ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και ο σύγχρονος άνθρωπος

Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά θέματα, τόμ. Β΄,
εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 145-160

Όταν ο Δήμος Θεσσαλονίκης μου έκαμε και εφέτος την τιμή, μέσω του υπευθύνου για τη σειρά αυτή των διαλέξεων του Ανοικτού Πανεπιστημίου, να ζητήσει τη συμμετοχή μου στο ωραίο αυτό έργο, δήλωσα ω s θέμα το «Η Μεγαλη Τεσσαρακοστή και ο σύγχρονος άνθρωπος». Επεδίωξα να επιτύχω πολλούς συγχρόνως στόχους με το θέμα αυτό. Πρώτο, να μείνω στα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα και στον κύκλο της ειδικότητάς μου, γιατί θεώρησα, όπως και είναι, αντιδεοντολογική την ερασιτεχνική παρέμβαση σε τομείς που άλλοι έχουν σοβαρό και υπεύθυνο λόγο. Δεύτερο, να μείνουμε στην επικαιρότητα, στην περίοδο δηλαδή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μια και ως ορθόδοξοι χριστιανοί αξιωνόμαστε και εφέτος να διανύουμε την Ιερή αυτή περίοδο του λειτουργικού έτους. Αυτά τα δύο τα επιτύχαμε, αφού το θέμα μας είναι θέμα λειτουργικό και επίκαιρο. Προσθέτοντας όμως σ' αυτό το δεύτερο σκέλος «και ο σύγχρονος άνθρωπος», δεν το έκανα απλά και μόνο για εντυπώσεις, προσπαθώντας δηλαδή να δημιουργήσω ένα ψευτοδελέασμα για την προσέλευση ακροατών. Εξ άλλου αυτός ο ίδιος ο κύριος τίτλος «Μεγάλη Τεσσαρακοστή» αρκεί στο να απωθήσει το ευρύ κοινό και να στενέψει τον κύκλο των ακροατών στους ευσεβείς εκείνους ανθρώπους, που έχουν την αγάπη και τη διάθεση να ακούσουν κάτι περισσότερο για ένα ειδικό λατρευτικό θέμα, που λίγο-πολύ είναι σε όλους γνωστό. Το έβαλα επίτηδες για να πιέσω τον ίδιο τον εαυτό μου να ιδεί, κατά το δυνατόν, το κοινότυπο θέμα από μια συγκεκριμένη και ενδιαφέρουσα, όπως νομίζω, οπτική γωνία, που με απασχολεί κι εμένα τον ίδιο προσωπικά και, από όσο γνωρίζω, πολλούς άλλους χριστιανούς. Πρόκειται για ένα κάπως ωμό, βάσιμο όμως και «νόμιμο» ερώτημα: Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι ένας πανάρχαιος, σχεδόν δύο χιλιάδων ετών, θεσμός, σεβάσμιος και Ιερός, στον οποίο κάθε χρόνο επανέρχεται η Εκκλησία, καλώντας τους χριστιανούς του εικοστού, σε λίγο του εικοστού πρώτου, αιώνα να συντονιστούν σε μια πρακτική, από τη διαμόρφωση της όποιας τους χωρίζουν τουλάχιστον πενήντα γενεές και πολλές εκατοντάδες χρόνια. Και για μεν τους πιστούς ανθρώπους, που με αφελότητα καρδιάς και απλότητα πίστεως υπακούουν και ακολουθούν τα παραδοσιακά εκκλησιαστικά θέσμια, δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα. 'Ισως μάλιστα η παλαιότητα του θεσμού της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ενέχει και κάποιο θα λέγαμε ιερό ρομαντισμό και προσφέρει μια ασφάλεια στο παρόν, που δένεται με το αιώνιο και βεβαιωμένο από την πείρα της Εκκλησίας παρελθόν, που γέννησε άγιους και οδήγησε με τη χάρη του Θεού το λαό του Θεού σε δρόμους σωτηρίας. Στο διάλογο όμως με τον πολύ κόσμο τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι τόσο πειστικά. Πολλά, πάρα πολλά πράγματα, κατά τη ροή των αιώνων έχουν ουσιαστικά αλλάξει και μαζί με αύτά και οι άνθρωποι και η νοοτροπία τους. Προσωπικά πιστεύω πως οι άνθρωποι παραμένουν οι ίδιοι και πως οι συνθήκες ζωής, παρά τις διατυμπανιζόμενες κοσμογονικές άλλαγές, είναι οι ίδιες ή παρόμοιες. Τα ίδια προβλήματα υπήρχαν και στην εποχή των μεγάλων πατέρων, του ιερού Χρυσοστόμου, επί παραδείγματι, όπως βλέπουμε από τα κηρύγματά του, και στις επόμενες γενεές, όπως και μέχρι σήμερα. Και τότε ο λόγος περί Μεγάλης Τεσσαρακοστής και η κλήση συμμετοχής σ' αυτή δεν ήταν για όλους άμεσα και αναντίρρητα ακουστός. Και τότε θα έπρεπε να βρεθούν σημεία επαφής, που να κάνουν για τους πολλούς αποδεκτό το περί Τεσσαρακοστής κήρυγμα. Μερικά από τα επιχειρήματα εκείνα σήμερα ατόνησαν ή υστερούν σε βάρος, όσο τουλάχιστον νομίζουμε ότι είχαν τον παλαιό εκείνο καιρό. Επί παραδείγματι, δεν θα έφερνε το ποθούμενο αποτέλεσμα η επίκληση του φόβου της κολάσεως ή η, να τη χαρακτηρίσουμε έτσι, δικανική τοποθέτηση έναντι της Τεσσαρακοστής. Η επίσειση δηλαδή φοβήτρων πρόσκαιρων ή αιωνίων τιμωριών, που συνεπάγεται η μη τήρηση των νομίμων της Εκκλησίας. Προσωπικά έχω την γνώμη ότι και η αντίθετη τακτική, της προβολής ως κινήτρων των αγαθών και των αμοιβών που επιφυλάσσονται για τους τηρητές της Τεσσαρακοστής, δεν έχει σήμερα πρόθυμους αποδέκτες.

