ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Ιδεολογικές προϋποθέσεις οργάνωσης της Θρησκευτικής Υπηρεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων

Πρωτοπρεσβύτερος Νεκτάριος Μαρκάκης
Στρατιωτικός Ιερεύς - Th. M.

Η δημιουργία Θρησκευτικής Υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις του νέου Ελληνικού κράτους και η κατοχύρωση της παρουσίας ιερέων στο στρατό, οφείλονται στις ενέργειες του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια (1776 - 1831), οι οποίες απέρρεαν από τη βαθειά ευσέβειά του (1). Η παρουσία ιερέων στο στρατό είχε σκοπό να εμπνεύσει στο στράτευμα την Ορθόδοξη Πίστη. Ο Καποδίστριας σεβόταν την Παράδοση της Εκκλησίας, τους Ιερούς Κανόνες (2) και είχε πρόθεση να οργανώσει μια Θρησκευτική Υπηρεσία σε αμιγώς εκκλησιαστικές βάσεις. Ένα τέτοιο έργο προερχόταν από «την προσήλωσή του στην αξία της συνεπούς λατρευτικής και μυστηριακής ζωής» (3). Ο σεβασμός του κυβερνήτου προς την ιερωσύνη διακρίνεται από την αναφορά του σε επιστολή του, για την εκπλήρωση των «χρεών» της ιεράς ημών Πίστεως (4), και από την επισήμανση της πιστής τήρησης των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας από τους Ευέλπιδες (5).

Παρόλο που η Θρησκευτική Υπηρεσία δημιουργείται από τον Καποδίστρια, τελικώς οργανώνεται από το ρωμαιοκαθολικό βασιλέα Όθωνα (6) (1833-1862) και τους βαυαρούς αντιβασιλείς, ιδιαιτέρως τον προτεστάντη και γιο πάστορα (7) Μάουερ και συμπίπτει χρονικά με την αυτονόμηση της Εκκλησίας της Ελλάδος την οποία επέβαλαν οι Βαυαροί αντιβασιλείς. Έως την εποχή εκείνη, οι εκκλησιαστικές επαρχίες του νέου ελληνικού κράτους υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (8). Το 1833 ο Μάουερ και ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης (9), εξέδωσαν μια Διακήρυξη - Καταστατικό χάρτη «Περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» (10). Η επέμβαση της κοσμικής εξουσίας (11) δημιούργησε μια αντικανονική (12) αυτοκέφαλη κρατική Εκκλησία με «πραξικοπηματική απόσπαση» (13), η οργάνωση της οποίας στηρίχθηκε σε εκκοσμικευμένα δυτικά προτεσταντικά πρότυπα και μοντέλα (14). Αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία ήταν απαραίτητη, σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας, για την ανακήρυξη (15).

Σύμφωνα με τον καταστατικό χάρτη του 1833, η Εκκλησία της Ελλάδος είχε αρχηγό τον Βασιλέα (16). Της Συνόδου προήδρευε Βασιλικός Επίτροπος και όλα τα μέλη της Συνόδου διοριζόταν από τον Βασιλέα και την κυβέρνηση (17). Για να έχουν κύρος οι αποφάσεις της Συνόδου, έπρεπε να εγκρίνονται από την υπέρτατη εξουσία του κράτους (18). Η κυβέρνηση μπορούσε να απαγορεύσει αποφάσεις της Συνόδου με κρατικά διατάγματα (19). Με την πράξη αυτή «ο Φαρμακίδης ως εκφραστής της δυτικής αντίληψης, προώθησε την υποδούλωση της Εκκλησίας στην πολιτεία» (20). Έτσι η Εκκλησία της Ελλάδος κατέστη ένα κρατικό σωματείο, υποταγμένο όργανο του κράτους (21), σύμφωνα με τις πολιτειοκρατικές (22) αντιλήψεις του Φαρμακίδη και του Μάουερ (23). Κεφαλή της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος τοποθετήθηκε ο ετερόδοξος Όθωνας, η Εκκλησία έγινε δημόσια υπηρεσία (24), η Ιερά Σύνοδος μεταβλήθηκε σε σωματειακό διοικητικό συμβούλιο (25) και οι Ιερείς έγιναν υπάλληλοι του κράτους (26). Ο Μοναχός Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος η Παπουλάκος (1770-1861) διαμαρτυρήθηκε για την αλλοτρίωση που επέφερε η βαυαροκρατία στον ορθόδοξο κλήρο και «καταγγέλει τον υπαλληλοποιημένο κλήρο» (27). Το διάταγμα του 1833 χαρακτηρίζεται ως «όλως ξένον προς τους κανόνας της ορθοδόξου Εκκλησίας, προς τας παραδόσεις αυτής και το ιστορικόν παρελθόν» (28). Συνεπώς, «Η Εκκλησία, η περιέχουσα το Γένος, έγινε κρατική υπηρεσ ία» (29). Η αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ελλάδος και η διοικητική της οργάνωση, στηρίχθηκαν σε εκκοσμικευμένα δυτικά προτεσταντικά μοντέλα, με σκοπό την υποδούλωση της Εκκλησίας στο κράτος, αλλοιώνοντας έτσι την ορθόδοξη εκκλησιολογία, καταστρατηγώντας τους εκκλησιαστικούς Κανόνες και περιφρονώντας τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (30). Έτσι επικράτησε η αρχή «cujus regio , ejus religio» (31).

Η εκδυτικοποίηση και εκκοσμίκευση της Ελλαδικής Εκκλησίας επηρέασε τη λειτουργική της τάξη. Η μορφή ναοδομίας αλλοιώθηκε. Οικοδομήθηκαν νέοι Ναοί άσχετοι από τα βυζαντινά πρότυπα (32), σε μια «αθεολόγητη και απλώς διακοσμητική αρχιτεκτονική» (33). Τα μέσα λατρείας μετατράπηκαν σε διακοσμητικά στοιχεία (34). Σε κάποιους Ιερούς Ναούς αγιογραφήθηκαν εικόνες δυτικής τέχνης και εισήχθησαν μουσικά όργανα. Ορισμένοι θεολόγοι επηρεάσθηκαν από τη σχολαστική θεολογία και το δυτικό ευσεβισμό (35) και συγκροτήθηκαν εκκλησιαστικές ομάδες στα προτεσταντικά πρότυπα, οργανωμένες ανεξάρτητα από τις μητροπολιτικές επαρχίες και τις ενορίες. Την εποχή αυτή διαδραματίσθηκε η αλλοίωση της εκκλησιαστικής τέχνης, η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού βίου και η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας (36).

Το μάθημα των θρησκευτικών αποσκοπούσε πλέον στη διαμόρφωση ηθικών και νομοταγών πολιτών (37). Η ηθική διαπαιδαγώγηση αντικατέστησε τη μυστηριακή προοπτική της Ορθόδοξης Κατήχησης. Έτσι «η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως ένα όχημα ηθικής αγωγής» (38). Η «Θρησκευτική Αγωγή» ως όρος, φορτίστηκε από τον προτεσταντικό ευσεβισμό και το δυτικό ηθικισμό. Αυτά συνέβησαν σε μια εποχή όπου όλες οι κρατικές δομές υπέστησαν βίαιο προσανατολισμό στα δυτικά πρότυπα ( 39).

Η Εκκλησία της Ελλάδος ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το Συνοδικό τόμο του 1850 (40), το Οποίο προσπάθησε να την καταστήσει ελεύθερη από κάθε κοσμική εξουσία (41), αλλά δεν απεγκλωβίστηκε πλήρως από τη δυτική αντίληψη της πολιτειοκρατίας (42). Με τον Καταστατικό Χάρτη του 1977 (43) έγινε προσπάθεια αποκατάστασης της διοικητικής Της δομής στα ορθόδοξα πλαίσια (44). Τελικώς όμως «Η Εκκλησία και πάλι βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Πολιτείας» (45), ως κατάλοιπο της βαυαρικής επιρροής (46). Σήμερα, η Εκκλησία της Ελλάδος χαρακτηρίζεται ως Ν.Π.Δ.Δ. (47) και οι κληρικοί ως υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ. (48).

Η Θρησκευτική Υπηρεσία οργανώθηκε την εποχή της αυτονομήσεως και κρατικοποιήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε εποχή όπου η Εκκλησία και ο Στρατός οργανώθηκαν στα δυτικά πρότυπα (49). Τα διατάγματα της εποχής αποτυπώνουν την προτεσταντίζουσα βαυαρική επίδραση. Στο διάταγμα του 1836 (τρία χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα) γίνεται μνεία για θεσμοθέτηση ιερέα σε κάθε τάγμα (50) χωρίς σαφείς οδηγίες για την αποστολή των ιερέων στο στράτευμα. Το Μάρτιο του 1837 εκδίδονται οδηγίες από την Ιερά Σύνοδο για τους πρεσβυτέρους που υπηρετούν στο Βασιλικό Στρατό (51), οι οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται στα επόμενα βασιλικά διατάγματα που ρυθμίζουν την αποστολή των ιερέων στο στρατό. Ο όρος «Στρατιωτικός Ιερεύς» παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο διάταγμα του 1838 (52), με απώτερο σκοπό την υπαλληλική ένταξη της ιερωσύνης στο στράτευμα. Πέντε έτη αργότερα, το 1843, οι «Στρατιωτικοί Ιερείς» οργανώνονται στην «Υπηρεσία της Θρησκείας» (53), μια ονομασία που περιέχει όρους, ξένους προς την Ορθόδοξη παράδοση. Ο όρος «Υπηρεσία» προβάλλει την υπαλληλική αντίληψη για τους Στρατιωτικούς Ιερείς και ο όρος «θρησκεία» αποτυπώνει τη δυτική θρησκευτική νοοτροπία (54). Η «Υπηρεσία της Θρησκείας» εντάχθηκε στο στρατιωτικό διοικητικό οργανόγραμμα, όπως οι υπόλοιπες στρατιωτικές υπηρεσίες (55) και απομακρύνθηκε από τις εκκλησιαστικές δομές (56), αποξενωμένη από τη θεσμική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το 1853 οι Στρατιωτικοί Ιερείς εντάχθηκαν στους στρατιωτικούς βαθμούς (57), ανεξάρτητα από το βαθμό ιερωσύνης.

Όσα διατάγματα εκδόθηκαν στη συνέχεια, στηρίχθηκαν στις βαυαρικές διατάξεις. Η ορθόδοξη Θεία Λειτουργία συνοδεύτηκε με παιανισμούς εμβατηρίων (1889) (58), οι Ιερείς υποτάχθηκαν στις διαταγές των συνταγματαρχών, χαρακτηρίστηκαν «στρατιωτικοί υπάλληλοι» (1901) (59), η ιερατική αποστολή τέθηκε υπό τη διαταγή του συνταγματάρχου (60) και η στρατιωτική αρχή καθόριζε τη δικαιοδοσία των Στρατιωτικών Ιερέων (61). Ο διορισμός και η παύση των Στρατιωτικών Ιερέων οριζόταν με βασιλικό διάταγμα σύμφωνα με διάταγμα του 1904, χωρίς τον ενεργό ρόλο της Εκκλησίας (62). Σε μεταγενέστερο διάταγμα «Περί Θρησκευτικής Υπηρεσίας του Στρατού» (1911) τονίζεται η απαγόρευση τελέσεως ιερατικών καθηκόντων εκτός στρατού (63). Όλα τα διατάγματα που αφορούσαν τη Θρησκευτική Υπηρεσία είχαν επηρεασθεί από τα βαυαρικά προτεσταντικά πρότυπα (64). Η «Θρησκευτική Αγωγή Στρατεύματος» η «Θρησκευτική και Ηθική Διαπαιδαγώγηση», ακολουθούσε κι εκείνη τη δυτική νοοτροπία έως το 1969 (65), όπου αρχίζει να φαίνεται τάση απαλλαγής από το βαυαρικό παρελθόν.

Στα νεότερα χρόνια, τα νομοθετικά διατάγματα που αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς, αναφέρονται μόνο στα υπαλληλικά προσόντα και περιορίζονται στη διαδικασία κατατάξεως. Το Βασιλικό Διάταγμα του 1946 (66) και το Νομοθετικό Διάταγμα του 1973 (67), εκφράζουν μια ιερωσύνη υπό περιορισμό. «Οι στρατιωτικοί ιερείς δεν δύνανται να ασκούν εκτός των Ενόπλων Δυνάμεων την εκ της ιερωσύνης των ως κληρικών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, απορρέουσαν εξουσίαν τελέσεως των μυστηρίων και λοιπών ιεροπραξιών...» (68). Η διατύπωση αυτή στερεί στους Στρατιωτικούς Ιερείς την αμεσότητα με την εκκλησιαστική τους ιεραρχία. Η θεσμοθέτηση Αρχιερέως Ενόπλων Δυνάμεων (69), απομάκρυνε περισσότερο τους Στρατιωτικούς Ιερείς από τον τοπικό επίσκοπο και τις παραδοσιακές εκκλησιαστικές δομές.

Στη σημερινή εποχή, η αποστολή των Στρατιωτικών Ιερέων στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι σημαντική και οφείλει να ακολουθεί τα ορθόδοξα πρότυπα της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, έχει την αρχή της στον Ιησού Χριστό (70) και δεν ανήκει σε καμία κοσμική εξουσία (71). Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διαχωρίζει τις αρμοδιότητες λέγοντας ότι «Βασιλέων εστίν η πολιτική ευπραξία, η δε εκκλησιαστική κατάστασις ποιμένων και διδασκάλων» (72). Αυτή η αντίληψη στηρίζεται στη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης: «απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (73) και «πειθαρχείν δει Θεω μάλλον ή ανθρώποις» (74). Η επιβολή της πολιτείας στην Εκκλησία αντιτίθεται στην Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και στα ελληνικά έθιμα (75). Δυστυχώς όμως έχουν διατηρηθεί στη Θρησκευτική Υπηρεσία, κατάλοιπα των ιδεολογικών αντιλήψεων της προτεσταντικής Βαυαροκρατίας, όπως η διαδικασία τοποθέτησης των Στρατιωτικών Ιερέων δίχως διοριστήριο του Αρχιερέως και μόνο με στρατιωτική διαταγή (76), η τοποθέτηση σε γραφείο και όχι σε Ιερό Ναό κ.λ. Η ιερωσύνη βέβαια, δεν έχει σκοπό να αψηφήσει τις στρατιωτικές δομές. Όμως, αυτές οφείλουν να προσαρμόζονται στις εκκλησιαστικές, όταν αφορούν εκκλησιαστικά θέματα, Ιερείς και Ιερούς Ναούς. Οι στρατιωτικοί κανονισμοί στερούν τη διοικητική δικαιοδοσία των Στρατιωτικών Ιερέων στη διαχείριση των Στρατιωτικών Ιερών Ναών, αφού η δικαιοδοσία αυτή έχει περιέλθει στο διοικητή (77). Όμως, η αντικατάσταση του Ιερέα από μη κληρικό στη δικαιοδοσία των Ιερών Ναών, συνιστά προτεσταντισμό. Ασυμβίβαστο με την ιερωσύνη, είναι επίσης η υπαγωγή των Στρατιωτικών Ιερέων σε διοικητές που δεν είναι ορθόδοξοι, που είναι αιρετικοί η άθεοι. Η νομοθεσία δεν αφήνει περιθώρια αρμοδιότητας της Εκκλησίας επί της Θρησκευτικής Υπηρεσίας και των κατά τόπους Αρχιερέων επί των Στρατιωτικών Ιερεών (78). Όμως ο ιερεύς δεν μπορεί να κηδεμονεύεται από μη εκκλησιαστικές διοικητικές δομές. Οι Στρατιωτικοί Ιερείς ως Σώμα, υπάγονται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όμως τοποθετούνται και σε επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Κρήτη - Δωδεκάνησα) χωρίς τη συγκατάθεσή Του.

Ως βασική αποστολή του Στρατιωτικού Ιερέως ορίζεται η «Θρησκευτική Αγωγή» ή αλλιώς «Χριστιανική και Ηθική Διαπαιδαγώγηση» (79). Έτσι, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την Αγία Τράπεζα στο ηθικιστικό κήρυγμα (80), στα πρότυπα των προτεσταντών παστόρων και στερείται του ορθόδοξου λατρευτικού προσανατολισμού.

Ο όρος «Στρατιωτικός Ιερεύς» (81) ανάγεται στο Ρωμαιοκαθολικισμό (82). Υπάρχει η άποψη ότι οι Στρατιωτικοί Ιερείς οφείλουν να είναι «Στρατιωτικοποιημένοι». Όμως «η άποψη αύτή, αν δεν είναι αφελής, θεωρούμε ότι πηγάζει από μια στρεβλή και επιδερμική αντίληψη περί του ρόλου και της αποστολής των κληρικών της Εκκλησίας στο Στράτευμα, που μεταλλάσσει, τελικώς, τον κληρικό σε καρικατούρα Αξιωματικού» (83). Ο Στρατιωτικός Ιερέας δεν διαφέρει σε τίποτα από τους λοιπούς κληρικούς της Εκκλησίας, γι αυτό το λόγο και δεν φέρει στρατιωτικά διακριτικά, αλλά την περιβολή του κάθε Ορθοδόξου κληρικού (84).

Οι Στρατιωτικοί Ιερείς φέρουν βαθμό αξιωματικού. Στο παρελθόν έγιναν απόπειρες

αναπροσαρμογής των βαθμών με αντίστοιχους ιερατικούς, «Πρωθιερεύς» και «Ιερεύς» (85), αλλά τελικώς δεν επικράτησε αυτή η τακτική (86). Σήμερα έχουν επικρατήσει οι στρατιωτικοί βαθμοί στους Ιερείς των ΕΔ και ο χαρακτηρισμός «Στρατιωτικοί Ιερείς». «Ο χαρακτηρισμός των ιερέων στο στράτευμα ως “στρατιωτικών”, ο οποίος έχει παγιωθεί ως terminus technicus , δεν μπορεί να νοείται ως προσδιοριστικός μιας ιδιαίτερης, δήθεν “στρατιωτικής ιερωσύνης”, θεραπαινίδας κάποιου κρατικού θεσμού, ή πολύ χειρότερα μιας “κρατικής” Ιδεολογίας, αλλά ως δηλωτικός μόνον του ιδιαιτέρου χώρου της ποιμαντικής διακονίας των συγκεκριμένων ιερέων, που είναι τα στρατευμένα μέλη της Εκκλησίας» (87).

Σύμφωνα με την ορθόδοξη Εκκλησία, ο ιερεύς δεν μπορεί να είναι υπάλληλος (88), η ιερωσύνη δε μπορεί να είναι ένα επάγγελμα (89), δεν μπορεί να αποσκοπεί μόνο στην παροχή ψυχολογικής υποστήριξης και στην κοινωνική πρόνοια (90). Ένα τέτοιο σχήμα κληρικού «είναι πραγματικά άχαρο και ξένο για την Ορθοδοξία. Δυτικίζει στο σύνολό του» (91). Η αποστολή της Ορθοδόξου ιερωσύνης στο στράτευμα οφείλει να είναι συνέχεια της αποστολικής παραδόσεως. «Η αποστολική παράδοση δεν είναι, όπως νομίζεται, ενα συγκροτημένο σύστημα διδασκαλίας της χριστιανικής πίστεως, άλλά είναι μία μαρτυρία της έμπειρίας της πίστεως, η οποία συγκεφαλαιώνεται με τη μετοχή των πιστών στη βεβαία ευχαριστία (δηλ. τη Θεία Λειτουργία) της Εκκλησίας» (92). Κέντρο της ορθόδοξης πίστεως είναι η Θεία Λειτουργία. Για να μη στερηθούν τα εκστρατευτικά σώματα τη Θεία Λειτουργία, όταν απομακρύνονται από τους Ιερούς Ναούς των ενοριών τους, τους δόθηκε ως έκτακτη λύση η συνοδεία ιερέως μαζί με φορητή Αγία Τράπεζα (93). Αυτό ισχύει ως μία έκτακτη κατάσταση για τους στρατιωτικούς χώρους τους απομακρυσμένους από τις ενορίες. Δεν μπορεί όμως αυτή η έκτακτη κατάσταση να θεωρηθεί ως μόνιμη. «Όπου ύπάρχει “θείος ναός” και λειτουργεί η Τράπεζα του Κυρίου, εκεί οι στρατευμένοι πιστοί δεν έχουν ανάγκη ίδίου θυσιαστηρίου και ιδίου ιερατείου, γιατί καλύπτονται άπό τις δομές της τοπικής έκκλησίας» (94). Η στρατιωτική ιερωσύνη προϋποθέτει τη συναίνεση του τοπικού επισκόπου, διαφορετικά «είναι κατακριτέα ως ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση και πράξη» (95).

Η Ορθόδοξη Θρησκευτική Υπηρεσία των Ενόπλων Δυνάμεων οφείλει να αποτινάξει κάθε δυτικό και εκκοσμικευμένο στοιχείο που εισχώρησε στη δομή και οργάνωσή της. Το ζητούμενο δεν είναι μια διοικητική αναβάθμιση της Θρησκευτικής Υπηρεσίας, αλλά η ριζική αναθεώρηση και «μεταρρύθμιση» (96) που θα την απαλλάξει από τη μορφή σωματείου και κρατικής υπηρεσίας και θα την οδηγήσει ξανά στις ορθόδοξες εκκλησιαστικές δομές. Δεν απαιτείται η αντικατάσταση των όρων «θρησκευτική Υπηρεσία» ή «Σώμα Στρατιωτικών Ιερέων», αλλά η αναθεώρηση του περιεχομένου τους.

Η αναθεώρηση μπορεί να σχεδιαστεί από την Εκκλησία σε συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις, στα πρότυπα της ενοριακής δομής σύμφωνα με την Εκκλησιαστική Παράδοση και τους Κανόνες της Εκκλησίας. Βασική προϋπόθεση για την ενότητα της Εκκλησίας είναι η σύνδεση με τον Επίσκοπο (97). Τίποτε δεν μπορεί να επιτελεσθεί στην Εκκλησία χωρίς την υπαγωγή στον επίσκοπο. Η προοπτική του σχεδιασμού οφείλει να συμπεριλαμβάνει την αμεσότητα με τον επίσκοπο (98). Κανένας διοικητικός θεσμός δεν μπορεί να παρεμβάλλεται ανάμεσα στον επίσκοπο και στον ιερέα.

Ο Ιερός Ναός να καταστεί κεντρικό σημείο αναφοράς για κάθε Στρατιωτικό Ιερέα και να λειτουργεί σύμφωνα με τις ορθόδοξες ενοριακές δομές. Θα μπορούσαν να οργανωθούν οι στρατιωτικοί οικισμοί με τους Ναούς τους ως ενορίες. Έτσι, ο Ιερέας δεν θα είναι της τάδε Μονάδος, αλλά του τάδε Ιερού Ναού και από εκεί θα εκτείνεται η αποστολή του στα στρατόπεδα. Τα γραφεία Στρατιωτικών Ιερέων οφείλουν να λειτουργούν μόνο ως προσκτίσματα του Ιερού Ναού, ανεξάρτητα από επιτελική και υπηρεσιακή μορφή και να προέχει το ποιμαντικό, το διακονικό, το πνευματικό έργο (99).

Για την οργανωτική ανανέωση των Στρατιωτικών Ιερέων οφείλουμε να εμπνευσθούμε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (100), το Οποίο δεν λειτουργεί σύμφωνα με υπηρεσιακές κρατικές δομές, αφού εδρεύει σε χώρο άφιλο για την Ορθοδοξία, αλλά επειδή είναι το πρότυπο των ορθοδόξων εκκλησιαστικών δομών, ακτινοβολεί την Ορθοδοξία σε οικουμενική εμβέλεια και αναγνωρίζεται διεθνώς.

Το Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων οφείλει να επαναπροσδιοριστεί στις Ορθόδοξες δομές, στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, στην Εκκλησιαστική Παράδοση, στη λειτουργική εμπειρία και τους Κανόνες της Εκκλησίας (101), εμπνεόμενο από τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης: «Μη συσχηματίζεσθαι τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθαι» (102), απαλλαγμένο από τις δυτικές ιδεολογικές προϋποθέσεις στις οποίες συστάθηκε. Μια αναθεώρηση σε σωστές εκκλησιολογικές βάσεις δεν μπορεί να ενδιαφέρεται μόνο για την νομική αποκατάσταση, αλλά να διακατέχεται και από την αγάπη, την «αγάπη εν αληθεία», τον τρόπο συνύπαρξης αλήθειας και αγάπης. Έτσι θα ενισχυθεί η προσδοκία για την ανανέωση του Σώματος των Στρατιωτικών ιερέων επάνω στις ορθόδοξες Εκκλησιαστικές δομές, με την πεποίθηση ότι δια της αγάπης, ο Θεός θα συνεργήσει στο αγαθό, αφού «τοις άγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις άγαθόν» (103).


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης, Θρησκευτικοί Λειτουργοί στο Στράτευμα δια μέσου των Αιώνων , Αθήνα 2010, σ. 525. - Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεότερη Ελλάδα , εκδ. Δόμος, Αθήνα 2006, σ. 248.

(2) Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Καποδίστριας και η Εκκλησιαστική του Πολιτική , Αθήνα 1996, σ. 25, 28 - 29. - Γεώργιος Μεταλληνός Πρωτοπρεσβύτερος, Σύγχυση Πρόκληση Αφύπνιση , εκδ. Αρμός, Αθήνα 2004, σ. 95 - 96 κ 236. - Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 248.

(3) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης, Θρησκευτικοί Λειτουργοί.., σ. 527.

(4) Οπ. π., σ. 528.

(5) Οπ. π., σ. 526.

(6) Ιωάννης Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τομ. Β΄, Θεσσαλονίκη, σ. 677.

(7) Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεότερη Ελλάδα , σ. 251-252.

(8) Ήδη από το έτος 732. Βλ. Γ. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος , τομ. Β', Αθήνα 1970, σ. 10 κ. εξ.

(9) Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Καποδίστριας .., σ. 39 - 50.

(10) Φ.Ε.Κ. 23/1 Αυγούστου 1833.

(11) Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Η Ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η Θέσις των Μητροπόλεων των “ΝέωνΧωρών ” (1928), Αθήνα 1995, σ. 22 - 23.

(12) Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Η Ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου .., σ. 13. - Παναγιώτης Χριστινάκης, Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο , τ. Β2, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1995, σ. 171 κ 174.

(13) Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία ; εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1988, σ. 347, υποσημ. 178. - Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 269.

(14) Ιωάννης Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία , σ. 677. - Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία ;, σ. 347, υποσημ. 178.

(15) Βλ. Κανόνα 17 και 18 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Ο Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος αναφέρει ότι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο «βάσει του ειδικού Κανόνος της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, έχει το άποκλειστικόν προνόμιον όχι να αναγνωρίζη ως έσφαλμένως γράφουν ορισμένοι, αλλά να άνακηρύση μίαν Τοπικήν Εκκλησίαν εις Αυτοκέφαλον». Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία ; σ. 62 - 63, υποσημ. 27β. - Βασίλειος Σταυρίδης, Συνοπτική Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου , ΠΙΠΜ, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 70. - Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Η Ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου. ., σ. 17.

(16) Καταστατικός Χάρτης 1833, άρθρο 1 κ 2.

(17) Οπ. π., άρθρο 3, 6 κ 7.

(18) Οπ. π., άρθρο 9.

(19) Οπ. π., άρθρο 13.

(20) Ανδρέας Νανάκης Αρχιμανδρίτης (νυν Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου), Εκκλησία Γένος Ελληνισμός , εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1993, σ. 35.

(21) Γεώργιος Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ηθική , εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 371.

(22) Νίκος Ζαχαρόπουλος, Ιστορία των Σχέσεων Εκκλησίας - Πολιτείας στην Ελλάδα , τ.Α', εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 72 κ. εξ.

(23) Ανδρέας Νανάκης Αρχιμανδρίτης, Εκκλησία.., σ. 35. - Παναγιώτης Χριστινάκης, Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο , σ. 173 - 174, υποσημ. 12.

(24) Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 271. - Εμμανουήλ Περσελής, Χριστιανική Αγωγή και Σύγχρονος Κόσμος , εκδ. Αρμός, Αθήνα 1994, σ. 30 «Επιπλέον, το 1833 η Εκκλησία κάτω από την πίεση του αντιβασιλέα Μάουερ... αποσπάσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και έγινε αυτοκέφαλη. Ως συνέπεια αυτού, η Εκκλησία υποτάχθηκε εντελώς στον κρατικό έλεγχο».

(25) Ανδρεας Νανάκης Αρχιμανδρίτης, Εκκλησία .., σ. 35 - 36.

(26) Βλ. Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία; , σ. 345.

(27) Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 291.

(28) Βλ. το κείμενο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου στο: Ανδρέας Νανάκης Αρχιμανδρίτης, Εκκλησία.., σ. 36.

(29) Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, Κήρυγμα στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης , Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012.

(30) Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Η Ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου .., σ. 13.

(31) «Σε όποιον ανήκει το κράτος, ανήκει και η θρησκεία».

(32) Όπως ο Ι. Ν. αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας, η Χρυσοσπηλιώτισα και η αγία Ειρήνη στην οδό Αιόλου κ.λ. Χαρακτηριστική αντιορθόδοξη κίνηση είναι η κατεδάφιση εβδομήντα δύο βυζαντινών και μεταβυζαντινών Ναών στην Αθήνα για να χρησιμοποιηθούν τα υλικά τους στην ανοικοδόμηση του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών. Βλ. Χρήστος Γιανναράς , Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 258 - 260. Την ίδια τακτική ακολούθησαν οι Βαυαροί αντιβασιλείς και για τις Ιερές Μονές που είχαν λίγους μοναχούς, όπου οι μοναχοί εκδιώχθηκαν, οι Ιερές Μονές σφραγίσθηκαν, τα δε υπάρχοντά τους συλλέχθηκαν σε σωρούς (κειμήλια, εικόνες, ιερά σκέυη κ.λ.) και πωλήθηκαν ανάλογα με την αξία τους, τα δε «άχρηστα» κάηκαν. Βλ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος , εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2011σ. 140 - 141.

(33) Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 260.

(34) Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία ;, σ. 261.

(35) Εμμανουήλ Περσελής, Χριστιανική Αγωγή .., σ. 31.

(36) Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 261.

(37) Εμμανουήλ Περσελής, Χριστιανική Αγωγή.., σ. 30. - Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Καποδίστριας .., σ. 27, 51, 54.

(38) Εμμανουήλ Περσελής, Χριστιανική Αγωγή.., σ. 31.

(39) Κωνσταντίνος Σαρδέλης , Η Ευρώπη των Φράγκων , εκδ. Τήνος, Αθήνα, σ. 88.

(40) Βλ. Ανδρέας Νανάκης Αρχιμανδρίτης, Εκκλησία.., σ. 38 κ. εξ. - Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης , Η Ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου .., σ. 17 κ. εξ.

(41) Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης, οπ. π., σ. 25 κ 94.

(42) Νίκος Ζαχαρόπουλος, Ιστορία.., σ. 72 κ. εξ. - Παναγιώτης Μπούμης, Κανονικόν Δίκαιον , Αθήνα 1991, σ. 270 κ. εξ.

(43) Νόμος αριθ. 590/1977, ΦΕΚ 146.

(44) Βλ. Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία; , σ. 45 - 46, υποσημ. 16β.

(45) Ανδρεας Νανάκης Αρχιμανδρίτης, Εκκλησία. ., σ. 40.

(46) Παναγιώτης Χριστινάκης, Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο , σ. 172 - 173 κ 177 κ. εξ.

(47) Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, Νόμος 590/1977, Φ.Ε.Κ. Α', 146/31 Μάΐου 1977, άρθρο 1, § 4. - Παναγιώτης Χριστινάκης, Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο, σ. 204, υποσημ. 112 κ 113, όπου δηλώνεται ότι ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. είναι αντικανονικός, αλλά και αντισυνταγματικός (αφού το Σύνταγμα της Ελλάδος δεν αναφέρει πουθενά τον χαρακτηρισμό Ν.Π.Δ.Δ. για την Εκκλησία). Η Εκκλησία δεν ανήκει στο κράτος ή σε πρόσωπα.

(48) Παναγιώτης Χριστινάκης, οπ. π., σ. 205.

(49) Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 254 - 255.

(50) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης, Θρησκευτικοί Λειτουργοί .., σ. 538.

(51) Οπ. π., σ. 633 - 636.

(52) Οπ. π., σ. 540.

(53) Οπ. π., σ. 541.

(54) Περί της θρησκειοποίησης της Εκκλησίας, βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 261.

(55) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης, Θρησκευτικοί Λειτουργοί .., σ. 541.

(56) Όπως ολόκληρη η Εκκλησία είχε μεταβληθεί σε κρατική υπηρεσία. Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 271.

(57) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης , Θρησκευτικοί Λειτουργοί .., σ. 542.

(58) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 258 (1889) 1146 - 1147, άρθρον 349.

(59) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 106 (1901) 21 - 22, άρθρον 107. Παρόλο που έχει προηγηθεί η διαμαρτυρία του Μοναχού Παπουλάκου περί «υπαλληλοποιημένου Κλήρου», εν τούτοις συνεχίζει να χρησιμοποιείται ο όρος «υπάλληλος» για τους κληρικούς. Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση .., σ. 291.

(60) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 106 (1901) 21 - 22, άρθρον 108.

(61) Οπ. π.

(62) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 261 (1904) 2 - 4, άρθρον 2, 6 κ 13.

(63) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 223 (1911) 1115 - 1116, άρθρον 6.

(64) Βλ. Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία;, σ. 345. - Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση.., σ. 291.

(65) Εμμανουήλ Περσελής, Χριστιανική Αγωγή .., σ. 37. - Βασιλικό Διάταγμα 723, ΦΕΚ 225, 10 Νοεμβρίου 1969.

(66) Βασιλικό Διάταγμα 27 Σεπτεμβρίου 1946, ΦΕΚ 294, 1634 - 1635.

(67) Νομοθετικό Διάταγμα αριθ. 90, 28/31 Ιουλίου 1973, ΦΕΚ 168, 1086 - 1088.

(68) Βασιλικό Διάταγμα 27 Σεπτεμβρίου 1946, ΦΕΚ 294, 1634 - 1635, άρθρο 6. - Νομοθετικό Διάταγμα αριθ. 90, 28/31 Ιουλίου 1973, ΦΕΚ 168, 1086 - 1088, άρθρο 6, 2.

(69) Καταργήθηκε με τον Νόμο αριθ. 199, 13/18 Οκτωβρίου 1975, ΦΕΚ 228, άρθρα 1 κ 2. Η θέση επισκόπου ΕΔ ήταν αντικανονική και ανύπαρκτη στην ορθόδοξη Εκκλησιολογία.

(70) Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, Νόμος 590/1977, Φ.Ε.Κ. Α', 146/31 Μαΐου 1977, άρθρο 1, § 1.

(71) Ιωάν. 18, 36. «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». Βλ. Νίκος Ζαχαρόπουλος, Ιστορία των Σχέσεων.., σ. 65. - Παναγιώτης Χριστινάκης, Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο , σ. 201.

(72) Ιωάννου Δαμασκηνού, Προς τους Διαβάλλοντας τας Αγίας Εικόνας , PG 94, 1297b.

(73) Ματθ. 22, 21.

(74) Πραξ. 5, 29.

(75) Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία;, σ. 346 - 347.

(76) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 106 (1901) 21 - 22, άρθρον 107.

(77) Κανονισμος αριθ. 8/1979, ΦΕΚ 1, άρθρα 13 κ 15. Η νομοθεσία για τους Στρατιωτικούς Ιερούς Ναούς ορίζει ότι, η διαχείρισή τους διενεργείται από αντιπροσώπους του Μητροπολίτη και επιπλέον οποιαδήποτε εκτέλεση εργασιών στους Ναούς εγκρίνεται από τον Μητροπολίτη και το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Όμως αυτός ο Νόμος σήμερα βρίσκεται σε αχρησία.

(78) Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, Νόμος 590/1977, Φ.Ε.Κ. Α', 146/31 Μαΐου 1977, άρθρο 2. «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ένδιαφέροντος, ως... της εν τω στρατεύματι θρησκευτικής υπηρεσίας». Βλ. επίσης: Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπ' αριθ. 2185/17 Απριλίου 1978 Εγκύκλιος και υπ' αριθ. 4128/2204/20 Νοεμβρίου 2003 επιστολή προς τον τότε Αρχηγό ΓΕΕΘΑ.

(79) Ενδεικτικά βλ. Κανονισμός 106/1901, άρθρο 108. Νομοθετικό Διάταγμα 90/1973. - ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Ποιμαντική Διακονία της Εκκλησίας εις τας Ενόπλους Δυνάμεις, σ. 25 - 29.

(80) Το 1995, σε ημερίδα των Στρατιωτικών Ιερέων που διοργάνωσε η Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού έργου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με θέμα: «Η Εκκλησία εις τας Ενόπλους Δυνάμεις», αναφέρθηκε ότι, η Θρησκευτική Αγωγή είναι χρήσιμη στο στράτευμα διότι, μεταξύ άλλων, ο στρατιώτης ως πιστός Χριστιανός θα περιορίσει τα στρατιωτικά παραπτώματα, τα στελέχη θα δαπανούν λιγότερο χρόνο να ασχολούνται με αυτά, θα μειωθούν οι πειθαρχικές ποινές και θα υπάρχει κέρδος χρήματος αφού η πολιτεία δεν θα δαπανά μεγάλα ποσά λόγω των ατυχημάτων. Βλ. ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Ποιμαντική Διακονία της Εκκλησίας εις τας Ενόπλους Δυνάμεις , Αθήνα 1997, σ. 16 - 17.

(81) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης, Θρησκευτικοί Λειτουργοί.., σ. 540.

(82) Οπ. π., σ. 315.

(83) Οπ. π., σ. 751 - 752, υποσημ. 24.

