ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ελληνικότητα της αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης

Μεθοδίου Γ. Φούγια, Μητροπολίτου Πισιδίας, Έλληνες και Λατίνοι,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Β΄ εκδ. 1994, σελ. 48-54.

Η άποψις του αειμνήστου καθηγητού Παναγιώτου Τρεμπέλα (1) είναι πως μεταξύ των πιστών της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης συγκαταλέγονταν και χριστιανοί εξ Ιουδαίων, αλλά κατά το πλείστον η Εκκλησία αυτής αποτελούνταν από χριστιανούς εξ εθνών, δηλ. της Συρίας, Μικράς Ασίας, Μακεδονίας και Ελλάδος (2). Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η πραγματικότητα, αλλά πρέπει να προσθέσουμε ακόμη μερικές λεπτομέρειες προς συμπλήρωσι της εικόνος της πρώτης Εκκλησίας της πρωτευούσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Κατ' αρχήν ο απόστολος Παύλος έγραψε την επιστολή του προς τους χριστιανούς της πρωτευούσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην ελληνική γλώσσα και δεν χρειάστηκε να μεταφρασθή στην ελληνική. Το γεγονός τούτο προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες της επιστολής αυτής ήταν και ελληνόφωνοι που ζούσαν στο κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου.

Υπάρχουν πληροφορίες πως περί το τέλος του Α΄ μ. Χ. αιώνα η Ρώμη ήταν «ελληνική πόλις», γιατί εκτός από τους δούλους το πλήθος των Ελλήνων και των Ελληνόφωνων από την Ανατολή και η ανωτέρα τάξις των Ρωμαίων μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, που την δίδασκαν οι Έλληνες παιδαγωγοί στα παιδιά των ρωμαϊκών οικογενειών. Αλλά το πλήρωμα της Εκκλησίας της Ρώμης δεν αποτελούνταν από δούλους ή ασήμαντους ανθρώπους, διαφορετικά δεν θα ήταν αυτή «η προκαθημένη της αγάπης». Ήταν πλούσιο και οικονομικά και πνευματικά.

Υπήρχαν φυσικά και Εβραίοι, αλλά δεν άφησαν πολλά ίχνη, αφού οι επιγραφές της εποχής εκείνης, που διασώθηκαν, είναι κυρίως ελληνικές και ελάχιστες λατινικές.

Άλλο γεγονός, που συνηγορεί υπέρ της ελληνικότητος της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης, είναι ο αριθμός των πρώτων Ελλήνων επισκόπων αυτής (3).

Οι επίσκοποι της Ρώμης, από το Λίνο ως τον Ελευθέριο (περίπου 174-189) είναι δώδεκα τον αριθμό. Εξ αυτών όχι περισσότεροι των τριών (Κλήμης, Σίξτος και Πίος) φέρουν λατινικά ονόματα. Αλλά, μολονότι τα ονόματα Κλήμης και Πίος είναι λατινικά, η μακρά επιστολή του Κλήμεντος προς Κορινθίους είναι γραμμένη στα ελληνικά και ο Πίος (4) είναι αδελφός του Έλληνα από την Αρκαδία Ερμά, συγγραφέα του έργου «ο Ποιμήν».

Στη Ρώμη επίσης γράφηκε ελληνιστί, περί τα μέσα του Β΄ αιώνος, το λεγόμενο Αποστολικό Σύμβολο (5).

Πράγματι, όλη η διασωθείσα φιλολογία, που συνδέεται με τη χριστιανική Ρώμη μέχρι της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου (161-180), είναι γραμμένη στα ελληνικά. Εκτός όμως από τα έργα του Κλήμεντος και του Ερμά διασώθηκαν και άλλα έργα, όπως είναι η επιστολή του Ιγνατίου Αντιοχείας (68-104) προς την Εκκλησία της Ρώμης και η επιστολή του επισκόπου Ρώμης Σωτήρος (166-174) προς την Εκκλησία της Κορίνθου, που γράφηκαν επίσης στα ελληνικά. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Ιουστίνος (†165) και Τατιανός (120-), που ήταν εγκατεστημένοι στη Ρώμη, έγραψαν στα ελληνικά και στην ίδια γλώσσα αντιμετωπίστηκαν από τον Ιουστίνο και από το γνωστό επίσκοπο της ελληνικής χριστιανικής κοινότητος Λουγδούνου (Λυώνος) Ειρηναίο (6) (γεννήθηκε το 140, επίσκοπος το 178-).

