ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Η νοσοκομειακή περίθαλψη τον 12ο αιώνα μέσα από το τυπικό της μονής Παντοκράτορος.

Παναγιώτης Σ. Πούλος

Το 323 μ.Χ με την μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο από τον Μ. Κωνσταντίνο ξεκινά και η ιστορία της βυζαντινής ιατρικής. Με την διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους η ιατρική επιστήμη στην δύση βρέθηκε σε βάρβαρο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να περιοριστεί δραστικά βρίσκοντας καταφύγιο στα μοναστήρια. Αντίθετα, στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία η ιατρική συνέχισε να αναπτύσσεται και να καλλιεργείται βασιζόμενη στην κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής ιατρικής παράδοσης, η οποία είχε θεμελιωθεί στις ιατρικές σχολές της Αλεξάνδρειας.

Μέσα σ' αυτήν την παράδοση της Αλεξάνδρειας γαλουχήθηκε η βυζαντινή ιατρική η οποία χωρίζεται σε δύο περιόδους, την πρώιμη και την όψιμη. Η πρώιμη περίοδος άρχεται με την ίδρυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 323 μ.Χ και ολοκληρώνεται με την κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες το 642 μ. Χ. Την περίοδο αυτή κυριαρχούσε η γαληνική ιατρική, η οποία είχε διαμορφωθεί από τα θεωρητικά δόγματα του μεγάλου Περγαμηνού ιατρού Γαληνού (129 μ. Χ- 199 μ.Χ). Οι μεγάλοι βυζαντινοί ιατροί αυτής της περιόδου σπουδάζουν στην Αλεξάνδρεια, όπου και έρχονται σε επαφή με τον νεοπλατωνισμό και τον αριστοτελισμό, ενώ εντρυφούν στα ιατρικά συγγράμματα του Ιπποκράτη και του Γαληνού. Οι τέσσερεις μεγάλοι ιατροί, Ορειβάσιος ο Περγαμηνός (4 ος αιώνας), Αέτιος ο Αμιδηνός (6 ος αιώνας), Αλέξανδρος ο Τραλιανός (6 ος αιώνας) και Παύλος ο Αιγινήτης (7 ος αιώνας), κυριαρχούν την περίοδο αυτή.

Η δεύτερη περίοδος της βυζαντινής ιατρικής (642- 1453) χαρακτηρίζεται από την σταδιακή εξασθένηση της σχολής της Αλεξάνδρειας και την βαθμιαία επικράτηση του χριστιανικού πνεύματος, με την ορθόδοξη εκκλησία να αποδέχεται την ιατρική επιστήμη ως θεάρεστο και φιλανθρωπικό έργο. Για τον λόγο αυτό παρατηρούμε στην ιστορία των βυζαντινών νοσοκομείων η χριστιανική φιλανθρωπία και η ιατρική επιστήμη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Ήδη από την αρχαιότητα η ιατρική είχε συνδεθεί με την πίστη μέσω των Ασκληπιείων, τα οποία ήσαν συγκροτήματα κτηρίων με κέντρο τους τον ναό του Ασκληπιού. Με βάση τα προαναφερθέντα δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ήδη από τον 4 ο αιώνα ο Μέγας Βασίλειος εφαρμόζοντας τα φιλάνθρωπα μηνύματα του Ευαγγελίου ίδρυσε το πολύπλευρο ίδρυμα το οποίο έμεινε στην ιστορία με το όνομά του, ως Βασιλειάδα. Παρόλα αυτά, εκτός από μοναχούς και λαϊκοί ίδρυσαν ξενώνες, οι οποίοι έμειναν γνωστοί στην ιστορία με τα ονόματα των ιδρυτών τους. Ο Σαμψών, ο οποίος ασκούσε το ιατρικό λειτούργημα ζώντας σ' ένα φτωχικό σπίτι, το οποίο χρησιμοποίησε ως ιατρείο, θεράπευσε τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Ως ανταπόδοση ο αυτοκράτορας εκπλήρωσε την επιθυμία του να κτιστεί ένα μεγαλοπρεπές νοσοκομείο κοντά στην Αγία Σοφία, το οποίο ονομάστηκε “Ξενών του Σαμψών” 1. Έναν τέτοιον ξενώνα τον 12 ο αιώνα εντοπίζουμε στην Κωνσταντινούπολη, γνωστός ως ο περίφημος ξενώνας της μονής του Χριστού Παντοκράτορα.

Στην σημερινή θέση του τζαμιού Ζεϋρέκ-κιλισσί στην Κωνσταντινούπολη επί βυζαντινής αυτοκρατορίας εντοπιζόταν ο ξενώνας της μονής Παντοκράτορος. Συγκεκριμένα, η μονή Παντοκράτορος βρισκόταν μεταξύ του τρίτου και του τετάρτου λόφου στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στον Κεράτειο κόλπο και το υδραγωγείο του Ουάλη 2. Τρεις εκκλησίες, ο ξενώνας και το γηροκομείο αποτελούσαν το σύνθετο αυτό ίδρυμα. Σύμφωνα με το τυπικό, η ίδρυση της μονής χρονολογείται το 1136 από τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό (1118-1143), τον επονομαζόμενο «Καλοϊωάννη», και την σύζυγό του Ειρήνη 3. Ο ξενώνας παρείχε υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες, ώστε να μην υστερεί σε τίποτα από τα υψηλής οργάνωσης νοσηλευτικά ιδρύματα της σύγχρονής μας εποχής.

Τα σχέδια δημιουργίας της μονής ανατέθηκαν στον αρχιτέκτονα Νικηφόρο, ο οποίος ανήγειρε, εκτός από τα ιδρύματα του ξενώνα και του γηροκομείου, και τρεις εκκλησίες. Το πρώτο καθολικό αφιερώθηκε στον Χριστό Παντοκράτορα - εξ ου και η ονομασία της μονής- το κεντρικό καθολικό στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και η βόρεια εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία Ελεούσα. Η εκκλησία του Χριστού Παντοκράτορα κτίστηκε πρώτη και ακολούθησε το καθολικό της Παναγίας της Ελεούσας. Οι δύο αυτοί ναοί ενώνονταν μεταξύ τους με ταφικό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Το ταφικό αυτό παρεκκλήσιο 4 χρησιμοποιήθηκε από την δυναστεία των Κομνηνών και των Παλαιολόγων ως νεκροταφείο της αυτοκρατορικής οικογένειας της δυναστείας των Κομνηνών. Λίγο πιο δίπλα από τα τρία καθολικά υπήρχε ο ξενώνας της μονής και το γηροκομείο, τις περισσότερες γνώσεις των οποίων αντλούμε από το τυπικό της μονής 5.

 

Οι όροι νοσοκομείο- ξενώνας.

Από το ουσιαστικό νόσος και το ρήμα κομέω-ω (= φροντίζω για) προκύπτει το ρήμα νοσοκομέω-ῶ καθώς και το παράγωγο ουσιαστικό νοσοκομείο . Η λέξη νοσοκομείο συναντάται ήδη στα ελληνικά κείμενα της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Η ταύτιση του όρου « νοσοκομείο » με ίδρυμα το οποίο παρέχει οργανωμένες ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες εμφανίζεται τον ύστερο 4 ο αιώνα και συγκεκριμένα στον Διόδωρο Σικελιώτη 6. Μεταξύ των αρχαίων συγγραφέων πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο νοσοκομείο ο Παλλάδιος, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει τα ευαγή ιδρύματα του Ιωάννη Χρυσοστόμου στην Κωνσταντινούπολη 7. Ο Μέγας Βασίλειος ορίζει ως νοσοκομείο τον χώρο όπου λάμβαναν φροντίδα οι μοναχοί της μονής του. 8Τον 6 ο αιώνα ο νομομαθής Ιουλιανός ορίζει στα λατινικά τον όρο νοσοκομείο ως τον χώρο όπου οι ασθενείς λάμβαναν ιδιαίτερη φροντίδα. 9 Τέσσερις αιώνες αργότερα, τον 10 ο αιώνα, διαβάζουμε στο λεξικό της Σούδας τον εξής ορισμό του νοσοκομείου, «χῶρος ὅπου ἀντιμετωπίζονται τὰ ὀξέα νοσήματα σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τοὺς χώρους ὅπου καταφεύγουν ἄτομα μὲ κάποιο χρόνιο πρόβλημα». 10 Η λέξη νοσοκομείο αναφέρεται μόνο μία φορά στο τυπικό της μονής Παντοκράτορος, «λαμβάνοντας ἀπὸ τοῦ νοσοκομείου τὰς καταλλήλους τοῖς νοσοῦσιν ἰατρείας» 11. Τον 12 ο αιώνα νοσοκομείο σήμαινε το ίδρυμα της θεραπευτικής αντιμετώπισης των νόσων. Τέλος, το χρυσόβουλο του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου 1341- 1376 12, καθώς και οι περισσότερες πηγές της υστεροβυζαντινής περιόδου, ορίζουν ως νοσοκομείο τους χώρους περίθαλψης μοναχών.

Αντιθέτως, η σημασία της λέξης «ξενώνας» προέρχεται από το ουσιαστικό ξένος – ξενών. Η εξέλιξη της σημασίας της λέξης «ξενώνας» υπέστη περισσότερες μεταβολές ανά τους αιώνες. Η λέξη ξενώνας στο τυπικό της μονής Παντοκράτορος τον 12 ο αιώνα σήμαινε το νοσοκομείο. Παρόλα αυτά η αρχική της σημασία ουδεμία σχέση είχε με αυτήν του 12 ου αιώνα. Στην κλασική εποχή η σημασία της δεν ταυτίζεται με την περίθαλψη ασθενών. Στην Άλκηστη του Ευριπίδη διαβάζουμε τα δωμάτια των καλεσμένων ενός παλατιού να αναφέρονται ως ξενώνες 13. Η προαναφερθείσα σημασία διατρέχει ολόκληρη την κλασική και ελληνιστική εποχή. Ακόμα και τον 1 ο αιώνα μ.Χ χρησιμοποιείται η ίδια λέξη από τον Ιώσηπο για να περιγράψει τα δωμάτια των καλεσμένων στο παλάτι του Ηρώδη στην Ιερουσαλήμ. 14 Τον 3 ο αιώνα συναντούμε την πρώτη αλλαγή στην σημασίας της λέξης. Πλέον ως ξενώνας προσδιορίζεται ένας χώρος της πόλης Φαίνης, όπου φιλοξενούνταν διερχόμενοι αξιωματούχοι και άλλοι ξένοι. Η σημασία αυτή διατηρείται μέχρι και τον 5 ο αιώνα, οπότε ο λεξικογράφος Ησύχιος ορίζει τον ξενώνα ως πανδοχείο. 15 Τον 6 ο αιώνα συντελείται η ταύτιση του ξενώνα με την έννοια του νοσοκομείου. Αυτή η αλλαγή επιταχύνθηκε λόγω και της συστηματικής χρήσης της λέξης από τους συγγραφείς της εποχής οι οποίοι περιέγραφαν το μεγάλο και οργανωμένο ίδρυμα του Σαμψών ως ξενώνα.

