ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ελληνική Ορθοδοξία και Ενωμένη Ευρώπη

Ιωάννου Παναγόπουλου, «Ελληνική Ορθοδοξία και Ενωμένη Ευρώπη»,
Η πρόκληση της ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς
για τον Ι. Κλήρο της Εκκλησίας της Ελλάδος
,
εκδ. Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας,
Παξών και Διαποντίων νήσων, σελ. 35-47

 

Η προσεχής πολιτική ένωση και συνεπώς η αναπότρεπτη πνευματική αναμόρφωση της Ευρώπης δεν έχει ασφαλώς το ίδιο νόημα, την ίδια σπουδαιότητα και προβληματική για το δυτικό Χριστιανισμό, όπως για την ελληνική Ορθοδοξία και την Ελλάδα. Η ένωση της Ευρώπης αποτελεί για τους ευρωπαϊκούς λαούς μία αδήριτη ιστορική ανάγκη, που επιβάλλουν οι σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, η πολιτική σκοπιμότητα καθώς και ο αναπτυσσόμενος νέος συνδυασμός των παγκόσμιων δυνάμεων. Ως ιδέα οφείλεται στην αίσθηση του πολλαπλού ορατού κινδύνου, που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και το αίτημα της ενοποιήσεωςτηςαποτελείτην μοναδική ιστορική και πολιτική της διέξοδο. Συνέπως η προβληματική της ευρωπαϊκής ενώσεως, όπως την αντιμετωπίζει ακόμα ο Ευρωπαίος της ΕΟΚ, αφορά κατά πρώτο λόγο τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές απόψεις της και μόνον έμμεσα τις πνευματικές της διαστάσεις και επιπτώσεις. Στην ως τώρα προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως η συμβολή της Ελλάδος από κοινωνική και οικονομική άποψη υπήρξε βέβαια ανεπαίσθητη και είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να βελτιωθεί. Πρέπει λοιπόν να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στην προβληματική, που αφορά την πνευματική και πολπιστική συνάντηση με την δυτική Ευρώπη και να συνειδητοποιήσουμε, ότι η συνάντηση αυτή αποτελεί ανάγκη όχι μόνον της εθνικής μας υποστάσεως, αλλά και απαρχή για την Ελληνική Ορθοδοξία μιας νέας και κρίσιμης πνευματικής αναμετρήσεως.

Το θέμα «Ελληνική Ορθοδοξία και ενωμένη Ευρώπη» είναι πολύπλευρο και πολυσύνθετο. Δεν υπάρχει μια καθιερωμένη και σταθερή αντίληψη ως προς την έννοια της Ευρώπης ούτε και η δυτική χριστιανική παράδοση είναι ομοιογενής και συμπαγής. Είναι λοιπόν ανάγκη να περιορίσουμε την έρευνά μας. Δεν θα ασχοληθούμε συνεπώς με την χριστιανική και θεολογική γενικά παράδοση της Ευρώπης και με τα κλασικά θέματα τριβής προς την Ορθοδοξία. Το έργο τούτο γίνεται σήμερα σε πολλαπλά επίπεδα στα πλαίσια του θεολογικού διαλόγου με τους ετεροδόξους. Αντίθετα θα αρκεσθούμε να αποσαφηνίσουμε δύο βασικά θέματα, τα οποία ενδιαφέρουν άμεσα την Ελληνική Ορθοδοξία: Πρώτα ποια είναι η δυτική παράδοση ως προς την ιδέα και την πραγματικότητα της Ευρώπης και έπειτα, ποια είναι σήμερα η αξίωση και η πρόκληση του Δυτικού Χριστιανισμού. Η έρευνα των δύο αυτών θεμάτων θα μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε κατά το δυνατόν αντικειμενικά την στάση του δυτικο - ευρωπαίου χριστιανού απέναντι στο θέμα της ευρωπαϊκής ενώσεως και επίσης να αποκρυσταλλώσουμε αμερόληπτα την ιδική μας θέση και ευθύνη. Για τη σημερινή εισήγησή μας ανατρέξαμε κατ'ανάγκη σε ορισμένες μόνο πηγές, δηλαδή σε ορισμένα επίσημα (κυρίως ρωμαιοκαθολικά) κείμενα και ειδικές προςτούτο μελέτες και ειδικώτερα στα πρακτικά ενός ευρωπαϊκού συνεδρίου, που οργανώθηκε με πρωτοβουλία της Καθολικής Ακαδημίας της Βαυαρίας στο Στρασβούργο το 1979 με θέμα « Η Ευρώπη και οι Χριστιανοί». Το συνέδριο αυτό διερεύνησε ειδικώτερα τις χριστιανικές βάσεις της ευρωπαϊκής αυτοσυνειδησίας και την ευθύνη των χριστιανών για το μέλλον της Ευρώπης και με τα πορίσματά του εκφράζει αντιπροσωπευτικά τις κλασικές θέσεις των Δυτικών. Είναι αυτονόητο, ότι στην σημερινή εισήγησή μας θα περιορισθούμε μόνον στα εντελώς απαραίτητα και μάλιστα κατά τρόπο επιγραμματικό.

Όπως είναι γενικά αποδεκτό, η σύγχρονη Ευρώπη αποτελεί την ιστορική απόληξη πολλαπλών και σύνθετων διεργασιών όχι μόνο γεωπολπικής, αλλά κυρίως πνευματικής και πολιτιστικής φύσεως. Ιδιαίτερα οι δυτικοί Ευρωπαίοι εξαίρουν στην ιδέα και το γεγονός της Ευρώπης τέσσαρα επί μέρους κοσμογονικά στοιχεία ή πανανθρώπινες πνευματικές παραδόσεις.

α. Την ελληνική κληρονομιά. Η Ευρώπη τόσο ως όρος όσο και ως γεωγραφική και πνευματική έννοια είναι δημιούργημα των Ελλήνων. Χωρίς το ελληνικό πνεύμα δεν είναι δυνατό να νοηθεί η Ευρώπη. Βέβαια δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τα επί μέρους στοιχεία, που συνθέτουν αυτήν την ελληνική κληρονομιά της Ευρώπης. Κατά κανόνα εννοείται πάντως μόνο η κλασική ελληνική πνευματική παράδοση, ενώ παρακάμπτεται ή μάλλον αγνοείται η βυζαντινή πνευματική κληρονομιά. Ιδιαίτερη αξία αποδίδεται σε δύο επί μέρους ελληνικές αρχές: Από την μία πλευρά στο δίκαιο της συνειδήσεως και την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στο λόγο και την θρησκεία και από την άλλη στην έννοια της δημοκρατίας, η οποία δεν εννοεί απλώς την κυριαρχία της πλειοψηφίας ή τους μηχανισμούς, που την προκαλούν, αλλά κυρίως την "ευνομία", την απόλυτη ισχύ του δικαίου και των αξιών πάνω από τις πλειοψηφίες ή από τις κομματικές σκοπιμότητες.

β. Την χριστιανική κληρονομιά. Η αυτονόητη αυτή αλήθεια σχετίζεται με την υπολανθάνουσα συνείδηση του δυτικού Ευρωπαίου για την υπεροχή και απολυτότητα του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού. Προς τούτο επικαλείται την κλήση του Μακεδόνος ανδρός προς τον απόστολο Παύλο να διαβεί από την Μ. Ασία προς την Μακεδονία και να κηρύξει στην Ευρώπη το ευαγγέλιο (Πραξ. 16,9). Επίσης εκφράζουν την χριστιανική αυτοσυνειδησία του Ευρωπαίου τα περίφημα εκείνα λόγια του Κυρίου, όταν οι (δήθεν δυτικοί) Ελληνες εζήτησαν να τον ιδούν: «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου» (Ιω. 12, 21).

Επίσης το γεγονός, ότι ο Ιησούς ορίζει στους μαθητές του την Ρώμη ως το έσχατο γεωγραφικό όριο της ιεραποστολής τους (Πραξ. 1,8) καθώς και η μνεία των Ρωμαίων στο τέλος του καταλόγου των εθνών, που έγιναν μάρτυρες της Πεντηκοστής (Πραξ. 2,10), προδιαγράφει την τελική κατάληξη του Χριστιανισμού. Τον αρχέγονο Χριστιανισμό εννοούν οι Δυτικοί κατά κανόνα ως την σύνθεση ανάμεσα στην πίστη του Ισραήλ και το ελληνικό πνεύμα. Έξω από την σύνθεση αυτή δεν εννοείται ευρωπαϊκός χριστιανισμός, όπως απέδειξε η αποτυχία τόσο της Αναγεννήσεως, που θέλησε να διατηρήσει μόνο την ελληνική παράδοση, όσο και σύγχρονων (προτεσταντικών ιδίως) κινημάτων, που αποπειράθησαν να αφελληνίσουν το Χριστιανισμό.

γ. Την λατινική κληρονομιά. Αποφασιστική καμπή στην διαμόρφωση της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιδέας θεωρείται η κατά τον 6 ο αιώνα μετονομασία της Γαλικίας σε Ευρώπη καθώς και η απόλυτη αξίωση του Καρόλου του Μεγάλου (στις αρχές του 9ου αιώνα) να εξαντλήσει μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας του την έννοια της Ευρώπης. Πρόκειται για τη γνωστή θεωρία της translatio της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την βυζαντινή Ανατολή στην φραγκοκρατούμενη τότε Δύση και της renovation imperii romani , που ο Κάρολος συνειδητά επεδίωκε. Η συνέπεια ήταν, ώστε η Ευρώπη να ταυτίζεται πλέον με την Δύση, δηλ. με το χώρο του λατινικού πολιτισμού και της λατινικής Εκκλησίας. Ο λατινικός αυτός χώρος περιελάμβανε όχι μόνον τους ρομανικούς λαούς, αλλά ακόμα και τους γερμανικούς, αγγλοσαξωνικούς και ένα τμήμα των σλαβικών λαών, δηλ. της Πολωνίας. Το σύνολο των λαών αυτών θεωρήθηκε ότι αποτελεί την respublica Christiana , την οποία χαρακτηρίζει πνευματική και πολιτιστική ενότητα, η οποία εκφράζεται με μία ενιαία γλώσσα, την λατινική.

Την ενότητα αυτού του λατινικού μεσαιωνικού κόσμου τροφοδοτούσε, διαφύλασσε και αστυνόμευε βέβαια η Ρώμη. Είναι αυτονόητο, ότι στην κατανόηση του λατινικού - γερμανικού χριστιανισμού λαμβάνοται πλέον σοβαρά και οι βασικές θέσεις του Λουθήρου.

δ. Η κληρονομιά της νεώτερης ευρωπαϊκής εποχής. Εννοείται βέβαια η εποχή από το Διαφωτισμό με τις πνευματικές κατακτήσεις του 19ου αιώνα και τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις της σημερινής εποχής. Χαρακτηριστικά της εποχής αυτής είναι ο διαχωρισμός της πίστεως από το δίκαιο, της Εκκλησίας από το κράτος, το δικαίωμα της ελευθερίας της συνειδήσεως, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η απόλυτη χειραφέτηση του ορθού λόγου, της λογικής και τα συναφή.

•  Ο προσδιορισμός αυτός της Ευρώπης ως ιδέας και πραγματικότητος, που γίνεται καθολικότερα αποδεκτός, αποτελεί για την Ελληνική Ορθοδοξία πρόκληση με ανυπολόγιστες συνέπειες. Διότι τα τρία τελευταία πανανθρώπινα στοιχεία, που αναφέραμε προηγουμένως, ως ιστορικά και πνευματικά μεγέθη, προήλθαν στην πραγματικότητα από την επίδραση του ελληνικού πνεύματος και εμπεριέχουν βασικές αρχές και αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Δηλ. η χριστιανική κληρονομιά, η λατινική κληρονομιά και η νεώτερη ευρωπαϊκή εποχή, από την Αναγέννηση και την Διαφώτιση και εξής, φέρουν αναμφίβολα τα δείγματα της ελληνικής επιρροής και εμφανίσθησαν ακριβώς εξαιτίας της γνωριμίας με την κλασική αρχαιότητα. Κατά συνέπεια η σύγχρονη ευρωπαϊκή ιδέα, στην ενότητα και διαφοροποίησή της, έχει έντονη τη σφραγίδα του ελληνικού πνεύματος. Η διείσδυση όμως του ελληνικού στοιχείου στην ιστορική και πολιτιστική κονίστρα της Ευρώπης και η τόση ουσιαστική επιρροή του στην διαμόρφωση της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιδέας δεν έγινε τυχαία και συμπτωματικά. Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ορισμένες ασφαλείς ιστορικές γνώσεις:

α. Η κλασική ελληνική παράδοση και παιδεία διασώθηκαν και ανανεώθηκαν, ώστε να διαδραματίσουν μετέπειτα τον κοσμοϊστορικό τους ρόλο, με το θεολογικό έργο των μεγάλων Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαίτερα του 4ου καιτου 5ου αιώνα. Ακριβως την εποχή εκείνη διαμορφώθηκε και επιβλήθηκε ο Χριστιανισμός στα ουσιώδη του. Βεβαίως η διαδικασία αυτή δεν έγινε χωρίς προβλήματα. Ο Ελληνισμός πέρασε από το χριστιανικό φίλτρο και έτσι μπόρεσε, με νέα μορφή και νέο δυναμισμό, να επηρεάσει την παγκόσμια εξέλιξη.

β. Η γόνιμη συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό είχε ως κύριο αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, την ανάπτυξη του πρώτου σε παγκόσμια θρησκεία και την αποδέσμευσή του από τις στενές κατηγορίες του Ιουδαϊσμού, που από τα πρώτα κιόλας βήματά του επεδίωκε την υποταγή και περιθωριοποίησή του. Η διαφοροποίηση και η παγκόσμια ανάπτυξη του Χριστιανισμού οφείλεται ακριβώς στην γόνιμη συνάντησή του με το ελληνικό πνεύμα.

γ. Ο Χριστιανισμός στα κύρια και ουσιώδη του, όπως είναι το δόγμα, η λατρεία, η ανάπτυξη της θεολογίας και της εκκλησιαστικής γραμματείας, στις ποικίλες μορφές της, η εικονογραφία και η εκκλησιαστική τέχνη, κ. ά. είναι έργο των μεγάλων Ελλήνων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Ο σύγχρονος παγκόσμιος Χριστιανισμός, παρά την κατάτμησή του σε πολυάριθμες ομολογίες και ομάδες, εμπεριέχει μέσα του αναντίρρητα ουσιώδη στοιχεία, που διαμορφώθηκαν αρχικά στην εποχή των μεγάλων Ελλήνων εκκλησιαστικών Πατέρων. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τον ευρωπαϊκό Χριστιανισμό.

δ. Τέλος σημειώνουμε την αναμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι η σύγχρονη Ευρώπη προσέλαβε και αξιοποίησε το ελληνικό πνεύμα, τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική παιδεία με την μεσολάβηση της ελληνικής βυζαντινής Εκκλησίας. Κατά τη βυζαντινή εποχή η Εκκλησία, με τα εκπαιδευτικά και μοναστικά κέντρα της, διέσωσε και καλλιέργησε τους θησαυρούς της κλασικής αρχαιότητος και τους μετέφερε στην Δύση μετά την πτώση της Βασιλεύουσας.

Βεβαίως ο δυτικός Χριστιανισμός διαφοροποιήθηκε σταδιακά, από πρώιμη κιόλας εποχή, από τον Καθολικό Χριστιανισμό των πρώτων πέντε αιώνων. Ιστορικές, πολιτιστικές και κοινωνικές αφορμές οδήγησαν την δυτική και λατινική Εκκλησία στην ανάπτυξη νέων θεολογικών και πνευματικών αρχών. Αυτές όμως οι αρχές,παρά τα «αστυνομικά» μέτρα της Ρωμαιοκαθολικής ηγεσίας στην διάρκεια του λατινικού μεσαίωνος, δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν την ενότητα του Χριστιανισμού και οδήγησαν στην βαθμιαία διάσπασή του. Τοότο αποτελεί την ιστορική βεβαίωση, ότι οι ιδιαίτερες αυτές λατινικές αρχές του δυτικού Χριστιανισμού δεν αποτελούσαν πανανθρώπινες κατηγορίες, όπως οι Ελληνο - Χριστιανικές, γι'αυτό και δεν μπόρεσαν να εγγυηθούν και να συντηρήσουν την καθολικότητά του.

3. Με βάση τη σφαιρική παρουσίαση του χαρακτήρα και της ιστορικής αναπτύξεως της ευρωπαϊκής ιδέας, όπως διαμορφώθηκε στο παρελθόν, τίθεται τώρα το καίριο ερώτημα: Ποιά στοιχεία θα αποτελέσουν την υποδομή της ευρωπαϊκής ενώσεως.

Βεβαίως δεν ζητείται η αβασάνιστη επιστροφή στις αρχές του κλασικού ελληνισμού, του αρχέγονου Χριστιανισμού και του λατινικού Μεσαίωνα, αλλά η αξιοποίηση και ανάπτυξη των βασικών επιτευγμάτων τους σε οργανική συνέχεια με το παρόν και το μέλλοντης Ευρώπης. Στη φάση αυτή δεν τονίζεται βέβαια ανοικτά η μονομερής ρωμαιοκαθολική ή προτεσταντική ανάπτυξη της Ευρώπης, αλλά η διατήρηση των στοιχειωδών θρησκευτικών και ηθικών αξιών, οι οποίες πρέπει να χαρακτηρίζουν μία σύγχρονη ανθρώπινη κοινωνία. Τέσσερις είναι συνεπώς οι προτάσεις - αρχές του δυτικού χριστιανού ως προς το μέλλον της Ευρώπης:

α. Συστατικό γνώρισμα της Ευρώπης, που είναι δεδομένο από την ελληνική κιόλας εποχή της, πρέπει να είναι η εσωτερική συνάρτηση της δημοκρατίας και της ευνομίας, δηλ. το μη χειραγωγούμενο δίκαιο.

β. Εφ'όσον η ευνομία είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη της δημοκρατίας, σε αντίθεση με την οχλοκρατία και την τυραννία, ουσιαστική προϋπόθεση της ευνομίας είναι ο συλλογικός και δεσμευτικός για το δημόσιο δίκαιο σεβασμός των ηθικών αξιών.

γ. Προϋπόθεση του δημοσίου δικαίου και της κρατικής λεπουργίας είναι η άρνηση του αθεϊστικού δόγματος και ο δημόσιος σεβασμός του Θεού, που είναι η βάση του ήθους και του δικαίου. Και οι δύο αυτές αρχές συνεπάγονται την αποκήρυξη του ιδίου έθνους και της παγκόσμιας επαναστάσεως ως summum bonum .

δ. Πρέπει να θεωρούνται συστατικά στοιχεία της Ευρώπης η αναγνώριση και διαφύλαξη της ελευθερίας της συνειδήσεως, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας της έρευνας και της επιστήμης, με άλλα λόγια η ελεύθερη ανθρώπινη κοινωνία.

•  Βεβαίως οι προτάσεις αυτές αντανακλούν και την πρόσφατη οδυνηρή εμπειρία και ιστορία των ευρωπαϊκών κρατών μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους και αποβλέπουν όχι στην δημιουργία νέων πνευματικών και πολττιστικών αρχών, αλλά στην καταξίωση εκείνων, που θεωρούνται κατά παράδοση ευρωπαϊκές, όπως τις εκθέσαμε στην αρχή. Όπως τίθενται, προδίδουν οπωσδήποτε την αγωνία του δυτικού χριστιανού για τη διατήρηση τουλάχιστο του θρησκευτικού χρωματισμού της Ευρώπης και του ανθρώπινου χαρακτήρατης κοινωνίαςτης. Με βάση τις προηγούμενες γενικές απόψεις επιθυμούμε τώρα ως προς τις βλέψεις να συνοψίσουμε εκλεκτικά ότι κατά την κρίση μας ενδιαφέρει την Ελληνική Ορθοδοξία του δυτικού Χριστιανισμού για την ευρωπαϊκή ενοποίηση:

α. Χωρίς υπερβολή ο σύγχρονος δυτικός χριστιανός προχωρεί ακάθεκτα στην υπέρβαση της ομολογιακής του διαφοροποιήσεως και υιοθετεί βαθμιαία μιαν αντίληψη περί ενός περιεκτικού Χριστιανισμού., ο οποίος, ενώ υποσυνείδητα διακρατεί σταθερά τα βασικά δόγματα του Ρωμαιοκαθολικισμού ή του Προτεσταντισμού, όμως αναζητεί νέες πηγές και μεθόδους της εκκλησιαστικής πράξεως και του θεολογικού στοχασμού. Στη ανανέωση αυτή ελπίζει να καταλήξει με έναν οικοδομητικό και αμερόληπτο διάλογο και των δύο παρατάξεων. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο το γεγονός, ότι η παραδοσιακή αποξένωση και αντιπαράθεση των δύο Ομολογιών έχει πλέον κατά βάση εκλείψει. Φαίνεται μάλλον πιθανό ότι ο δυτικός Χριστιανισμός επιθυμεί τη γόνιμη στροφή στις ρίζες του και την αποκάθαρσή του από τις ομολογιακές παραφθορές στο σώμα του κατά την πολυτάραχη ιστορική του διαδρομή. Βρίσκεται συνεχώς σε φάση αναζητήσεως και πορείας. Εντυπωσιακά συμπτώματα του σύγχρονου δυτικού Χριστιανισμού είναι η εκ των έσω και έξω αμφισβήτηση νεώτερων δογμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και κατ' επέκταση η υποτίμηση των δογματικών στοιχείων του Χριστιανισμού, η ανηλεής κριτική παραδοσιακών εκκλησιαστικών αντιλήψεων, η προτίμηση σε θέματα κοινωνικής ηθικής και συμπεριφοράς και η εντυπωσιακή στροφή προς νέες μορφές χριστιανικής πνευματικότητας, για να αναφέρουμε μόνον τα σπουδαιότερα. Το θρησκευτικό σκηνικό της σύγχρονης δυτικής Ευρώπης, με την ποικιλία των ρευμάτων, αντιδράσεων και κινημάτων της, ευνοεί οπωσδήποτε το άνοιγμα προς νέες μορφές χριστιανικής μαρτυρίας και παρουσίας (όχι βέβαια μόνο χριστιανικής).

β. Ωστόσο ο δυτικός χριστιανισμός, παρά το προοδευτικό ομολογιακό αποχρωματισμό του, στο επίπεδο βέβαια των πιστών, ενδιαφέρεται επίμονα για τη διατήρηση και ανανέωση των παραδοσιακών πνευματικών και πολιτιστικών αρχών της Ευρώπης, τις οποίες δημιούργησε αυτός ο ίδιος στην διαδρομή της δυτικής ευρωπαϊκής ιστορίας. Αποτελεί αναμβισβήτητο γεγονός για το δυτικό-ευρωπαίο χριστιανό, ότι ο ευρωπαϊκός Χριστιανισμός αποτελεί τη φυσιολογική και τελική απόληξη του Χριστιανισμού. Δεν τίθεται δηλ. γι' αυτόν θέμα να αναγνωρίσει μιαν άλλη εκδοχή και μορφή του Χριστιανισμού ως ισόκυρη, απόλυτη και αυθεντική ούτε και φυσικά θέματροποποιήσεως ή αναθεωρήσεως των καθιερωμένων χριστιανικών αρχών του δυτικού Χριστιανισμού με βάση την ελληνική Ορθόδοξη παράδοση. Στο ζήτημα τούτο δεν πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Ο έλλην ορθόδοξος χριστιανός πρέπει να συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, ότι η Ελληνική Ορθοδοξία, παρά τις ρωμαλέες προσπάθειες των τελευταίων δεκαετιών και τις μεμονωμένες εξαιρέσεις, όχι μόνο δεν αποτελεί για τους δυτικούς χριστιανούς κανόνα ή κριτήριο του Χριστιανισμού εν γένει, αλλά είναι ακόμα στην μάζα των Ευρωπαίων απελπιστικά άγνωστη κατά τις βασικές της αρχές και αλήθειες.

γ. Φορέας, εγγυητής και συνεχιστής του ευρωπαϊκού πνεύματος είναι και παραμένει ο Πάπας. Αυτός ενσαρκώνει την ευρωπαϊκή ιδέα και πραγματικότητα και αυτός είναι υπεύθυνος για τη διαφύλαξή της.

Τούτο αποτελεί αναμφισβήτητο δόγμα του Ρωμαιοκαθολικισμού, παρά τους ευκαιριακούς διπλωματικούς ελιγμούς των τελευταίων Παπών.

Αναφέρουμε την αντιπροσωπευτική διακήρυξη του πάπα Παύλου του ΣΤ΄ της 18ης Οκτωβρίου 1975 : «Η χριστιανική πίστη, η καθολική, δημιούργησε την Ευρώπη, σαν την ίδια της την ψυχή. Κανείς άλλος στην Ευρώπη δεν μπορεί να διεκδικήσει το έργο τούτο, που είναι εμπεπιστευμένο σε μας, τους προστάτες της πίστεως, δηλ. να αφυπνίσουμε πάλι την ψυχή της Ευρώπης, αυτή είναι η αποστολή μας, να αναπτύξουμε το έδαφος, μέσα στο οποίο ριζώνει η ελευθερία της». Ιδιαίτερα ο σημερινός Πάπας δεν αποφεύγει να απευθύνεται επίμονα προς τους ευρωπαϊκούς λαούς με τη συνείδηση του προστάτη και πατριάρχη της Ευρώπης. Σήμερα μάλιστα γίνεται συστηματική προσπάθεια να ανανεωθεί η μεσαιωνική λατινική παράδοση για την ολοκληρωτική μεταφορά - translatio - του Χριστιανισμού από την Παλαιστίνη στην Ρώμη με βάση το γνωστό μύθο για την ara coeli , το βωμό του υιού του θεού, που στήθηκε κιόλας από το ίδιο τον Αύγουστο στην Ρώμη, κατά το χρόνο της γεννήσεως του Θεανθρώπου, ύστερα δήθεν από θεία οπτασία. Τη παράδοση αυτή ενισχύουν μάλιστα με την προβολή των πολλών ιερών λειψάνων, κειμηλίων, αγιασμάτων, θρησκευτικών θρύλων κλπ., τα οποία νομιμοποιούν δήθεν την αποκλειστικότητα του λατινικού ευρωπαϊκού χριστιανισμού. Σημειώνουμε ακόμα ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει συστήσει την Επιτροπή της Επισκοπικής Συνόδου της Ευρωπαϊκής Κοινότητος ( Commis sion des Episcopates de la Communaut é europe é nne - COMECE ) καθώς και το Συμβούλιο των Επισκοπικών Συνόδων της Ευρώπης ( Conseil des Conf é rences Episcopales d ' Europe - CCEE ) και μεθοδεύει συστηματικά την επιρροή της στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως. Το έργο τούτο γίνεται επίσης και σε τοπικό επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρουμε το επισκοπικό συμπόσιο της Ρώμης, τον Οκτώβριο του 1981 με θέμα: «Η συλλογική ευθύνη των Επισκόπων και των επισκοπικών συνόδων για τον ευαγγελισμό της ευρωπαϊκής ηπείρου». Επίσης το Βατικανό έχει ήδη ανακηρύξει ως προστάτη της Ευρώπης τον άγιο Βενέδικτο και υποστηρίζει ανοικτά πολλές πολιτικές και θρησκευτικές οργανώσεις, που θέλουν το σταυρό του τάγματος των Βενεδικτίνων στο κέντρο της ευρωπαϊκής αστερόεσσας. Ανάλογη δραστηριότητα αναπτύσσουν και οι προτεσταντικές ομολογίες της δυτικής Ευρώπης.

δ. Η δυτική αντίληψη για την ένωση της Ευρώπης αποκλείει ως οργανικό της στοιχείο αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία και αυτοσυνειδησία της ελληνικής Ορθοδοξίας και της ελληνικής ταστότητος, δηλ. την πνευματική και θεολογική κληρονομίατων Ελλήνων Πατέρων καιτου Βυζαντίου. Τούτο αποτελεί αδιαμφισβήτητη ευρωπαϊκή αρχή. Με άλλα λόγια περιορίζει την ελληνική παρουσία στην Ευρώπη, περιορίζεται μόνον στην κλασική εποχή και αυτή βέβαια εκλεκτικά, ενώ ο σύνδεσμος με αυτήν σήμερα καλλιεργείται ή επιδιώκεται στα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αντίθετα ο μεταχριστιανικός Ελληνισμός καθώς και ο ελληνικός Χριστιανισμός έχουν απλώς μόνον σχετική ιστορική αξία. Η σύγχρονη δηλ. Ελλάδα και ο πνευματικός της κόσμος, εκτός από τουριστική και φολκλορική αξία, δεν αποτελούν για το δυτικό - Ευρωπαίο ουσιαστικό στοιχείοτης ευρωπαϊκής ταυτότητος. Φρονούμε ότι δεν πρέπει να υποτιμήσουμε κάποια λανθάνουσα τάση ανθελληνισμού εκ μέρους του δυτικού Ευρωπαίου.

•  Οι προηγούμενες διαπιστώσεις μας είναι αρκετά ενδεικτικές και εύγλωττες. Όπως εκπροσωπούνται σήμερα στην χριστιανική Δύση, άμεσα ή έμμεσα, επιβάλλουν στην Ελλάδα και την Ελληνική Ορθοδοξία, ενόψει της ευρωπαϊκής ενώσεως, μία στρατηγική, την οποία δυστυχώς δεν έχουν στην νεώτερη ιστορία τους και οι δύο συνειδητοποιήσει και επιδιώξει. Η στρατηγική αυτή επιβάλλεται, κατά την κρίση μας, να στραφεί στα εξής ουσιαστικά σημεία:

α. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η Ελληνική Ορθοδοξία έχει ως πρώτιστη αποστολή να επιστήσει την προσοχή των Ευρωπαίων στην δική της αξία, στην ίδια την αυτόνομη ιστορική, πνευματική και πολιτιστική της υπόσταση, η οποία, όπως είδαμε, αγνοείται απελπιστικά. Πρόκειται δηλ. για την δυναμική εμφάνιση και παρουσία της Ελληνικής Ορθοδοξίας στο χώρο της δυτικής Ευρώπης όμως, και αυτό το τονίζουμε εμφαντικά, με δική της πρωτοβουλία με δικά της μέσα, κυρίως οικονομικά, με δικούς της κληρικούς και θεολόγους και με δικά της εκπαιδευτικά, εκκλησιαστικά και προ παντός μοναστικά ιδρύματα. Τούτο δεν έχει γίνει ως τώρα, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, αφού η Εκκλησία μας δεν φρόντισε όσο θα έπρεπε να απαλλαγεί από τη δυτική αιχμαλωσία, ενώ παράλληλα οι Δυτικοί δεν αμέλησαν να την συνθλίψουν ή να την παραλύσουν μέσα στο χώρο της διοικητικής και πνευματικής τους επιρροής. Η Εκκλησία μας βρίσκεται σήμερα μπροστά στην αδήριτη ανάγκη να εμφανισθεί στον ευρωπαϊκό ορίζοντα με την ίδια αξίωση, ως η άλλη, αγνοημένη και παρεξηγημένη πνευματική δύναμη, δηλ. ως η αυθεντική και γνήσια έκφραση του Χριστιανισμού. Την ανάγκη της ελληνικής ορθοδόξου παρουσίας στον ευρωπαϊκό ορίζοντα αισθάνονται και επιδιώκουν πολλοί δυτικοί διανοούμενοι, που ζουν τον κορεσμό και τα αδιέξοδα του δυτικού ευρωπαϊκού χριστιανισμού και πολιτισμού.

β. Η Ελληνική Ορθοδοξία πρέπει οριστικά να απαλλαγεί από το σύμπλεγμα της φυλετικής και περιθωριακής αυταρέσκειας, που την εγκλωβίζει επικίνδυνα σε απομόνωση και προδίδει κρίση ταυτότητος.

Χρειάζεται να συνειδητοποιήσει η ίδια και να καλλιεργήσει αυτό, που κληρονόμησε ως ουσία της πατερικής και συνοδικής θεολογίας, το οικουμενικό και παγκόσμιο χαρακτήρα της, ο οποίος αποτελεί την πεμπτουσία του Χριστιανισμού εν γένει. Αποτελεί πανθομολογούμενη και βέβαιη ιστορική γνώση, ότι ο παγκόσμιος Χριστιανισμός, όπου και όπως υπάρχει σήμερα, διαμορφώθηκε στα ουσιαστικά στοιχεία του ως τον 5 ον αιώνα με την οξύνοια, την πνευματική ευαισθησία και το θεολογικό λόγο κυρίως των μεγάλων Ελλήνων Πατέρων. Αν η σύγχρονη Ελληνική Ορθοδοξία δεν έχει την συνείδηση ότι είναι ο ζωντανός φορέας και γνήσιος εκφραστής του Χριστιανισμού εν γένει, δεν είναι δυνατόν να προσφέρει κάτι ουσιαστικό στην διαμόρφωση μιας νέας πνευματικής καταστάσεως της Ευρώπης.

γ. Εν όψειτου αναπόφευκτου διαλόγου, αν όχι της αναμετρήσεως, της Ελληνορθόδοξης Παραδόσεως και του δυτικού Χριστιανισμού αποτελεί πλέον ασυγχώρητο στρουθοκαμηλισμό η τακτική της υποτιμήσεως και του αφορισμού γενικά των δυτικών χριστιανικών αρχών, γεγονός που οδηγεί σε τέλεια αποξένωση και σε νοσηρό αίσθημα υπεροχής και ναρκισσισμού. Αποτελεί παιδαριώδη αφέλεια η αγνόηση ή περιφρόνηση του δυτικού αυτού Χριστιανισμού, τη στιγμή μάλιστα, που όλοι μας, στην καθ' ημάς Ανατολή, ενσυνείδητα ή ασυνείδητα φέρουμε τα επώδυνα τραύματά του. Η επιτακτική ανάγκη της Ορθοδοξίας σήμερα είναι να δώσει απάντηση στα ερωτήματα των ετεροδόξων από το έσχατο βάθος της συνεχούς καθολικής εμπειρίας της και να προσφέρει στην δυτική ετεροδοξία όχι μιαν ανασκευή, αλλά μια μαρτυρία καιτην αλήθεια της Ορθοδοξίας. Προσφέρουν τις χειρότερες υπηρεσίες στην Ορθοδοξία όσοι επιμένουν ακόμα, παρά τον κορεσμό που έχουν προκαλέσει, να την κατανοούν σε αντιπαράθεση και μόνο με το δυτικό Χριστιανισμό και όχι κατά την εσωτερική της αλήθεια, δυναμική και οικουμενικότητα.

δ. Η πλέον επικίνδυνη νόθευση της αυθεντικής ελληνορθόδοξης κληρονομιάς είναι ο ασφυκτικά κλειστός κομματισμός, ο ευκαιριακός ζηλωτισμός και ο ισοπεδωτικός λαϊκισμός, αυτό δηλ. που ονομάζουμε γενικά επαρχιωτισμό. Αν η ελληνική Εκκλησία και η ελληνική πολιτική εγκλωβισθούν στην νοοτροπία αυτή, είναι σίγουρα αδύνατο να επιβιώσουν ως πνευματική και πολιτιστική οντότητα στον ευρύ χώρο του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού και των ευρωπαϊκών κοινοτήτων. Δυστυχώς η Ελλαδική Ορθοδοξία και η ελληνική πολιτική χωλαίνουν απελπιστικά μπροστά στις νέες κοσμογονικές εξελίξεις, επειδή πρωτίστως νοσούν στην μνήμη τους και διέρχονται κρίση ταυτότητος. Όμως η σύγχρονη πρόκληση της Ευρώπης δεν απαιτεί μόνον την πολυπόθητη εσωτερική ανανέωση ή μάλλον ανάνηψη της ελληνικής κοινωνίας και της ηγεσίας της ή την προαγωγή της Ελληνορθόδοξης Παιδείας, αλλά κυρίως την προς τα έξω ζωτική παρουσία και μαρτυρία της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού. Αποστολή της είναι πλέον να βοηθήσει τη Δύση στο άνοιγμά της προς την αλήθεια και την πίστη της μιας, αδιαίρετης Εκκλησίας, ώστε να αποκόψει τα ομολογιακά καρκινώματα του Χριστιανισμού και να επιτύχει η ίδια την χριστιανική της renovatio ή translatio . Πρέπει ακόμα η Εκκλησία μας να προετοιμασθεί έγκαιρα και σοβαρά, ώστε να αντιμετωπίσει ώριμα την παρουσία και πρόκληση του δυτικού Χριστιανισμού στον ίδιο το γεωγραφικό της χώρο, που θα συμβεί ευρύτατα μετά το 1992. Τούτο βέβαια δεν μπορεί να γίνει με πληθωρικές προτροπές, επισημάνσεις, αφορισμούς και ναρκισσισμό, αλλά με σοβαρή μελέτη και με υπεύθυνο διάλογο. Στον αναπόφευκτο αυτό διάλογο η Ελληνική Ορθοδοξία έχει ένα ανυπολόγιστο πλεονέκτημα, εκτός από την πνευματική της κληρονομιά. Έχει το αρχέγονο και αδιαμφισβήτητο πνευματικό κέντρο της, το οποίο την προφύλαξε ως τώρα από το νοσηρό φυλετισμό, που την προέβαλε ως την ζωογόνο πνευματική δύναμη του κόσμου, που διατήρησε ακμαία και ανόθευτη την πνευματική της κληρονομιά και συνεχίζει αμείωτα να μαρτυρεί για την αυθεντικότητά και την αλήθειάτης. Αυτό το οικουμενικό κέντρο, εννοούμε βέβαια το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πρέπει να λεπουργήσει πάλι ως το ενοποιητικό και ανανεωτικό όργανο της σύγχρονης Ορθοδοξίας, ιδιαίτερα εν όψει της ευρωπαϊκής ενώσεως.

Η Ελληνική Ορθοδοξία, όπως φυσικά και η Ελλάδα, δεν έρχεται στην νέα Ευρώπη, για να ενσωματωθεί σ'αυτή ως ξένο σώμα. Ούτε διεκδικεί ακόμα κάποια απολεσθέντα δίκαια ή κάποια αξιοπρεπή θέση στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Η «ουσία» της Ελληνικής Ορθοδοξίας, όπως δείξαμε συνοπτικά στα προηγούμενα, είναι παγκόσμια, καθολική και συνεπώς «ευρωπαϊκή». Δεν έχει λοιπόν λόγο να διακατέχεται από άγχος και αγωνία. Αντίθετα η σύγχρονη ευρωπαϊκή πρόκληση αποτελεί μοναδική ευκαιρία και δυνατότητα της Εκκλησίας μας, ώστε να μαρτυρήσει για τον ένα και αυθεντικό Χριστιανισμό, να καλέσει σε αναβάπτιση μέσα στις αιώνιες «ευρωπαϊκές» αξίες του και να αναγεννήσει τον ευρωπαϊκό Χριστιανισμό στην αρχική του ολοκληρία και καθολικότητα. Με αυτό το έργο της θα συντελέσει ταυτόχρονα και στην ανανέωση και ανάπτυξη της νέας ευρωπαϊκής ιδέας. Όπως η γόνιμη συνάντηση μετον Ελληνισμό διέσωσε το Χριστιανισμό στα χρόνια της μορφώσεως του από του να μεταβληθεί σε ιουδαϊκή παρασυναγωγή ή σε γνωστική αίρεση, έτσι και τώρα καλείται η Ελληνική Ορθοδοξία να διασώσει τη γνήσια ευρωπαϊκή ιδέα από την εκτροπή της σε ένα αποκλειστικά στενό δυτικό ευρωπαϊκό φαινόμενο. Αυτή είναι η μεγάλη ευθύνη της απέναντι στην ευρωπαϊκή πρόκληση, η οποία και αποτελεί γι'αυτή θέμα ιστορικής και πνευματικής προτεραιότητος.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.