Στις δυτικές λειτουργίες υπάρχουν ελληνικές περικοπές, οι οποίες ανάγονται στην εποχή εκείνη, όπως είναι ο αγγελικός ύμνος, το Τρισάγιο, το Κύριε ἐλέησον και το Χριστέ ἐλέησον (7) .

Δεν είναι γνωστό ακριβώς πότε κατά τον Γ΄ μ. Χ. αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία άλλαξε από ελληνική και έγινε λατινική, γιατί η γλώσσα της ήταν ελληνική, οι συγγραφείς της ήταν Έλληνες, τα γραπτά της ήταν ελληνικά και καθώς μαρτυρούν οι παραδόσεις της και οι λειτουργικοί τύποι της ήταν επίσης ελληνικοί (8).

Η ελληνική γλώσσα, όπου γραφώ αλλού, ήταν παράγοντας μεγάλης σπουδαιότητας για την ενότητα της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες, γιατί η λατινική γλώσσα ήταν ανεπαρκής για να εκφράση τις μεταφυσικές αναζητήσεις της ελληνικής φιλοσοφίας.

Μία παράγραφος του Aulus Gellius, γράφει ο Milman (9), απεικονίζει την ενσυνείδητη ανεπάρκεια της λατινικής να εκφράση, παρ' όλες τις καινοτομίες του Κικέρωνος, τις κομψότατες διδασκαλίες της ελληνικής φιλοσοφίας. «Haec Favorinum ( 10) dicentem audivi Graeca oratione, cujus sententias, quantum meminisse potui, retuli. Amaenitates vero et copias ubertatesque verborum, Latina omnis facundia vix quidem indispisci potuerit ».

Όπως αναφέρω, ο ελληνικός χαρακτήρας της Εκκλησίας της Ρώμης ήταν έντονος λόγω της ελληνικής συνθέσεως των πιστών της και λόγω της ανάγκης επικοινωνίας της με τις άλλες Εκκλησίες, που ήταν εξίσου ελληνικές ή ακόμη και διότι δεν υπήρχε δυνατότητα δημιουργίας λατινικής παραδόσεως στην Εκκλησία της Ρώμης, παραδόσεως που εγκαινιάσθηκε όχι από Ρωμαίους αλλά από Αφρικανούς χριστιανούς, οι οποίοι ανατολικά και μέχρι της Κυρηναϊκής μιλούσαν ελληνικά, ενώ δυτικά ωμιλείτο η γλώσσα Punic. Όταν ο άγιος Κυπριανός (248/9- 258) έγραψε προς τις Εκκλησίες της Ασίας στα λατινικά, ο Ευσέβιος θεώρησε τούτο κάτι εξαιρετικό, ενώ ο Κορνήλιος Ρώμης (251-253) γράφει προς τον Αντιοχείας Φάβιο (252-255) στα ελληνικά (11).

Μόλις περί τα μέσα του Γ΄ αιώνος υποχωρεί η ελληνική επιρροή στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά δεν σημαίνει τούτο πως εξαφανίζεται η συμβολή της στη δημιουργία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, γιατί, αν αυτή δεν προϋπήρχε, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στους Τερτυλλιανό, Κυπριανό, Αρνόβιο και Νοβατιανό να γράψουν στα λατινικά χριστιανικά κείμενα. Ο πλούτος όμως της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης μέχρι του Ευσεβίου φανερώνει και την κοινωνική κατάστασι των Ελλήνων μελών και ηγετών της Εκκλησίας της Ρώμης (12).

Οι πληροφορίες που έχουμε είναι ότι στην Εκκλησία της Ρώμης δεν γίνονταν κηρύγματα, γιατί μεταξύ των πιστών υπήρχαν και οι λατίνοι, οι οποίοι δεν καταλάβαιναν την ελληνική γλώσσα. Ο πρώτος που συνέταξε ομιλίες, αλλά στα ελληνικά, ήταν ο Ρώμης Ιππόλυτος (217-231) (13), μιμούμενος τον Ωριγένη όταν ήταν στη Ρώμη και κήρυττε εκεί.

Εκείνος όμως που καθιέρωσε κηρύγματα στην λατινική γλώσσα, ήταν ο πάπας Λέων Α΄ (440-461), ο οποίος στερέωσε το λατινικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ρώμης (14). Εκτός από την άλλη εκπληκτική δραστηριότητά του, ο Λέων εγκαινίασε και στήριξε το παπικό Πρωτείο σε ομιλίες του κατά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο παπικό αξίωμα και σε επιστολές που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο και στους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον επίσκοπο Ρώμης ως primus omnium episcoporum και ότι σε αυτόν μεταβιβάζεται η plenitude potestatis, η solicitude omnium pastorum και η communis cura universalis ecclesia. Έτσι ο Λέων από το πρωτείο της χάριτος και από το πρωτείο της προσωπικής του αρμοδιότητος προέβαλε το Πρωτείο του δικαιώματος της διαδοχής. Αλλ' ενώ ομιλεί πολύ ταπεινά για το άτομό του, εξαίρει με αυτόν τον τρόπο τον επίσημο χαρακτήρα του αξιώματός του. Συνδυάζει την ταπεινότητα και την έπαρσι που εκφράζονται στις στερεότυπες εκφράσεις:«Δοῦλος τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ» «ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ» κι ακόμη «Θεός ἐπί τῆς γῆς» (15). Οι εκφράσεις αυτές μαζί με τις άλλες παπικές αξιώσεις απομάκρυναν την Εκκλησία της Ρώμης όχι μόνον από τους Έλληνες της Ρώμης, αλλ' απ' όλη την ελληνική Ανατολική Εκκλησία.


(1) Π. Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τάς ἐπιστολάς τοῦ Παύλου , Αθήνα 1937, σ. 10. Ο L. Duchesne στο έργο του Early History of the Christian Church from its foundation to the Third Century. Rendered into English from the Fourth Edition, London 1910, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, παραποιεί ή αντιπαρέρχεται σοβαρά προβλήματα της Ανατολικής Εκκλησίας. Αυτή η τακτική παρατηρείται και σε άλλους ρωμαιοκαθολικούς συγγραφείς μέχρι της σύγχρονης εποχής που άλλαξε κάπως η στάσις αυτών έναντι της ημετέρας Εκκλησίας. Αυτή η τακτική παρατηρείται και σε άλλους ρωμαιοκαθολικούς συγγραφείς μέχρι της σύγχρονης εποχής που άλλαξε κάπως η στάσις αυτών έναντι της ημετέρας Εκκλησίας. Αναφερόμενος σχετικά ο Duchesne στο κεφάλαιο Origine of the Roman Church, σ. 39-48, ασχολείται μόνο με την παρουσία των Ιουδαίων στη Ρώμη και περιορίζεται να γράψη τις εξής λίγες γραμμές για την αρχαία Εκκλησία της Ρώμης : We will therefore, dwell no longer on the mystery of the first origin, but merely state that when St. Paul wrote to the Roman Church (58 A. D.), it was not only safely over the crisis which has attended its birth, but was well established, large, and well known, or even renowned, for faith and good works, p. 41. Έτσι αντιπαρέρχεται πλήρως τη συμβολή των Ελλήνων στην ίδρυσι και διατήρησι της Εκκλησίας της Ρώμης κατά τους πρώτους τρεις αιώνες της ιστορίας της. Ο Duchesne, που εθεωρείτο σπουδαίος ρωμαιοκαθολικός συγγραφέας, παρουσιάζεται τέλειος παραχαράκτης της ιστορίας της Εκκλησίας μας στο άλλο πολύ γνωστό έργο του με τον τίτλο The Churches Separated from Rome . Authorised Translation from the French by A. H. Mathew. The International Catholic Library, London, 1907. Και στο βιβλίο του αυτό ο Duchesne, στο κεφάλαιο The Roman Church before the time of Constantine, p. 76-108, γράφει πολλά για την Εκκλησία της Ρώμης, αλλά τελείως αχρωμάτιστα και αχαρακτήριστα. Ένας άλλος πολυγραφώτατος ρωμαιοκαθολικός, ο A. Fortescue, παπιστής αλλά αρκετά φανατικός είναι λιγότερο ανθέλληνας. Είναι ενδιαφέροντα όσα γράφει σχετικά με τις σχέσεις Ελλήνων και Λατίνων στο κεφάλαιο III, Feeling towards Rome in the East στο όντως πλούσιο έργο του The Orthodox Eastern Church , London (1907), p. 87- 97.