Πώς όμως οι ξενώνες έφθασαν να σημαίνουν νοσοκομεία; Μία επιγραφή του 5 ου αιώνα προερχόμενη από την νεκρόπολη Σηλώ στην Παλαιστίνη πυροδότησε την αλλαγή αυτή. Σ' αυτήν την επιγραφή διαβάζουμε «εἰς μνήμην Φιλήτου, διακόνου τοῦ νέου ξενώνος καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ νοσοκομείου» 16. Σ' αυτή την πόλη λειτουργούσε ένας χώρος φιλοξενίας πτωχών και ταξιδιωτών. Ο χώρος αυτός περιελάμβανε και ένα τμήμα νοσηλείας το οποίο αποκαλείτο νοσοκομείο. Αλλά και στις μεγαλύτερες πόλεις, όπως στην Αντιόχεια και στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχαν ξενώνες που διέθεταν νοσοκομειακά τμήματα και τα οποία πολλές φορές διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα ιδρύματα αυτά. Τοιουτοτρόπως, επί Ιουστινιανού τα νοσοκομεία κατέληξαν να καλούνται ξενώνες, ενώ οι υπεύθυνοί τους ξενοδόχοι.

Παρότι τον 6 ο αιώνα ο όρος ξενών σήμαινε το ιατρικό κέντρο, εν τούτοις εξακολουθούσε να διατηρεί και την πρώτη σημασία ως χώρου καταφυγής ξένων ή πανδοχείου. Τον 10 ο αιώνα το λεξικό της Σούδας ορίζει τον ξενώνα ως τον χώρο φιλοξενίας επισκεπτών, αλλά και ως νοσοκομείο για ασθενείς με οξέα νοσήματα 17. Η εσφαλμένη χρήση της λέξης από λαϊκές μάζες είχε σαν αποτέλεσμα την ταύτιση της σημασίας ξενώνας με την έννοια του νοσοκομείο. Έτσι στις αρχές του 8 ου αιώνα στον Βίο του Αγίου Ανδρέου ο ξενών σήμαινε το νοσοκομείο 18. Όπως υποστηρίζει ο Miller 19, η πιο πιθανή εξήγηση αυτής της επικράτησης οφείλεται στο γεγονός ότι οι συγγραφείς με τον όρο ξενών διαχώριζαν το δημόσιο νοσοκομείο από το μοναστηριακό νοσηλευτήριο. Η διάκριση αυτή θεωρείται επιβεβλημένη στην περίπτωση της μονής Παντοκράτορος, η οποία εκτός από το δημόσιο νοσοκομείο για τους εκτός της μοναστικής κοινότητας ασθενείς, διέθετε και νοσηλευτήριο για τους μοναχούς.

Συγκεφαλαιώνοντας, οι λέξεις νοσοκομείο και ξενώνας χρησιμοποιούνταν από κοινού όταν οι συγγραφείς επιθυμούσαν να αναφερθούν σε ίδρυμα περίθαλψης ασθενών. Ο όρος νοσοκομείο αφορούσε πάντα ένα ιατρικό κέντρο. Ο αναγνώστης, όμως, πρέπει να ελέγχει πάντα την πηγή του για να εξακριβώσει αν το νοσοκομείο εξυπηρετούσε το ευρύ κοινό ή κάποια ιδιαίτερη ομάδα, όπως μοναχούς. Ο όρος ξενώνας από το 200 μ.Χ - 400 μ.Χ σήμαινε το ξενοδοχείο. Μετά τις ριζικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην βυζαντινή κοινωνία τον 7 ο αιώνα, η παλαιά σημασία του ξενώνα ως καταφύγιο ταξιδιωτών έπαψε να υφίσταται, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Πάντως, μετά το 610 μ. Χ ο όρος ξενώνας δήλωνε τα ίδιας ποιότητας με τον ξενώνα της μονής Παντοκράτορος νοσοκομεία.

 

Η αναπαράσταση της μονής Παντοκράτορος

Την πρώτη αρχιτεκτονική κάτοψη της μονής Παντοκράτορος, καθώς και των ιδρυμάτων της, την διαθέτουμε από τον ιατρό Αριστείδη Κούζη και τον αρχιτέκτονα Βασίλειο Τσαγρή 20. (βλ. εικόνα 1) Δυστυχώς, όμως, η αρχιτεκτονική αυτή αναπαράσταση δεν φαίνεται να αποδίδει πιστά την διάταξη των κτηρίων όπως αυτά ήταν στην πραγματικότητα. Η δεύτερη αρχιτεκτονική προσπάθεια πραγματοποιήθηκε από τον Αν. Ορλάνδο 21, η οποία φαίνεται να επιλύει τα πρόβλημα της προηγούμενης μελέτης. (βλ. εικόνα 2) Σύμφωνα με τον Αν. Ορλάνδο, η μελέτη των προαναφερθέντων μελετητών υστερούσε ως προς τον σχεδιασμό των βοηθητικών διαμερισμάτων του ιδρύματος. Συγκεκριμένα η μελέτη των Κουζή – Τσαγρή τοποθετούσε τα βοηθητικά διαμερίσματα ακριβώς απέναντι από τις δύο πλευρές του κεντρικού σώματος. Αυτός ο σχεδιασμός ήταν εντελώς παράδοξος για τα βυζαντινά πρότυπα κατασκευής. Αντίθετα, οι βυζαντινοί όταν επρόκειτο να ανεγείρουν κτήρια, όπου θα ζούσε μεγάλος αριθμός ατόμων - όπως ορφανοτροφεία, γηροκομεία, νοσοκομεία- μεριμνούσαν τα κτήρια αυτά να βρίσκονται γύρω από μία κεντρική υπαίθρια αυλή, ώστε να εξυπηρετούνται σ' αυτήν οι διαμένοντες.

Ο ξενώνας της μονής Παντοκράτορος διέθετε δύο κατηγορίες διαμερισμάτων, τα αμιγώς θεραπευτικά και τα βοηθητικά. Τόσο τα θεραπευτικά όσο και τα βοηθητικά κτίσματα επικοινωνούσαν με μία εσωτερική αυλή, μία μεγάλη και μία μικρή. Τα διαμερίσματα του ξενώνα επικοινωνούσαν με την μεγάλη εσωτερική αυλή, ενώ τα βοηθητικά κτήρια με την μικρή εσωτερική. Η μεγάλη εσωτερική αυλή του ξενώνα, λόγω και του επικλινούς του εδάφους βρισκόταν υψηλότερα από την μικρή εσωτερική αυλή των βοηθητικών διαμερισμάτων. Οι δύο αυτές αυλές, λόγω και του επικλινούς του εδάφους επικοινωνούσαν με σκαλοπάτια.

Η κεντρική είσοδος του ξενώνα βρισκόταν στην ανατολική πλευρά, σε σχήμα προπυλαίου και με δύο κίονες ανάμεσα στις παραστάδες. Χαρακτηριστικό δείγμα τέτοιας εισόδου σώζεται στην Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα στον ναό του Αγίου Νικολάου του Ορφανού. Μέσω θολωτού διαδρόμου κάποιος εισερχόταν στην μεγάλη αυλή του ξενώνα και των διαμερισμάτων. Στην δυτική πλευρά υπήρχε η παραπύλη ή παραπόρτιν μέσω της οποίας επιτυγχανόταν η επαφή του ξενώνα με τα βοηθητικά κτήρια και την εσωτερική αυλή.

Στο τυπικό διαβάζουμε, επίσης, ότι υπήρχε θέση για οστιάριο, δηλαδή θυρωρό. Το δωμάτιο του θυρωρού, κατά τα σχέδια του Αν. Ορλάνδου, βρισκόταν πίσω από τα προπύλαια. Ανάμεσα στον θολωτό διάδρομο και στην νότια πλευρά των προπυλαίων βρίσκονταν τα εξωτερικά ιατρεία τα οποία προορίζονταν για την εξέταση των αρρώστων. Βόρεια και απέναντι από τα εξωτερικά ιατρεία υπήρχε η «καθέδρα τῶν ἰατρῶν», δηλαδή τα γραφεία των ιατρών των εξωτερικών ιατρείων.

Οι θάλαμοι έβλεπαν την μεγάλη εσωτερική αυλή και μπορούσαν να εξυπηρετήσουν έως και πενήντα ασθενείς. Φυσικά ο καταμερισμός τους θεωρείτο επιβεβλημένος με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου. Ο Αν. Ορλάνδος υπολογίζει το εμβαδόν του κάθε θαλάμου, περίπου, στα 70 τετραγωνικά μέτρα για κάθε έναν απ' αυτούς. Επίσης, ο ξενώνας έπρεπε να έχει τρεις άρουλαι , δηλαδή μία ισόγεια εστία κατασκευασμένη στο κέντρο του θαλάμου με σκοπό το ζέσταμα του φαγητού, των ασθενών αλλά και την θέρμανση των θαλάμων κατά την περίοδο του χειμώνα. Δύο απ' αυτές εντοπίζονταν στον χειρουργικό και γυναικολογικό θάλαμο, ενώ η τρίτη στο παθολογικό τμήμα. Ο εξαερισμός του θαλάμου επιτυγχανόταν από έναν τρούλο, ο οποίος έφερε άνοιγμα στο κέντρο. Με τον τρόπο αυτό έβγαιναν τα αέρια από τον θάλαμο χωρίς να δημιουργούνται συνθήκες ασφυξίας. Ο τρούλος στηριζόταν σε τέσσερα τόξα, τα οποία με την σειρά τους εφάπτονταν σε τέσσερις κολώνες. Τέτοια δείγματα σήμερα σώζονται στα βυζαντινά νοσοκομεία των Μετεώρων και πιο συγκεκριμένα στις μονές Μεταμορφώσεως και Βαρλαάμ. Οι δύο εναπομείναντες θάλαμοι, το οφθαλμολογικό και το παθολογικό, δεν έφεραν τέτοιου είδους θόλο. Αντιθέτως, το οφθαλμολογικό τμήμα περιελάμβανε μεγάλο ημισφαιρικό θόλο στηριγμένο σε οκτώ κίονες και μικρά στρογγυλά παράθυρα από τα οποία εξασφαλιζόταν ο φωτισμός του χώρου.