Αλλ' η προσπάθεια αυτή αναζητήσεως μέσων εκσυγχρονισμού του περί Τεσσαρακοστής κηρύγματος ενέχει κάποιο, υπολανθάνοντα ίσως, κίνδυνο παραχαράξεως αυτού του ίδιου του θεσμού. Ως παράδειγμα αναφέρω τον τονισμό, που παρατηρείται σε προπολεμικά κυρίως κηρύγματα, που συνεχίσθηκε λιγότερο έντονα μέχρι πρόσφατα, να προβάλλονται μονομερώς στοιχεία της Τεσσαρακοστής υπαρκτά μεν και αρχέγονα, χωρίς όμως να τηρείται η αρχική ισορροπία με τον τονισμό άλλων που φαινόταν αναχρονιστικά ή, εν πάση περιπτώσει, λιγότερο ή δυσκολώτερα αποδεκτά. Έτσι, ενώ το περί νηστείας των τροφών θέμα έμενε στο περιθώριο, το περί «αληθούς νηστείας» αίτημα, της αλλοτριώσεως δηλαδή από τα κακά, η αποχή από το θυμό, την καταλαλιά, το ψεύδος, την επιορκία, η εγκράτεια της γλώσσας και η διάρρηξη «βίαιων συναλλαγμάτων», έπαιρνε την πρώτη και κύρια θέση, εν ονόματι μάλιστα της πατερικής διδασκαλίας και της επηρεαζομένης άπό αυτήν εκκλησιαστικής υμνογραφίας. Και αναντίρρητα οι πατέρες και ιδιαίτερα ο Μέγας Βασίλειος, επιμένουν σ' αυτά, και πολύ δίκαια και ορθά. Μιλούν όμως σ' ένα κόσμο που τηρούσε τη νηστεία και απείχε από τις μη νήστιμες τροφές. Έπρεπε όμως να μη μείνει σ' αυτό, αλλά να νηστεύει και «πνευματικά», παράλληλα όπως νήστευε «σωματικά». Όταν όμως απευθύνεσαι σε άνθρώπους που κατά πλειονότητα δεν νηστεύουν «σωματικά», το να τονίζεις την «πνευματική» μόνο μορφή της νηστείας, ενώ δεν είναι αυτονόητη, όπως τότε, η τήρηση της «σωματικής», όχι μόνο δεν βρίσκεσαι στη γραμμή των πατέρων, αλλ' ουσιαστικά ενθαρρύνεις τη μη τήρηση της νηστείας. Έτσι «έκσυγχρονίζεις» μεν το περί Τεσσαρακοστής κήρυγμα και το κάνεις πιο αποδεκτό, αλλά στην ουσία το διαστρέφεις. Διασώζεται κατ' επίφαση το γράμμα των πατέρων, προδίδειται όμως το πνεύμα, αυτή η πολύπλευρη Ιερή έννοια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

•  Παρ' όλα αυτά το αληθινό πνευματικό νόημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι πάντα επίκαιρο και πάντα γι' αυτό υπάρχουν προσβάσεις, που μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να το συλλάβουν, να το επωφεληθούν και, ενσυνείδητα μυούμενοι και αποδεχόμενοι το μήνυμά της, να το οικειωθούν προς σωτηρίαν. Η βαθύτερη μελέτη του νοήματος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και των συνθηκών ζωής των συγχρόνων ανθρώπων δεν οδηγεί σε απογοητευτικά, όπως από πρώτη προσέγγιση θα φαινόταν, συμπεράσματα. Αντίθετα με παρρησία και απροκατάληπτα μπορεί να λεχθεί, ότι για το σημερινό άνθρωπο υπάρχουν πολύ πιο ευνοϊκοί όροι από αυτούς που υπήρχαν σε προηγούμενες εποχές, παρά τις τυχόν άλλες δυσμενείς συγκυρίες. Δεν θα ήταν υπερβολή αν μακαρίζαμε τους χριστιανούς σήμερα, γιατί και στα προσωπικά τους ερωτήματα και όταν διαλέγονται με άλλους μπορούν να βρουν περισσότερα από άλλοτε σημεία επαφής για να προβάλουν και να βοηθήσουν και τους άλλους άνθρώπους να κατανοήσουν και να τηρήσουν όπως αρμόζει τον Ιερό καιρό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Θα εντοπίσουμε τη μελέτη μας σε τρία καίρια σημεία, που αποτελοϋύ τους κυρίους στόχους της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κλειδιά για την κατανόηση του νοήματος της. Ο στόχος μας είναι αυτός που θέσαμε στον τίτλο και που προδιαγράφομε ανωτέρω. Ότι δηλαδή, το επαναλαμβάνω, αυτά τα σημεία προσβάσεως στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι πιο προσιτά στους συγχρόνους μας ανθρώπους απ' όσο στις προηγούμενες γενεές.

