ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

Κείμενα

Αφιέρωμα στο 1821

Η Εκκλησία της Ελλάδος απ' αρχής μέχρι του 1934

Αφιέρωμα στην Κατοχή

Απόστολοι Πέτρος - Παύλος

Ορθόδοξος Μοναχισμός

Πληροφορίες περί του Ιερού Λειψάνου (δεξιάς χειρός) του εν αγίοις Πατρός Βασιλείου του Μεγάλου

Το ιστορικό αρχείο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Γιόγκα

Η Ορθόδοξη πνευματική Γεωγραφία της νήσου Σκιάθου (17ος - 19ος αι.)

Περίγραμμα της αιρέσεως των Μορμόνων

Συμεών του Μεταφραστού, Μαξιμιανός, Διόσκορος, Βαρβάρα

Οι Ιεροί Κανόνες στη ζωή της Εκκλησίας - Προϋποθέσεις ερμηνείας των ιερών Κανόνων"

Αποστολική διαδοχή και χειροτονία κατά τον Απόστολο Παύλο

Κύριοι σταθμοί της ιστορικής πορείας του Μοναχισμού

Εκκλησιαστική Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας: Περίοδος αναδιοργανώσεως- Διοικητική αυτονομία και η θεωρία της Τρίτης Ρώμης

Κύπρος 1η Απριλίου 1955

Ορθοδοξία Ευρώπη και Μέση Ανατολή

Ορθοδοξία και Δύση

Ορθοδοξία, Ευρώπη και Μέση Ανατολή
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη
Καθηγητή

Η Ορθοδοξία ως κοινωνία προσώπων και ως κοινωνία τοπικών αυτοκέφαλων Εκκλησιών μορφώνει και βιώνει μια ιδιάζουσα σχέση και συμπεριφορά. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό και ιδιότυπο τρόπο υπάρξεως, ο οποίος στηρίζεται σε μια ασφαλή θεολογική και λειτουργικό-κανονική υποδομή. Η υποδομή αυτή αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη συνεκτική δύναμη των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οπωσδήποτε δε σε καμιά περίπτωση η Ορθοδοξία δεν μπορεί να κατανοηθεί ως συμβατική συνύπαρξη εθνικών Εκκλησιών ή ως ιδεολογική και αξιωματική, με τη στενή έννοια του όρου, σύμπτωση και ομοιογένεια. Για να εκτιμηθεί δεόντως το πνευματικό εύρος της Ορθοδοξίας και ο ρόλος τον οποίο μπορεί να διαδραματίσει στις νέες ιστορικές συγκυρίες και εξελίξεις, είναι νομίζω αναγκαίο να γίνει μια σύντομη καταγραφή ορισμένων καίριων πτυχών της ζωής και να επισημανθούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη φυσιογνωμία και δηλώνουν το ήθος της. Είναι γνωστό ότι, η ενιαία Χριστιανική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εξελίχθηκε προοδευτικά σε δύο μεγάλα μεγέθη, ιστορικής σημασίας για την ευρωπαϊκή σύνθεση και την ευρωπαϊκή κατανόηση. Πρόκειται για τη Χριστιανική Δύση και τη Χριστιανική Ανατολή.

Η Χριστιανική Δύση

Η Χριστιανική Δύση δέχθηκε τον ευαγγελικό λόγο μέσω της Ρώμης, και στη Ρώμη ήρθε το χριστιανικό κήρυγμα διατυπωμένο στην ελληνική. Αυτό σημαίνει ότι ο Κόσμος της Δυτικής Ευρώπης, από τη στιγμή ήδη της σχηματήσεώς του, δέχθηκε την επίδραση και συνέδεσε την ύπαρξή του με τρία μεγάλα πνευματικά μεγέθη, με τη χριστιανική πίστη, με την ελληνική παράδοση και με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Τα τρία αυτά πνευματικά φαινόμενα συνυφαίνονται και τουλάχιστο κατά την πρώτη χριστιανική χιλιετία λειτουργούν, κατά το μάλλον και ήττον, αρμονικά και ισόρροπα. Ενώ όμως αρχικά, τα τρία αυτά πνευματικά στοιχεία, που συνέθεσαν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και που έγιναν αφετηρία και ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, λειτούργησαν συνθετικά και κατά κάποιο τρόπο εμόρφωσαν δια της Εκκλησίας τους ευρωπαϊκούς λαούς, προοδευτικά ο Δυτικός Χριστιανισμός γονάτισε μπροστά στο αίσθημα της υπεροχής που κληρονόμησε από την ρωμαϊκή νοοτροπία. Το πλέγμα της υπεροχής και την κυριαρχική αυτή νοοτροπία εκφράζει εύγλωττα ο στίχος του λατίνου ποιητή Βιργίλιου: "Άλλοι νομίζω θα χαλκέψουν καλλίτερ' από μας μορφές που θ' αναπνέουν, κι άλλοι θα φτιάξουν από μάρμαρο πρόσωπα ζωντανά. Πιο πιεστικά θα εξηγήσουν άλλοι τις αιτίες, και τις κινήσεις του ουρανού με διαβήτη θα χαράξουν ή θα μας πουν, πότε και που τα αστέρια ανατέλλουν. Εσύ Ρωμαίε μη ξεχνάς, πως έχεις για σκοπό σου να κυβερνάς λαούς: Αυτή είναι η τέχνη σου!". Στο αίσθημα αυτό της υπεροχής θα πρέπει να αποδοθεί όχι μόνο ο εκκλησιαστικός συγκεντρωτισμός, το παπικό πρωτείο και η προτεσταντική ατομοκεντρική οντολογία, αλλά και η ευρύτερη εξουσιαστική συνείδηση και η οίηση με την οποία γαλουχήθηκε ο δυτικο-ευρωπαίος.

Η χριστιανική Ανατολή

Η χριστιανική Ανατολή ανέπτυξε τη δυναμική της με κέντρο τη Νέα Ρώμη, την οποία πλαισίωναν τόσο οι παλαίφατες Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, τα Ιεροσόλυμα και η Κύπρος, όσο και οι εκχριστιανισθέντες λαοί της Ανατολικής Ευρώπης. Στην όποια συζήτηση για το θέμα "Ορθοδοξία και Ευρώπη" δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, τόσο οι αρχαίες χριστιανικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής, όσο και οι λαοί που δέχθηκαν το χριστιανικό βάπτισμα από την Κωνσταντινούπολη, διατήρησαν στην ιστορική του διαδρομή τα στοιχεία εκείνα πάνω στα όποια οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Και πάνω απ' όλα, οικοδόμησαν την ιστορία τους στη βάση της ενοποιού εκκλησιαστικής κοινωνίας. Μέσω της συνοδικής τους συνειδήσεως διατήρησαν τη συνθετική αντίληψη των ελλήνων πατέρων, η οποία είδε την Εκκλησία όχι σαν μια μορφή εξουσίας, αλλά σαν πνευματική οικογένεια, της οποίας η ενότητα δεν είναι κάτι το εξωτερικό, το μαζικό, ή μια γεωγραφική ιδιότητα, αλλά έχει ως αδιατάρακτο πράγματι θεμέλιό της, την ενότητα του πνεύματος. Εδώ η θεσμική και κανονική δομή της ιστορικής Εκκλησίας προσλαμβάνει χαρισματικό περιεχόμενο. Οι επί μέρους τοπικές Εκκλησίες απαρτίζουν ισότιμα ένα και συγχρόνως πολλαπλούν επίγειο Σώμα. Η Ορθοδοξία υπάρχει και ζει μέσα στην πολλαπλότητα των συνευρισκομένων σ' αυτήν επί μέρους τοπικών Εκκλησιών. Οι κατά καιρούς εθνικισμοί, αυτός ο αναπόφευκτος ανθρώπινος παροξυσμός, αν και σε αρκετές περιπτώσεις ταλάνισαν τον Ορθόδοξο κόσμο, δεν μπόρεσαν τελικά να αλλοιώσουν τη συνοδική συνείδηση, με την οποία μορφώθηκαν οι Ορθόδοξοι λαοί.
Η κοινοτική αντίληψη που καλλιεργήθηκε στον Ορθόδοξο κόσμο, αυτός ο σύνδεσμος της ειρήνης, στηρίχθηκε στην ενότητα της πίστεως και του ήθους. Αν οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης κινήθηκαν σε μια διαλεκτική, αντιθετική θα λέγαμε κατεύθυνση μεταξύ πίστεως και πράξεως, η Ορθοδοξία προέβαλε σταθερά την ενότητα του χριστιανικού βίου. Η ενότης πράξεως και θεωρίας αποτελεί την ανθρωπολογική και εκκλησιολογική εφαρμογή των θεολογικών συζητήσεων του ΙΔ΄ αιώνος. Στις διαμάχες εκείνες ήρθαν σε σύγκρουση οι δύο κόσμοι, η δυτική κοσμοθεωρία, η οποία αναγνωρίζει την διάσταση πίστεως και πραγματικότητας, και η ανατολική συνείδηση για την ενότητα της θεολογίας και ζωής. Το κεντρικό πρόσωπο των συζητήσεων αυτών, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, επέμεινε στην ενότητα θεολογίας και ζωής, που είναι συνέπεια της "καθ' υπόσταση" ενώσεως του κτιστού και του άκτιστου στο πρόσωπο του Χριστού. Επί τη βάσει αυτής της ενώσεως θα χαρακτηρίσει την Εκκλησία "κοινωνία θεώσεως", και επί τη βάσει αυτής της αρχής θα μιλήσει για "λόγο έμπρακτον και πράξη ελλόγιμον", αναπροσαρμόζοντας το του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: "Σοφίας δε κάλλος έστι γνώσις έμπρακτος, ή πράξις ένσοφος".