Σε δύο τουαλέτες εξυπηρετούνταν οι σωματικές ανάγκες των ασθενών. Κατά τα σχέδια του Αν. Ορλάνδου, η μία απ' αυτές τοποθετείται στην βορειοανατολική πλευρά του ξενώνα. Σ' αυτήν εξυπηρετούνταν οι ασθενείς του χειρουργικού θαλάμου και των κοινών νοσημάτων, ενώ η δεύτερη τουαλέτα βρισκόταν ανάμεσα στον οφθαλμολογικό και γυναικολογικό θάλαμο. Οι ασθενείς μπορούσαν δύο φορές την εβδομάδα να κάνουν μπάνιο, όπως όριζε το τυπικό, «ἐπεὶ δὲ καὶ λουετροῦ χρεία τοῖς νοσοῦσι, λουθήσονται δὶς τῆς ἐβδομάδος ὁπόσοι παρὰ τῶν ἰατρῶν προτραπήσονται μετὰ τῶν ἀρκούντων ὑπουργῶν τε καὶ ὑπηρετῶν ἐν τῷ λουετρῷ τοῦ ξενώνος» 22.

Ένα τέτοιου είδους ίδρυμα, εντός μοναστικού περιβάλλοντος, εύλογο είναι να περιλαμβάνει δύο εκκλησίες. Η μία προοριζόταν για τις γυναίκες, και η άλλη για τους άνδρες, «ὡσαύτως καὶ ἐν τῇ κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νοεμβρίου μηνὸς τελουμένη ἑορτῇ τῶν ἁγίων καὶ θαυματουργῶν ʼ Αναργύρων» 23. Ο ναός για τις γυναίκες βρισκόταν δίπλα στον γυναικολογικό θάλαμο κοντά στην δεύτερη είσοδο του ξενώνα. Ο Αν. Ορλάνδος στηριζόμενος στο παραπάνω χωρίο του τυπικού υποστηρίζει ότι η μία εκκλησία ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Αναργύρους.

Για το γηροκομείο οι πληροφορίες από το τυπικό είναι περιορισμένες. Το ίδρυμα του γηροκομείου στα σχέδια του Ορλάνδου τοποθετείται στη νοτιοανατολική γωνία του ξενώνα και κοντά στο μέρος της μονής. Ο Ορλάνδος στηριζόμενος στο σχήμα της μονής Πεντέλης υποστηρίζει ότι το γηροκομείο είχε σχεδιαστεί «ὡς ἐπιμήκες κτίσμα μετὰ μυχῶν», ενώ το σχήμα της βασιλικής ο ίδιος το «ἐνεπνεύσθην ἐκ τῆς εἰκόνος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει περιφήμου γηροκομείου τοῦ ʼ Αρματίου, ἣν μᾶς διέσωσε μικρογραφία τοῦ λαμπροῦ Μηνολογίου Βασιλείου τοῦ Β΄, τοῦ ἀποκειμένου ἐν τῇ Βατικανῇ βιβλιοθήκῃ» 24. Πίσω από το γηροκομείο είχε ανεγερθεί τρούλος στηριζόμενος σε πύργο, ο οποίος έφερε ή μία άρουλα ή την εστία του μαγειρείου του γηροκομείου. Το πιθανότερο, όμως, είναι εκεί να στεγαζόταν η εκκλησία του γηροκομείου, όπως εξάλλου αναφέρει και το τυπικό, «Δοθήσονται δὲ λόγῳ τοῦ εὐκτηρίου, ἐν ᾦ μέλλουσιν οὗτοι ἐκκλησιάζειν, ἐτησίως ἐλαίου μέτρα θαλάσσια δύο, ὑπὲρ νάματος οἴνου μέτρα ὅμοια ἕξ, ὑπὲρ προσφορᾶς σίτου μόδιοι ὅμοιοι ἕξ, κηροῦ λίτραι εἰκοσιτέσσαρες καὶ θυμιάματος λίτραι ἕξ». 25

Οι προσφερόμενες ιατρικές υπηρεσίες.

Οι περισσότερες γνώσεις μας σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του ξενώνα της μονής Παντοκράτορος, αλλά και της ιατρικής περίθαλψης του 12 ου αιώνα προέρχονται από το σωζόμενο τυπικό της μονής Παντοκράτορος. Στο τυπικό ορίζεται τόσο ο τρόπος λειτουργίας του νοσοκομείου όσο και του γηροκομείου. Οι διατάξεις του τυπικού δεν ακολουθούν μια λογική σειρά με την συστηματική επεξεργασία ενός θέματος. Επομένως, ο εκάστοτε ερευνητής οφείλει να εστιάσει την προσοχή του σε εκείνες τις παραγράφους που θα του προσφέρουν τις απαραίτητες πληροφορίες ως προς το υπό εξέταση θέμα.

Στον ξενώνα της μονής Παντοκράτορος υπήρχε η δυνατότητα παροχής ιατρικής περίθαλψης σε 50 ασθενείς, με τον καταμερισμό αυτών σε πέντε θαλάμους ανάλογα με την πάθησή τους, « ʼ Επε ὶ δὲ καὶ ξενὼν ἀφορίσθη παρὰ τῆς βασιλείας μου, ἔχειν ὀφείλων ἀνακεκλιμένους ἀρρώστους πεντήκοντα, βούλομαι καὶ διατυπῶ κλίνας μὲν εἶναι τοσαύτας εἰς ἀνάπαυσιν τῶν τοιούτων ἀρρώστων» 26. Ο πρώτος θάλαμος αφορούσε το χειρουργικό τμήμα όπου περιθάλπονταν οι ασθενείς με τραύματα ή κατάγματα, «ἔσονται δὲ ἀπὸ τούτων τῶν πεντήκοντα δέκα λόγῳ τῶν ἐνοχλουμένων τραύμασιν ἢ καὶ κεκλασμένων» 27. Ο δεύτερος θάλαμος στέγαζε το οφθαλμολογικό, εντερικό και των σοβαρών ασθενειών τμήμα, το οποίο περιέθαλπε οκτώ ασθενείς, «λόγῳ δὲ τῶν ὀφθαλμιώντων καὶ κοιλιακῷ κατεχομένων νοσήματι καὶ ἑτέροις τισίν ὀξυτάτοις ἐπωδύνοις ἕτεραι ὀκτώ» 28. Για τον τρίτο θάλαμο, τον γυναικολογικό, διαβάζουμε «ταῖς δὲ γυναιξὶ ταῖς νοσούσαις ἀφορισθήσονται κλίναι δώδεκα» 29. Οι άλλοι δύο θάλαμοι, ο τέταρτος και πέμπτος, μπορούσαν να φιλοξενήσουν έκαστος από δέκα ασθενείς, οι οποίοι έπασχαν από γενικές παθήσεις, «καὶ αἱ λοιπαὶ τοῖς ἀπλῶς νοσοῦσιν ὑπολειφθήσονται» 30.

Με σκοπό την άνετη και υγιεινή διαμονή των ασθενών κάθε κλίνη έπρεπε να διαθέτει στρώμα, μαξιλάρι σεντόνια και ένα κάλυμμα. Την δύσκολη περίοδο του χειμώνα υπήρχαν δύο επιπλέον κουβέρτες από τρίχες κατσίκας, «ἑκάστη δὲ κλίνη ἐχέτω τζόλιον ἓν, πιλωτὸν μετὰ προσκεφαλαίου καὶ ἐφάπλωμα, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα καὶ λοσνίκια δύο » 31. Για τους ασθενείς που αντιμετώπιζαν κινητικά προβλήματα, λόγω των πόνων, υπήρχε ειδική μέριμνα. Συγκεκριμένα, γι' αυτή την κατηγορία ασθενών ο ξενώνας διέθετε έξι κλίνες «ἔχουσαι πιλωτὰ κατὰ τὸ μέσον τετρυπημένα» 32. Με τα ειδικά αυτά στρώματα ο εκάστοτε ασθενής δεν αναγκαζόταν να πηγαίνει κάθε φορά στο αποχωρητήριο για τις σωματικές του ανάγκες, και τοιουτοτρόπως ανακουφιζόταν από τους πόνους της μετακίνησης.