Το πρώτο και κύριο από μια άποψη στοιχείο και χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι ότι είναι περίοδος νηστείας. Είναι η πρώτη και μεγάλη και κυρία νηστεία, που επηρεάζει τη λατρεία της Εκκλησίας ουσιαστικά, όσο καμιά άλλη ημέρα η περίοδος νηστείας. Παλαιότερες νηστείες που η αρχή τους φθάνει ως την α ποστο λική εποχή είναι οι δύο ημέρες της εβδομάδος που είναι αφιερωμένες στο πάθος του Κυρίου, η Τετάρτη και η Παρασκευή. Αλλ' ούτε αυτές ούτε οι άλλες μεμονωμένες ημέρες νηστείας, όπως η Ύψωση του τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και η Αποτομή του Προδρόμου (29 Αυγούστου), ούτε οι μεταγενέστερες περίοδοι νηστειών, όπως το σαρανταήμερο προ των Χριστουγέννων, η παραμονή των Θεοφανείων, η νηστεία των Αγίων Αποστόλων και του δεκαπενταύγουστου, άφησαν ίχνη στη λειτουργική τάξη των ημερών αυτών. Αντίθετα κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή η ίδια η καθημερινή ακολουθία, τα αναγνώσματα και η υμνογραφία αποτελούν μια συνεχή υπόμνηση και προτροπή για τη νηστεία. Οι προπαρασκευαστικές της εβδομάδες φέρουν ονόματα που προσδιορίζουν την δίαιτα των ημερών αυτών (Απόκρεω, Τυροφάγου), η πρώτη της εβδομάδα για την καθαρότητα της νηστείας ονομάζεται «Καθαρά Έβδομός», όλες δε οι εβδομάδες και οι Κυριακές της αριθμούνται ως Α', Β', Γ κ.λπ. Κυριακές και Εβδομάδες «των (άγιων) Νηστειών». Είναι τόσο έντονος δε ο κατανυκτικός χαρακτήρας και τόσο προβάλλεται η τηρουμένη κατά τις καθημερινές αυστηρή νηστεία, ώστε δεν τελείται κατ' αυτές το χαρμόσυνο πασχάλιο μυστήριο της θείας εύχαριστίας, αλλ' η θεία κοινωνία προσφέρεται μετά τον εσπερινό, δηλαδή προς το τέλος της ήμέρας, που κατά θεωρίαν τουλάχιστον διανύεται με πλήρη αποχή τροφής, στα πλαίσια ειδικής κατανυκτικης τελετής, της λεγομένης λειτουργίας των Προηγιασμένων. Και όχι μόνον αυτό. Η νηστεία της Τεσσαρακοστής καταξιώνεται ως μίμηση αυτού του Κυρίου, που νήστευσε σαράντα μέρες στην έρημο και «ουκ έφαγεν ουδέν εν ταις η μέραις εκείναις » (Λουκ. δ' 2), ως μίμηση του Μωϋσέως, που νήστευσε ομοίως σαράντα ημέρες για να λάβει στο Σινά το νόμο του Θεού, μίμηση του προφήτου Ηλία, που μετά από ανάλογη νηστεία αξιώθηκε της θέας του Θεού στο Χωρήβ και μίμηση των άλλων νηστευτών ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης. Παράλληλα από τους πατέρες της Εκκλησίας προβάλλεται η έννοια της τεσσαρακονθημέρου νηστείας ως προσφορά αυτής της ζωής μας στο Θεό, ως «αποδεκατώσεως» του ενός έτους (τετρακοσίων περίπου ημερών). Θυσίας αινέσεως, που πραγματοποιείται με την εκουσία άρνηση κατά τις ημέρες αυτές των αγαθών και των απολαύσεων του κόσμου τούτου, που κυρίως συνίστανται στην ακόρεστη και αδιάκριτη βρώση και πόση. Κι ακόμη πιο πέρα οι ιεροί πατέρες αναζητούν την δικαίωση του θεσμού. Θεωρούν τη νηστεία ως την πρώτη εντολή του Θεού στους πρωτοπλάστους και δι' αυτών στο γένος των ανθρώπων, «συνηλικιώτη της ανθρωπότητος». Η εντολή του Θεού στους πρωτοπλάστους ήταν ένα είδος νηστείας· αποχή βρώσεως από ένα συγκεκριμένο καρπό. Η παράβαση της περί νηστείας πρώτης εντολής έφερε το θάνατο. Η εκούσια συμμόρφωση στην παράλληλη περί νηστείας εντολή του Θεού δια της Εκκλησίας, γίνεται πηγή ζωής και αιτία σωτηρίας στους πιστούς τηρητές της. Τέτοια σημασία της αποδίδει η παράδοση της Εκκλησίας. Δεν την βλέπει σαν ένα είδος φακιρισμού, αλλά σαν μίμηση Χριστού, σαν «αποδεκατισμό», σαν θυσία, σαν υπακοή στο σωτήριο και ζωηφόρο θέλημα του Θεού.

