ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Οι Μάγοι και το άστρο της Βηθλεέμ

Πρωτοπρ. Ιωάννου Αγγελιδάκη, Ο λόγος σαρξ εγένετο- Το μυστήριο της Γεννήσεως-
Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού,
Ερμούπολις 2017, εκδ. Ι. Μ. Σύρου, σελ. 133-142

Οι Μάγοι, επιστήμονες αστρονόμοι και αστρολόγοι της εποχής εκείνης , από τα βάθη της Ανατολής, όπου ήταν γνωστή η επίδοση των σοφών σε θέματα ουρανίων φαινομένων, δεν διαπιστώνουν καμία αμφιβολία για την ορθότητα της «πρόγνωσής» τους, αντίθετα τονίζουν ότι «είδομεν τον αστέρα αυτού εν τη Ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ» ( Ματθ. β' 2). Η βεβαιότητα αυτή των Μάγων ανησυχεί και ταράσσει τον Ηρώδη, που ήταν πολιτικός άρχοντας και βασιλέας στην Ιουδαία τα χρόνια εκείνα, προς τον όποιο έρχονται να ζητήσουν πληροφορίες για τη γέννηση του νέου τεχθέντος Βασιλέως των Ιουδαίων και να πάρουν φυσικά την άδεια να τον προσκυνήσουν, και «μετ' αυτού εταράχθη και Ιερουσαλήμ», για τις τραγικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η αναπάντεχη αυτή πληροφορία από τους ξένους σοφούς, γιατί γνωρίζουν τη μανία του άρχοντά τους προς κάθε κίνηση διαδοχής του θρόνου. Η άπάντηση που δόθηκε στον Ηρώδη, από τους αρχιερείς τους οποίους κάλεσε σε μυστική σύσκεψη για να δώσουν εξήγηση και ερμηνεία για το φαινόμενο που υπαινίσσονται οι Μάγοι, ήταν θετική, ότι δηλαδή, πράγματι οι Γραφές και οι προφητικές παραδόσεις αιώνων, ομιλούν για την έλευση και γέννηση ενός «βασιλέως» Μεσσία, όχι όμως στα Ιεροσόλυμα αλλά στην αρχαία και ένδοξη πόλη της Βηθλεέμ της γης Ιούδα, «όστις ποιμανεί τον λαόν του Ισραήλ» (Ματθ. β', 6. Μιχ. Ζ΄ 1-2. Β' Βασ. ε΄ 2 κ.εξ.).

Οι Μάγοι ήλθαν, σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ματθαίο, από ανατολάς, που σημαίνει για την εποχή εκείνη και για την Ιουδαία συγκεκριμένα, ότι προέρχονταν από την Περσία, τη Μηδεία, την Αραβία, ή και αυτή ακόμη τη Μεσοποταμία. Η Μεσοποταμία ιδιαίτερα, που ήταν και περιοχή της αρχαίας βαβυλωνιακης αυτοκρατορίας, είχε μεγάλη φήμη τότε για τα αστρονομικά ενδιαφέροντα των σοφών της και για τους φημισμένους Μάγους, αστρολόγους επιστήμονες της εποχής. Η ευαγγελική διήγηση, κάνοντας αναφορά στην έπίσκεψη των Μάγων «από ανατολάς» και επισημαίνοντας τη δυνατότητα «πρόγνωσής» τους για κάποιο σημαντικό γεγονός, δεν είναι μακριά άπό την ατμόσφαιρα και την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα για τους λαούς της Ανατολής.

