ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Ο βίος και η
διδασκαλία των 
Τριών Ιεραρχών

Πληροφορίες περί 
του Ιερού λειψάνου (Δεξιάς Χειρός) 
του εν αγίοις  
Πατρός ημών 
Βασιλείου 
του Μεγάλου

Το Ιστορικό 
Αρχείο της 
Ιεράς Συνόδου

Αρχειακός 
Κατάλογος

Η Εκκλησία της
Ελλάδος απ' αρχής μέχρι του 1934

Εκκλησία και Γένος

Αφιέρωμα στην
Κατοχή

Αφιέρωμα: 1600 χρόνια από την κοίμηση του Ιερού Χρυσοστόμου

Αφιέρωμα στην Κύπρο

Γενοκτονία Αρμενίων

Η Ορθόδοξη πνευματική γεωγραφία της νήσου Σκιάθου (17ος - 19ος αι.)

Κύριοι σταθμοί της ιστορικής πορείας του μοναχισμού

Εκκλησιαστική Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας

Διάφορα Κέιμενα

ΚΥΡΙΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ

Του κ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

(συνέχεια)

2. Ο Μοναχισμός από τις έρημους της Αιγύπτου, της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Μεσοποταμίας διαδόθηκε υπό ποικίλες εκφράσεις τόσο στην Ανατολή (Ασία, Πόντος), όσο και στη Δύση (Ιταλία, Γαλλία). Ωστόσο, δεν είχε ακόμη καθορισθή η σχέση του προς το σώμα της Εκκλησίας, γι' αυτό και προέκυψαν δύο αντίρροπες τάσεις. Η μία εξέφραζε την ποιμαντική ευθύνη της τοπικής Εκκλησίας και αξίωνε την οργανικώτερη ένταξη του Μοναχισμού στο τοπικό εκκλησιαστικό σώμα, ενώ η δεύτερη εξέφραζε τις προσωπικές τάσεις ασκητικής πνευματικότητας και διεκδικούσε την υπεροχή ή και την αυτονόμηση της ασκητικής εμπειρίας από τον οργανωμένο βίο της τοπικής Εκκλησίας. Τα όρια της διακρίσεως των δύο αυτών τάσεων ήσαν αδιόρατα, αφού η ασκητική εμπειρία δεν ήταν δυνατόν να αυτονομηθή πλήρως από το τοπικό ή και το ευρύτερο εκκλησιαστικό σώμα χωρίς να εκτραπή σε αιρετικές παρεκκλίσεις, όπως λ.χ. οι Ευσταθιανοί του Δ' αιώνα (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή , Σύνταγμα, ΙΜ, 98 κ. εξ.). Ο Μ. Βασίλειος ανέλαβε να προσδιορίση στους «Όρους κατά πλάτος» και στους «Όρους κατ' επιτομήν » τα πλαίσια των αρμονικών σχέσεων του Μοναχισμού με τις τοπικές Εκκλησίες. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στα πρώιμα Ασκητικά τ ου Μ. Βασιλείου τα όρια διακρίσεως της ασκητικής πνευματικότητας των μοναχών και των απλών πιστών είναι σχεδόν αδιόρατα. Έτσι, ο Μ. Βασίλειος συνέδεσε τον Μοναχισμό με την ευρύτερη πνευματική και κοινωνική μαρτυρία της τοπικής Εκκλησίας, ενώ οι μοναχοί υποχρεώθηκαν να δίδουν τις μοναστικές υποσχέσεις «ενώπιον των προεστώτων των εκκλησιών». Βεβαίως, οι ρυθμίσεις αυτές ήσαν αναγκαίες κυρίως για τα Κοινόβια, τα οποία γειτνίαζαν με τις τοπικές Εκκλησίες, γι αυτό και δεν εφαρμόσθηκαν αμέσως ή πλήρως από τους αναχωρητές των ερήμων της Αιγύπτου, της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας κ.λπ.