Και οι παλαιότερες γενιές των χριστιανών νήστευαν, όχι απλώς κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία όταν δεν είχαν επάρκεια υλικών αγαθών, αλλά και όταν είχαν πλησμονή τροφών. Σήμερα η εκκλησιαστική διδασκαλία περί νηστείας βρήκε έναν απροσδόκητο σύμμαχο. Σε εποχή που η υγεία των ανθρώπων κινδυνεύει όχι από έλλειψη, αλλά από υπερπλεονάζουσα τροφή -τουλάχιστον στις προηγμένες χώρες-, όπου αυξήθηκαν οι ασθένειες που προκαλούνται από την πολυφαγία και την πολυποσία και έγινε κοινή συνείδηση ότι οι επιδημίες της ακρασίας υπονομεύουν την υγεία και έπιταχύνουν τη φθορά, όλοι μιλούν για υγιεινή διατροφή, για δίαιτα και για την ανάγκη της νηστείας. Τι άλλο κάνει εδώ και αιώνες η Εκκλησία όταν προβάλλει το θεσμό της νηστείας, κηδομένη όχι μόνο της πνευματικής, άλλά και της σωματικής υγείας των ανθρώπων; Και τούτο γιατί η Εκκλησία, ταμείο πραγματικό τ ns σοφίας του Θεού και της πείρας γενεών και γενεών, δεν καταφρονεί το σώμα, όπως επιπόλαια πολλές φορές λέγεται, αλλά το θεωρεί δώρο και κτήμα του Θεού, « μέλος Χριστού » και «ναό του 'Αγιου Πνεύματος» (Α' Κορ. στ' 15-19). Ο χριστιανός δεν μισεί την σάρκα του, « αλλ' εκτρέφει και θάλπει αυτήν, καθώς και ο Κύριος την Εκκλησίαν ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού, εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού» (Εφεσ. ε 29-30). Δεν απέχει από τις τροφές από βδελυγμία, γνωρίζοντας ότι «παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον» ( Α' Τιμ. δ' 4). Δεν εξουσιάζεται όμως από τίποτε· «τα βρώματα τη κοιλία και η κοιλία τοις βρώμασιν ο δε Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει» (Α'Κορ. στ' 12-13). Η σύμμετρη δηλαδή χρήση της τροφής ή η αποχή απ' αυτή αποτελούν τρόπο δοξολογίας του Θεού «εν τω σώματι και εν τω πνεύματι» του ανθρώπου, «άτινα εστι του Θεού» (Α'Κορ. στ' 20). Έτσι διατηρείται και η ψυχοσωματική ισορροπία του ανθρώπου, αφού η νηστεία δεν είναι μέσο φθοράς του σώματος, αλλ' αντίθετα παράγων υγείας και ευεξίας, όπως και η επιστήμη της διαιτολογίας έφθασε σήμερα να το αναγνωρίζει.

