκομένα και αρπαγέντα από τον Σταυρόν εκυκλοφόρουν εις ολόκληρον τον κόσμον (6) . Ούτος υπαινίσσεται επίσης, περί της ευρέσεως του Σταυρού εις μίαν Επιστολήν του, γεγραμμένην ολίγον αργότερον και απευθυνομένην εις τον αυτοκρατορα Κωνστάντιον (337-361 μ.Χ.), υιόν του Μεγ. Κωνσταντίνου, επί τη ευκαιρία ενός λάμποντος Σταυρού, εμφανισθέντος υπεράνω της πόλεως των Ιεροσολύμων (7) . Από τας αρχάς του πέμπτου αιώνος μ.Χ., και εντεύθεν, άπαντες οι εκκλησιαστικοί συγγράφεις αναγνωρίζουν την αλήθειαν της διηγήσεως εις την κυρίαν μορφήν της, ως γεγονός, αν και διαφαίνονται μερικαι διαφοραί εις τας λεπτομερείας.

 

( 2 ) Το Ιστορικόν της Ευρέσεως·

(Α) Οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες

Η γενική πορεία της ιστορικής παραδόσεως είναι ότι μία προσπάθεια είχεν γίνει υπό του Ρωμαίου αυτοκράτορος Αδριανού (113-138 μ.Χ.), ενός εκ των διωκτών του Χριστιανισμού, ή, πάντως, εις την εποχήν του, κατά τον Ιερόν Ιερώνυμον ( c . 340-420 μ.Χ.) (8) , όπως καταστραφή παν ίχνος εις τον χώρον του Παναγίου Τάφου, ένθα το έδαφος είχεν υψωθή εις ένα σημαντικόν ύψος και τα ιερά και τα αγάλματα του Διός και της Αφροδίτης είχον υψωθή επ' αυτού (9). Μετά τον θάν ατον του αυτοκράτορος Λικινίου, 324 μ.Χ., τον οποίον ο Μ. Κωνσταντίνος εκατηγόρησεν δια την συνέχισιν του κακού (10), καθωρισθη υπ' αυτού όπως εξαγνισθούν οι Άγιοι τόποι, και η απόφασις αύτη του αυτοκράτορος εξετελέσθη υπό της μητρός αυτού Ελένης, η οποία μετέβη, προσωπικώς, εις Ιερουσαλήμ και συνεβουλεύετο περί της αποστολής της τον Επίσκοπον Ιεροσολύμων Μακάριον (313-334 μ.Χ.) ( 11) .

 

(α) Η Ανακάλυψις του Σταυρού

Με την θεϊκήν καθοδήγησιν, και με την βοήθειαν ενός Ιουδαίου, ονόματι Ιούδα και βαπτισθέντος Κυριάκος( Quiriacus ) (12), ο τόπος ανεκαλύφθη, και το υπερυψούμενον έδαφος, μετατοπισθέν, εφάνη ο Πανάγιος Τάφος, με τρεις Σταυρούς ευρισκόμενους πλησίον αλλήλων και, κεχωρισμένως, αλλ' εις τον Ιδιον τάφον, ευρίσκετο η επιγραφή την οποίαν ο Πιλάτος είχεν επισυνάψει εις την κορυφήν του Σταυρού του Ιησού εις τας τρεις γλώσσας, «Ιησούς ο Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων» (13). Αλλά μη γνωρίζοντες οποίος εκ των τριών τούτων σταυρών ήτο εκείνος επί του οποίου εσταυρώθη ο Ιησούς και τον οποίον επεζήτουν ούτοι, ο Επίσκοπος Μακάριος προεκάλεσεν αυτούς όπως παρευρεθούν μετ' αυτού εις το άγγιγμα τούτου υπό μιας ευγενούς κυρίας η οποία ήτο ετοιμοθάνατος (14). Οι δυο πρώτοι σταυροί δεν προεκάλεσαν οιανδήποτε αντίδρασιν, αλλ' εις το άγγιγμα του τρίτου η ασθενής γυναίκα ηγέρθη ενώπιον αυτών, θεραπευθείσα, τελείως, υποδεικνύων, ούτω ότι ούτος ήτο ο Σταυρός επί του οποίου εσταυρώθη ο Ιησούς (15).

(1) Ο Μέγας Κωνσταντίνος: Ένα τεμάχιον εκ των ε νυπαρχόντων τοιούτων, τεθέν μέσα εις μίαν αργυρόν θήκην ενεπιστεύθη εις τον Επίσκοπον Μακάριον υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με την εντολήν όπως διαφυλαχθή, μετ' ιδιαιτέρας προσοχής, εν Ιεροσολύμοις (16) και το υπόλοιπον μέρος των τεμαχίων, από κοινού με τους ήλους, απεστάλη εις τον αυτοκράτορα Μεγ. Κωνταντίνον. Ένας εκ των ήλων τούτων προσεκολλήθη εις το κράνος του, και έτερος εις το χαλινόν του ίππου του (17), εις εκπλήρωσιν, συμφώνως με μερικούς Εκκλησιαστικούς πατέρας, της προφητείας του Ζαχαρίου, «εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι» (14:20) (18). Ο ιερός Ιερώνυμος (Commentary in Zechariah 14:20) (19) ομιλεί περί τούτου ως ένα γεγονός το οποίον ανεμένετο, « nam sensu quidem pio dictam sed ridicuIam ». Ο ιερός Χρυσόστομος (347-407 μ.Χ.) επίστευεν, προφανώς, εις την ανακάλυψιν του Σταυρού, και ομιλεί περί της τακτικής διανομής μικρών τεμαχίων εκ τούτου ως «φυλακτήρια» (20) .

(2) Οι Εκκλησιαστικοί Συγγρaφείς: Μία εκ των περαιτέρω λεπτομερειών δύναται να προστεθή ενταύθα. Ο ιστορικός Σωκράτης καθορίζει ότι το μέρος του σταυρού, το οποίον απεστάλη εις τον αυτοκράτορα Μεγ. Κωνσταντίνον, ήτο κεκλεισμένον υπό του ίδίου εις το ίδικόν του άγαλμα, το οποίον ετοποθετήθη επί μιάς στήλης εκ πορφυρίτου λίθου εις την ούτω καλουμένην αγοράν του Κωνσταντίνου, εν Κωνσταντινουπόλει, τόσον ώστε η πόλις ηδύνατο να θεωρηθή ως απόρθητος με την κατοχήν ενός τόσον ενδόξου λειψάνου (21). Κατά τον ιστορικόν Σωζόμενον, εκτός από το θαύμα το οποίον επετελέσθη επί της ασθενούς γυναικός, ένας νεκρός άνδρας απεκατεστάθη, αμέσως εις την ζωήν με άγγιγμα του Σταυρού (22). Αλλ' ο Paulinus of Nola (23) , ενώ αναφέρει το περιστατικόν τούτο, ουδέν λέγει περί του ετέρου θαύματος. Eις τον ιερόν Αμβρόσιον, Επίσκοπον Μεδιολάνων παρά μίαν διαμαρτυρίαν προς το αντίθετον, διαφαίνονται ίχνη ενός αίσθήματος εν τω οποίω ο σεβασμός δια Σταυρόν, ως μία ένδειξις περί Εκείνου ο Οποιος ανηρτήθη επ' Αυτού, επεσωρεύθη μέσα εις μίαν λατρείαν του ίδιου του Σταυρού (24).

(3) Ο Ιερός Αμβρόσιος: Ε ν αυτώ η Αγία Ελένη παρουσιάζεται λέγουσα: « Ecce locus pugnae, ubi est vigtoria … quomodo me redemptam arbitror, si redemptio ipsa non cemitur » (25). Η περίπτωσις περί της σημειώσεως εις την επιστολήν του Paulinus είναι όπως αποστείλη ένα τεμάχιον εκ του Σταυρού εις τον Severus δια μίαν Εκκλησίαν, η οποία επρόκειτο να εγκαινιασθή, το οποίον παρείχεν εις αυτόν μίαν απλήν ευκαιρίαν όπως συσχετίση την ιστορίαν περί του Σταυρού (26) . Ούτος προσθέτει επί πλέον, ότι οσονδήποτε μεγάλο τεμάχιον ηδύνατο να αποκόψη τις από τον Σταυρόν, ο όγκος του ξύλου παρέμενεν, κατά θαυματουργικόν τρόπον, αμείωτος (27).


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ευσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου XXVI - XXIX, (εις Β.Ε.Π.Ε.Σ., τόμ. 24, σ. 155-157.

(2) ἔνθ' ανωτέρω, XXX, τόμ. 24, σ. 157. : Socrates, Historia Eccles., Ι,17 ( PG 67), Theodoretus, 1 .18, (PG 82).

(3) Βλ. Επιστολήν Μ. Κωνσταντίνου περί του χωρίου τούτου εις Β.Ε.Π.Ε.Σ., τόμ. 24 (1960), σ. 157.

(4) Βλ. ολόκληρον Επιστολήν, (ενθ' ανωτέρω, ΧΧΧ-ΧΧΧΗ, τομ. 24, σ. 157 158.

(5) Itinerarium Burdegalense, PL 8, 791.

(6) Κύριλλος Ιεροσολύμων, ΙΩ, 10. Χ, 19. ΧΙΙΙ, 4, PL 33, 468,

(7) Ένθ ' ανωτέρω, Epistola ad Constantinius, ch. 3, (PG 33, 1168).

(8) St. Jerome, Epistola 58, in PL XX, 321.

(9) Socrates, Historia Eccles., I.17, (in PG 67); Sozomenus, Historia Eccles. II, 1 (PG 67).

(10) Rufinus, Historia, I.7, 8 (PL 21, 1475).

(11) St. Ambrose, De Obitu Theodosii, c. 46, (PL 16, 1399).

(12) Κατά τον Ε π ί σκο πον Gregory of Tours, Liber Miraculorum, Ι .5 sq., (in PL 71, 325) Paulinus of Nola, Epistola ad Severum, 31, (PL 61, 325).

(13) Socrates, ένθ ' ανωτέρω, I, 17, (in PG 72).

(14) Rufinus, Historia, I, 8, (in PL 21, 1475); Gregory of Tours ένθ ' ανωτέρω, Ι .5, 6, (PL 71, 709).

(15) Gregory of Tours, ένθ ' ανωτέρω, Ι, 6, 7, (PL 71, 709-710); Sulpicius Severus, Historia Sacra, ΙΙ,34, (PL 20, 148).

(16) Sulpicius Severus, ένθ ' ανωτέρω, ΙΙ 34, 35, ( PL 20, 148-149).

(17) Sozomenus, ένθ ' άνωτέρω, ΙΙ .l, (PG 72); Suplicius Severus, ένθ ' ανωτέρω, ΙΙ, 34, (PL 20, 148); Paulinus of Nola, ένθ ' ανωτέρω 31 (PL 61, 325).

(18) Gregory of Tours, ένθ ' ανωτέρω, I .5, (PL 71, 709); Theodoretus Historia Eccles., I.18, (in PG 82); Socrates, ένθ ' άνωτέρω I, 17 (in PG vol. 72).

(19) Cyril of Alexandria, Commentary in Zachariah, 14:20, (in PG 72, 271).

(20) St. John Chrysostomus, Quod Christus sit Deus, C.10, (in PG 48, 826).

(21) Socrates, Historia Eccles., I. 17, (in PG 72).

(22) Sozomenus, Historia Eccles., II.l, (in PG 72).

(23) Epistola ad Severum, 31, (in PL 61, 325).

(24) St. Ambrose, De Obitu Theodosii, c.46, (in PL 16, 1399).

(25) Ένθ' ανωτέρω, c .46, ( ένθ' ανωτέρω, c . 1399.

(26) Paulinus of Nola, ένθ ' ανωτέρω, c.16, (in PL 61, col. 325.

(27) Ένθ ' ανωτέρω, c. 16, col. 325).

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.