Ο Μοναχισμός όμως ήδη από τα μέσα του Δ' αιώνα χρησιμοποίησε την πνευματική του ακτινοβολία στους πιστούς για να επιστρέψη από τις έρημους στον κόσμο ή για να συμβάλη με την αυθεντία του στην αντιμετώπιση των αιρετικών ή των πολεμίων της Εκκλησίας, όπως λ.χ. το τάγμα των Ακοίμητων μοναχών της περιοχής της Κωνσταντινουπόλεως κατά τους Ε' και ΣΤ΄ αιώνες. Πράγματι, η συμβολή των μοναχών της ευρύτερης περιοχής της Κωνσταντινουπόλεως για την υπεράσπιση της ορθοδοξίας της πίστεως από τις Γ και Δ' Οικουμενικές Συνόδους (431, 451) υπήρξε καθοριστική και καθόρισε εφεξής τον ευρύτερο ρόλο του Μοναχισμού στη ζωή της Εκκλησίας. Υπό την έννοια αυτή, η Δ' Οικουμενική Σύνοδος (451) προσπάθησε να ελέγξη τις τάσεις εκκοσμικεύσεως του μοναχικού βίου, ενώ τόνισε με τον κανόνα 4 της Συνόδου ότι «οι αληθώς και ειλικρινώς τον μονήρη μετιόντες βίον της προσηκούσης αξιούσθωσαν τιμής». Α ντιθέτως, όσοι μοναχοί δεν ακολουθούσαν με συνέπεια τον μοναχικό βίο, αυτοί δημιουργούσαν προβλήματα όχι μόνο στον Μοναχισμό, αλλά και στην Εκκλησία, γι αυτό και αποφασίσθηκε « μηδένα μηδαμού οικοδομείν , μηδέ συνιστάν μοναστήριον ή εύκτήριον οίκον παρά γνώμην του της πόλεως επισκόπου, τους δε καθ' εκάστην πόλιν και χώραν μονάζοντας υποτετάχθαι τω επισκόπω και την ησυχίαν ασπάζεται και προσέχειν μόνη τη νηστεία και τη προσευχή, εν οις τόποις ας πετάξαντο προσκαρτερούντες ».

Οι μοναχοί λοιπόν έπρεπε να παραμένουν συνεχώς στα μοναστήρια τους, να τηρούν αυστηρώς τους κανόνες του ασκητικού βίου και να μην περιφέρονται ασκόπως στις πόλεις, «ει μήποτε άρα επιτραπείεν δια χρείαν αναγκαίαν υπό του της πόλεως επισκόπου». Οι εκτροπές όμως των μοναχών από τις κανονικές αυτές ρυθμίσεις, ιδιαίτερα κατά τη μεταβατική περίοδο των αντιπαραθέσεων για τις αποφάσεις της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (451-533), χρησιμοποιήθηκαν ως αφορμή για την αμεσώτερη υπαγωγή ιών μοναστηριών από την εποπτεία των κατά τόπους επισκόπων. Υπήρχαν όμως και άλλοι σοβαροί εκκλησιολογικοί λόγοι, οι όποιοι δεν νομιμοποιούσαν την τάση για την πλήρη αυτονόμηση του μοναχικού βίου από την εξουσία του επιχώριου επισκόπου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο κανόνας 4 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου αποκατέστησε την εκκλησιαστική τάξη με ειδικώτερη αναφορά στους κανόνες της ασκήσεως, «επειδή τινες , τω μοναχικώ κεχρημένοι προσχήματι , τας τε Εκκλησίας και τα πολιτικά διαταράσσουσι πράγματα, περιϊόντες αδιαφόρως εν ταις πόλεσιν , ου μην αλλά και μοναστήρια εαυτοίς συνιστάν επιτηδεύοντες ...» (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή , Σύνταγμα, II , 225-226).

Συνεπώς, η εγκατάλειψη της ερήμου από τους μοναχούς, με την ίδρυση μοναστηριών στον περίγυρο των πόλεων συνεπαγόταν την κίνηση της διαδικασίας για την υποταγή τους στη πνευματική εποπτεία του επιχώριου επισκόπου. Εν τούτοις, ενώ η εκκλησιαστική ιεραρχία αξίωνε την μείζονα εξάρτηση των μοναχών από την κανονική της εξουσία, αντιθέτως οι μοναχοί επέμεναν στην ευρύτερη ανεξαρτησία του μοναχικού βίου τουλάχιστον από τον επιχώριο επίσκοπο, γι αυτό και αναζήτησαν άλλους τρόπους για την αποδυνάμωση των επισκοπικών επεμβάσεων στην ίδρυση ή και στη λειτουργία των μοναστηριών. Πράγματι, η μετά την Δ' Οικουμενική Σύνοδο σταδιακή απόσχιση από την ενότητα της Εκκλησίας των αντιχαλκηδονίων λεγομένων Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών {Κοπτικής, Συροϊακωβικής , Αρμενικής, Αιθιοπικής ) υποστηρίχθηκε κυρίως από τους μοναχούς της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Συρίας, γι αυτό και βιώθηκε ως μία δραματική διάσπαση και του Μοναχισμού της Ανατολής. Συγχρόνως όμως διευκόλυνε και τις αυτονομιστικές τάσεις του ορθοδόξου Μοναχισμού, οι οποίες υποστηρίχθηκαν με τις θετικές ή και αυθαίρετες συνήθως παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας, όπως συνάγεται από τη σχετική νομοθεσία του Ιουστινιανού Α' (527-565).