•  Μ' αυτές τις προϋποθέσεις το περί νηστείας και Τεσσαρακοστής κήρυγμα παρουσιάζεται πολύ πιο ευπρόσδεκτο από όσο παλαιότερα, αφού απευθύνεται σε ανθρώπους, που κατανόησαν γιατί γνώρισαν εκ πείρας τον κίνδυνο της υπερβολής και της κατάχρησης, της αλόγιστης κατανάλωσης και της σπατάλης. Έτσι η περί νηστείας διδασκαλία, χωρίς να ξεφεύγει σε διαιτολογία και οικολογία και να χάνει τον ιερό στόχο της, κατ' ουσίαν συμπορεύεται μ' αυτές για το καλό του ανθρώπου και για τη δόξα και τον αίνο του Θεού. Η εκκλησιαστική διδασκαλία δεν εκκοσμικεύεται, αλλά η ανθρώπινη εμπειρία και γνώση, μετά από πολλές περιπλανήσεις, μαθαίνοντας από όσα παθαίνει, επιστρέφει για να συναντήσει στην πηγή της αληθινής σοφίας στον Θεό, το μέτρο και τον επωφελή τρόπο της χρήσεως των άγαθών και την προστασία της ψυχοσωματικής υγείας και ισορροπίας του ανθρώπου. Περί των αγαθών που προξενεί η νηστεία δεν μιλά σήμερα μόνο η Εκκλησία, αλλά και η Ιατρική. Συμπόρευση, που ασφαλώς ευνοεί το περί νηστείας χριστιανικό κήρυγμα. «Ος γαρ ουκ έστι καθ' τιμών υπέρ ημών έστιν» (Μαρκ. θ' 40. Λουκ. θ' 50).

Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προβάλλεται από την Εκκλησία ως περίοδος αγώνος κατά του Σατανά. Του Σατανά, όχι ως απροσώπου έννοιας του κακού ή της αμαρτίας, αλλά ως προσωπικής υπάρξεως, όπως ακριβώς τον περιγράφει η Αγία Γραφή και τον αποδέχεται η Εκκλησία. Πρόκειται όχι για κάποια δευτερεύουσα ή περιφερειακή διδασκαλία, αλλά για ένα καίριο και κύριο θέμα της Τεσσαρακοστής. Ο πιστός κατ' αυτή μάχεται εναντίον του Διαβόλου και αντιμετωπίζει τους πειρασμούς του περισσότερο από όσο κατά τις άλλες περιόδους του έτους. Όταν μιλούσαμε για την τεσσαρακονθήμερο νηστεία, αναφερθήκαμε στη χριστολογική αναγωγή της. Ο Κύριος νήστεψε σαράντα ημέρες στην έρημο. Κατά τον ίδιο τρόπο και κατά μίμηση εκείνου ο πιστός νηστεύει ίσο αριθμό ημερών. Οι Ιεροί ευαγγελιστές, που αφηγούνται το γεγονός αυτό, συμπληρώνουν ότι ο Κύριος «ανήχθη εις την έρημον υπό του Πνεύματος πειρασθηναι υπό του διαβόλου» (Ματθ. δ' 1) ή «ευθέως το Πνεύμα αυτόν εκβάλλει εις την έρημον και ην εκεί... πειραζόμενος υπό του Σατανά» (Μαρκ. α' 12-13) η «και ήγετο εν τω Πνεύματι εις την έρημον ημέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος υπό του διαβόλου» (Λουκ. δ' 1-2). Ο Ιερός μάλιστα Ματθαίος και ο Λουκάς περιγράφουν τους τρεις πειρασμούς του Κυρίου και την νικηφόρο έκβαση απ' αυτούς. Ο πιστός, κατά μίμηση πάλι του Κυρίου, πειράζεται και νικά. Πολλοί από τους ασκητές πατέρες προχωρούσαν ακόμη περισσότερο στη μίμηση. Έφευγαν κατά την Τεσσαρακοστή από τις μονές στα σπήλαια και στις ερήμους και εκεί σώμα προς σώμα πάλαιαν με τις σατανικές δυνάμεις. Η έξοδος του πιστού δεν είναι τοπική, αλλά τροπική. Αγωνίζεται τον ίδιο αγώνα μέσα στην κοινωνία και στον «κόσμο», όπου πάντοτε ζει, χωρίς αυτό να μειώνει την ένταση του αγώνα. Πολεμά δε και νικά με τα ίδια όπλα που υπέδειξε ο Κύριος, λέγοντας ότι «τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ 21. Μαρκ. θ' 29). Νηστεύει λοιπόν και προσεύχεται, ανθιστάμενος, «στερεός τη πίστει», στον «αντίδικό» μας διάβολο, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α'Πετρ. ε' 8-9). Η κατά του Σατανά αυτή πάλη δεν γίνεται μόνο σε ατομικό επίπεδο. Ολόκληρη η Εκκλησία στρατεύεται κατά τις σαράντα αυτές ημέρες και διοργανώνει τον αγώνα συλλογικά στα πλαίσια της όλης λατρευτικής της ζωής. Νηστεύει και προσεύχεται η θεία παρεμβολή της Εκκλησίας, αντιπαρατασσομένη με τον τρόπο αυτό στις σκοτεινές δυνάμεις με όπλο δυνάμεως τον σταυρό του Σωτήρος. Γι' αυτό και πολλαπλασιάζονται οι καιροί της προσευχής και εκτείνονται σε μήκος οι ακολουθίες του νυχθημέρου. Αυτό δε γίνεται όχι μόνο στα μοναστήρια, που σχεδόν ολόκληρος ο χρόνος του ημερονυκτίου καλύπτεται με την τέλεση κατανυκτικοτάτων ακολουθιών, αλλά και σ' αυτές τις ενορίες, όπου μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο το σύστημα της λατρείας των μονών. Κατά την Τεσσαρακοστή οι ενοριακοί ναοί μετατρέπονται κατά κάποιο τρόπο σε καθολικά μονών και οι πιστοί που ζουν στον κόσμο καλούνται σε ανάλογη επιστράτευση λατρείας και σε πνευματικό πόλεμο κατά του διαβόλου. «Επιτηρήσωμεν και ευρήσομεν, της πνευματικής σάλπιγγος σημαινούσης, ορατώς μεν αθροιζομένους άδελφούς, αοράτως δε συναγομένους τους εχθρούς... Επαινετόν έργον (η προσευχή). Ο κτησάμενος, και Θεώ πλησιάζει και δαίμονας απελαύνει» (Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 18).

Μέχρι πρόσφατα ο λόγος της Εκκλησίας περί διαβόλου και σατανικών δυνάμεων, περί δαιμονιζομένων, περί αγώνος και νίκης κατά του Σατανά, καθώς και αυτή η ίδια η προσωπική του ύπαρξη, αμφισβητήθηκαν. Θεωρήθηκαν αναχρονιστικά, επιβιώσεις προχριστιανικών μύθων, προσωποποιήσεις ασθενειών και παθών, φόβητρα απλοϊκών ανθρώπων και τα όμοια. Ακόμη και μερικοί κήρυκες του λόγου του Θεού, είτε συσχηματιζόμενοι με τις επικρατούσες αντιλήψεις, είτε από φόβο ειρωνιών ή δυσμενών σχολίων, ή, για να είμαστε επιεικέστεροι, λόγω των δυσκολιών που παρουσίαζε η ανάπτυξη παρομοίων θεμάτων, απέφευγαν να κάνουν λόγο για τον Σατανά και τον κατ' αυτού αγώνα και μετατόπιζαν την περί Τεσσαρακοστής διδασκαλία σε ηθικά ή κοινωνικά θέματα.

Πριν άπό λίγους μήνες ο τύπος και τα μέσα ενημερώσεως έφεραν σε φως τρομακτικά πράγματα, που καταπτόησαν τον κόσμο. Ο Σατανάς, οι λάτρεις του και οι οπαδοί του, τα όργια, τα εγκλήματα, οι ανθρωποθυσίες, η μαγεία, η επικοινωνία με τα πονηρά πνεύματα και όλα όσα ρητά και άρρητα αποκαλύφθηκαν τότε, συγκίνησαν την κοινή γνώμη και προβλημάτισαν τους ανθρώπους. Όσο κι αν πολλές φορές διέκρινε κανείς σ' όλα αυτά το στοιχείο της υπερβολής ή της φαντασιώσεως ή και εμφανείς αγυρτείες, όλοι βεβαιώθηκαν πως η ύπαρξη του Σατανά δεν είναι μύθος για αφελείς, αλλά πραγματικότητα. Και πολλοί αναζητώντας λύσεις κατέφευγαν στη νόμιμη μεν, αλλά εύκολη μέθοδο των εξορκισμών. Ο Κύριος όμως είπε πως το πονηρό αυτό γένος δεν εκπορεύεται και το κράτος τοΰ Σατανά δεν συντρίβεται παρά μόνο με προσευχή και νηστεία ( Ματθ. ιζ΄ 21. Μαρκ. θ' 29). Ο ίδιος δε έδειξε, όπως είδαμε, το δρόμο και τον τρόπο που οδηγεί στην κατά του Σατανά νίκη στους τρεις πειρασμούς του στην έρημο: στο να μην υποκύπτει στον πειρασμό της τροφής, γιατί «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος», αλλά με το ρήμα του Θεού που τον ζωοποιεί - στο να μην πέφτει να προσκυνήσει τον Σατανά για να κερδίσει τα αγαθά του κόσμου τούτου και την εφήμερη δόξα της γης, αλλά μόνο τον Θεό να προσκυνεί και αυτόν μόνο να λατρεύει· στο να μην εκπειράζει Κύριο τον Θεόν του επαιρόμενος και νομίζοντας τον εαυτό του κέντρο του κόσμου, αλλά να πολιτεύεται με σωφροσύνη και ταπείνωση (Ματθ. δ' 1-11. Λουκ. δ' 1-13). Αυτές δηλαδή τις αρετές, που κατ' έξοχήν καλλιεργεί η Εκκλησία κατά την ιερή περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και τούτο γιατί γνωρίζει και τη δύναμη του Σατανά, αλλά και την αδυναμία του έναντι της δυνάμεως του Θεού. Γιατί δεν έχει την απλοϊκή αντίληψη, ότι ο πόλεμος κατά του Σατανά είναι ορατός, αλλά αόρατος πόλεμος «προς τα πνευματικά της πονηριάς εν τοις επουρανίοις» ( Έφεσ. ς' 12), προς τον διάβολο που παρουσιάζεται και ενεργεί σαν «άγγελος φωτός», δελεάζοντας και παραπλανώντας τους αστηρίκτους ( Β'Κορ . ια' 14. Β' Πέτρ. β' 14). Ότι δεν αντιπαλαίεται, τέλος, με θεαματικό τρόπο και με λόγια, αλλά μέσα στο στάδιο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της νηστείας, της ταπεινώσεως, της μετανοίας, της κατανύξεως και της συντόνου προσευχής.