Αυτές οι θεολογικές επισημάνσεις μας οδηγούν σε ορισμένες παρατηρήσεις κρίσιμες για τη συζήτησή μας.

o Η πρώτη παρατήρηση αφορά στο ότι, η Ορθοδοξία μπορεί να δώσει μια νέα πρόταση στη σημερινή ανταγωνιστική ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μπορεί να καταθέσει την ενότητα και συγχρόνως την πολλαπλότητά της, την οποία εκδηλώνει η κοινωνική και συνοδική της εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθοδοξία μπορεί να λειτουργήσει ως γόνιμος παράγοντας, σ' ένα κόσμο ο οποίος έδωσε μεταφυσικό βάθος στην ευημερία και στην αναζήτηση της τελειότητας, δια της προοδευτικής επιστημονικής και τεχνικής εξελίξεως. Σ' ένα κόσμο, τον οποίο χαρακτηρίζει αυτάρκεια, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, υποκειμενισμός και γενικά το πρωτείο του εγώ, η Ορθοδοξία μπορεί να καταθέσει την καθολική και οικουμενική της αυτοσυνειδησία, στην οποία ούτε η ενότητα αίρεται από την ποικιλία, ούτε η ποικιλία διασπά την ενότητα.

o Η δεύτερη παρατήρηση έχει σχέση μ' αυτή καθ' αυτήν την ιδέα της Ευρώπης. Είναι πρόδηλο, από τις εισαγωγικές θεολογικές μας παρατηρήσεις, ότι η Europa Christiana δεν εξαντλείται στα όρια του δυτικο-ευρωπαϊκού Χριστιανισμού. Οι Ορθόδοξοι λαοί, έστω και αν εν μέρει ή εν όλω βρίσκονται σε ασιατική επιφάνεια, είναι εξ' ίσου ευρωπαϊκή, με την έννοια ότι αφομοίωσαν και αξιοποίησαν κατά ιδιάζοντα τρόπο τα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Έτσι, μια αληθινή ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Ορθοδόξους λαούς, οι οποίοι αν και εγγύς στην Ανατολή διαφοροποιούνται ριζικά από τη νεφελώδη και αλληγορική ασιατική νοοτροπία, η οποία με τη νωχελική προσκόλλησή της σ' ένα πνεύμα αορίστου θεωρίας του κόσμου καταφάσκει σε μια εσωτερικότητα ξένη προς την πραγματικότητα της χριστιανικής κοινωνίας.