Ο Ματθαίος, αναφερόμενος στο επεισόδιο των Μάγων, μας ομιλεί για κάποιο «άστρο της Βηθλεέμ», που είδαν οι σοφοί αυτοί «από ανατολών» και που το χαρακτήρισαν ως «τον αστέρα αύτού» του νέου «τεχθέντος βασιλέως των Ιουδαίων» (Ματθ. β' 2). Αυτό το «σημείο» έγινε αφορμή για την επίσκεψή τους αλλά και για συμπεράσματα του «μηνύματος» που έρχονταν από τον «αστέρα αυτού». Και ο Απόστολος Παύλος θεωρώντας τα γεγονότα του Ιησού από άλλη σκοπιά, πιθανώς να υπονοεί αυτό το ίδιο «άστρο», όταν στην προς Γαλάτας επιστολή του αναφέρεται σε κάποιο «πλήρωμα του χρόνου», που συνοδεύει τη Γέννηση του Υιού του Θεού, του γεννηθέντος «εκ γυναικός» και «υπό νόμον», και μάλιστα σύμφωνα με τις προγνώσεις που μας έδωσαν και αυτά τα «στοιχεία του κόσμου» ( Γαλ. δ' 3-4). Όμοια και στη θεολογική γλώσσα της Αποκαλύψεως του Ιωάννη, ο Ιησούς ως η «ρίζα και το γένος Δαυίδ» στην ιστορική του πραγματικότητα συμβολίζεται με «τον αστέρα τον λαμπρόν και πρωινόν» (Αποκ. κβ' 16). Α λλά και στο μέλλον και πάλι με μια έννοια εσχατολογική, «ως άστήρ» φωτεινός θα «διαυγάση και ανατείλη εν ταις καρδίαις ημών» ( Β' Πετρ. α΄, 19).

Σχετικά με το άστρο της Βηθλεέμ έχουν διατυπωθεί, όχι μόνο από θεολόγους, αλλά και από φυσικούς έπιστήμονες της ειδικότητας της αστρονομίας διάφορες θεωρίες, από πολύ ενδιαφέρουσες μέχρι και πολύ αφελείς. Όλες αυτές θέλουν να τονίσουν ότι τελικά το «άστρο» αυτό δεν πρέπει να θεωρείται σαν ένα μυθικό και φανταστικό φαινόμενο, ούτε σαν διακοσμητικό στοιχείο του όλου «σκηνικού» της χριστουγεννιάτικης φάτνης, αλλά φαινόμενο ιστορικό και πραγματικό που επιδέχεται ασφαλώς ερευνητική μελέτη και σοβαρή επιστημονική ανάλυση.

Μερικοί από αυτούς υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για το γνωστό σήμερα φαινόμενο που προκαλείται κατά τη συνάντηση των τριών πλανητών, του Κρόνου, του Δία και της Αφροδίτης. Φαινόμενο, που πράγματι κατά τους ιστορικούς της αστρονομίας συνέβη το έτος 747 από κτίσεως Ρώμης ή το 7 π.Χ. Αυτή είναι η γνωστή θεωρία της συνάντησης των πλανητών που πρώτος την διατύπωσε ο μεγάλος άστρονόμος Κέπλερ και έχει ως σήμερα πολλούς θερμούς υποστηρικτές. Κατά τις διαδικασίες της συνάντησης αυτής, όταν ο κύριος πλανήτης Δίας εισέρχεται στην πλανητική τροχιά για συνάντηση των άλλων πλανητών, τότε έχουμε ένα έντονο οπτικό φαινόμενο, την «εμφάνιση» ή την «ανατολή» του «αστέρος» δηλαδή του πλανήτη Δία. Αυτή η ανατολή του αστέρος, κατά τον Κέπλερ, έγινε ταυτόχρονα αισθητή στην Ανατολή από τους Μάγους και στη Βηθλεέμ από τους ποιμένες, που τη νύχτα εκείνη ξαγρυπνούσαν φυλάσσοντας τα ποίμνια τους (βλ. Λουκ. β' 8). Μετά παρέλευση δύο ή τριών μηνών έχουμε τη δύση ή την «έξοδο» του Δία από την τροχιά του αυτή και τη λήξη της συνάντησης. Τότε παρατηρείται και πάλι το ίδιο έντονο φωτεινό φαινόμενο που παρουσιάζεται στην αρχή, ωσάν δηλαδή να εμφανίζεται εκ νέου και να ανατέλλει ο «αστέρας».

Η παρατήρηση επομένως του Ματθαίου, και πάλι κατά τη θεωρία αυτή, ότι οι Μάγοι «εξ ανατολών», εξερχόμενοι μετά την επίσκεψή τους από τα Ιεροσολυμα και πορευόμενοι προς τη Βηθλεέμ, «ειδον τον αστέρα και εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα», με τη σημαντική προσθήκη ότι ο αστήρ αυτός ήταν ο ίδιος με τον «αστέρα», «ον είδον εν τη Ανατολή» (Ματθ. β' 9-10), είναι πλήρως εναρμονισμένη με τη φυσική κίνηση του πλανήτη Δία και τη διπλή εμφάνισή του κατά την είσοδο και έξοδο από την τροχιά συνάντησης με τους άλλους δύο πλανήτες.