Αλλ' εν πάση περιπτώσει. Δεν είναι πιο εύκολο να μιλά κανείς για Σατανά και τρόπους άντιμετωπίσεώς του σε άνθρώπους που πιστεύουν στην ύπαρξή του, από το να απευθύνεται σε ανθρώπους που την αμφισβητούν ή και την απορρίπτουν;

•  Μιλήσαμε για «αόρατο πόλεμο», για στράτευση, για αγώνα κατά του Σατανά και των αγγέλων αυτού, που διεξάγεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Συναφής μ' αυτόν τον στόχο της Τεσσαρακοστής, αλλά αρκετά διάφορος και αυτοτελής, είναι η παρομοίωση της περιόδου αυτής προς στάδιο αθλητικών άγώνων και προς χρόνο ιερών προπονήσεων και πνευματικών αθλημάτων. Η ιδέα αυτή διαποτίζει ολόκληρη τη σχετική πατερική γραμματεία και την εμπνευσμένη από αυτήν εκκλησιαστική υμνογραφία. Προσδιορίζει δε εν πολλοίς αυτή τη δομή και την έξελικτική πορεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και καθορίζει τους στόχους της. Ήδη ο απόστολος Παύλος μπορεί να θεωρηθεί ως κατά κάποιο τρόπο πατέρας του παραλληλισμού αθλητισμού και πνευματικής ζωής. Καλός γνώστης, καθώς φαίνεται, των αθλητικών ενδιαφερόντων της ελληνορωμαϊκής κοινωνίας και απευθυνόμενος σ' αυτή, αντλεί εικόνες και παραδείγματα, μιλά για αγώνες και αθλήματα, αθλητές, στεφάνους και βραβεία, καθιστώντας εύληπτα δυσκολώτατα θέματα που αφορούν στη χριστιανική ζωή και στην πνευματική προκοπή του πιστού. Στο ίδιο Παύλειο πλαίσιο κινείται και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Παραβάλλεται προς στάδιο πνευματικών άγωνισμάτων, προς άθληση και γυμνάσια, οι πιστοί προς αθλητές, τα πνευματικά επιτεύγματα προς αθλητικούς στόχους και προς βραβεία και νικητηρίους στεφάνους. Ο τονισμός της διακρίσεως των εβδομάδων, η αρίθμησή τους, η προβολή του μέσου και του τέλους που συστηματικά γίνεται με την υμνογραφία, θυμίζει παροτρύνσεις και επισημάνσεις που γίνονται σε αγώνες δρόμου. Τέλος η έξαρση του Πάσχα και της μετοχής στη χαρά και τη δόξα της εκ νεκρών αναστάσεως, σηματοδοτεϊται και προβάλλεται ως το ευτυχές τέλος του αθλήματος, ως στέφανος νίκης και θεϊκό βραβείο για τους χαρούμενους νικητές. Αυτό το σκοπό εξυπηρετεί και η προβολή ορισμένων ειδικών περιπτώσεων από το αγιολόγιο της Εκκλησίας, που κατ' εξαίρεσιν εορτάζονται κατά την σκυθρωπή περίοδο των νηστειών, όπως του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, των αγίων Τεσσαράκοντα, του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος και της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας. Πρόκειται για κλασικά παραδείγματα αγωνιστών και νικητών, σε διάφορους τομείς ο καθένας, που αθλούνται και κατακτούν βραβεία νίκης από τον στεφοδότη Χριστό. Μ' όλα αυτά συνδυάζεται η νηστεία, η εγκράτεια και η εγρήγορση, η νήψη και η αυτοσυγκέντρωση και η συνδεδεμένη μ' αυτά αυτοκυριαρχία, ως προϋποθέσεις καλής θελήσεως και υψηλών αθλητικών επιδόσεων. Μόλις είναι ανάγκη να λεχθεί ότι τα πνευματικά αγωνίσματα αφορούν στην ηθική τελείωση του ανθρώπου και στην προαγωγή της εν Χριστώ ζωής, στην επίτευξη δηλαδή της θεώσεως.