(2) W. Sanday, C. Headlam, A critical and Exegetical Commentary on the Epistle to the Romans, Edinburgh, 1902 ( επανέκδοση 1964), p. LIII. O Dom Gregory Dix, στην ειδική μελέτη του με τίτλο Jew and Greek. A study in the Primitive Church, London (1955), p. 68 γράφει: As at Antioch, it was a Greek nickname for Gentile Christians, and shows that these already considerably outnumbered and Jewish nucleus of the Roman Church, since the populace already found it necessary to distinguish "Christians"from" Jews".

(3) C. P. Caspari, Ungedruckte, unbeachtete und wening beachtete, Quellen zur Geschichte des Taufsymbols und der Glaubensregel. Christiania, 1875, v. III, p. 28-161, κ. εξ. και 466 κ. εξ.

(4) Στο Liber Pontificalis φερέται σαν Ιταλός από την Ακυληία.

(5) A. Hahn, κ. α, Bibliothek der Symbole und Glaubenregeln der Alten Kirche. Breslau (1897), νέα έκδοσις Hildescheim, σ. 22-23.

(6)Με την ελληνική γλώσσα έγιναν στη Ρώμη όλες οι προσπάθειες να εναρμονισθή ο Χριστιανισμός με τις αρχές των Ελλήνων φιλοσόφων, με τις ανατολικές θρησκείες, τις κοσμογονίες, τις θεοφανείες, τα αμυστήρια της Ανατολής. Ο Βαλεντίνος ο Αλεξανδρινός ήταν ο ίδιος στη Ρώμη, ο Μαρκίων της Σινώπης επίσης. Ο Μοντανός από τη Φρυγία με τις προφήτιδές του Πρίσκιλλα και Μαξιμίλλα, εάν δεν ήταν οι ίδιοι εκεί, διατηρούσαν μια δυναμική ομάδα στη Ρώμη. Εκεί κατέφυγαν ακόμη οι παραχαράκτες της μεγάλης τριαδολογικής φιλονικίας Πραξέας ο Μικρασιάτης, Θεόδωρος ο Βυζαντινός, Αρτέμων Ασιάτης, ο Νοητός από τη Σμύρνη, ο Σαβέλλιος από την Πτολεμαΐδα της Κυρήνης. Not only do all these controversies, betray the inexhaustible fertility of the Greek or Eastern imagination, not only where they all drawn from Greek or Oriental doctrines, but they must have been still agitated, discussed, ramified into their parts and divisions, through the versatile and subtile Greek. They were all strangers and foreigners; not one of all these systems originated in Rome , in Italy , or in Africa . On all these opinions the Bishop of Rome was almost compelled to sit in judgment; he must receive or reject, authorize or condemn; he was a proselyte, whom it would be the ambition of all to gain. No one unfamiliar with Greek, no one not to a great extent Greek by birth, by education, or by habit, could in any degree comprehend the conflicting theories. H. Hart Milman, History of Latin Christianity; including that of the Popes to the Pontificate of Nicolas V, in six Volumes. Vol. I, London, 1857, second edition, p. 30-31.

(7) Caspari, ενθ. Α. σ. 466 κ. εξ.

(8) Milman, ενθ. Α. σ. 26-29. Ο Dix ( ενθ. α. σελ. 18) γράφει πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την ελληνικότητα της Ρώμης κατά την μεταποστολική εποχή : Νομίζουμε, σημειώνει, πως η Ρώμη δεν ήταν ελληνική πόλις... yet the first reference to Rome in Greek literature, in a geographer of the fourth century, speaks of it as the last "Greek city" Westwards. Rome was Latin in origin and race and languages, but seen against a background of exotic Etruscans and "barbaric" Gaulish tribes, Rome was a Πόλις . And against Carthage, the colony of Syrian Tyre , Rome defended the inheritance of Hellenisme in the West in three hard wars. Culturally, Rome was, if not originally Hellenistic, at least easily and quickly "Hellisable". Και εξηγεί ότι "Not much has been said as yet about the Sub-apostolic Church. Yet it has perhaps already been made clear why that Church presents a problem for the historian". Όμοια και ο B. Scott υποστηρίζει πως "Η Ρωμαϊκή Εκκλησία περί τα μέσα του Γ΄ αιώνα εγκατέλειψε την ελληνική ως επίσημη γλώσσα και έγινε πλήρως λατινίζουσα. Και ό,τι είναι αληθές για τη Ρώμη, είναι αληθές και για τη Δύση γενικά". The Apostolic Tradition of Hippolitus, Cambridge Univ. Press (1934), p. 26. Βλ. και το κεφάλαιο St. Paul in Rome του διακεκριμένου θεολόγου και αργότερα επισκόπου του Duhran J. B. Lightfoot στο έργο του St. Paul's Epistle to the Philippians. A revised text with Introduction Notes and Dissertations. London and Cambridge (1869), σ. 1-28, και ιδιαίτερα σ. 19, σημ. 3, όπου γράφει : The Greek Roman Church in now generally allowed by the best writers, και στην επόμενη σελίδα : Her early bishops for several generations with very few exceptions bear Greek names. All her literature for nearly two centuries is Greek...

(9) Milman, ενθ. α. σ. 31.

(10) Ο Φαβωρίνος έζησε στην εποχή του Αδριανού (117-138).

(11) Ευσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία VI, 43, 10-20, ΒΕΠΕΣ. Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Ελλάδος, Αθήναι (1960), τ. 19, σ. 379. « Ῥωμαϊκῇ φωνῇ συντεταγμέναι τοῦ Κυπριανοῦ». Ο L. W. Barnard γράφει καθαρά ότι «μέχρι του τέλους του Β΄ αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν κυρίως ελληνόφωνη και στη σύνθεσί της ανατολική. Τα ονόματα των επισκόπων της είναι ελληνικά ή ανατολικά. Οι επιγραφές επί των παπικών τάφων ήταν κυρίως στην ελληνική ως το τέλος περίπου του Γ΄ αιώνα, ενώ η χρήσις της ελληνικής στη λειτουργία συνεχίσθηκε πιο πέρα...». Studies in Church History and Patristics. Ανάλεκτα Βλατάδων, 26. Θεσσαλονίκη (1978), σ. 176. Γενικώτερα βλ. στο ίδιο έργο The Church of Rome at the end of the first Century A. D., p. 135-149, Christianity in Rome 150-200 A. D., p. 176-180, και The Heresy of Tatian, p. 181-193.

(12) Επιστολή Διονυσίου Κορίνθου : «ἐξ ἀρχῆς γάρ ὑμῖν ἔθος ἐστί τοῦτο, πάντας μέν ἀδελφούς ποικίλως εὐεργετεῖν.... πατροπαράδοτον ἔθος Ρωμαίων » Ευσεβίου : «Τό μέχρι τοῦ καθ ' ἡμᾶς διωγμοῦ φυλαχθέν Ρωμαίων ἔθος», Διωγμός Δεκίου (249-251), ενθ. α. σ. 305.

(13) Πρβλ. ΒΕΠΕΣ, τ. 6, Αθήναι (1956). Ο τόμος αυτός περιέχει όλα τα κηρύγματα του Ιππολύτου.

(14) Milman, ε.α. τ. Ι. σ. 170. Οσοδήποτε μεγάλος κι αν ήταν ο Λέων, δεν μπορούσε να συγκριθή στο κήρυγμα με τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας.

(15) Πλείονα, και φυσικά όχι μοναδικά στο είδος τους, βλ. στον Ph. Schaff, History of the Christian Church, Vol. II. From the Reign of Constantine to Gregory the Great. Edinburgh, 1879, p. 314-322. Η συγγραφική δράση του Λέοντος αποτελείται από 96 κηρύγματα και 13 επιστολές, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων προς αυτόν. Η συλλογή των ομιλιών του είναι η πρώτη στο είδος που έχουμε από επίσκοπο της Ρώμης.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.