Η χρονική άπόσταση των δύο ή τριών περίπου μηνών μεταξύ των εμφανίσεων αυτών του «αστέρος» δεν μας δημιουργεί προβλήματα, γιατί έχει υπολογισθεί ότι ο χρόνος ενός ταξιδιού από τη Μεσοποταμία στην Παλαιστίνη με τα μέσα της εποχής εκείνης απαιτούσε την ίδια χρονική διάρκεια. Εξάλλου, γνωρίζουμε, αφ' ενός μεν από τον Λουκά, ότι οι ποιμένες, που είδαν τον «αστέρα» κατά την πρώτη εμφάνισή του, πήγαν και προσκύνησαν το θείο Βρέφος στη φάτνη τη βραδιά της Γέννησης ( Λουκ . β' 16), αφ' ετέρου από τον Ματθαίο, ότι οι Μάγοι είδαν τη δεύτερη εμφάνιση του «αστέρα» στον δρόμο προς Βηθλεέμ και πρόσφεραν τα δώρα τους «εις την οικίαν» και όχι στη φάτνη (Ματθ. β' 11).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για υπερφυσικό φαινόμενο και άγγελο που εμφανίστηκε σαν αστέρας. Ο ιερός Χρυσόστομος διατυπώνει τα εξης έπιχειρήματα για το ότι ο αστέρας δεν ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, όπως πολλοί υποστηρίζουν αλλά και ένα έκτακτο θαυμαστό και υπερφυσικό σημείο του Θεού: «...ότι ου των πολλών εις ο αστήρ ούτος ην, μάλλον δε ουδέ αστήρ, ως εμοί δε δοκεί, αλλά δύναμίς τις αόρατος εις ταύτην μετασχηματισθείσα την όψιν, πρώτον άπύ της πορείας αύτης δηλον, ου γαρ έστιν, ουκ έστιν αστήρ τις ταύτην βαδίζων την οδόν, άλλά καν ήλιον είπης, καν σελήνην, καν τους άλλους άπαντας αστέρας. Ούτος δε από άρκτου προς μεσημβρίαν εφέρετο... Ουδέ ιδίαν τινά πορείαν είχεν, αλλ' ότε μεν έδει βαδίσαι αυτούς, εβάδιζεν, ότε δε στήναι, ίστατο, προς το δέον πάντα οικονομών, καθάπερ ο στόλος της νεφέλης, και καθίζων και εγείρων το στρατόπεδον των Ιουδαίων, ηνίκα εχρήν... Επεί ουν (τους Μάγους) ήγαγε και εχειραγώγησε και προς την φάτνην έστησε, ουκέτι δι' άστρου, αλλά δι' αγγέλου λοιπόν αυτοίς διαλέγεται...» (PG 57, 64-6) .

Και ο Ψευδο-Καισάριος λέγει: «Ο θείος Ευαγγελιστής... ως αστέρα τον άγγελον οδηγόν της προσκυνήσεως τίθησιν... Ότι δε ουκ αστήρ, αλλά νοερά τις και λογική υπήρχε δύναμις ο των Μάγων καθηγητής, εξ αυτής παιδευόμεθα της εκείνου κινήσεώς τε και στάσεως. Των γαρ αστέρων οι μεν αεικίνητοι, ουκ ηρεμούσι της κινήσεως, οι δε ιστάμενοι ου κινείται. Ούτος δε αμφιδέξιος φαίνεται, κινούμενος και ιστάμενος και αποκρυπτόμενος τους οδηγουμένους... αστήρ μεν φαινόμενος, άγγελος δε νοούμενος εθνών οδηγός...» ( PG 38, 973-6).

Ο περίφημος Ρωμανός ο Μελωδός έχων υπόψη του τον Ιερό Χρυσόστομο λέει: «... αστήρ μεν έστιν εις το φαινόμενον, δύναμις δε τις προς το νοούμενον. Συνήλθε μάγοις, ως λειτουργών μου, και έτι ίσταται, πληρών διακονίαν την αυτού, και ακτίσι δεικνύων τον τόπον όπου ετέχθη παιδί ον νέον».

Ο Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς († 165) λέγει: «Ανατείλαντος ουν και εν ουρανώ άμα τω γεννηθηναι αυτόν αστέρος... οι από Αραβίας μάγοι, εκ τούτου επιγνόντες, παρεγένοντο και προσεκύνησαν αυτώ» (1).

Και ο Ωριγένης ομιλεί δια «... τον οφθέντα αστέρα εν τη ανατολή...» (2). Ο ιστορικός Ευσέβιος (†προ του 340) αναφέρει: «φανείς τότε τοις μάγοις επεφέρετο» (3). Αλλά εύλογη προβάλλει σε καθέναν από εμάς η απορία: πως προήλθε η αντίληψη των Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων ότι ο εμφανισθείς εις τους τρεις Μάγους-βασιλείς αστέρας, δεν είναι πραγματικός αστέρας αλλά «Άγγελος», οδηγώντας αυτούς στην προσκύνηση του τεχθέντος Θεανθρώπου; Εν πρώτοις οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η προσκύνηση των Μάγων έλαβε χώρα εντός δύο ετών από της Γεννήσεως του Σωτηρος, όπως συνάγεται από την αφήγηση του ευαγγελιστού Ματθαίου, ο οποίος αναφέρει ότι η προσκύνηση συνδέεται με τη σφαγή των νηπίων «από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων» ο Ηρώδης. Την εμφάνιση δι' αστέρος του Αγγέλου οι περισσότεροι από τους Πατέρες και τους Εκκλησιαστικούς Συγγραφείς παρέλαβαν άπό την Παλαιά Διαθήκη η όποία προλέγει την εμφάνιση του αστέρος: «Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ...». (Αριθ. κδ' 17). Ο αναφερθείς Ιουστίνος θεωρεί τον αστέρα ως αυτόν τον Χριστόν: «Άστρον δε φωτεινόν ανέτειλε και άνθος ανέβη από της ρίζης Ιεσαί, ούτος ο Χριστός»! και «ως άστρον έμελλεν ανατελείν αυτός δια του γένους του Αβραάμ, Μωυσής παρεδήλωσεν ούτως ειπών, Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ...», και αλλαχού «άστρον δια Μωυσέως ... κέκληται ο Χριστός» (4). Ο Ρωμανός ο Μελωδός στο γνωστό κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον», λέγει: «Ακριβώς γαρ ημίν ο Βαλαάμ παρέθετο των ρημάτων τον νουν ων περ προεμαντεύετο ειπών ότι μέλλει αστήρ ανατέλλειν, αστήρ σβεννύων πάντα μαντεύματα...αστήρ αστέρος του φαινομένου υπερφαιδρότερος πολύ, ως πάντων άστρων ποιητής... ο προ αιώνων Θεός ». Στον Ακάθιστο Ύμνο ο υμνωδός εξαίρει τον Χριστό ως αστέρα λέγων: «...Χαίρε, αστέρος α δοτου Μήτηρ». Τέλος ο Κανών Κοσμά του Μελωδού λέει: «Του μάντεως πάλαι Βαλαάμ των λόγων μυητάς σοφούς, αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ εκ του Ιακώβ, ανατείλας Δέσποτα» (Τροπ. δ' ωδής καν. Χριστουγέννων).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί με επιχειρήματα γιατί ο «αστήρ» δεν ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, αλλά έκτακτο σημείο του Θεού: α) Εξ αιτίας της πορείας του: «όλους τους αστέρες, τους βλέπουμε να προχωρούν από την ανατολή προς τη δύση. Αυτός όμως από βορά προς νότο... διότι έτσι βρίσκεται η Παλαιστίνη εν σχέσει με την Περσία», β) Εξ αιτίας του καιρού: «διότι δεν φαίνεται κατά τη νύχτα, αλλά στη μέση της ημέρας όταν λάμπει ο ήλιος, πράγμα που δεν είναι της δυνάμεως αστέρα». γ) Εξ αιτίας του ότι «εμφανίζεται και πάλι κρύβεται. Διότι φαινόταν στον δρόμο μέχρι την Παλαιστίνη οδηγώντας. Και επειδή ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα κρύφτηκε. Μετά πάλι, αφήνοντας τον Ηρώδη αφού τον δίδαξαν οι Μάγοι, γιατί ήλθαν, και επρόκειτο να αναχωρήσουν, εμφανίζεται, πράγμα που δεν είναι κίνηση άστρου, αλλά κάποιας σοφής δυνάμεως». δ) Εξ αιτίας του τρόπου που εμφανίζεται (Ματθ. β' 9). «Πως λοιπόν ο αστέρας, πες μου, έδειχνε τον στενό τύπο της φάτνης και της καλύβας εάν όχι, αφήνοντας εκείνο το ύψος, κατέβηκε κάτω και σταμάτησε πάνω στο κεφάλι του παιδιού;» (5).

Τον άμεσο συσχετισμό του «αστέρος» της Βηθλεέμ με την εμφάνιση άστρου ή κάποιου κομήτη δέχεται και ο Ωριγένης, ένας από τους μεγάλους ερμηνευτές θεολόγους της χριστιανικής αρχαιότητας. Ασφαλως η εμφαντική υπογράμμιση από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, ότι τον «αστέρα» της Βηθλεέμ τον παρατήρησαν και Μάγοι στην Ανατολή, ήταν φυσικό να οδηγήσει πολλούς προς την κατεύθυνση αυτή του συσχετισμού του «αστέρος» με κάποιο γνωστό ή άγνωστο ως τότε ουράνιο φαινόμενο. Βέβαια υπάρχει και η άλλη άποψη, που συνήθως υποστηρίζεται από πολλούς σοβαρούς ερμηνευτές θεολόγους, ότι το «άστρο» της Βηθλεέμ δεν μπορούσε να ήταν κάποιο φυσικό φαινόμενο αλλά μάλλον κάποιο έκτακτο και υπερφυσικό γεγονός, κι επομένως δεν επιτρέπεται να εντάσσεται στο χώρο της μελέτης των φυσικών νόμων και φαινομένων (6). .

«Ο διαπρεπής, τακτικός Καθηγητής της Αστρονομίας εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών και Διευθυντής τοϋ Αστρονομικού Ινστιτούτου του αστεροσκοπίου Αθηνών Σταύρος Πλακίδας στο έργο του “Το Άστρο της Βηθλεέμ” (Αθήνα 1952), παραφυλάττων ανεπιφυλάκτως την αξιοπιστίαν της Ευαγγελικης πηγης αφ' ενός, αφ' ετέρου δε ανακρίνων το θέμα επιστημονικώς, λόγω της ειδικότητάς του, καταλήγει εις το συμπέρασμα, ότι «ουδεμία επιτρέπεται αμφιβολία περί του ότι όντως συνέβη εξαιρετικόν τι αστρονομικόν φαινόμενον κατά την Γέννησιν, όπως και κατά την Σταύρωσιν. Η εξιστόρησις του γεγονότος τούτου δεν είναι άπλη ποιητική επινόησις ή μυθική πλοκή, έχουσα ως μόνον σκοπόν κενήν τινα έξαρσιν των συνθηκών της ενανθρωπήσεως τοϋ Σωτηρος, αλλά αναμφισβήτως ιστορική άφήγησις πραγματικύτητος την οποίαν ουδείς δικαιούται να αρνηθή όλως αυθαιρέτως» (7).


Υποσημειώσεις

(1) ΒΕΠΕΣ, τ. 3, 307. Α. Απολ. 32, 10-126, I 325.

(2) Κατά Κέλσου 1,58. ΒΕΠΕΣ τ. 9, σ. 112,16.

(3) Ο αστήρ. τον οποίον είδαν κατά την Ανατολήν οι Μάγοι. Ευσεβίου, Ευαγγελική Απόδειξις, 9.1. ΒΕΠΕΣ τ. 28, 14,2.

(4) ΒΕΠΕΣ τ. 3, 307. Α. Άπολ. 32, 10-126. Ι 325.

(5) Ιωάν. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία εις τον Ματθ. β'- στ'. PG 64.

(6) Γεωργ. Πατρώνου, Η ιστορική πορεία του Ιησού, Εκδ. Δόμος 1997, σελ. 120-155.

(7) Λεων. Φιλιππίδη, Η Ιστορία της εποχής της Κ. Διαθήκης 1958, σελ. 762.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.