(84) Αυτό έχει επισημανθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με την υπ' αριθ. αρ. πρωτ. 2377/94, διεκπ. 338, 30 Μαρτίου 1995 Συνοδική Εγκύκλιο και από τη Διεύθυνση Θρησκευτικού ΓΕΕΘΑ με δύο έγγραφα προς τους Στρατιωτικούς Ιερείς (Φ.482/1/111892/Σ.4241/8 Αυγούστου 1993/ΓΕΕΘΑ/ΔΠΡΣ κ ΔΜ/Τμ. Θρησκευτικού και Φ.482/315393/Σ.25/24 Οκτωβρίου 1995/ΓΕΕΘΑ/Διεύθυνση Θρησκευτικού). Τα έγγραφα της Διευθύνσεως Θρησκευτικού ΓΕΕΘΑ και της Ιεράς Συνόδου περί περιβολής των Στρατιωτικών Ιερέων, θέλοντας να αποκαταστήσουν την ιερατική περιβολή, αποκλίνουν σε ζητήματα δεοντολογίας. Η Διεύθυνση Θρησκευτικού ΓΕΕΘΑ με το να εξουσιοδοτεί τους στρατιωτικούς σχηματισμούς να ελέγχουν τους Στρατιωτικούς Ιερείς για την ιερατική περιβολή, προκαλεί τη επέμβαση του στρατού σε καθαρώς ενδοεκκλησιαστικά θέματα. Ο Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου αναφέρει σε παρόμοια περίπτωση ότι μια τέτοια πράξη προάγει μια επιβλαβής εκκοσμίκευση στην Εκκλησία και έναν καισαριπαπισμό (βλ. Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία ;, σ. 67). Στο έγγραφο της Ιεράς Συνόδου αναφέρεται ότι «διακριτικά αλλότρια της εκκλησιαστικής τάξεως και παραδόσεως απάδουσι τοις κληρικοίς». Θεωρούμε όμως ότι, τα στρατιωτικά διακριτικά αποφεύγονται επί του ράσου, επειδή ο Στρατιωτικός Ιερέας δεν διαφέρει σε τίποτα από κάθε Ορθόδοξο κληρικό, και όχι επειδή «απάδουσι τοις κληρικοίς», αφού οι Ιερές Μονές και τα Εκκλησιαστικά κτήρια είναι κατάμεστα από φωτογραφίες κληρικών που φέρουν επί του ράσου πλήθος διακριτικών και διασήμων, προερχόμενα από στρατιωτικές και πολιτικές αρχές.

(85) Νόμος ΣΛΘ'/1 Αυγούστου 1853, ΦΕΚ 24 και Νομοθετικό Διάταγμα 90/1973. Οι στρατιωτικοί βαθμοί: Συνταγματάρχης, Αντισυνταγματάρχης, Ταγματάρχης, Λοχαγός, Υπολοχαγός, Ανθυπολοχαγός, αντικαταστάθηκαν με τους: Πρωθιερεύς Α', Πρωθιερεύς Β', Πρωθιερεύς Γ', Ιερεύς Α', Ιερεύς Β', Ιερεύς Γ'.

(86) Σχετικά με τις αντιστοιχίες των βαθμών παρατηρούμε ότι, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις θεσμών (Ενόπλων Δυνάμεων, σωμάτων ασφαλείας, διπλωματικού σώματος, ακόμη και των αντίστοιχων ιερατικών βαθμών) υπάρχει αντιστοιχία και εξομοίωση, στην περίπτωση στρατεύσεως των κληρικών (Νόμος 3421/2005, άρθρο 13, παράγρ. 1, περίπτ. 6), δεν απονέμεται αντίστοιχος στρατιωτικός βαθμός στους ιερείς που υπηρετούν την θητεία τους, παρά το γεγονός ότι είναι αναγνωρισμένοι και διορισμένοι από το κράτος, φέρουν ιερατικό βαθμό και διοικητική θέση (οι περισσότεροι είναι πρόεδροι εκκλησιαστικών συμβουλίων, «διοικητές» ενοριών), αλλά υποβαθμίζονται στον οπλίτη.

(87) Μελέτιος Κουράκλης Αρχιμανδρίτης, Θρησκευτικοί Λειτουργοί .., σ. 543 - 544.

(88) ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Αποστολή του Ιερέως στον Σύγχρονο Κόσμο, Αθήνα 2012, σ. 140 - 141.

(89) Μακάριος Γρινιεζάκης Αρχιμανδρίτης, Ποιμένες και Ποιμενόμενοι , εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2006, σ. 51.

(90) Οπ. π., σ. 60.

(91) Οπ. π., σ. 61.

(92) ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Ποιμαντική Διακονία. ., σ. 40.

(93) Το λεγόμενο Αντιμήνσιο. Βλ. Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις , 2, 1888, 57. Την παραπομπή μνημονεύει ο Βλάσιος Φειδάς στο ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Ποιμαντική Διακονία .., σ. 46.

(94) ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Ποιμαντική Διακονία.. , σ. 46.

(95) Οπ. π., σ. 47.

(96) Τον όρο «μεταρρύθμιση» τον χρησιμοποιεί ο Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος για την αποκρατικοποίηση και την αποκατάσταση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Βλ. Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία; , σ. 372.

(97) Ενδεικτικά βλ. ΛΘ' Κανών Αγίων Αποστόλων «Οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, άνευ γνώμης του επισκόπου μηδέν έπιτελείτωσαν». Βλ. επίσης Ε' Κανών Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, Κ' Κανών Τέταρτης Οικουμενικής Συνόδου, Ι' Κανών Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου.

(98) Ιωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου, Η Ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1990, σ. 151 κ. εξ.

(99) ΙΣΕΕ, Συνοδική Επιτροπή Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου, Η Ποιμαντική Διακονία.., σ. 20 - 22. Μια εισήγηση για την αναθεώρηση του Σώματος των Στρατιωτικών Ιερέων κατατέθηκε στην ημερίδα των Στρατιωτικών Ιερέων το 1995, η οποία προτείνει την ύπαρξη Διευθύνσεως Θρησκευτικού στο ΓΕΕΘΑ, όμως οι θέσεις των κατά τόπους Στρατιωτικών Ιερέων να πληρώνονται από τους Μητροπολίτες και οι Ιερείς να υπάγονται στις Μητροπόλεις στις οποίες θα ανήκουν οργανικά.

(100) Χρυσόστομος Ζαφείρης Μητροπολίτης Περιστερίου, Quo Vadis Ελλαδική Ορθοδοξία; , σ. 372.

(101) Οπ. π., σ. 371.

(102) Ρωμ. 12, 2.

(103) Ρωμ. 8, 28.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.