Σε περίπτωση που ο ξενώνας ήταν πλήρης, με σκοπό να αντιμετωπιστούν επείγοντα περιστατικά, το τυπικό όριζε σε κάθε θάλαμο να υπάρχει ένα επιπλέον κρεβάτι, «παρακράββατον». Από αυτό ο Μ iller συμπεραίνει ότι «ὁ ξενὼν δὲν προόριζε τὴν κάθε κλίνη γιὰ περισσοτέρους τοῦ ἑνὸς ἀσθενεῖς, ὅπως συνέβαινε σὲ νοσοκομεία τῆς Λατινικῆς Δύσεως». 33

Κάθε έτος τα σχισμένα ρούχα των ασθενών, τα σεντόνια και τα στρώματα έπρεπε να αντικαθίστανται, ενώ τα μαξιλάρια ξηλώνονταν και ξανά ράβονταν, «καθ' ἕκαστον δὲ χρόνον ἀπὸ τῶν τοιούτων ἐγκοίτων καὶ τῶν λοιπῶν ἐνδυμάτων ἵνα ἀπαλλάτωνται ὁπόσα παντελῶς ἀχρηστεύουσι, τὰ δὲ πιλωτοπροσκέφαλα ἵνα ἀπορράπτωνται καὶ ἀναξαίνηται τὸ μαλίον, καὶ τὰ διερρηγμένα πανία ἀλλάττωνται καὶ αὖθις ἀναρράπτωνται πρὸς τὴν τῶν ἀνακλινομένων ἀνάπαυσιν». 34

Εντύπωση προξενεί η ιδιαίτερη μέριμνα για τους άπορους, καθώς και για τους ασθενείς οι οποίοι έπασχαν από ανίατες ασθένειες. Για τις παραπάνω κατηγορίες ασθενών το τυπικό ορίζει, «ὀφείλουσι δὲ φυλάττεσθαι διηνεκῶς λόγῳ τῶν ἀπορωτέρων ἀρρώστων ἢ καὶ δεινοτέροις συνεχομένων νοσήμασιν ὑποκάμισα καὶ ἱμάτια ἄχρι τῶν πεντεκαίδεκα ἢ καὶ εἴκοσιν, ὡς ἂν ὁπηνίκα ἀνακλίνωνται ἀλλάσσωσι ταῦτα, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτῶν ἵνα πλύνωνται καὶ φυλάττωνται αὐτοῖς, ὥστε ἐνδύεσθαι ταῦτα ὁπηνίκα τῆς νόσου ἀπαλλαττόμενοι ὑποχωρεῖν μέλλουσι» 35. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενδεείς ασθενείς είχαν στην διάθεσή τους 15-20 πουκάμισα ώστε να αλλάζουν κατά την περίοδο νοσηλείας τους στον ξενώνα.

Το βοηθητικό προσωπικό με την σειρά του είχε υποχρέωση να πλένει και να σιδερώνει τα ρούχα ώστε να είναι άμεσα διαθέσιμα. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται για τα παλαιά ρούχα τα οποία δεν πετάγονταν, αλλά όσα ήσαν χρήσιμα τα κρατούσε ο νοσοκόμος, ενώ τα υπόλοιπα, αφού πλένονταν, προσφέρονταν στους φτωχούς, «τὰ μέντοι ὑπαλλαττόμενα παλαιὰ ἐνδύματα καὶ τὰ ἔγκοιτα, ὅσα μέν εἰσι χρειώδη λόγῳ τῶν ἀρρώστων ὑποκρατηθήσονται παρὰ τοῦ νοσοκόμου, τὰ δὲ λοιπὰ διαδοθήσονται πένησιν» 36.

Ο ξενώνας διέθετε ξεχωριστό χώρο λουτρών, όπου οι ασθενείς μπορούσαν να πλένονται δύο φορές την εβδομάδα με την έγκριση του γιατρού και με την συνοδεία των βοηθών τους, «ἐπεὶ δὲ καὶ λοετροῦ χρεία τοῖς νοσοῦσι, λουθήσονται δὶς τῆς ἐβδομάδος ὁπόσοι παρὰ τῶν ἰατρῶν προτραπήσονται μετὰ τῶν ἀρκούντων ὑπουργῶν τε καὶ ὑπηρετῶν ἐν τῷ λοετρῷ τοῦ ξενώνος» 37. Όσοι από τους ασθενείς επιβαλλόταν να επισκεπτούν περισσότερες φορές τα λουτρά υποχρεωτική θεωρείτο η έγκριση του επιβλέποντος ιατρού, «εἰ δέ τις διὰ περίστασιν συχνοτέρως δέοιτο τῆς ἀπὸ τοῦ λοετροῦ θεραπείας, ἕξει ἐπ' ἀδείας ὁ τῷ οὕτω κάμνοντι παρακολουθῶν ἰατρὸς εἰσάγειν αὐτὸν ὁπηνίκα βούλεται ἐν τῷ βαλανείῳ παρὰ μηδενὸς κωλυόμενος» 38.

Τα ισορροπημένα γεύματα διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στην υγεία των ασθενών. Το τυπικό της μονής αναφέρει ρητώς τα γεύματα που χορηγούνταν στους ασθενείς. Σε καθημερινή βάση ο κάθε νοσηλευόμενος λάμβανε 850 γραμμάρια ψωμί, όσπρια ή δύο πιάτα λαχανικών περιχυμένα με ελαιόλαδο, καθώς και δύο κεφάλια κρεμμύδια, «τυποῦμεν δὲ λαμβάνειν τοὺς πεντήκοντα ἀρρώστους ἑκάστη ἡμέρα ἅμα τοῖς τέσσαρσιν ὑπουργοῖς, τοῖς καὶ ἐξκουβίρτοσι, καὶ τοῖς τέσσαρσιν ὑπηρέταις καὶ τῇ μιᾷ ὑπουργίσσῃ καὶ τῇ ὑπηρέτριᾳ καὶ τῷ θαλασσίῳ μοδίῳ, ὑπὲρ προσφαγίου κοινῶς δίδοσθαι πᾶσι φάβατος μόδιον ὅμοιον ἕνα καὶ ἑτέρου ὀσπρίου μόδιον ἕτερον- εἰ δὲ πίσσος ἐστὶ τὸ διδόμενον, ἀντὶ μοδίου δοθήσεται δίμοιρον – καὶ κρόμμυα ὑπὲρ τῶν δύο τούτων βρωμάτων κεφάλια ἑκατόν· πολλάκις δὲ ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ὀσπρίου λάχανα δοθήσονται, καὶ ὑπὲρ ἀρτύσεως τῶν δύο τούτων μίνσων δοθήσεται παρὰ τοῦ μειζοτέρου τὸ ἀρκοῦν ἔλαιον» 39. Ο άρτος των νοσηλευομένων παραγόταν στο νοσοκομείο, το οποίο εκτός από φούρνο διέθετε μύλους και άλογα ώστε να εξασφαλίζεται το απαιτούμενο αλεύρι, «ἔσεται δὲ καὶ μαγκιπεῖον ἐν ᾦ γενήσεται τὸ ψωμίον τῶν ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφῶν τῶν ξενωνιτῶν καὶ τῶν γηροκομιτῶν, ὀφεῖλον ἔχειν μυλικὰ ἐργαστήρια δύο καὶ ἄλογα τρία» 40. Επιπλέον ένα τραχύ νόμισμα 41 προσφερόταν καθημερινά στους ασθενείς με το οποίο μπορούσαν να αγοράσουν κρασί καθώς και οποιαδήποτε τροφή κρινόταν ωφέλιμη για την υγείας τους, «ὑπὲρ δὲ οἴνου καὶ λοιπῆς παρακλήσεως οἱ πεντήκοντα λήψονται ἀνὰ τραχὺ νόμισμα ἕν» 42. Ο διατροφολογικός αυτός κατάλογος βλέπουμε να μην περιλαμβάνει την κατανάλωση κρέατος. Παρόλα αυτά σύγχρονοι διατροφολόγοι υποστηρίζουν ότι ήταν μία «καλοζυγισμένη δίαιτα, ἐπαρκῆ γιά τήν πρόληψι τῶν ἀβιταμινώσεων πού ἔπλητταν τοὺς ἀσθενεῖς τῶν νοσοκομεῖων τῆς Λατινικῆς Δύσεως». 43 Ιδιαίτερη μέριμνα υπήρχε την περίοδο των εορτών, όπου χορηγούνταν μικρά χρηματικά ποσά και τροφές στους ασθενείς. Το Πάσχα, αλλά και κάθε Κυριακή, προσφέρονταν χρήματα για την αγορά σαπουνιού για το λουτρό τους, «καὶ ἕκαστος τούτων ἑκάστῃ κυριακῇ ὑπὲρ σαπωνίου λήψεται φόλλεις τρεῖς» 44.

Το προσωπικό του ξενώνα

Η ορθή λειτουργία του ξενώνα, καθώς και οι υψηλού επιπέδου ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες, εξασφαλίζονταν χάρη στο πολυάριθμο και εξειδικευμένο προσωπικό. Κάθε ένας από τους πέντε θαλάμους του ξενώνα βρισκόταν υπό την ευθύνη δύο ιατρών, «ἐπεὶ δὲ πέντε ὄρδινοι ταῖς τοιαύταις πεντήκοντα κλίναις ἀφωρίσθησαν, ἐκδουλεύουσιν ἐκάστῳ ὀρδίνῳ ἰατροὶ δύο» 45. Οι δέκα αυτοί ιατροί μπορούσαν να εργάζονται και ως ιδιώτες κατά το εξάμηνο που ήσαν αδειούχοι, με μόνη απαγόρευση να μην ασκούν το επάγγελμά τους εκτός Κωνσταντινούπολης, «οὐκ ἐξέσται μέντοι τοῖς ἰατροῖς ἀπέρχεσθαι ἔξω τῆς πόλεως εἰς τὸ ἐξυπηρετεῖν τισι τῶν ἀρχόντων, κἂν τῶν μεγίστων εἶεν καὶ προσῳκειωμένων τῷ βασιλεῖ · κοινῶς γὰρ κωλύομεν τὸ διὰ σουπέρων τινὰ τῶν ἰατρῶν ἐκδουλεύειν» 46.

Οι δέκα αυτοί ιατροί του ξενώνα υποβοηθούνταν στο έργο τους από τρεις τακτικούς βοηθούς «ὑπουργοὶ ἔμβαθμοι», δύο ἔκτατους βοηθοὺς «ὑπουργοὶ περισσοὶ» καθώς και από δύο βοηθητικά άτομα «ὑπηρέται». Οι υποχρεώσεις του προαναφερθέντος προσωπικού αφορούσαν τους τέσσερεις θαλάμους του ξενώνα, πλην του γυναικολογικού τμήματος. Στο γυναικολογικό θάλαμο οι δύο ιατροί είχαν την βοήθεια μιας ιατρού «ἰάτραινα», τεσσάρων τακτικών βοηθών ιατρών «ὑπούργισσαι ἔμβαθμοι», δύο έκτατων βοηθών ιατρών «ὑπούργισαι περισσαὶ» καθώς και άλλων δύο γυναικών «ὑπηρέτριαι», οι οποίες βοηθούσαν στις γενικές ανάγκες του θαλάμου.

Άλλοι τέσσερεις ιατροί υπηρετούσαν στα εξωτερικά ιατρεία του ξενώνα, δύο εκ των οποίων είχαν εξειδικευθεί στην χειρουργική, και οι άλλοι δύο στην παθολογία, «λόγῳ δὲ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων ἀρρώστων ἔσονται ἰατροὶ περισσοὶ τέσσαρες, ἀφ' ὧν οἱ δὺο μὲν ἔσονται διαιτητικοί, οἱ δὲ δύο τραυματικοί· οἱ δὲ τοιούτοι δύο διαιτητικοὶ καὶ εἰς τὸ γυναικεῖον δουλεύσουσιν, ὁπηνίκα τύχῃ τινὰ τῶν γυναικῶν τραυματικὸν ἔχειν νόσημα» 47. Οι παθολόγοι των εξωτερικών ιατρείων μπορούσαν να περιθάλπουν και τις γυναίκες, εν αντιθέσει με τα εσωτερικά ιατρεία του ξενώνα. Η δυσκολία των εξωτερικών ιατρείων έγκειτο στον μεγάλο αριθμό ασθενών που έπρεπε να υπηρετούν καθημερινά οι ιατροί. Φυσικά η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών δεν υστερούσε σε τίποτα απ' αυτήν που λάμβαναν οι άρρωστοι των εσωτερικών ιατρείων. Για τον λόγο αυτό τέσσερεις τακτικοί βοηθοί και τέσσερεις έκτατοι βοηθοί υποστήριζαν το δύσκολο αυτό έργο, «τούτοις δὲ τοῖς τέσσαρσιν ἰατροῖς τοῖς ἀφωρισμένοις λόγῳ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων ἀρρώστων παρακολουθήσουσι καὶ ὑπουργοὶ τέσσαρες ἔμβαθμοι καὶ περισσοὶ ἕτεροι τέσσαρες» 48.

Σε ξεχωριστό κεφάλαιο του τυπικού οριζόταν η ιατρική μέριμνα των μοναχών. Δύο έκτατοι ιατροί των εξωτερικών ιατρείων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους εναλλάξ κάθε μήνα στους μοναχούς, των οποίων η θεραπεία πραγματοποιείτο σε ξεχωριστό μέρος απ' αυτό του νοσοκομείου της μονής, «τυποῦμεν δὲ εἶναι καὶ ἑτέρους δύο ἰατροὺς περισσοὺς ἐπὶ τῷ δουλεύειν εἰς τὴν μονὴν μῆνα παρὰ μῆνα καὶ ἐπιμελεῖσθαι παντοίως τῶν ἐν ταύτῃ νοσούντων» 49. Οι έκτατοι αυτοί ιατροί για την θεραπεία των μοναχών έπρεπε να προμηθευτούν από το νοσοκομείο όσα τους ήσαν αναγκαία, «ἀπὸ τοῦ νοσοκομείου τὰς καταλλήλους τοῖς νοσοῦσιν ἰατρείας, βοηθήματά τε καὶ ἔμπλαστρα καὶ ἕτερα εἴδη τὰ χρειώδη» 50.

 

Η διοίκηση του ξενώνα

Για να αντιληφθούμε καλύτερα τον τρόπο οργάνωσης του ξενώνα θα πρέπει αρχικά να κατανοήσουμε το νομικό καθεστώς στο οποίο υπαγόταν. Ο ξενώνας αποτελούσε μέρος της νομικής οντότητας της αυτοκρατορικής μονής Παντοκράτορος. Οι πριμμικήριοι είχαν την πλήρη μέριμνα μόνο για το πρόγραμμα νοσηλείας. Παρόλα αυτά η μέριμνα των οικονομικών ζητημάτων και της εξασφάλισης νοσοκομειακών προμηθειών βρισκόταν υπό των έλεγχο άλλων.

Τον πλήρη έλεγχο των οικονομικών ζητημάτων του ξενώνα είχε ο ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος. Η απόλυτη εξουσία του ηγουμένου μετριαζόταν από τους βοηθούς του με τους οποίους ο ηγούμενος αποφάσιζε από κοινού σε κρίσιμα ζητήματα όπως όριζε το τυπικό, «πάντας δὲ μετὰ τῆς τοῦ καθηγουμένου προτροπῆς καὶ εἰδήσεως ἐνεργεῖν τὰ παρ' αὐτῶν ἐνεργεῖσθαι ὀφείλοντα· ναὶ μὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν καθηγούμενον ἐν ταῖς ἀναγκαιοτέραις τῶν ὑποθέσεων ἁπάσαις μηδὲν δίχα τῆς συνελεύσεως τούτων ποιεῖ» 51. Τέσσερεις σύμβουλοι - μοναχοί, οι οποίοι έφεραν τον τίτλο « οικονόμος », αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο ολόκληρης της μονής Παντοκράτορος. Συγκεκριμένα το τυπικό αναφέρει, «ἐπεὶ δὲ τὸ πολὺ τῶν φροντίδων τῶν ἐντὸς τῆς μονῆς τε καὶ τῶν ἐκτὸς καὶ τῶν ψυχικῶν καὶ τῶν σωματικῶν ὑποθέσεων τῶν ἀναφαινομένων ἀπὸ τῶν ἐνταῦθα παρ' ἡμῶν διατυπωθέντων δίδωσιν εὔλογον ἔννοιαν μὴ δύνασθαι αὐτὸν δι' ἑαυτοῦ τὸν κατὰ τὴν ἡμέραν ἡγεμονεύοντα τῆς μονῆς πᾶσι τοῖς πράγμασιν ἐπιστατεῖν καὶ πάντα ὁμοίως ἐπιτηρεῖν ὡς ἀποροῦντα πρὸς τοσαῦτα μερίζεσθαι, διὰ τοῦτο τυποῦμεν καὶ οἰκονόμους πρὸς τοσαῦτα μερίζεσθαι, διὰ τοῦτο τυποῦμεν καὶ οἰκονόμους διαφόρους γενέσθαι». 52

Η συγκεκριμένη διοικητική επιτροπή είχε το δικαίωμα να προβεί σε αγοραπωλησίες, να εκμισθώνει τα περιουσιακά στοιχεία, αλλά και να εκμεταλλεύεται εν γένει την περιουσία της μονής. Καθένας απ' αυτούς τους τέσσερεις οικονόμους – μοναχούς μεριμνούσε για διαφορετικές υποθέσεις της μονής. Για το γηροκομείο και τον ξενώνα της μονής υπήρχε ξεχωριστή μέριμνα. Ένας απ' αυτούς τους τέσσερεις μοναχούς μεριμνούσε ώστε τα δύο ιδρύματα να διαθέτουν τα αναγκαία χρήματα, αλλά και όλα τα απαραίτητα υλικά με τα οποία θα εξασφαλιζόταν η ομαλή λειτουργία τους, «διὰ τοῦτο τυποῦμεν καὶ οἰκονόμους διαφόρους γενέσθαι ἕτερον δὲ τὰ τοῦ ναοῦ τῆς Ἐλεούσης οἰκονομεῖν καὶ ἄλλον τὰ τοῦ ξενῶνος σὺν τῷ γηροκομείῳ». 53

Οι αρμοδιότητες της διοικητικής επιτροπής περιοριζόταν μόνο στην διαχείριση της περιουσίας και της απρόσκοπτης παροχής των αναγκαίων υλικών. Αντιθέτως, για τα καθημερινά θέματα του νοσοκομείου υπεύθυνος ήταν ο νοσοκόμος και ο μειζότερος.

 

Νοσοκόμος –Μειζότερος

Το τυπικό της μονής Παντοκράτορος αφιερώνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για το αξίωμα του νοσοκόμου. Το επόμενο κεφάλαιο αφιερώνεται στον βοηθό του, ο οποίος έφερε τον τίτλο « μειζότερος ». Αυτοί οι δύο αξιωματούχοι είχαν την πλήρη ευθύνη για την τροφοδοσία του νοσοκομείου και των εξωτερικών ιατρείων με ιατροφαρμακευτικά σκευάσματα, «ἐπέκεινα δὲ τῶν προδιαληφθέντων ἰατρῶν καὶ νοσοκόμος ἔσται καὶ μειζότερος καὶ λήψονται πάντα τὰ χρειώδη κατὰ τὸ αὔταρκες καὶ ἐπιχορηγήσουσι δαψιλῶς οὐχ ὑπὲρ τῶν ἐντὸς ἀνακεκλιμένων μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἔξωθεν ἀρρώστων» 54. Πιο συγκεκριμένα ο νοσοκόμος όφειλε να παρέχει στον ξενώνα τροφή, καύσιμα (=ξύλα), φάρμακα και λάδι για τα κανδήλια των εκκλησιών καθώς και για τον φωτισμό των θαλάμων του νοσοκομείου και του γηροκομείου. Με σκοπό οι υποχρεώσεις του νοσοκόμου και του μειζότερου να εκπληρώνονται χωρίς κωλύματα οριζόταν να μην λογοδοτούν σε κάποιον αξιωματούχο με αποτέλεσμα η διοίκηση του νοσοκομείου να απολαμβάνει στον υπέρτατο βαθμό ανεξαρτησία, «οὖτοι δὲ καὶ ἀλογαρίαστοι ὑπὲρ τούτων ἔσονται πρὸς τὸ ποιεῖν ἀνελλιπῇ τὴν πρόνοιαν ἁπάντων» 55. Ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι η θέση του νοσοκόμου και του μειζότερου καταλαμβανόταν από μοναχούς της μονής. Με δεδομένο, όμως, ότι ο νοσοκόμος και ο μειζότερος περιλαμβάνονται στον κατάλογο μισθοδοσίας του τυπικού, «τὸν νοσοκόμον νομίσματα ὅμοια ὀκτώ, τὸν μειζότερον μέλλοντα καὶ εἰς τὴν τοῦ κελλαρίου δουλείαν ὑπουργεῖν νομίσματα ὅμοια τέσσαρα» 56, το επιχείρημα αυτό εξασθενεί. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να αναλάβει το αξίωμα του νοσοκόμου; Το κενό αυτό αναπληρώνεται από τις επιστολές του Τζέτζη ο οποίος μας πληροφορεί ότι το αξίωμα του νοσοκόμου δινόταν σε διαπρεπές άτομο της ιατρικής κοινότητας . Αλλά και από το ποίημα του Θεόδωρου Προδρόμου μαθαίνουμε ότι τον 12 ο αιώνα οι διευθυντές των νοσοκομείων επιλέγονταν μεταξύ των εξεχόντων μελών της ιατρικής κοινότητας 58.

Ο νοσοκόμος και ο μειζότερος υποχρεούνταν να προμηθεύονται και να τροφοδοτούν το νοσοκομείο με τα βασικά εφόδια. Ο νοσοκόμος όφειλε να προμηθεύει το νοσοκομείο με 66 μεζούρες λάδι, με το οποίο θα άναβαν οι λαμπάδες, τα φανάρια των εκκλησιών, του νοσοκομείου, του γηροκομείου αλλά και για την παρασκευή αλοιφών, «παραδοθήσονται δὲ τῷ νοσοκόμῳ λόγῳ ποιήσεως τῶν ὅλων ἀλοιφῶν καὶ ὑπὲρ σκευασίας τῶν ἐμπλάστρων, ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀκοιμήτων δύο κανδηλῶν τῶν ὀφειλουσῶν ἅπτειν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις κατὰ τὸν ὄρθρον καὶ τὴν λειτουργίαν καὶ τὸν ἐσπερινὸν καὶ ὑπὲρ τῶν πέντε κανδηλῶν τῶν ἐν τοῖς ὀρδίνοις τῶν ἀρρώστων ἅπτειν μελλουσῶν σὺν τῇ μιᾷ κανδήλα τοῦ πορτίκου καὶ ταῖς δυσὶ τῶν χρειῶν καὶ τῷ τρικανδήλῳ τῷ ὀφείλοντι ἅπτειν εἰς τὴν καθέδραν τῶν ἰατρῶν καὶ ὑπὲρ ἑτέρας ἁπάσης δι' ἐλαίου ἐξόδου τῆς παρ' αὐτοῦ μελλούσης γίνεσθαι ἐλαίου μέτρα θαλάσσια ἑξηκονταέξ» 59. Ο ίδιος ακόμα έπρεπε να παρέχει 50 μεζούρες μέλι, με τις οποίες θα παρασκευάζονταν τα φαρμακευτικά σκευάσματα, «ὡσαύτως δοθήσεται τῷ νοσοκόμῳ λόγῳ τῶν βοηθημάτων καὶ τῶν ὑδροροσάτων καὶ τοῦ ὀξυμέλιτος σὺν τῷ ὑγρῷ διοσπολίτῃ καὶ τῷ ὀμφακομέλιτι καὶ ὑπὲρ πάσης ἑτέρας ἐξόδου τῆς παρ' αὐτοῦ γινομένης διὰ μέλιτος σὺν τοῖς χυλαρίοις τοῖς μέλλουσι δίδοσθαι κατὰ τὴν ἐορτὴν τοῦ Σωτῆρος καὶ κατὰ τὴν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ νοεμβρίου μηνὸς τελουμένην ἑορτὴν τῶν ἁγίων ʼ Αναργύρων μ έλιτος μέτρα θαλάσσια πεντήκοντα» 60. Τέλος, ο νοσοκόμος φυλούσε κλειδωμένα τα χάλκινα δοχεία και τις υδρίες για τα λουτρὰ. Ο μειζότερος, ο βοηθός του νοσοκόμου, με την σειρά του φρόντιζε για την προμήθεια τροφίμων, «ὁ δὲ μειζότερος, ἐπειδὴ καὶ τὴν τοῦ κελλαρίου δουλείαν ὀφείλει ἐκπληροῦν, λήψεται καὶ αὐτὸς λόγῳ μὲν τῆς ἀρτύσεως τῶν καθ' ἡμέραν μελλόντων δίδοσθαι τοῖς ξενωνίταις δύο μίνσων» 61.

Συγκεφαλαιώνοντας παρατηρούμε ότι ο νοσοκόμος είχε τον πλήρη έλεγχο για την τροφοδοσία φαρμάκων στον ξενώνα, ενώ ο μειζότερος λειτουργούσε σαν ένας αποθηκάριος, ελέγχοντας τις προμήθειες τροφίμων αλλά και την αποθήκευση απλών φαρμακευτικών συστατικών, όπως ζωικών εκχυλισμάτων, αλάτων και βοτάνων.

 

Πνευματική περίθαλψη

Εκτός από την σωματική θεραπεία, για την οποία αναφερθήκαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ιδιαίτερη μέριμνα υπήρχε και για την πνευματική υγεία των ασθενών. Ήδη από την εποχή των Πατέρων ο χριστιανισμός της Ανατολής τόνιζε με έμφαση την στενή σχέση μεταξύ σωματικής και πνευματικής υγείας. Για τον παραπάνω λόγο είχαν δημιουργηθεί δύο παρεκκλήσια, «δοθήσεται ὑπὲρ ἀρτύσεως τῶν ἐν ξενώνι δύο εκκλησιῶν καὶ λοιπῶν ἐλαίου μέτρον ἀννονικὸν ἕν» 62, το ένα για τους άνδρες και το άλλο για τις γυναίκες. Σε καθέναν απ' αυτούς τους ναούς υπηρετούσε ένας ιερέας και ένας αναγνώστης. Οι καθιερωμένες λειτουργίες που τελούνταν εβδομαδιαίως ήσαν τέσσερεις, όπως όριζε το τυπικό «γενήσονται δὲ ἑκάστῃ ἑβδομάδι ἐν τῷ ξενῶνι λειτουργίαι τέσσαρες, τετράδι, παρασκευῇ, σαββάτῳ καὶ κυριακῇ». 63Σε μεγάλες εορτές ομοίως τελούνταν λειτουργίες, «ἰδιαζόντως γὰρ (τῶν δεσποτικῶν ἐορτῶν) καὶ ἡ ἐν ἐκείναις θεία μυσταγωγία τελεσθήσεται» 64. Ο ίδιος ο Πατριάρχης μάλιστα είχε εξουσιοδοτήσει έναν από τους δύο ιερείς να εξομολογεί τους ασθενείς, «ἵνα μὴ καὶ τὸν ψυχικὸν τῷ ὄντι καὶ ὀλέθριον θάνατον θνήσκωσιν οὗτοι ἀνεξομολογήτως τῶν τῇδε μεθιστάμενοι» 65.

Οι ασθενείς με την σειρά τους όφειλαν να εκπληρώνουν και κάποιες πνευματικές υποχρεώσεις απέναντι στους ιδρυτές του ξενώνα, οι οποίοι είχαν προνοήσει γι' αυτούς μέσω του τυπικού. Οι ασθενείς οι οποίοι μπορούσαν να εκκλησιαστούν προσεύχονταν για τον αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνό, την σύζυγό του Ειρήνη σε κάθε λειτουργία καθώς και για τα υπόλοιπα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Ανήμερα του θανάτου των ιδρυτών οι ασθενείς, οι οποίοι είχαν αναρρώσει, προσέρχονταν στην εκκλησία της Θεοτόκου και μαζί με τους ιατρούς και το προσωπικό προσεύχονταν υπέρ των ψυχών τους με τον εξής τρόπο, «συνελεύσονται εἰς τὸν τῆς ὑπεραμώμου δεσποίνης καὶ Θεοτόκου ναὸν μετὰ καὶ τῶν δυναμένων μετακινεῖσθαι ἀρρώστων, ποιοῦντες λιτὴν καὶ ψάλλοντες τὸ Μνήσθητι Κύριε, ὡς ἀγαθὸς τῶν δούλων σου, καὶ τὸ Μετὰ τῶν ἁγίων ἀνάπαυσον καὶ τὸ Πρεσβεία θερμή, εἶθ' οὕτως ἵνα ποιῶσιν ἐκτενῆ δέησιν καὶ λέγωσιν τὸ Κύριε ἐλέησον τεσσαράκοντα καὶ τὸ Μακαρίσει ὁ Θεός τοὺς κτήτορας» 66.

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός επιθυμούσε όλοι οι ασθενείς να προσεύχονται υπέρ της σωτηρίας της ψυχής του διότι, όπως αναφέρει και στην εισαγωγή του τυπικού, τους θεωρούσε φίλους και πρέσβεις του Χριστού επί της γης οι οποίοι θα πρέσβευαν για τα σφάλματά του, «τούτους σοι πρέσβεις ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων πλημμελημάτων προσάγομεν, τούτοις τὴν σὴν εὐμένειαν ἐφελκόμεθα, διὰ τούτων παρακαλοῦμεν τὸ σὸν εὐσυμπάθητον» 67.

Η μονή Παντοκράτορος διέθετε επίσης νεκροταφείο το οποίο βρισκόταν στην μονή του Μηδικαρίου, όπου θάπτονταν οι αποβιώσαντες του νοσοκομείου και του γηροκομείου ασθενείς. Εκεί υπήρχε καθορισμένος χώρος ταφής των νεκρών, ώστε να μην αναγκάζονται οι υπεύθυνοι του ξενώνα να αναζητούν χώρο ταφής είτε έξω από την πόλη είτε στον ναό του αποστόλου Λουκά, «ἐπεὶ δὲ ἀπαραίτητόν ἐστι καὶ τὸ θάπτεσθαι τοὺς τελευτῶντας ἐν τε τῷ ξενῶνι καὶ τῷ γηροκομείῳ, ἀφιεροῦμεν λόγῳ ταφῆς αὐτῶν ἐν τῇ πέραθεν ἡμετέρα μονῇ τοῦ Μηδικαρίου» 68. Εκεί είχε κτιστεί ναός ενώ η περίβολος του νεκροταφείου οριζόταν με περιτείχισμα. Κάθε Παρασκευή το απόγευμα ο ιερέας τελούσε εσπερινό μαζί με ολονύκτια θεία λειτουργία αφιερωμένη στους κεκοιμημένους, «ἱερουργεῖτο δὲ ἐν τῷ αὐτῷ εὐκτηρίῳ ἱερεὺς μοναχὸς ἀπὸ τῶν ἐν τῇ μονῇ τοῦ Μηδικαρίου ἅπαξ τῆς ἐβδομάδος, τῇ ἀφορισμένῃ δηλονότι ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου λόγῳ τῶν προκεκοιμημένων ἁπάντων ἀδελφῶν· τῇ δὲ πρὸ ταύτης ἡμέρᾳ ἤτοι τῇ παρασκευῇ ψαλλέτω ἑσπερινὸν μετὰ παννυχίδος» 69. Τέλος οι άμεσες ανάγκες του ναού για κεριά, λιβάνι και λάδι καλύπτονταν από την μονή Παντοκράτορος, «διδόσθω δὲ πρὸς τὸ τοιοῦτον εὐκτήριον ἀπὸ τῆς κυρίας μονῆς τοῦ Παντοκράτορος καθ' ἕκαστον χρόνον λόγῳ φωταψίας αὐτοῦ κηρίου λίτρα δώδεκα, ἐλαίου μέτρον ἀννονικὸν ἓν πρὸς τῷ ἡμίσει, θυμιάματος λίτρα ἕξ, ὑπὲρ προσφορῶν καὶ νάματος σίτου μόδιοι μοναστηριακοὶ ἓξ καὶ οἴνου μέτρα ὅμοια ἕξ» 70.

 

Γηροκομείο

Το δεύτερο συγκρότημα που αναφέρεται στο τυπικό αφορά εκείνο του γηροκομείου. Για το γηροκομείο δεν αφιερώνεται ίδια έκταση σε σχέση με τις 442 σειρές του ξενώνα, αλλά μόνο 42. Στο γηροκομείο μπορούσαν να φιλοξενηθούν μέχρι και 24 ηλικιωμένοι, οι οποίοι ήσαν ανάπηροι, είτε από κάποιο ατύχημα είτε από κάποια ασθένεια ή λόγω προχωρημένης ηλικίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην τους, «ἔσονται γηροκομούμενοι ἐν αὐτῷ ἄνδρες εἰκοσιτέσσαρες, πάντες ἀνάπηροι καὶ χωλοὶ καὶ παρειμένοι καὶ ἄλλως καταπαθεῖς» 71. Το τυπικό απαγορεύει ρητώς σε οποιονδήποτε να εισάγει στο γηροκομείο άτομο το οποίο είναι καλά στην υγεία του και δύναται να εργαστεί. Για τον παραβάτη αυτών των διατάξεων διαβάζουμε, «μεγάλην γὰρ τὴν κατάκρισιν ἐπισείομεν αὐτῷ τε τῷ καθηγουμένῳ καὶ τοῖς λοιποῖς, εἰ τὴν τοιαύτην ἀκολουθίαν παραβῆναι ὅλως ἐπιχειρήσαιεν».

Σε αντίθεση με τον ξενώνα, όπου τον ανώτατο τίτλο έφερε κάποιος επαγγελματίας ιατρός, εδώ ο επικεφαλής του γηροκομείου ήταν μοναχός και έφερε τον τίτλο του γηροκόμου , «ἔσεται δὲ καὶ κατὰ καιροὺς γηροκόμος ἀπὸ τῶν ἐν τῇ μονῇ μοναχῶν ὁ τῶν πολλῶν εὐλαβέστερος, ὃς πᾶσαν ἐπιμέλειαν καὶ σπουδὴν ποιήσεται πρὸς τὸ ἐξυπηρετεῖσθαι καλῶς τοὺς γηροκομουμένους» 72. Εύλογα κανείς υποθέτει ότι εφόσον μιλούμε για μοναστικό χώρο ο γηροκόμος θα προσέφερε τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς.

Έξι υπηρέτες φρόντιζαν τους ηλικιωμένους οι οποίοι, εν αντιθέσει με τον γηροκόμο, πληρώνονταν για τις υπηρεσίες τους όπως όριζε το τυπικό, «οἱ δὲ ὑπηρέται τούτων ἓξ ὄντες λήψεται ἕκαστος ὑπὲρ ῥόγας ἀνὰ ὑπέρπυρα νομίσματα δύο, ἀνὰ σίτου μοδίους θαλασσίους εἴκοσι, ἀνὰ οἴνου μέτρα ὅμοια δεκαὲξ καὶ ὑπὲρ προσφαγίου ὀσπρίου μόδια θαλάσσια δύο καὶ τυροῦ λίτρας πεντήκοντα». 73 Στους ηλικιωμένους προσφερόταν ψωμί, κρασί, ξερά φασόλια, λάδι και τυρί, «λήψεται δὲ ἕκαστος τῶν γηροκομιτῶν ψωμία ἐτησίως μοδίων θαλασσίων εἴκοσιν, οἴνου μέτρα θαλάσσια δεκαοκτώ, ὀσπρίου μοδίους θαλασσίους δύο, τυροῦ λίτρας πεντήκοντα, ἐλαίου μέτρον θαλάσσιον ἕν» 74. Το τυπικό ορίζει, ακόμα, την παροχή ξύλων για θέρμανση τον χειμώνα και ενδύματα, ενώ σε μεγάλες εορτές προσφέρονταν δώρα, όπως συνέβαινε και με τους ασθενείς του νοσοκομείου. Ομοίως, και οι ηλικιωμένοι έκαναν δύο φορές την εβδομάδα μπάνιο στα λουτρά του ξενώνα, ενώ την Μεγάλη Πέμπτη προσφέρονταν δώρα «ἐπιδώσει αὐτοῖς μετὰ τὸν νιπτῆρα νομίσματα ὑπέρπυρα τρία, ἤγουν τοῖς ὀκτὼ νόμισμα ἕν» 75.

Τι συνέβαινε όμως σε περίπτωση που κάποιος απ' αυτούς τους ηλικιωμένους ασθενούσε; Αν κάποιος από τους ηλικιωμένους ή τους ανάπηρους είχε διαφορετική ασθένεια απ' αυτήν με την οποία εισήχθη στο γηροκομείο, τότε ο γηροκόμος ειδοποιούσε τον νοσοκόμο του ξενώνα, ο οποίος με την σειρά του έστελνε γιατρό ή κάποιον βοηθό ιατρού ώστε να αποφασίσει αν ο ασθενής έπρεπε να μεταφερθεί ή όχι στον ξενώνα, «εἰ δέ τινες τῶν γηροκομιτῶν ἀρρωστίᾳ τινὶ συσχεθῶσιν ἑτέρᾳ παρὰ τὴν νόσον δι' ἣν τοῦ γηροκομείου ἠξίωνται, ὁ τοῦ γηροκομείου πρεσβύτερος ὑπομνήσει τὸν τοῦ ξενῶνος νοσοκόμον καὶ δοθήσεται εἴδησις τῷ ἰατρείῳ καὶ ἐπιτρέψουσί τινι τῶν ἰατρῶν ἢ τῶν ὑπουργῶν ἐπιμεληθῆναι τοῦ νοσοῦντος» 76. Μόνο σε περίπτωση που η ασθένεια κρινόταν από το γιατρό ως βαριά γινόταν εισαγωγή στον ξενώνα μέχρι και την θεραπεία του ασθενούς, «εἰ δὲ βαρυτέρα ἡ νόσος διαγνωσθῇ, καὶ εἰς τὸν ξενῶνα ἀνακλιθήσεται καὶ τῆς δεούσης ἐπιμελείας καὶ ἰατρείας ἀξιωθήσεται καὶ αὖθις ἀναρρωσθεὶς εἰς τὸ γηροκομεῖον ἐπανελεύσεται». 77Σε περίπτωση εισαγωγής ακολουθείτο κανονικά το πρόγραμμα περίθαλψης, και ο ηλικιωμένος λάμβανε φροντίδα όμοια μ' εκείνην των ασθενών του ξενώνα. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ήταν διακριτός ο ρόλος των δύο ιδρυμάτων. Ο ξενώνας δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να λειτουργήσει ως οίκος περίθαλψης ηλικιωμένων παρά μόνο ως θεραπευτικό κέντρο.

Ένα άλλο άρθρο του τυπικού αφορά τους ασθενείς που πάσχουν από την λεγόμενη « 78ιερά νόσο ». Στην βιβλιογραφία πολλές φορές συναντούμε τον όρο « ιερά νόσος » να αναφέρεται στην επιληψία. Στους βυζαντινούς, όμως, συγγραφείς (ακόμη και στους ιατρούς-συγγραφείς, πλην σπανίων εξαιρέσεων) είναι η λέπρα και όχι η επιληψία, όπως στην αρχαιότητα. Λανθασμένα ορισμένοι μελετητές θεώρησαν την επιληψία ως ιερά νόσο στο Βυζάντιο 79. Το λεπροκομείο δεν ενωνόταν με τα υπόλοιπα ιδρύματα της μονής Παντοκράτορος, αλλά βρισκόταν σε ξεχωριστό μέρος, «ἐπεὶ δὲ καὶ ἀδελφούς τινας τῶν κατεχομένων τῇ ἱερᾷ νόσῳ ἐβουλόμεθα ἰδιαζόντως ἔν τινι τόπῳ ἀφιερῶσαι, διὰ τοῦτο πρὸς τὴν τοιαύτην οἰκονομίαν ἀπείδομεν, οἰκοδομῆσαι μὲν ἰδιαιτάτην κατοικίαν σύνεγγυς τῶν ἑτέρων τρικλίνων, ἐν οἷς οἱ ἀδελφοὶ νῦν διάγουσι, καὶ μάλιστα πλησιάζουσαν τῷ γηροκομείῳ τοῦ βασιλέως κυροῦ ‘Ρωμανοῦ» 80, κοντά στο γηροκομείο που ίδρυσε ο Ρωμανός Γ΄ Αργυρός 81,.

 

Επίλογος

Η μονή Παντοκράτορος αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδρύματος κλειστής νοσηλευτικής περίθαλψης του Μεσαίωνα. Τέτοια ιδρύματα συναντούμε ήδη από τον 4ο αιώνα, όπως την περίφημη Βασιλειάδα. Από τον 4 ο αιώνα μέχρι και τον 12 ο συντελέστηκαν πολλές αλλαγές στον χώρο της νοσοκομειακής περίθαλψης. Στην πρώιμη περίοδο της βυζαντινής ιατρικής τα νοσοκομεία βρίσκονταν υπό την επίβλεψη και διοίκηση των μοναχών. Μοναχοί προσέφεραν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους στο μέτρο πάντα των δυνατοτήτων τους, ενώ τα νοσοκομεία αποτελούσαν απλά μέρος σύνθετων ιδρυμάτων που περιελάμβαναν ξενώνες, λεπροκομεία, γηροκομεία καθώς και σπίτια όπου διέμεναν οι υπηρετούντες.

Τον 12 ο αιώνα η μονή Παντοκράτορος φέρει, αν όχι όλα, πολλά απ' αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Ιδρυμένο το νοσοκομείο πλέον, όχι από κάποιον μοναχό, αλλά από την ίδια την αυτοκρατορική οικογένεια εντάσσεται σ' ένα μοναστικό περιβάλλον διαθέτοντας εν πολλοίς την ανεξαρτησία του. Το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό παρείχε υψηλού επιπέδου ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες αντικαθιστώντας τους μοναχούς, οι οποίοι εργάζονταν αφιλοκερδώς στην Βασιλειάδα. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια αναπτύσσεται μία αυστηρή ιεραρχία η οποία δεν συναντάται στην Βασιλειάδα.

Παρατηρούμε ότι η στελέχωση του νοσοκομείου της μονής Παντοκράτορος με ιατρικό προσωπικό ήταν τέτοια που από αριθμητικής πλευράς θα ζήλευαν πολλά σύγχρονα νοσηλευτικά ιδρύματα. Εντυπωσιασμένοι από τον νοσοκομειακό κανονισμό της μονής Παντοκράτορος οι ιστορικοί Alexander Filipsborn, Herbert Hunger, Hans - George Beck και Δημήτριος Κωνσταντέλος αναγνωρίζουν την ανωτερότητα των βυζαντινών νοσοκομείων έναντι οποιουδήποτε άλλου ιδρύματος περίθαλψης στην Λατινική Δύση. Συγκεκριμένα, ο Ρώσος ιστορικός Peter Uspensky αναφέρει ότι το νοσοκομείο της μονής Παντοκράτορος είναι το συγκινητικότερο παράδειγμα που μας άφησε η ιστορία για τις ανθρωπιστικές αντιλήψεις της βυζαντινής κοινωνίας.


1βλ. T. S. Miller. «Byzantine Hospitals» DOP 38 , 1984, 53- 63.

2βλ. Γ. Πασπάτης, Βυζαντιναὶ μελέται τοπογραφικαὶ καὶ ἱστορικαί, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1877, σσ. 309- 312.

3βλ. P. Gautier. «Le typikon du Christ Sauver Pantokrator». Revue des Etudes Byzantines. 3 2. 1974. σσ. 1- 46.

4 Σχετικά με τις ταφές στο παρεκκλήσιο, βλ. Janin R. La Geographie Ecclesiastique de l' Empire Byzantin, τόμοι 1 : Le siege de Constantinople et le patriarcat oecumenique 3: Les eglises et les monasteres ( Paris 1953) σσ. 516-518 και Van Millingen, A, Byzantine Churches in Constantinople: Their History and Architecture ( London 1912), σελ. 219-240.

5βλ. όπως παραπάνω (στο εξής ο.π.) σημείωση 1 (στο εξής σημ.)

6βλ. E.H. Warmington. Diodorus of Sicily. The Loeb classical library, 14.71.

7βλ. P.R. Coleman- Norton. Palladii Dialogus De Vita S. Joannis Chrysostomi, 2014. κεφ. 32.

8βλ Patrologia Graeca. 31.1313.b-c.

9 “Nosocomium, id est locus venerabilis in quo aegroti homines curantur”, βλ. Gustavus Haenel. Iuliani, Epitome Latina Novellarum Iustiniani, Osnabruck 1965. κεφ 31.

10« Νοσοκομεῖον. ὁ ξενὼν, ἵνα ᾖ τὸ νόσον ἔχειν ἀντὶ τοῦ πάθους ἢ ἔθος τι ἔχειν νοουμένης τῆς νόσου ἀντὶ οὐδετέρου τοῦδέ τινος ». βλ. Immanuelis Bekkeri, Suidae Lexicon, Berolini 1854.

11βλ. ο.π. σημ 1. σσ. 93 στ. 1065.

12 Το έγγραφο αυτό αναφέρεται στο δημόσιο νοσοκομείο του Αγ. Παντελεήμονος ως ξενώνα και στο νοσηλευτήριο των μοναχών της Λαύρας ως νοσοκομείον. βλ. Actes de Lavra, III. no 123, σσ. 20- 26 De 1329 ὰ 1500, έκδ. Paul Lemerle et al., Archives de l' Athos, Paris: P. Lethielleux, 1979.

13βλ. Euripides in four volumes (Ion- Hippolytus- Medea- Alcestis), London: William Heinemann- New York G.P. Putnam' s sons, LOEB, London 1912. στίχοι 543-48.

14βλ. T. E. Page. Josephus III, The Jewish War Books IV- VII, London: William Heinemann- Harvard University Press. LOEB, London 1923. (5.4.177-78). σσ. 252.

15βλ. Hesychii Alexandrini Lexicon post Ioannem Albertum recensuit Mauricius.Schmidt I-V, Jena: in Sumptibus Frederici Maukii 1863.

16 βλ. J. T. Milik. Topographie de Jerusalem vers la fin de l' époque byzantine. Beyrouth: impr. Catholique, [Melanges de l'Université Saint Joseph 37]. 1961. σσ. 103.

17βλ. ο. π. σημ. 8.

18βλ. Miracula S. Artemii, Ἀθανάσιος Παπαδόπουλος Κεραμεύς, [Varia graeca sacra], St Petersburg1909, σσ, 1-75.

19βλ T. S. Miller. Ἡ γέννησις τοῦ νοσοκομείου στὴν Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ( ἀπόδ. Ν. Κελέρμενος, Ἱερὰ Μητρόπολις Θηβῶν καὶ Λεβαδείας ), ἐκδόσεις Βήτα, Ἀθήνα 1998. σσ. 57.

20βλ. Αρχεία Ιατρικής και Βιολογίας, έτος 15 Φεβρουαρίου 1920. σσ. 44-51.

21βλ. Α. ʼ Ορλάνδου, « ʽ Η ἀναπαράστασις τοῦ ξενώνος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μονῆς τοῦ Παντοκράτορος», ΕΕΒΣ 17 , 1941, σσ. 198 -207.

22 βλ. ο.π. σημ. 1. σσ. 91 στ. 1051- 1053

23 βλ. ο.π. σημ. 1 σσ. 105 στ. 1296- 1298.

24 βλ. ο.π. σημ. 15 σσ. 207.

25 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 109. στ. 1364- 1367

26 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 83. στ. 904- 906

27 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 83. στ. 907- 908

28 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 83. στ. 908- 910

βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 83. στ. 910

30 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 83. στ 911

31 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 85. στ 914- 916

32 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 85. στ 921

33 βλ. ο. π. σημ. 17.σσ. 289.

34 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 83. στ. 930- 934

35 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ 85. στ. 925- 930

36 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 85. στ. 934- 936

37 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 91. στ. 1051- 1053

38 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 91- 93. στ. 1053- 1056

39 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 91. στ. 1035- 1044

40 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 91. στ.1047- 1050

41 Ένα τραχύ νόμισμα ισοδυναμούσε με το 1/48 της αξίας του καθιερωμένου χρυσού νομίσματος. βλ. A. Laiou. The economic History of Byzantium. From the Seventh through the Fifteenth Century. vol. 39. DOP. Washington 2002. p. 816

42βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 91. στ.1044- 1045

43βλ. ο. π. σημ. 27. σσ. 19.

44 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 91. στ. 1047

45 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 85. στ. 937- 938

46 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 107. στ.1305- 1308

47 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 85-87, στ 947- 951

48 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 87, στ 951- 953

49 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 93 στ 1063-1065

50 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ..105 στ. 1296- 1298

51 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 113 στ. 1427- 1430

52 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 113 στ. 1414- 1420

53 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 113 στ. 1425- 1427

54 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ..87 στ. 980- 983

55 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 87, στ. 983- 985

56 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 101, στ. 1195- 1197

57βλ. Ioannis Tzetzae epistulae / recensuit Petrus A.M. Leone, εκδ. Leipzig Teubner 1972, 81 η επιστολήσσ 121.

58βλ. Wolfram – Horandner. Theodoros Prodromos: Historische Gedichte. εκδ. Wien: Osterreichische, Akademie der Wissenschaften 1974, 46 ο ποίημα, σσ. 432.

59βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 93- 95. στ. 1082- 1091

60 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 95. στ. 1092- 1098

61 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 97. στ. 1120- 1122.

62 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 105,στ. 1292- 1293

63 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 99,στ. 1154- 1156

64 βλ. ο. π σημ. 1. σσ. 99,στ. 1158

65 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 89,στ. 1003- 1005

66 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 89,στ. 1011- 1017

67 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 31,στ. 39- 41

68 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 107,στ. 1324- 1329

69 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 107,στ. 1334- 1336

70 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 107,στ. 1337- 1339

71 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 109 στ 1347- 1349

72 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 109 στ 1354- 1355

73 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 111 στ 1379- 1381

74 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 111 στ 1386- 1389

75 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 109 στ 1354- 1358

76 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 111 στ 1384- 1385

77 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 111 στ 1370-1374

78 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 111 στ 1375- 1378

79 βλ. Ι. Γ. Λασκαράτος, Ιστορία της Ιατρικής, εκδ. Πασχαλίδης, Αθήνα 2012 σελ 455.

80 βλ. ο. π. σημ. 1. σσ. 111 στ 1398- 1400

81 Οι φιλανθρωπικές πράξεις του Ρωμανού Γ΄ Αργυρού εξυμνούνται από τον Γ. Κεδρηνό στο έργο Σύνοψις ‘Ιστοριῶν . βλ.Georgii Cedreni, Historiarum Compendium, εκδ. Immanuel Bekkeri, τ. 2 ος, CSHB, 1838-39. ΙΙ,504

 

 

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω: