ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κατευόδωσις στρατού - Υπέρ πίστεως

Κατερίνα Γ. Καραπλή, Κατευόδωσις στρατού-
Η οργάνωση και η ψυχολογική προετοιμασία του βυζαντινού
στρατού πριν από τον πόλεμο (680-1081), Τομ. Α΄, Αθήνα 2010,
εκδ. Μυρμηδόνες, σελ. 300-306

Η θρησκευτική πολιτική του Βυζαντίου υπήρξε πάντοτε ανεκτική. Απόδειξη είναι, ότι στους κόλπους του διαβιούσαν ανενόχλητοι και πληθυσμοί που επί αιώνες διατήρησαν τις θρησκευτικές τους δοξασίες (Εβραίοι, 'Αραβες, Σλάβοι, κ.ά.) (1). Επί πλέον, σε περιόδους αγαθών σχέσεων με τους 'Αραβες, λειτουργούσαν μουσουλμανικά τεμένη ακόμη και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, για τις θρησκευτικές ανάγκες των εκεί Μωαμεθανών (2). 'Από την άλλη πλευρά, στην αραβική επικράτεια, είχε διατηρηθη η λειτουργία χριστιανικών ναών στις άλλοτε βυζαντινές περιοχές, μετά την κατάκτησή τους, παρ' όλο που δεν έλειψαν περιοριστικά μέτρα η και διωγμοί, ιδίως του χριστιανικού κλήρου, εκ μέρους των τοπικών αρχών, μετά την έξασθένηση του χαλιφάτου της Βαγδάτης (3).

Ανεκτικό φάνηκε το Βυζάντιο και προς τους αιρετικούς υπηκόους του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Παυλικιανών. Αρχικά, όχι μόνο δεν διώχθηκαν για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, αλλά, αντίθετα, λόγω των σπουδαίων πολεμικών τους επδόσεων, χρησιμοποιήθηκαν έπανειλημμένως ως επίλεκτοι στρατιώτες στον αυτοκρατορικό στρατό (4). Μόνο όταν η παρουσία των Παυλικιανών απέβαινε - λόγω και της συνεργασίας τους με τους 'Αραβες (5) - απειλητική για την αυτοκρατορία, οι αυτοκράτορες προχωρούσαν σε μετοικεσίες (6) ή σε διωγμούς έναντίον τους (7), και σε αναμετρήσεις, όταν απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη δύναμη (8). Ενδεικτικό της θρησκευτικής ανοχής των Βυζαντινών είναι το ότι την αγανάκτησή του για την αγριότητα των διωγμών του Μιχαήλ Α' κατά των Παυλικιανών εκφράζει ένας επιφανής κληρικός, ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει ότι πρέπει «εν πραότητι διδάσκειν τους αντιδιατιθεμένους τη διδασκαλία του Θεού...» (9).

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται, ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία, ως κράτος ανεξίθρησκο, δεν ερχόταν σε ρήξη με τους αλλοθρήσκους λαούς, παρά μόνο όταν κινδύνευαν ζωτικά της συμφέροντα. Τότε, για να εξάψει το πολεμικό μένος των στρατιωτών της, προέβαλλε, ως βασικό λόγο του πολέμου, την απόκρουση των εχθρικών επιθέσεων κατά της θρησκείας. Σύμφωνα με αυτά, οι πόλεμοι του Βυζαντίου «υπέρ πίστεως» δεν γίνονταν για την επιβολή, αλλά για την υπεράσπιση της πίστεως - ήταν, επομένως, αμυντικοί, άρα δίκαιοι πόλεμοι (10).. Η θρησκευτική αυτή πλευρά του δικαίου πολέμου προβλήθηκε με μεγαλύτερη έμφαση στα χρόνια των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων, σε αντιπαράθεση προς την ισλαμική αντίληψη του επιθετικού «ιερού πολέμου» ( djihad ) (11).

Στην εξαιρετικά επιμελημένη και με εξαντλητική γνώση των πηγών και της βιβλιογραφίας διδακτορική διατριβή της, η Αθηνά Κόλια-Δερμιτζάκη (12) χαρακτηρίζει τους πολέμους των Βυζαντινών «ιερούς πολέμους» και υποστηρίζει, ότι παρουσιάζουν ομοιότητες με τον αραβικό djihad (13).. Ομοιότητες υπάρχουν, εφ' όσον είναι έντονο το θρησκευτικό στοιχείο. Ο αγώνας όμως «υπέρ πίστεως» (για την υπεράσπισή της, όπως θα δούμε) δεν είναι ο μοναδικός ή ο κύριος λόγος, για τον οποίο πολεμούσαν οι Βυζαντινοί. Η πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου είναι διαφορετική. Η αυτοκρατορία όχι μόνο έδειξε ανοχή απέναντι στους αλλοθρήσκους ή αιρετικούς που ζούσαν στο έδαφός της, αλλά και, όταν αναλάμβανε να κηρύξει τον Χριστιανισμό σε ξένους λαούς -είτε γειτονικούς είτε πιο απομακρυσμένους-χρησιμοποιούσε πάντοτε ήπιες μεθόδους. Οι περιπτώσεις βίαιου εκχριστιανισμού (π.χ. αιχμαλώτων) αποτελούν εξαιρέσεις (14).. Αφ' ετέρου, οι καταστροφές θρησκευτικών κέντρων του εχθρού είναι αντίποινα για τις προηγηθείσες δικές του εξοντωτικές επιθέσεις κατά της αυτοκρατορίας και, ειδικότερα, των χριστιανικών εκκλησιών και των Αγίων Τόπων, όπως έπραξαν π.χ. επί Ηρακλείου οι Σασσανίδες (15), και βεβαίως κατόπιν οι 'Αραβες.

Τον αμυντικό, «δίκαιο», χαρακτήρα των πολέμων του Βυζαντίου προβάλλει ο Λέων ΣΤ' σε όλη την έκταση των Τακτικών του - του κατ' εξοχήν έργου στρατιωτικής τακτικής των βυζαντινών χρόνων, αλλά και αντιπροσωπευτικού της πολιτικής ιδεολογίας. 'Οπως αναπτύσσω στα επόμενα (16) οι απόψεις ορισμένων ερευνητών, περί επιδράσεως του Κορανίου στα Τακτικά, δεν φαίνεται να ευσταθούν. Δεν πρόκειται για επίδραση, αλλά για πρόκληση προς αντίδραση. Υπέρ πίστεως πολεμούσαν και οι Μουσουλμάνοι, οι 'Αραβες, αλλά για τη διάδοσή της, ενώ οι Βυζαντινοί για την υπεράσπισή της.

Η διαφορά της πολιτικής ιδεολογίας φαίνεται και από τα Ιερά βιβλία των δύο θρησκειών. Το Κοράνι, παρ' ότι στις αρχικές διατάξεις του δεν περιλαμβάνει τον «Ιερό πόλεμο» (17), και μάλιστα εναντίον των «λαών των Γραφών» (18), αποκτά στη συνέχεια έντονο πολεμικό χαρακτήρα και καλεί (μάλλον υποχρεώνει) τους πιστούς του σε αγώνα κατά των απίστων και ένοπλη διάδοση του ισλαμισμού (19). Αντίθετα, στην Καινή Διαθήκη, το Ευαγγέλιο του χριστιανισμού, όχι μόνο δεν γίνεται πουθενά λόγος για πόλεμο και στρατιωτικές επιχειρήσεις - όπως συμβαίνει συχνά στην Παλαιά Διαθήκη - αλλά και καταδικάζεται η άσκηση βίας γενικά (20), ακόμη και σε περίπτωση άμυνας:... Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ · αλλ ' ό στις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέφον αυτώ και την άλλην [...] αγαπάτε τους εχθρούς υμών, [... ] καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς... (21).

Με τον αραβικό djihad συνέδεσαν πολλοί ερευνητές, ως προς την ιδεολογική της βάση, την αναφανείσα στη Δύση, κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, κίνηση των Σταυροφοριών. Οι ομοιότητες όμως είναι εντελώς εξωτερικές - η ιδεολογική αφετηρία διαφέρει. Οι Σταυροφορίες πραγματοποιήθηκαν μεν με τις ευλογίες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, στόχο τους όμως είχαν την απελευθέρωση των χριστιανικών εδαφών και κυρίως των Αγίων Τόπων από τους «άπιστους»- ξεκίνησαν δηλαδή ως «δίκαιοι» πόλεμοι (22).. Οπωσδήποτε πάντως, το θέμα δεν εμπίπτει στα χρονικά δρια της περιόδου που εξετάζει η παρούσα έργασία.

Στο Περί δημηγοριών ο πόλεμος υπέρ πίστεως γίνεται εις δόξαν Θεοΰ (XX.3) και εντάσσεται στο «κεφάλαιον» για το «δίκαιον» (23). Ο Ανώνυμος δηλώνει ότι αφετηρία των βυζαντινο-περσικών συγκρούσεων της εποχής του ήταν οι διώξεις των Χριστιανών απ ό τους Σασσανίδες, οι οποίοι στην πραγματικότητα τους θεωρούσαν κατασκόπους του βυζαντινού αύτοκράτορα: Οι πολεμούντες ημίν βάρβαροι δια την πίστιν ημίν πολεμούσιν ει γαρ ομόπιστοι εκείνοις ήμεν, ουκ αν υ π' εκείνων επολεμούμεθα [...]. Είναι λοιπόν, δεινόν [...] ημάς [...] παροράν Θεόν υβριζόμενον [...] και, επομένως, είναι «δίκαιον» να τιμωρήσουμε την αδικία (24)..

Στα περισσότερα τακτικά δεν γίνεται ρητά λόγος για πόλεμο υπέρ Θεού και πίστεως, εννοείται όμως.

Κατά τον Συριανό, οι λιποτάκτες είναι ένοχοι, επειδή πρώτον Θεού κατεφρόνησαν και της ιδίας ήλόγησαν πίστεως (25). Ο Λέων ΣΤ' τονίζει το «δίκαιον» του υπέρ πίστεως πολέμου - 'Ρωμαίους δε χρη [... ] συνεκστρατεύειν κατά των βλασφημούντων τον πάντων βασιλέα Χριστόν τον Θεόν ημών (26).. Οι αναφορές του Λέοντος στον αγώνα υπέρ του Θεού και της πίστεως είναι συχνές (27) - δεν περιλαμβάνονται όμως στο υπόδειγμα δημηγορίας (28), παρά μόνο σε εκείνο για τους καντάτορες (29).. Τα ίδια ισχύουν για το έργο του Νικηφόρου Ουρανού (30) και τη «Συλλογή Τακτικών» (31).

Στις δημηγορίες των αφηγηματικών πηγών η εντολή για αγώνα υπέρ πίστεως δεν συναντάται συχνά, παρ' όλο που, τις περισσότερες φορές, στη μέση βυζαντινή περίοδο, οι εχθροί ήταν αλλόθρησκοι. Στις δημηγορίες του Ηρακλείου συνάγεται έμμεσα, από το ότι γίνεται έκκληση για εκδίκηση των δεινών που έχουν προξενήσει στον θρησκευτικό τομέα οι Πέρσες (32).. Την ίδια περίπου εποχή, στη Θεσσαλονίκη, ο επίσκοπος Ιωάννης ρητώς παροτρύνει το ποίμνιό του, υπέρ [...] ναών παναγίων και πίστεως διανίστασθαι (33). Αργότερα, ο Κωνσταντίνος Ζ' παραγγέλλει στους στρατιώτες του Χριστού, όπως τους αποκαλεί (34), να γίνουν υπέρμαχοι [... ] αυτού Χριστού (35) και εκφράζει τη συγκίνησή του για εκείνους που έχουν τραυματισθή δια Χριστόν (36).. Επί πλέον μάλιστα, εκτός από τον ρόλο του υπερασπιστή, τους αναθέτει και αυτόν του έμμεσου προπαγανδιστή της ορθής πίστεως στους αλλόθρησκους στρατιώτες της αυτοκρατορίας - με τα κατορθώματά τους οι πιστοί θα προκαλέσουν τον θαυμασμό των μη χριστιανών συμπολεμιστών τους και, έτσι, θα προσελκύσουν αυτούς και τους ομοεθνείς τους στη χριστιανική θρησκεία (37)..


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 342-345, 360, 363.

(2) Κωνστ. Πορφ., Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν , κεφ. 21, 113-114. ( DAI, I, 92). Επιστολή του πατριάρχη Νικολάου του Μυστικού, του έτους 922 ( Jenkins - Westerink, αρ. 102, σελ. 372-380). Ζακυθηνός, σελ. 386, 488. Χριστοφιλοπούλου, Β΄ σελ. 239. 419-420. M.Canard, ‘Les expeditions des Arabes contre Constantinople', Journal Asiatique, CCVIII (1926), = Canard, Musulmans, 1), σελ. 94-99. Vasiliev, Byzance et les Arabes, II, 1., σελ. 369-370, για ίδρυση τζαμιών στην Καλαβρία.

(3) Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 419-420.

(4) Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 125 (επί Κωσνταντίνου Ε΄), 214 (επί Νικηφόρου Α΄), Β΄ σελ. 28 (επί Βασιλείου Α΄).

(5) Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 215, Β΄, σελ. 29-30.

(6) Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 125, 374. Ζακυθηνός, σελ. 135.

(7) Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 214

(8) Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 215, Β. σελ. 29.

(9) Θεοδ. Στουδ., Επιστολή Β' 155 ( PG 99, στ. 1485). Χριστοφιλοπούλου, Β΄, σελ. 214-215.

(10) Περισσότερα βλ. έπόμ., σελ. 316 κ.ε., «Δίκαιος πόλεμος».

(11) Βλ. και Χριστοφιλοπούλου, Β' 2΄, σελ. 269. Με τον djihad έχουν ασχοληθή πολλοί ερευνητές, Έλληνες και ξένοι. Από τις ελληνικές σημειώνουμε την εργασία του Ηλία Δ. Νικολακάκη Ο Ιερός Πόλεμος του Ισλάμ «Τζιχάντ». Σύσταση - καθιέρωση - σύγχρονες εφαρμογές του, Θεσσαλονίκη, 1989.

(12) 'Αθηνά Κόλια -Δερμιτζακη, «Ιερός πόλεμος». Της ιδίας, «Η ιδέα του “Ιερού πολέμου” στο Βυζάντιο κατά τον 10 ο αιώνα», Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος και η εποχή του, Β' Διεθνής Βυζαντινολογική Συνάντηση, Δελφοί, 22-26 Ιουλίου 1987, Αθήνα, 1989.

(13) Στην κυριολεξία σημαίνει την «προσπάθεια» για την προσωπική, εσωτερική, τελείωση του ανθρώπου και την είσοδο στη βασιλεία του Θεού. Συχνότερα όμως δηλώνει τη συμμετοχή στον συλλογικό ένοπλο αγώνα για την εξά πλωση ή την υπεράσπιση του Ισλάμ. André Miquel, L'Islam et sa civilisation ( Vlle -XXe siècle), Paris, 1968, σελ. 52.

(14) 'Οπως, π.χ., η e πιβολή βασανιστηρίων από τον Νικήτα V ορύφα σε αιχμαλώτους - Μωαμεθανούς και, κυρίως, e ξωμότες Χριστιανούς - για να τους αναγκάσει να a σπασθούν τον χριστιανισμό· Θεοφ. Συνεχ., σελ. 301. Σκυλ., σελ. 153,96-154,4.

(15) Π.χ. η πυρπόληση τω περσικών Ιερών εκ μέρους του Ηρακλείου (Θεοφ., σελ. 3087-9) έγινε σε αντίποινα για την καταστροφή από τους Πέρσες της Ιερουσαλήμ, την αιχμαλωσία των κατοίκων της και του πατριάρχη Ζαχαρία, και την άρπαγή του Τίμιου Σταυρού. 'Οπως χαρακτηριστικά γράφει ο Θεοφάνης (σελ. 322), ο Ηράκλειος, αργότερα, και τα τουΧοσρόου παλάτια [...] έ ως εδάφους καθείλεν, ίνα μάθη Χοσρόης, οίον πόνον είχον 'Ρωμαίοι των πόλεων έρημουμένων παρ' αυτού και πυρπολουμένων. Χριστοφιλοπούλου, Β΄1, σελ. 17, 22, 26-27. Περιπτώσεις, όπως του Θεοφίλου, που άρχισε πρώτος τις εχθροπραξίες εναντίον των Αράβων ( Χριστοφιλοπούλου, Β΄1, 204), α ποτελούν παρέκκλιση από τη γενική βυζαντινή αντίληψη περί «δικαίας αρχής του πολέμου».

(16) Βλ. επόμ., σελ. 314, 342 κ.ά.

(17) Ακριβώς το αντίθετο - βλ. Κοράνι, Β' 257 (εκδ. Γερ. I. Πεντάκη, 'Αθήναι, 1886. Ανατύπ.: Απ. Χαρίσης, Αθήνα, 1995) ή Β' 256 (εκδ. Ίδρ. Ι. Λάτση, Αθήνα, 1987, β΄ εκδ.). Χριστοφιλοπούλου, Β΄1, σελ. 35.

(18) Ή «λαών της Βίβλου», δηλαδή των πιστών των μονοθεϊστικών θρησκειών, Εβραίων και κυρίως των Χριστιανών. Κοράνι, ΚΘ' 45-46, Ε' 85-86.

(19) Κοράνι (Πεντάκης), Η' 39-40, ΚΘ' 5, ΜΗ' 16, ΞΑ' 7 και 11, κ.ά.

(20) Ματθ., ΚΣΤ' 52: απόστρεψόν σου την μάχαιραν εις τον τόπον αυτής πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα αποθανούνται. Βλ. και Σ. Καλογερόπουλος- Στρατής, Jus ad b el l um, A θήναι, 1950, σελ. 28.

(21) Ματθ., Ε', 38-45. Λουκ., ΣΤ', 27 κ.ε. Παϋλος, Τιμόθ., Β' β' 24.

(22) Ζακυθην; o ς, Β', σελ. 16-17. Χριστοφιλοπούλου, Γ' 1, σελ. 52, 225 κεξ. Ostrogorsky, Γ', σελ. 25 κ.ε.

(23) Περί δημηγ., IX.2.

(24) Περί δημηγ., Χ.1 - επίσης XXVI.1, XXXVII.6, XXXVI.11. Για το θρησκευτικό στοιχείο στους πολέμους αυτούς, κατά το τελευταίο τέταρτο του ΣΤ' και κατά τον Ζ' αι., διαφωτιστική είναι η μελέτη της Kyra Eriksson, «The Cross on Steps». Παρόμοια φρασεολογία χρησιμοποιεί ο περίπου σύγχρονος Ηράκλειος - βλ. επόμ., σελ. 319, 321

(25) Συριανός, θ ' 17 (DAN, Naumachica, σελ. 51).

(26) ΛΤακτ., ΙΗ' ρκθ' (PG 107, στ. 977).

(27) ΛΤακτ., ΙΔ΄, λε' (PG 107, στ. 860). ΙΗ, ιστ΄, ιθ΄(στ. 949), ρκθ΄(στ. 977), κ.ά.

(28) ΛΤακτ., ΙΓ' γ' ( PG 107, στ. 844). Για το υπόδειγμα αύτό, αντιγραμμένο από το αντίστοιχο του Ψευδο-Μαυρικίου, Μέρος Β', σελ. 165-166.

(29) ΛΤακτ., IB' οβ' (PG 107, στ. 828) ή XII.71 ( Vari, II.1., σελ. 60).

(30) Ν.Ουρ. (Rec. Const.- V ari I, LTact., II.1., σελ. 60 § 71 και σελ. 157 § 35)· πρβλ. παραπομπές των σημ. 27 και 29.

(31) Συλλ. Τακτ., 50.3 (Dain, « Sylloge Tacticorum », σελ. 98-99).

(32) Βλ. επόμ., σελ. 321, καθώς και 318.

(33) Θαύμα Β ', β ' 206. Lemerle, Miracles, τομ. I, σελ. 187 § 206 = PG 116, στ. 1341 § ροε '. Μπακιρτζής, σελ. 256.

(34) Βασ. Ταξ., σελ. 484. Haldon, Three Treatises , σελ. 124,468.

(35) Ahrweiler, «Un discours», σελ. 398

(36 ) Vari, « Exzerptenwerk », σελ. 83 § 8.

(37 ) Vari, « Exzerptenwerk », σελ. 82 § 6. Βλ. και προηγ., σελ. 268.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.