o Η τρίτη τέλος παρατήρηση αναφέρεται ειδικότερα στον τρόπο προσεγγίσεως και μελέτης των επί μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οι κατά τόπους ή κατά περιοχές Ορθόδοξες Εκκλησίες δε συνιστούν αυτονομημένα μεγέθη, αλλά ζωντανά μέλη ενός αδιάσπαστου σώματος. Αν και η καθεμιά τοπική Εκκλησία διαγράφει την ιδιαίτερη ιστορία της και ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες ιστορικές προκλήσεις και συγκυρίες, εν τούτοις η μονιστικά αυτοτελής προσέγγισή της εγκυμονεί το κίνδυνο μιας ομοσπονδιακής κατανοήσεως της Ορθοδοξίας. Η Ορθοδοξία όμως υπερβαίνει κάθε συμβατική ενότητα και κάθε φυλετική αυτονόμηση. Βιώνει και επαγγέλλεται μια κοινωνία η οποία είναι έξω από αποσπασματικές κατοχυρώσεις και η οποία ασφαλώς δεν εξαντλείται στην οργανωτική μόνο ενότητα των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η ενότητα της Ορθοδοξίας θα λέγαμε ότι είναι στην ουσία μια αλληλοπεριχώρηση, μια πνευματική συμβίωση, που πραγματώνεται στη βάση αυτού που ονομάζουμε "εκκλησία", δηλ. συναγωγή και σύνταξη. Αυτό θα πρέπει να το έχουμε πάντα στο νου μας όταν πρόκειται

Η Ορθοδοξία στη Μέση Ανατολή

Μ' αυτά τα δεδομένα είναι προφανές , ότι η Ορθοδοξία στη Μέση Ανατολή, θέμα στο οποίο ειδικότερα θα αναφερθούμε στη συνέχεια, δεν συνιστά μια αυτοτελή, αποκομμένη από τον υπόλοιπο Ορθόδοξο κόσμο οντότητα, αλλά μια έκφραση της Ορθοδόξου πίστεως και μία βίωση του Ορθοδόξου ήθους, η οποία καλλιεργήθηκε σ' ένα περιβάλλον αντιθέσεων και αβεβαιότητος. Μέση Ανατολή είναι ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο γεννήθηκαν και στον οποίον συνυπάρχουν μέχρι σήμερα, οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ. Η ευρύτερη περιοχή είναι πολυεθνική, σ΄ όλο δε το φάσμα της ιστορικής της πορείας, έζησε κατά τον πλέον έντονο τρόπο τις κατακτήσεις, τις διώξεις, τις εθνικιστικές εξάρσεις, την διαθρησκειακή αναμέτρηση, την αποικιοκρατία και ποικίλες μορφές πολέμου.
Πέρα όμως απ' αυτή τη συνάντηση των τριών μεγάλων θρησκειών, η Μέση Ανατολή αποτελεί, χωρίς υπερβολή, ένα μωσαϊκό Χριστιανικών Ομολογιών, εκκλησιών διαφόρων αποχρώσεων, αρχαίων σχισματικών και αιρετικών εκκλησιών, εκκλησιαστικών μειονοτήτων και παραχριστιανικών μικρο-ομάδων. Δειγματολογικά αναφέρουμε ότι στη Βηρυττό υπάρχουν, εκτός από την Ορθόδοξη Μητρόπολη, η Συρο-ιακωβιτική Εκκλησία, η Αρμενική Εκκλησία, δύο Προτεσταντικές κοινότητες, προϊόντα των "ιεραποστολών" του ΙΘ΄ αιώνος, και έξι Ρωμαιοκαθολικές επισκοπές: των Μαρωνιτών, των Ελληνορύθμων, των ηνωμένων με τη Ρώμη Σύρων, των ηνωμένων με τη Ρώμη Αρμενίων, των Χαλδαίων και βέβαια η καθ' αυτό Ρωμαιοκαθολική, δηλ. η λατινόρυθμη κοινότητα. Οι Ρωμαιοκαθολικές αυτές κοινότητες είναι ενωμένες με την Ρώμη όχι όμως πάντα και μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι στη Βηρυτό υπάρχουν εννέα επίσκοποι και επί πλέον οι προϊστάμενοι των Προτεσταντικών κοινοτήτων, για να μη μιλήσουμε για τις διάφορες παραχριστιανικές σέκτες που βρίσκουν έδαφος δράσεως τα τελευταία ιδίως χρόνια. Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Δαμασκό, και σε άλλα κέντρα της Μέσης Ανατολής, ενώ το πρόβλημα της πολυμορφίας είναι ακόμα οξύτερο στα Ιεροσόλυμα.
Αλλά και αυτός ακόμα ο Ορθόδοξος κόσμος στη Μέση Ανατολή δεν εκπροσωπείται από μία και μόνο εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Στην περιοχή υπάρχουν τρία πρεσβυγενή Πατριαρχεία: το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Αντιοχείας και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όπως επίσης και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου. Προφανώς η καθεμιά απ' αυτές τις Εκκλησίες έχει τη δική της ιδιομορφία, τις δικές της ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ιδιάζοντα προβλήματά της. Από πλευράς αριθμητικής οι Εκκλησίες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν κάτι ιδιαίτερο, συγκρινόμενες μάλιστα με άλλα μεγέθη θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ελάσσονες ή μειονοτικές Εκκλησίες. Η ιστορική τους όμως κληρονομιά, οι ισχυρές θεολογικές και πολιτισμικές τους καταβολές και εξ' ίσου η εμπειρία της συμβιώσεώς τους με άλλες θρησκείες τις καθιστούν όχι μόνο αξιοπρόσεκτες, αλλά και δυνάμεις πολλές φορές αποφασιστικής σπουδαιότητας, τόσο στις διορθόδοξες εξελίξεις, όσο και στους διαχριστιανικούς διαλόγους και στην εν γένει οικουμενική προσπάθεια.

Συνύπαρξη Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή

Η πολιτική και εθνική συνύπαρξη Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή είναι ένα κεφάλαιο που δεν μπορεί να παραγραφεί σε μια συζήτηση για τους χριστιανούς της περιοχής αυτής. Στις Αραβικές εν γένει χώρες οι Χριστιανοί, ως επί το πλείστον, αποκλείονται από ορισμένα πεδία πολιτικής, με την ευρεία έννοια, δραστηριότητος, επί τη βάσει της γενικής αρχής ότι ένας Μουσουλμάνος δεν μπορεί, για λόγους συνειδήσεως, να υπακούει σ' ένα Χριστιανό. Η Μουσουλμανική κοσμοθεωρία αναγνωρίζει μια και μόνη ορθή πίστη, και το κράτος πρέπει αν είναι οργανωμένο και να διέπεται από τις αρχές του Κορανίου. Ακόμη και μη πολιτικού χαρακτήρα δραστηριότητες είναι συχνά κατευθυνόμενες και κάτω από την πίεση της ισλαμικής προτεραιότητας. Έτσι, για παράδειγμα στην Αίγυπτο ένας Χριστιανός δεν μπορεί εύκολα να γίνει καθηγητής της Αραβικής, γιατί η Αραβική είναι η γλώσσα του Κορανίου. Χριστιανοί που επιδιώκουν να φοιτήσουν σε Πανεπιστημιακές Σχολές Αραβικής Φιλολογίας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποκλείονται και προωθούνται σε άλλου κλάδους. Η εικόνα ασφαλώς είναι διαφορετική στον Λίβανο, που με την Εθνική Συνθήκη του 1943, βρέθηκε ένας τρόπος συνυπάρξεως, ο οποίος αποτελεί μοναδική περίπτωση συμμετοχής των Χριστιανών, επί ίσοις όροις και κατ' αναλογία, σε σπουδαίες κυβερνητικές θέσεις. Βέβαια και εδώ, παρά την συνύπαρξη, στο βάθος υποκρύπτεται μια στεγανή αντίληψη, η οποία υποθέτει το ασυμβίβαστο και ασύμπτωτο των δύο κόσμων. Ο θεσμικός, ο πολιτισμικός και ο θρησκευτικός κλοιός, στον οποίο ζουν οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής, με εξαίρεση την Εκκλησία της Κύπρου, λειτουργεί προφανώς ως ανασταλτικός παράγων για μια ελεύθερη ποιμαντική και εκκλησιαστική διακονία, συχνά όμως γίνεται και πρόκληση για επιβίωση και παράγων για μία κατά το δυνατόν συντεταγμένη και δυναμική παρουσία στο πράγματι ιδιόμορφο και πολυσύνθετο σκηνικό της περιοχής αυτής του κόσμου.

Πατριαρχείο Αλεξανδρείας

Έτσι, η θέση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας είναι δυσχερής για τους λόγους που αναφέραμε και εξ' αιτίας της αβεβαιότητας, την οποία δημιουργεί ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, αλλά και λόγω της σημαντικής μειώσεως του ελληνικού στοιχείου στην Αίγυπτο, μετά την υπό του Νασέρ ανάληψη της εξουσίας, και τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν, στη χώρα αυτή. Στην Αίγυπτο σήμερα το ποίμνιο αποτελείται από τους εναπομείναντες λίγους έλληνες αιγυπτιώτες και από περισσότερους Άραβες. Παρά ταύτα το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να δημιουργήσει μέλλον αντάξιο της ιστορίας του, αξιοποιώντας τη νέα πρόκληση των καιρών που του προσφέρει η δυνατότητα της ιεραποστολής.

Πατριαρχείο Αντιοχείας

Το βιώνει, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη Εκκλησία της περιοχής, μια αβεβαιότητα για το μέλλον του Χριστιανισμού στη Μέση Ανατολή. Η αβεβαιότητα αυτή οφείλεται στο πρόσφατο πόλεμο του Λιβάνου, αλλά και στη γενικότερη αντιπαράθεση των χωρών, όπου το Πατριαρχείο εκτείνεται, με το Ισραήλ. Το εντυπωσιακό είναι ότι η αίσθηση της ανασφάλειας λειτούργησε θετικά, για το Πατριαρχείο Αντιοχείας, κατά δύο έννοιες. Πρώτα έγινε αφορμή ανασυντάξεως στην ίδια τη Μητροπολιτική περιφέρεια. Κατεβλήθη σοβαρή προσπάθεια ανανεώσεως του ποιμαντικού έργου με την αξιοποίηση νέων κληρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το οργανωμένο σε αμερικανικά πρότυπα Ορθόδοξο Πανεπιστήμιο του Balamand στον Λίβανο, με οκτώ πανεπιστημιακές Σχολές. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου αναπτέρωσε το ηθικό των Ορθοδόξων και συνέβαλε ώστε να αποκοπεί εν μέρει το μεταναστευτικό ρεύμα. Εν συνεχεία, η αίσθηση της ανασφάλειας συνέτεινε στην περαιτέρω οργάνωση της διασποράς. Ως γνωστό το Πατριαρχείο Αντιοχείας έχει σημαντική δύναμη στην Λατινική Αμερική, από τις αρχές ήδη του αιώνα, ενώ στη Β. Αμερική και στην Ευρώπη η παρουσία του δεν είναι ευκαταφρόνητη, πόσο μάλλον τα τελευταία χρόνια έχει επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην υποδοχή προσηλύτων, τόσο στις Η.Π.Α, όσο και στην Αγγλία.

Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων

Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια όξυνση του πολύπλευρου και εν πολλοίς ακανθώδους προβλήματος των σχέσεων ιεραρχίας και λαού. Το πρόβλημα συχνά καλλιεργείται από ποικίλους εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι ερμηνεύουν κατά το δοκούν τα ιστορικά δεδομένα και συστηματικά παραθεωρούν την ποιμαντική πρακτική και το εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό έργο, εμφανίζοντας την ιεραρχία του Πατριαρχείου σαν εξουσία η οποία νέμεται και καταδυναστεύει το λαό. Ασφαλώς η όλη περί της σχέσεως ιεραρχίας και ποιμνίου στα Ιεροσόλυμα συζήτηση συνδέεται και με τα ιερά προσκυνήματα, τα οποία πολλοί εποφθαλμιούν. Είναι δε βέβαιο ότι σε περίπτωση που τυχόν θα φύγουν από τον έλεγχο και την ευθύνη της Αγιοταφικής Αδελφότητος, τα προσκυνήματα θα χαθούν για την Ορθοδοξία. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έχει, περισσότερο ίσως από όποια άλλη εκκλησία της περιοχής, ανάγκη συμπαραστάσεως, οποιαδήποτε δε προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με σύνεση, με σεβασμό στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία και στο status quo των Ιεροσολύμων.

Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου

Από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής, η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου υπερέχει τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό και σε οργάνωση, όσο και στην οικονομικο-τεχνική υποδομή. Αν σ' αυτά προστεθεί ότι είναι η μόνη Ορθόδοξη Εκκλησία της περιοχής η οποία δεν ζει κάτω από την ισλαμική σκιά, αντιλαμβάνεται κανείς την ευθύνη της και τον ρόλο που καλείται και μπορεί να διαδραματίσει στην περιοχή. Πέρα από την εσωτερική συνοχή, η οποία χαρακτηρίζει την Εκκλησία, η Κύπρος ανταποκρίθηκε, με φιλάδελφο πνεύμα, στις ανάγκες τις οποίες αντιμετώπισαν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής κατά τα δύσκολα χρόνια των πολιτικών εντάσεων και του πολέμου του Λιβάνου. Το αναφέρω αυτό γιατί έχει δεόντως εκτιμηθεί από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της περιοχής, οι οποίες και για τον λόγο αυτό ιδιαίτερα τιμούν και υπολογίζουν την Εκκλησία της Κύπρου.

Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στη νέα διεθνή πραγματικότητα - Προτάσεις

Μια συζήτηση για το ρόλο της Ορθοδοξίας στη νέα διεθνή πραγματικότητα δεν μπορεί να εξαντλείται στην, κατά τα άλλα αναγκαία, θεολογική ανάλυση ή στην οπωσδήποτε χρήσιμη πληροφόρηση. Μια προσέγγιση του θέματος, για να μην είναι θεωρητική, ανέφικτη, και ατελέσφορη παράθεση δεδομένων, πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από συγκεκριμένα πρακτικά ερεθίσματα.
Μ' αυτό το σκεπτικό θα κλείσω τη σύντομη και εν πολλοί αποσπασματική εισήγησή μου με τρεις, νομίζω ρεαλιστικές, προτάσεις. Η πρώτη είναι γενικού ενδιαφέροντος και σχετίζεται με τη γνώση και τη σοβαρή και εμπεριστατωμένη παρακολούθηση των δεδομένων και των εξελίξεων στον Ορθόδοξο κόσμο, αλλά και με την, κατά τον καλύτερο τρόπο, αξιοποίηση των δυνατοτήτων των Ορθοδόξων λαών, ώστε η παρουσία και ο λόγος της Ορθοδοξίας να λειτουργούν ως σημαντικοί παράγοντες στη σύγχρονη ραγδαία εξελισσόμενη παγκόσμια κοινωνία. Πιστεύω ότι είναι υψίστη ανάγκη η συγκρότηση ενός Εθνικού Συμβουλίου, το οποίο με ευθύνη και σοβαρότητα θα εξετάζει θέματα που αφορούν στην εν γένει Ορθοδοξία. Είναι ασφαλώς χρήσιμη η περιστασιακή και ευκαιριακή μελέτη των θεμάτων, δεν είναι όμως επαρκής και προ πάντων δεν διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η συνέχεια της δουλειάς. Δεν έχει τόσο σημασία αν το Συμβούλιο αυτό θα έχει θεσμική κάλυψη ή αν κινείται σε ιδιωτικό επίπεδο. Σημασία έχει όσοι μετέχουν σ' αυτό να είναι στην κυριολεξία εμπειρογνώμονες, γνώστες δηλαδή σε βάθος της Ορθοδοξίας, των διαχριστιανικών και των γενικοτέρων εξελίξεων. Με σεβασμό στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία, με εμπεριστατωμένες εισηγήσεις και με συζήτηση που θα γίνεται σε τακτά διαστήματα ένα τέτοιο όργανο θα μπορεί να λειτουργεί συμβουλευτική προς κάθε κατεύθυνση και επί τέλους θα γίνει ανάχωμα στις πολλές φορές πρόχειρες ή και απερίσκεπτες ενέργειες.
Οι δυο επόμενες προτάσεις αφορούν στην πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα στην ενίσχυση της Θεολογικής παιδείας. Σ' ένα χώρο στον οποίο υπάρχουν δεκάδες Ρωμαιοκαθολικών Θεολογικών Σχολών η μόνο Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή που λειτουργεί στην περιοχή είναι, ως γνωστό, η του Πανεπιστημίου Balamand Πιστεύουμε ότι θα ήταν σκόπιμη και επωφελής για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής η επαναλειτουργία της ιστορικής Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων.
Υπάρχει η τεχνική υποδομή και η βούληση του Πατριαρχείου είναι δεδομένη. Θα μπορούσε η Θεολογική Σχολή να λειτουργήσει αρχικά ως Παράρτημα του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο έχει τις δυνατότητες, σε συνεργασία και με άλλες θεολογικές δυνάμεις, να αναλάβει ένα σημαντικό μέρος της διδακτικής ευθύνης. Μια ανάλογη πρόταση είναι υπό εξέλιξη στην Κύπρο. Μια ομάδα εργασίας, στην οποία μετέχει και ο ομιλών, εξετάζει την δυνατότητα δημιουργίας, στο πλαίσιο Πανεπιστημίου της Κύπρου, ενός Θεολογικού Κέντρου Μελετών θεμάτων της Μέσης Ανατολής και της Ιεραποστολής. Η μορφή του Κέντρου και το τι ακριβώς θα προσφέρει είναι ακόμα στο στάδιο της μελέτης. Εκείνο που έχει σημασία είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων και της εμπειρίας που η Εκκλησία της Κύπρου διαθέτει για μια σωστή μελέτη και αντιμετώπιση των προβλημάτων της Μέσης Ανατολή και της Ορθοδόξου ιεραποστολής, ιδιαίτερα στην αφρικανική ήπειρο.

Σ' ένα ογκώδες σύγγραμμά του ο γάλλος διπλωμάτης Jean - Pierre Valognes δίνει τον τίτλο Vie et Mort des Chrιtiens d' Orient. Δεν βρίσκω ακριβέστερη έκφραση για να κλείσω τη σύντομη αυτή εισήγηση. Οι Χριστιανοί, και μάλιστα οι Ορθόδοξοι, στη Μέση Ανατολή κινούνται πάνω στην εμπειρία της ζωής και του θανάτου, την οποία βιώνουν αιώνες τώρα. Μ' αυτήν την πείρα της ιστορίας τους προσβλέπουν στο ξεκίνημα της τρίτης μετά Χριστώ χιλιετίας. Και αυτή ακριβώς η εμπειρία δικαιώνει την αισιοδοξία και την ελπίδα τους.