Οι κανόνες 40-49 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του Τρούλλου (691-692) κωδικοποίησαν κατά τρόπο εντυπωσιακό την ευρηματικότητα των μοναστικών παρεκκλίσεων ή καταχρήσεων, οι οποίες είχαν διαπιστωθή στην πράξη από την αυθαίρετη ανάμειξη των μοναχών στα εκκλησιαστικά ή και στα πολιτικά πράγματα του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Υπό την έννοια αυτή, επιβεβαιώθηκε η αναγκαιότητα της αμεσώτερης πνευματικής εποπτείας της Εκκλησίας στη σημαντική για τον καθ' όλου εκκλησιαστικό βίο λειτουργία της ασκητικής πνευματικότητας, η όποια εκφραζόταν σε κάθε τοπική Εκκλησία από τον επιχώριο Επίσκοπο, όπως όριζαν οι ανωτέρω κανόνες της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Πράγματι, ο κανόνας 42 της Πενθέκτης Συνόδου αποδοκιμάζει ως απαράδεκτη την τάση ορισμένων ερημιτών να εγκαταλείπουν την έρημο και να περιφέρονται στις πόλεις και χαρακτήριζε την τάση αυτή ως « ύβριν » των μοναστικών υποσχέσεων: «Τους λεγομένους ερημίτας , οίτινες μελανειμονούντες και τας κεφαλάς κομώντες περιάγουσι τας πόλεις, μεταξύ ανδρών λαϊκών και γυναικών αναστρεφόμενοι και το οικείον επάγγελμα καθυβρίζοντες , ορίζομεν ει μεν αιρούνται , τας κόμας αποκειράμενοι , το των λοιπών μοναχών αποδέξασθαι σχήμα, τούτους εν μοναστηρίω εγκαθίστασθαι και τοις αδελφοίς εγκαταλέγεσθαι . Ει δε μη τούτο προέλοιντο , παντάπασιν αυτούς των πόλεων απελαύνεσθαι και τας ερήμους οικείν , εξ ων και τας επωνυμίας εαυτοίς ανεπλάσαντο » (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή , Σύνταγμα II , 406).

Συνεπώς οι μοναχοί της Ανατολής έπρεπε να αφιερώνονται στη βίωση του ασκητικού ιδεώδους μόνο μέσα στα κοινοβιακά μοναστήρια ή ως αναχωρητές στις ερημικές περιοχές, ενώ η άσκοπη παραμονή τους στις πόλεις αποδοκιμαζόταν ως μία ξένη προς τους πραγματικούς σκοπούς του μοναχικού βίου τάση. Η αυστηρότητα του κανόνα δεν είναι άσχετη προς τις πολλές καταχρήσεις των περιφερόμενων στις πόλεις μοναχών, οι οποίοι αμφισβητούσαν συνήθως το πνευματικό έργο των κληρικών των ενοριών και προκαλούσαν πνευματική σύγχυση στους πιστούς με τις ποικίλες δραστηριότητές τους. Εν τούτοις, παρά την αποδοκιμασία της Συνόδου, οι τάσεις αυτές συνεχίσθηκαν, αφού οι αγώνες των μοναχών για την υπεράσπιση της ορθοδοξίας της πίστεως κατά την περίοδο της Εικονομαχίας (727-843), σε συνδυασμό με την ανοχή η και την υποστήριξη της Εικονομαχίας από την εκκλησιαστική ιεραρχία, ιεροποίησαν την αυτονομία του Μοναχισμού. Κατά τον Θεόδωρο Βαλσάμωνα (τέλη του ΙΒ' αιώνα), οι μοναχοί συνέχιζαν να παρεμβαίνουν στη ζωή των τοπικών Εκκλησιών, άλλοι μεν « τας τριόδους δαιμονιώδεσι διδάγμασι καταβομβούντες , εύχονται δήθεν υπέρ του λαού και μετάνοιαν κηρύσσουσιν », άλλοι δε « λέγουσι καθ' ορισμόν του Θεού εκ της ερήμου εις τας πόλεις ελθείν , εφ' ω προμηνύσαι τινά μέλλοντα και αναιδώς αγαθά τινα τοις απλουστέροις επαγγέλλονται, χάριν κέρδους και εμπορίας» (Γ. Ράλλη -Μ. Ποτλή , Σύνταγμα II , 407).

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.