Οι άνθρωποι της σημερινής εποχής, ιδίως οι νέοι, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στο είδος αυτό του προσκλητηρίου. Το αθλητικό ιδεώδες, είτε ως προσωπική άθληση και επίδοση στα διάφορα αγωνίσματα, είτε ως θέαμα, συγκινεί όλο και περισσότερους άνθρώπους. Μετά από αρνητικές για τον αθλητισμό περιόδους, πολέμους και στερήσεις, το αρχαιοελληνικό κλασικό ιδεώδες του υγιούς σώματος και της αναπτύξεως των δυνατοτήτων του και της τέλειας μορφής του, διαρκώς κερδίζει έδαφος. Η αθλητική ορολογία είναι σ' όλους οικεία και ο θαυμασμός προς τους πρωταθλητές είναι κοινός τόπος. Ο χριστιανισμός χωρίς να καταφρονεί το σώμα και την άσκησή του δίνει την προτεραιότητα στην άσκηση της ψυχής, και χωρίς να υποτιμά τους αθλητικούς κοτίνους εξαίρει τους αμαραντίνους στεφάνους των πνευματικών άγώνων. Η «σωματική γυμνασία» είναι ωφέλιμος «προς ολίγον», όσο διαρκεί δηλαδή ο σωματικός βίος μας. Η πνευματική όμως γυμνασία, η ευσέβεια, «προς πάντα ωφέλιμός έστιν, επαγγελίας έχουσα ζωής, της νυν και της μελλούσης» ( Α'Τιμ. δ' 8). Οι αθλητές αγωνίζονται « ίνα φθαρτόν στέφανον λάβωσι». Οι πιστοί άγωνίζονται για να λάβουν τον «άφθαρτον» στέφανον (Α'Κορ. θ' 25). Πρόκειται πάντως για τις ίδιες κατηγορίες, την ίδια γλώσσα, για δύο σχήματα που μπορούν άριστα να συμπορευθούν. Η αθλητική γλώσσα, με κατάλληλους χειρισμούς, είναι δυνατό να αποτελέσει μέσο συνεννοήσεως και κατανοήσεως και στο πνευματικό πεδίο και στην προβολή των αθλημάτων της περιόδου της Τεσσαρακοστής. Μπορούν να αγρευθούν όχι μόνο φίλαθλοι και πρόθυμοι θεατές καλών αγώνων και επιδόσεων άλλων, των καλλινίκων αγίων, αλλά προπαντός και αθλητές και νικητές των πνευματικών αθλημάτων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Σ' αυτό έγκειται και μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των σταδίων και των γηπέδων και του σταδίου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Δεν έχει κερκίδες και χώρους για θεατές, για φιλάθλους που ζητωκραυγάζουν και χειροκροτούν. Αλλά όλη είναι στίβος άγωνιζομένων κατά δύναμη και κατά προαίρεση. Στάδιο, στο οποίο εισέρχονται «οι βουλόμενοι αθλήσαι», αυτοί που θέλουν να αγωνισθούν τον «καλόν αγώνα», και όχι να μείνουν απλά ευλαβείς θεατές και επαινέτες των καλών επιδόσεων των άλλων, με λόγια δηλαδή και ύμνους εγκωμιαστές των αγίων, και όχι σύναθλοι και μιμητές του παραδείγματος τους. Έλεγε κάποτε κάποιος παλιός αγιορείτης ιερομόναχος, από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας αδάμαστης μικρασιατικής γενιάς· «Ο Χριστός μας θέλει λεβέντες και παλικάρια». Και δεν εννοούσε τίποτα λιγότερο ή τίποτα περισσότερο άπό εκείνο που εκφράζει η φαινομενικά κοσμική αυτή εικόνα: Δυνατό και ηρωικό άνθρωπο, γυμνασμένο στο σώμα και στην ψυχή, έτοιμο για αγώνες, για ήττες και για νίκες.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα αισιόδοξο μήνυμα. Αντί να εποδυρόμαστε για τα κακά της εποχής μας, υπερβάλλοντας πολλές φορές συνήθεις και από αιώνων υφιστάμενες αρνητικές καταστάσεις, ας δούμε και τα θετικά στοιχεία που προσφέρει η εποχή μας, όπως κάθε εποχή. Και ας τα επωφεληθούμε, αντί να καλλιεργούμε την ηττοπάθεια για το σήμερα, εξιδανικεύοντας το από πολλές απόψεις χειρότερο παρελθόν. Μια τέτοια τακτική είναι και πιο ρεαλιστική και πιο ωφέλιμη για τη σωτηρία και τη δική μας και των αδελφών μας. Η τίμια και ειλικρινής, όπως πιστεύω, αναδρομή που κάναμε στις προσβάσεις που δημιούργησε η έποχή μας στο πάντοτε δύσκολο προσκλητήριο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, νομίζω πως δικαιώνει τον τρόπο αυτό της σκέψεως και της αντιμετωπίσεως των πνευματικών θεμάτων. Δεν συμφωνείτε ότι «νυν εγγύτερον ημών η σωτηρία η ότε επιστεύσαμεν» (Ρωμ. ιγ' 11);

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω: