ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις (Σαμπεζύ, 28 Όκτωβρίου - 6 1986)

Από 28 Οκτωβρίου έως 6 Νοεμβρίου 1986 συνήλθεν εν Σαμπεζύ, εις το Ορθόδοξον Κέντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις. Εις την Διάσκεψιν αυτήν έλαβον μέρος, υπό την προεδρίαν του αρχηγού της Αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Σεβ. Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου, όλαι αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι δι' Αντιπροσωπειών των οποίων η σύνθεσις είχεν ως ακολούθως:

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ : Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, Πρόεδρος Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Ευδοκιάδος κ. Γεώργιος· Σεβ. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας κ. Βαρθολομαίος· Σεβ. Μητροπολίτης Σουηδίας κ. Παύλος· Αιδεσιμολ. Μ. Πρωτοπρ. κ. Γεώργιος Τσέτσης, σύμβουλος· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Εμμανουήλ Φωτιάδης, σύμβουλος· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Βασίλειος Αναγνωστόπουλος, σύμβουλος· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Θεόδωρος Ζήσης, σύμβουλος· Πανοσιολ. Υπογραμματεύς κ. Μελίτων, γραμματεύς της αντιπροσωπείας.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ : Σεβ. Μητροπολίτης Καρθαγένης κ. Παρθένιος· Σεβ. Μητροπολίτης Ερμουπόλεως κ. Παύλος· Σεβ. Μητροπολίτης Κεντρώας Αφρικής κ. Τιμόθεος· Σεβ. Μητροπολίτης Αζώμης κ. Πέτρος.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ : Σεβ. Μητροπολίτης Όρους Λιβάνου κ. Γεώργιος· Σεβ. Μητροπολίτης Βηρυττού κ. Ηλίας· Αιδεσιμολ. κ. Ιωσήφ Άλλεν· Ελλογιμ. κ. Αλμπέρ Λαχάμ.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ : Σεβ. Μητροπολίτης Πέτρας κ. Γερμανός· Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης κ. Τιμόθεος· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Γεώργιος Γαλίτης· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Βλάσιος Φειδάς.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΡΩΣΣΙΑΣ : Σεβ. Μητροπολίτης Κιέβου και Γαλικίας κ. Φιλάρετος· Σεβ. Μητροπολίτης Μινσκ και Λευκορωσσίας κ. Φιλάρετος· Σεβ. Μητροπολίτης Κρουτίτσκης και Κολόμνης κ. Ιουβενάλιος· Θεοφιλ. Επίσκοπος Dusseldorf κ. Λογγϊνος· Αιδεσιμολ. Πρωτοπρ. κ. Βιτάλιος Μποροβόϊ, σύμβουλος· Αιδεσιμολ. Πρωθ. κ. Νικόλαος Γκουντιάεβ, σύμβουλος· Ελλογιμ. κ. Αλέξιος Σεργκιέβιτς Μπουέβσκυ, σύμβουλος· Ελλογιμ. κ. Γρηγόριος Νικολάεβιτς Εκομπέϊ, σύμβουλος· Ελλογιμ. κ. Μπόρις Αλεξάντροβιτς Νελιούμπωφ, γραμματεύς της αντιπροσωπείας.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΣΕΡΒΙΑΣ : Σεβ. Επίσκοπος Σουμαδίας κ. Σάββας· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Ετόγιαν Γκόσεβιτς· Ελλογιμ. κ. Μίλος Βέσιν.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ : Σεβ. Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας κ. Αντώνιος· Σεβ. Μητροπολίτης Βανάτου κ. Νικόλαος· Θεοφιλ. Επίσκοπος Πλοεστίου κ. Νήφων· Αιδεσιμολ. Καθηγ. κ. Ίων Μπρία· Αιδεσιμολ. Καθηγ. κ. Στέφανος Αλέξε, σύμβουλος· Αιδεσιμολ. Καθηγ. Ντουμίτρου Ποπέσκου, σύμβουλος.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ : Σεβ. Μητροπολίτης Στάρας Ζαγοράς κ. Παγκράτιος· Σεβ. Μητροπολίτης Βράτσης κ. Καλλίνικος· Σεβ. Μητροπολίτης Σ λίβεν κ. Ιωαννίκιος· Θεοφιλ. Επίσκοπος Ζνέπολε κ. Δομητιανός· Αιδεσιμολ. Πρωτοπρ. κ. Νικόλαος Σιβάρωφ, σύμβουλος· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Τότιου Κόεβ, σύμβουλος· Ελλογιμ. κ. Ιβάν Δημητρώφ, σύμβουλος· Ελλογιμ. κ. Πέτκο Μ πάλτζιεφ, σύμβουλος· Ελλογιμ. κ. Αλέξανδρος Γκοσποντίνωφ, Δ ιερμηνεύς της αντιπροσοωπείας.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΥΠΡΟΥ: Σ εβ. Μητροπολίτης Πάφου κ. Χρυσόστομος· Θεοφιλ. Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος κ. Βαρνάβας· Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης κ. Βασίλειος· Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Ανδρέας Μιτσίδης.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ: Σ εβ. Μητροπολίτης Κορίνθου κ. Παντελεήμων· Σεβ. Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος· Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ.Χριστόδουλος· Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως κ. Μελέτιος.

ΕΚΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΛΟΝΙΑΣ: Σ εβ. Επίσκοπος Βροτολάβ κ. Ιερεμίας· Αιδεσιμολ. κ. Γεώργιος Τοφιλούκ· Ελλογιμ. κ. Νικόλαος Κοζλόφσκυ.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΣ: Σ εβ. Μητροπολίτης Σουχούμης και Αμπιχαζίας κ. Δαυίδ· Επίσκοπος Τσκονδίδης κ. Ζώσιμος· Αιδεσιμολ. Πρωτοπρ. κ. Γκουράμ Σαλαμπερίτζε· Ελλογιμ. κ. Μπόρις Γκάγκουα, σύμβουλος.

ΕΚΚΚΛΗΣΙΑ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑΣ: Σεβ. Μητροπολίτης Πράγας και πα΄σης Τσεχοσλοβακίας κ. Δωρόθεος· Θεοφιλ. Επίσκοπος Πρέσοβ κ. Νικόλαος· Θεοφιλ. Επίσκοπος Μιχαλόβτσε κ. Ιωάννης· Αιδεσιμολ. Πρωτοπρ. Δρ. Γιαροσλάβ Σουβάρσκι.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΦΙΛΛΑΝΔΙΑΣ: Σ εβ. Μητροπολίτης Ελσιγκίου κ. Ιωάννης· Αιδεσιμολ. π. Βέικο Πούρμονεν.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΠΑΝΟΡθΟΛΟΞΟΥ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ: Σε β. Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός, Γραμματεύς επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Οι εργασίες άρχισαν το πρωί της 29ης Οκτωβρίου με ομιλία του Προέδρου, Σεβ. Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου, την οποία δημοσιεύομε κατωτέρω:

Σεβάσμιοι Πατέρες και ηγαπημένοι Αδελφοί, Εκπρόσωποι των Αγίων ημών Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι συγκροτούντες την παρούσαν Διάσκεψιν.

Εν ονόματι του Παντοδυνάμου και εν Τριάδι προσκυνουμένου Θεού κηρύττω την έναρξιν των εργασιών της Γ΄ ταύτης Προκσυνοδικήςε Πανορθοδόξου Διασκέψεως.

Είη το Όνομα του Κυρίου ευλογημένον.

Αξιωθέντες, εις βραχύν χρόνον από της λήξεως- κατά τον τελευταίον Φεβρουάριον- των εργασιών της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, να φθάσωμεν και εις τον νέον τούτον σημαντικόν σταθμόν, ο οποίος μας οδηγεί προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον,, οφείλομε ν π ρωτίστως, να ευχαριστήσωμεν τον Πανάγαθον Θ εόν δια την Χάριν Αυτού και δια την εν Χάριτι Αυτού νέαν συνάντησιν ημών ενταύθα . Οφείλομεν ακόμη να φανώμεν, και πάλιν και πολλάκις, δέκται των δωρεών του Παρακλήτο, ο οποίος οδηγεί την Εκκλησίαν «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ιω. 16,13), και ο οποίος ενισχύει ημάς, ταπεινούς εργάτας του θελήματος του Κυρίου και εντολοδόχους των Εκκλησιών μας, εις βαθμιαίαν μεν, πάντοτε όμως σύντονον προώθησιν και σταδιακήν ολοκλήρωσιν του αναληφθέντος υψηλού και αγίου έργου. Οφείλομεν, τέλος, να εκφράσωμεν και την ευγνωμος΄θυνην μας προς τας Εκκλησίας μας δια την ανάθεσιν της εκπροσωπήσεώς των εις ημάς κατά την φάσιν αυτήν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Είναι όντως μεγάλη η προσγιγνομένη εις ημάς τιμή, εξ και ανάλογος είναι και ο βαθμός τηε ευθύνης μας κατλά την επιτέλεσιν του εν προκειμένω καθήκοντος ημών.

Ταύτα εν προοιμίω προσειπών, έχω την τιμήν, ως Αρχηγός της Αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να απευθύνω προς όλους σας τον χαιρετισμόν, τα καλά αισθήματα και τας θερμάς ευχάς της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότατος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Δημητρίου. Η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης, με την περί Αυτήν Ιεραρχία ν, καλωσορίζουσα υμάς εις την Πατριαρχικήν και Σταυροπηγιακήν ταύτην Στέγην, χαιρετίζει εν τω προσώπω υμών τους Αγιωτάτους Προκαθημένους και τας κατ' αυτούς αδελφάς Ορθοδόξους Εκκλησίας και εύχεται ευόδωσιν και επιτυχίαν εις το έργον της Διασκέψεως προς παγίαν προκοπήν της Αγίας ημών Ορθοδοξίας και προς εύορκο ν διακονίαν του πιστού λαού του Θεού.

Εγώ προσωπικώς, πρόθυμος διάκονος της έδρας αυτής, σας χαιρετίζω με τιμήν βαθείαν και αγάπην πολλήν και ευχαριστώ εκ των προτέρων δια την συναντίληψιν και συνεργασίαν, την οποίαν θα μοι παράσχητε κατά την επιτέλεσιν των ευθυνών μου, αι οποίαι απορρέουν από την θέσιν μου αυτήν.

Πατέρες και Αδελφοί,

Είναι, γνωστά τα θέματα, περί τα οποία θα ενδιατρίψη η παρούοα Διάσκεψις. Το έργον το οποίον θα επιτελέσωμεν εδώ επί των θεμάτων αυτών και επί των σχετικών κειμένων , τα οποία συνετάχθησαν από την Διορθόδοξον Π ροπαρασκευαστικήν Επιτροπήν, είναι, έργον ελεύθερον, υπεύθυνον, αλλά και οριστικόν, διότι ό, τε προέλθει από εδώ θα έχη παραπεμφθή εις την οριστικήν και τελευταίαν φάσιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ή και ό,τι. θα ήθελε κριθή ωςανεπαρκές ή αναθεωρητέον, θα έχη αναπεμφθή εις περαιτέρω διορθόδοξον διεργασίαν, κατά τα πανορθοδόξως, προαποφασισθέντα και καθορισθέντα.

Τούτο δεν σημαίνει βεβαίως, ότι το έργον της παρούσης Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως δεν περιγράφεται, κατά τινα τρόπον, από την προηγουμένην εργασίαν, η οποία έγινεν από μέρους της Διορθοδόξον Προπαρασκευαστικής Επιτροπής του παρελθόντος Φεβρουαρίου. Εκάστη Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, ως και η παρούσα, έχει φυσικήν και θα έλεγα οντολογικήν συνάφειαν προς την προηγηθείσαν αυτής Διορθόδοξον Προπαρασκευαστικήν Επιτροπήν, η οποία και προετοίμαζε αυτήν καθ' ύλην όσον καί κατ' είδος. Και το τ οιούτον είναι, απολύτως φυσικόν.

Λέγω "καθ' ύλην" διότι, βασικά, τα θέματα έχουν εύρει ήδη εις την Διορθόδοξον Προπαραοκευαστικήν Επιτροπήν όχι μόνον την αναμενομένην και εμπρέπουσαν ανάλυσιν και επεξεργασίαν, αλλά και το πλέον εξισορροπημένον θεολογικόν όσον και ιστορικο - ιδεολογικόν πλαίσιον αναπτύξεως, διαπλατύνσεως και προωθήσεως, εις τρόπν ώστε όλα τα προτεινόμενα επί εκάστου θέματος να είναι τα καλλίτερα, εκ των δυναμένων να λεχθούν και τά προβλεπόμενα να γίνουν ευρύτερον αποδεκτά από τας Εκκλησίας μας, ήτοι τόσον από την Ιεραρχίαν των και τα υπεύθυνα Διοικητικά Σώματά των, όσον και από το ευρύτερον Πλήρωμα των, από τον Κλήρον των δηλαδή και τον Λαόν των, εν τω μέτρω, φυσικά, της οφειλετικής εμπράκτου ενημερώσεως των προς κατάλληλον δημιουργίαν της κοινής συνειδήσεως της Εκκλησίας.

Λέγω όμως και "κατ' είδος" διότι τα θέματα έλαβον ήδη και την ενδεικνυομένην διατύπωσίν των, κατόπιν πολλής, σοβαράς και επιμεμελημένης συντακτικής εργασίας. Πολλοί από ημάς, δια να μη είπω οι περισσότεροι, και οπωσδήποτε οι υπευθυνότεροι, γνωρίζομεν με πόσην πολλαχώς εσταθμισμένην προσοχήν προέβημεν εις την σύνταξιν των κειμένων, τα οποία σήμερον έχομε εμπρός μας. Όχι μόνον αι ιδέαι και αι γενικαί καί θί.μελιώδε ις άρχαί έπι εκάστου θέματος, το οποίον διαπραγματεύεται κάθε επί μέρους κείμενον, αλλά κάθε ιδιαίτερα φράσις και πολλάκις, και αι λέξεις απετέλεσαν αντικείμενον λεπτομερούς και σχολαστικής συζητήσεως και επιλογής.

Εις όλα τα ανωτέρω, τα οποία αποτελούν την κατ' αντικείμενον και εξ αντικειμένου θεώρησιν και α ξιολόγησιν του έργου της παρούσης Διασκέψεως εν συναρτήσει προς την προηγηθείσαν Διορθόδοξον Προπαρασκευαστι κήν Ε πιτροπήν, πρέπει να προσθέσωμεν και τον υ ποκειμενικόν παράγοντα.

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, είναι γεγονός ότι τα περισσότερα εκ των πρώτων υπευθύνων προσώπων εις την παρούσαν Δι άσκεψιν υπήρξαν εκ των αντιστοίχως υπευθύνως εργασθέντων εις την προηγηθείσαν Διορθόδοζον Προπαρασκευαστικήν Επιτροπήν ως Εκπρόσωποι των Εκκλησιών των ή ως Αρχηγοί, των Αντιπροσωπειών των. Και το πράγμα αυτά έχει την σημασίαν και βαρύτητα του. Υπάρχει μία σχετικώς μη διακοπτόμενη διαδοχή ευθύνης των προσώπων εις την προπαρασκευήν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Και αυτό είναι μία ιδιαιτέρα εύνοια της θείας Προνοίας. Η διαδοχή αυτή δημιουργεί καθεστώς συνεχείας και συνεπείας εις το όλον έργον και αποτελεί ένα παράγοντα μονιμότητος και συνεχούς ανελίξεως και βελτιώσεως δια τα κείμενα και τας εννοίας και αληθείας τας οποίας εκφράζουν.

Αλλ' εις το σημείον αυτό θέτω το ερώτημα:

Όλα τα ανωτέρω δεσμεύουν τας Αντιπροσωπείας, και επομένως και τας

Εκκλησίας, εις την παρούσαν φάσιν της Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, όπως και εις κάθε άλλην ανάλογον περίπτωσιν Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως;

Το ερώτημα είναι ευρύτερον: Αι Προσυνοδικαί Πανορθόδοξοι Διασκέψεις δεσμεύονται από τας Διορθοδόξους Προπαρασκευαστικάς Επιτροπάς και μέχρι ποίου - σημείου;

Απαντώ: Βεβαίως και αναντιρρήτως αι Προσυνοδικαί Πανορθόδοξοι Δ ιασκέψεις είναι το εκάστοτε μείζον Σώμα και έχουν τα εκ του γεγονότος τούτου προκύπτοντα ιδιάζοντα γνωρίσματα και πλεονεκτήματα των. Όλα τα σημεία ταύτα έχουν καθορισθή λεπτομερώς επί πανορθοδόξου επιπέδου. Η εκάστοτε Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις έχει το δικαίωμα να κρίνη και αξιολόγηση το έργον της ή των Διορθοδόξων Προπαρασκευαστικών Επιτροπών, να αποδεχθή τα υπ' αυτών συνταχθέντα κείμενα, ή να τροπολογήοη και βελτιώση αυτά - κυρίως να βελτίωση αυτά -, ή και να θεώρηση αυτά κατά περίπτωσιν ως ανεπαρκή και αναπεμπτέα εις περαιτέρω διορθόδοξον διεργασίαν, έρευναν και διατύπωσιν. Το παράδειγμα του θέματος της Νηστείας είναι εν εξ αυτών.

Αλλά και παρά το αναντίρρητον αυτό δικαίωμα εκάστης Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, αυτή, κατά τίνα τρόπον, περιγράφεται, και τα κατ' αυτήν οριοθετούνται από το έργον της εκάστοτε Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής. Υπάρχει ηθική τις δέσμευσις επί των εις ίσον βαθμόν πανορθοδόξως διενεργηθέντων εν τη Διορθοδόξω Προπαρασκευαστική Επιτροπή. Τούτο δεν σημαίνει μείωσιν ή περιορισμόν της ευθύνης και τοι έργου της Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως. Αμφότερα τα σώματα ταύτα επέχουν θέσιν "τεχνικών επιτροπών" επ' αναφορά πάντοτε προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Εργάζονται και συγκεκριμενοποιούν τα θέματα " ad referendum " προς αυτήν, η οποία και είναι η μόνη τελικώς αποφαινόμενη και θεσμοθετούσα αρχή εν τη Εκκλησία. Αμφότερα ευρίσκονται εις την διάθεσι ν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και συνοδοιπορούν εις την γενικωτέραν πορείαν της Εκκλησίας προς αυτήν, ως ά μεσα όργανα αυτής. Είναι τα επιτελικώς προοδοποιούντα την Σύνοδον συλλογικά σώματα μελέτης και προεργασίας δι' αυτήν, τα οποία με όλην την εργασίαν, την οποίαν επιτελούν, και το έργον της Συνόδου διευκολύνουν, αλλά και την ευρυτέραν κοινήν συνείδησιν της Εκκλησίας διαμορφώνουν και καλλιεργούν καθ' οδόν προς την Σύνοδον. Η Πανορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή, ως έλαττον σώμα, είναι το "εργαστήριον" της Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, και αυτή με την σειράν της, ως μείζον σώμα, είναι, ο οριστικός "προθάλαμος" της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Βεβαίως η τοιαύτη προσυνοδική διαδικασία, την οποίαν ακολουθούμε σήμερον, ημπορεί να θεωρηθή ως ξένη προς την ευρυτέραν περί τας Συνόδους παράδοσιν και πράξιν της Εκκλησίας ημών. Είναι γνωστόν ότι αι Σύνοδοι της πρώτης χιλιετηρίδος συνεκαλούντο και απεφαίνοντο εν Αγίω Πνεύματι και ειργάζονται ως τα απολύτως συλλογικά και θεόπνευστα, προκειμένου περί των Οικουμενικών Συνόδων - όργανα της Εκκλησίας, εις τα οποία οι συγκροτούντες αυτά Πατέρες απεφαίνοντο κατά την συνοδικήν αυτών συνείδησιν, αι δε αγορεύσεις των εκείναι ω ριοθέτουν και καθώριζον την εν Αγίω Πνεύματι τελικήν απόφανσιν και θέσπισιν της Συνόδου.

Αλλά, θα πρέπει να σημειωθή, ότι και εις τας περιπτώσεις εκείνας προηγούντο μακραί προ εκάστης Συνόδου περίοδοι καλλιέργειας κλίματος - δια μικρότερων συνάξεων και αλληλοεπικοινωνιών επισκόπων, δια πλούσιας συγγραφικής ή επιστολιμαίας θεολογικής δραστηριότητος και δι' άλλων ποικίλων κατ' άνθρωπον και κατά περίπτωσιν τρόπων περίοδοι, λέγω, καλλιέργειας ευρύτερου κλίματος περί την ή τας διδασκαλίας και περί την ή τας εκκλησιαστικο-κανονικάς ρυθμίσεις, τας οποίας θα εισήγεν εκάστη Σύνοδος εις την ζωήν της Εκκλη σίας. Οπωσδήποτε δε δεν ήσαν άγνωστοι και αι καθ' ομάδας και καθ' ομοιογενείς ομίλους, γεωγραφικώς, εθνικώς, γλωσσικώς ή άλλως καθοριζόμενους, εργασίαι εν εκάστη Σ υνόδω.

Πάντα ταύτα μαρτυρούν, ότι υπήρχε και εις τας περιπτώσεις αυτάς των πρώτων Συνόδων ποια τις προσυνοδική και ενδοσυνοδική διαδικασία, η οποία και εθεωρείτο ως η αναγκαία, εκ των πραγμάτων επιβαλλομένη και κατά το ανθρώπινον στοιχείον ισχύουσα προϋπόθεσις ομαλής λειτουργίας της εν Αγίω Πνεύματι τελικώς αποφαινομένης Συνόδου.

Εάν σήμερον, " mutatis mutandis ", ακολουθείται, η ήδη πανορθοδόξως καθορισθείσα διαδικασία και μέθοδος, η άγουσα ημάς εις την Αγίαν και Μεγάλη ημών Σύνοδον, τούτο δεν σημαίνει α λλοτρίωσιν της Ορθοδοξίας από την συνοδική παράδοσιν και πράξιν. Ο σκοπός και στόχος της Εκκλησίας είναι αναλλοιώτως ο αυτός: η σύγκλησις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ημών. Αι κατ' άνθρωπον μέθοδοι και διαδικασίαι δύνανται να διαφέρουν ή να ποικίλλουν. Αλλ' ο αυτός Παράκλητος είναι ο οδηγών την Εκκλησίαν, υπό πάσας τας φάσεις αυτάς, προς τον τελικόν σκοπόν, ο οποίος είναι η εν Α γίω Πνεύματι απόφανσις και θεσμοθέτησις των της Εκκλησίας πραγμάτων.

Υπό ταύτην την προοπτικήν, αντιλαμβανόμεθα όλοι οποίον και ο πόσο υπεύθυνον και ιερόν έργον έχομεν να επιτελέσωμεν εδώ. Έχομεν το ιερόν καθήκον να διενεργήσωμεν τα πάντα εν φόβω Θεού. Μακράν από κάθε ιδιοτέλεια εκκλησιαστικήν ή προσωπικήν. Με μόνον κριτήριον την διακονίαν του πιστού Λαού του Θεού. Με σύντονον προσοχήν δια την παντί σθένει διατήρησιν της ενότητος της Ορθοδοξίας. Και αυτονοήτως, κατά συνείδησιν. Κατ'απολύτως ορθόδδοξον συνείδησιν. Αναγνωριζομένης πάντοτε της ιδιαζούσης θέσεως, την οποίαν κατέχει το Πνεύμα το Άγιον εν εκάστη φάσει της ενδορθοδόξου εργασίας ημών.

 

Πατέρες και Αδελφοί,

Δε ν θα επεκταθώ εις την παρουσίασιν και α νάλυσιν των τεσσάρων γνωστών θεμάτων της Ημερησίας Διατάξεως ημών. Τούτο θα κάμη ο Σεβ. Γραμματεύς.

Θα επεθύμουν όμως να θέσω υπ' όψιν σας τας δυναμένας να υπάρξουν σκέψεις περί το εφ' εξής τέταρτον στάδιον της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης ημών Συνόδου. Και περισσότερον συγκεκριμένως, περί τα εναπομένοντα τέσσαρα τελευταία θέματα, τα αναγεγραμμένα εις την Ημερησίαν Διάταξιν αυτής.

Ταύτα είναι τα εξής:

α) Ορθόδοξος Διασπορά.

β) Το αυτοκέφαλον και τρόπος ανακηρύξεως αυτού.

γ) Το αυτόνομον και τρόπος ανακηρύξεως αυτού.

δ) Δίπτυχα.

Είναι γνωστή η σημασία και σπουδαιότης των τεσσάρων αυτών θεμάτων. Από την ο ρθήν ενδορθόδοξον αντιμετώπισίν των και από τα θετικά επ' αυτών αποτελέσματα της διορθοδόξου διεργασίας και συμφωνίας, ως και από τας σχετικάς τελικάς αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου θα εξαρτηθή αύτη αυτή η ενοχή της Ορθοδοξίας.

Ημείς, οι εκπρόσωποι των Εκκλησιών εις την παρούσαν Γ' Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Δ ιάσκεψιν, καλούμεθα να οριοθετήσωμεν την εφ' εξής πανορθόδοξον εργασίαν ημών, όχι απλώς ορίζοντες την Ημερησίαν Διάταξιν της προσεχούς Δ' ή και Ε' προπαρασκευαστικής φάσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αλλά και συνειδητοποιούντες τόσον την σπουδαιότητα των θεμάτων αυτών, όσον και το αλληλένδετον αυτών και την ε κκλησιολογικήν περιχωρητικότητά των, με όλας τας επί των συνειδήσεων των πιστών επιπτώσεις και επεκτάσεις αυτών, τα οποία , ως έχουν σήμερον, υποβαθμίζουν το κύρος της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας.

Ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι η Διασπορά, με την δύσκολον και περιπεπλεγμένην προβληματολογίαν της σήμερον, δεν είναι δ υνατόν να ε ξετασθή ανεξαρτήτως των α ρχών, αι οποίαι θα ισχύσουν δια την ε κχώρησιν και απόκτησιν της Αυτοκεφαλίας και της Αυτονομίας εν τη Ορθοδοξία. Αλλ' ούτε και τα θέματα της αυτοκεφαλίας και της Αυτονομίας δύνανται να λυθούν άνευ της ευρυτέρας διασυνδέσεως, την οποίαν παρουσιάζουν προς την σύγχρονον πραγματικότητα περί την Διασποράν. Και έτι περαιτέρω. Ουδέ το ως απλούστερον εμφανιζόμενον θέμα των Διπτύχων ημπορεί να εξετασθή και να επιλυθή χωρίς την παράλληλον διευκρίνισιν και θεσμοθέτησιν των ισχυουσών αρχών εν τη Εκκλησία περί Αυτοκέφαλου και Αυτονόμου, διότι μόνον όταν καθορισθούν αι αρχαί αύται το θέμα των Διπτύχων θα εύρη την κανονικήν και την υπό πάντων αποδεκτήν δυναμένην να γίνη λύσιν του.

Βεβαίως ιδεολογικαί εσωτερικώς και άλλαι εμπράγματοι προτεραιότητες ημπορούν να υπάρξουν εις την εξέ τασιν των θεμάτων. Και ασφαλώς θα ληφθούν και αυταί υπ' όψιν από μέρους ημών. Πάντως εν τη παρούση Διασκέψει, η οποία καθορίζει, κατά τα πανορθοδόξως αποφασισθέντα, τα θέματα της προσεχούς Διασκέψεως, καλούμεθα να ορίσωμεν ποία και πόσα θέματα εκ των εναπομενόντων τεσσάρων θα περιλάβωμεν εις την Ημερησίαν Διάταξιν της δ΄ περιόδου του έργου η μών. "Ή και ευρύτερον ακόμη: Θα περιλάβωμεν όλα τα ως άνω τέσσαρα θέματα ομού, η μερίδα μόνον αυτών, και ποία;

Η έδρα αύτη δεν επιθυμεί να επηρεάση την σκέψιν των Συνέδρων προς ταύτην ή έκείνην την κατεύθυνσιν. Απλώς επισημαίνει την ύ παρξιν του προβλήματος και τας υπάρχουσας εξ αντικειμένου δυσκολίας προς αντιμετώπισίν του. Εκείνο πάντως το οποίον θα ήτο δυνατό να είπη είναι ό τι, λόγω της φύσεως των ενώπιον ημών κειμένων τεσσάρων προσεχών θεμάτων, η αναμένουσα τας Εκκλησίας μας εργασία θα είναι δύσκολος και η διανοιγομένη περίοδος δύναται να προβλεφθή ως αρκούντως μακρά.

Και εάν μεν κατ' αρχήν δεν διαχωρισθούν τα θέματα απ' αλλήλων, θα χρειασθή μία μεν, αλλά μακροτέρα προσυνοδική περίοδος, οπωσδήποτε δέ, εάν θέλωμεν νά γίνη καλή και εις βάθος εργασία, θα απαιτηθούν πλείονες συγκλήσεις της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής προ της Προσυ νοδικής Πανορθοδόξον Διασκέψεως. Ε άν πάλιν προτιμηθή ο διαχωρισμός των θεμάτων α π' αλλήλων, θα χρειασθούν περισσότεραι της μιας προσυνοδικαί περίοδοι, όσαι τουλάχιστον θα είναι και αι δέσμαι των θεμάτων, τα οποία θα επιλέγουν.

Αλλ' επί πάντων τούτων τον λόγον έχετε σεις, Πατέρες και Αδελφοί.

Ίσως θα α παιτηθή να ο ρίσωμεν μίαν ειδικήν μικράν Υπο επιτροπήν μελέτης του σημείου τούτου της προσεχούς Ημερησίας Δ ιατάξεως και να ζητηθή από αυτήν να υ ποβάλη την έ κθεσίν της προς την Ο λομέλειαν με τας εν προκειμένω σκέψεις και εισηγήσεις αυτής, ίνα η Ολο μέλεια κρίνη επί των εφ' εξής με βάσιν ωρισμενας και συγκεκριμένας πλέον προτάσεις.

Περί αυτού όμως θα αποφασισθή το δέον κατά την κατάλληλον στιγμήν των συνεδριάσεων ημών.

Σεβάσμιοι Πατέρες και αγαπητοί αδελφοί,

Ιδού αι απόψεις της έδρας επί της φύσεως και της εκτάσεως του έργου ημών κατά την παρούσαν Γ΄ Προσυνοδικ ήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν.

Χαιρετίζων και πάλιν υμάς εν αγάπη πολλή, εύχομαι αδιάλειπτον την παρουσίαν του Π αρακλήτου εν μέσω ημών κατά τας ημέρας ταύτας και επικαλούμαι δαψιλή την Χά ρι ν Του ε φ' όλους ημάς, ίνα επιτελέσωμεν το εμπιστευθέν εις ημάς α πό τας Εκκλησίας μας έργον εν φόβω Θεού και ζήλω ανυποκρίτω.

Έστω ο Κύριος βοηθός και σκεπαστής της Διασκέψεως ημών και πάντων ημών.

Γένοιτο .

Τους Συνέδρους εχαιρέτισεν επίσης και ο Γραμματεύς επί της Προπαρασκευής της Συνόδου Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός, Προϊστάμενος του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με την κάτωθι προσφώνησιν: ]

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι Πατέρες, αγαπητοί Αδελφοί,

Ως προϊστάμενος του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου αισθάνομαι ιδιαιτέραν χαράν και συγκίνησιν, υποδεχόμενος πάντας υμάς, τα εξέχοντα μέλη των τιμίων αντιπροσωπειών πασών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, εις την Γ' Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν . Η χαρά είναι αυτονόητος, η δε συγκίνησις μεγάλη, διότι κατά το τρέχον έτος συμπληρούται ήδη μία ολόκληρος εικοσαετία από της ιδρύσεως του Ορθοδόξου Κέντρου.

Είναι λοιπόν πρόσθετος η ευλογία Θεού κατά το έτος αυτό σύγκλησις ενταύθα της τε Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής κατά μήνα Φεβρουάριον και της παρούσης Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως. Το εξαιρετικόν αυτό γεγονός μου επιτρέπει να υποσημειώσω δι' ολίγων λέξεων την επί μίαν συναπτήν εικοσαετίαν συνέχειαν και συνεπειαν αυτού, παρά τας τυχόν κατά καιρούς διαπιστωθείσας ελλείψεις ή παραλείψεις, εις την διακονίαν της Ορθοδοξίας. Η τοιαύτη οργανική συνεχεία απορρέει αναμφιβόλως ε κ της αυστηράς προσηλώσεως εις τους καθορισθέντας εν τω ιδρυτικώ Πατριαρχικώ και Συνοδικώ Τόμω σκοπούς. Οι εν λόγω σκοποί υπηρετούνται, πιστώς δια των ποικίλων δραστηριοτήτων

του Ορθοδόξου Κέντρου, ήτοι:

α) δια της εν αυτώ συγκλήσεως πασών των μετά την ίδρυσιν αυτού Διορθοδόξων Επιτροπών και Προσυνοδικών Διασκέψεων, ως της Δ' Πανορθοδόξου Δ ιασκέψεως (1968), της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής (1971), της Α' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1976), της Β' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1982), της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής (Φεβρουάριος 1986) και της παρούσης Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως. Προς δ' επί τούτοις επραγματοποιήθη η μετ' απόφααιν της Α' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως οργάνωσις ειδικού συνεδρίου προς εξέτασιν του θέματος του κοινού εορτασμού τού Πάσχα (1977) και συσκέψεως επιτροπής αστρονόμων προς μελέτην του αυτού Θέματος (1979),

β) δια της τακτικής οργανώσεως των ετησίων Θεολογικών Σεμιναρίων με την σνμμετοχήν κληρικών και θεολόγων εκ πασών σχεδόν των αγιοτάτων Ο ρθοδόξων Εκκλησιών,

υ) δια των εκδόσεων του δεκαπενθημέρου δελτίου "Επίσκεψις", του

περιοδικού "Συνοδικά", των "Θεολογικών Μελετών του Σαμπεζύ" κ.α.,

δ) δια της φιλοξενίας των Μικτών Επιτροπών, εν ολομελεία και εις υποεπιτροπάς προς προετοιμασίαν η δ ιεγαγωγήν των επισήμων Θεολογικών Διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως μετά των Αγγλικανών (1970, 1972, 1981), των Παλαιοκαθολικών (1970, 1975, 1977, 1983), των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών (1979, 2985), των Ρωμαιοκαθολικών (1977, 1978), των Λουθηρανών (1978) και των Μετερρυθμισμένων (1986),

ε) δια της συγκλήσεως σειράς διομολογιακών ακαδημαϊκών συνεδρίων και των πολλαπλών συναφών δραστηριοτήτων του επιτελείου του Κέντρου κ.α.

Δια των δραστηριοτήτων αυτών το Ορθόδοξον Κέντρον κατέστησε πράγματι κατά την διαρρεύσασαν εικοσαετίαν αισθητήν την παρουσίαν αυτού εις τε τας διορθοδόξους σχέσεις και εις τον σύγχρονον οικουμενικόν διάλογον. Ως έδρα της Γραμματείας επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προσφέρει την οφειλετικήν διακονίαν του εις την προετοιμασίαν και την επίσπευσιν της πορείας προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Ως Ορθόδοξον εν τη Δύσει Κέντρον αποτελεί αναμφιβόλως σημαντικήν γέφυραν δια την ευχερεστέραν και ισότιμον συνάντησιν συνόλης της Ο ρθοδοξίας με τον δ υτικόν χριστιανικών κόσμον.

Η εμπειρία της διαρρευσάσης εικοσαετίας, η οποία επιστέφεται δια της εν αυτή συγκλήσεως της παρούσης Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, θα ηδύνατο να θεωρηθή ασφαλές κριτήριον δια την αξιολόγησιν και των μελλοντικών προοπτικών δραστηριότητος του Ορθοδόξου Κέντρου. Υποδέχομαι λοιπόν , πάντας υμάς εις το Ορθόδοξον τούτο Κέντρον, εις τον "οίκον", ως θα έλεγον, της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Δημητρίου, εις τον οίκον όλων υμών, ευχόμενος προς πάντας υμάς το ω ς ευ παρέστητε και πάσαν την από Κυρίου ευλογίαν εις το ημέτερον Εργον.

Ο Γραμματεύς επί της Προπαρασκευής της Συνόδου, Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός, παρουσίασεν ακολούθως τα τέσσαρα κείμενα, τα οποία είχε καταρτίσει τον Φεβρουάριον ή Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή, δι' Εισηγήσεων των οποίων δημοσιεύομεν κατωτέρω τα κύρια σημεία:

(Α) ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι Πατέρες, αγαπητοί Αδελφοί,

Έχω την τιμήν να εισαγάγω ενώπιον της Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως το εγκριθέν υπό της Διορθοδόξον Προπαρασκευαστικής Επιτροπής τελικόν κείμενον του πρώτου αναγεγραμμένου εις την Η μερησίαν Διάταξιν της Διασκέψεως θέματος (...). Το ούτω προκύψαν Σχέδιον, συνταχθέν υπό Επιτροπής εργασίας υπό την προεδρίαν του Σεβ. Μητροπολίτου Τσεχοσλοβακίας κ. Δωροθέου, επικουρουμένου υπό του καθηγ. κ. Βλασίου Φειδά ως Γραμματέως, υπεβλήθη εκ νέου εις την Ο λομέλε ιαν της Επιτροπής, ήτις και προέτεινεν αλλαγάς τινας, προσθήκας και βελτιώσεις, εγένετο δε εν τέλει ομοφώνως αποδεκτόν. Το κείμενον τούτο, ως τελικώς διεμορφώθη, πρόκειται ήδη ενώπιον υμών προς έγκρισιν ω ς πρότασις προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και ταύτα μεν εν άκρα συντομία ως προς το ιστορικόν του υποβαλλομένου κειμένου.

Ως προς δε τας διεξαχθείσας συζητήσεις κατά την δ ιαδικασίαν διαμορφώσεως της τελικής μορφής του κειμένου θα ηδύνατο να λεχθή ότι αύται αντικατοπτρίζουν κατά τρόπον αυθεντικόν την αυστηράν προσήλωσιν της Ορθοδοξίας εις την εναρμόνισιν της συγχρόνου ποιμαντικής ευθύνης προς την αμετακίνητον βάσιν της πατερικής παραδόσεως. Κατ' ακολουθίαν, θα ήτο σφάλμα, φρονώ, να θεωρηθούν αύται μεν ως εκφράζουσαι τυχόν αντιτιθεμένας απόψεις, το κείμενον δε , καθ' αυτό ως προϊόν οιουδήτινος συμβιβασμού ή αμοιβαίων υποχωρήσεων. Ορθότερον θα ήτο να λεχθή, ό τι έκαστον μέλος της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής συνεισέφερε δημιουργικώς εις την τελικήν διατυπωσιν δια της προβολής κατά τας συζητήσεις όψεως ή όψεων τίνων των ποιμαντικών προεκτάσεων του όλου θεσμού, ας το μέλος τούτο, ως εκ των ιδια ζουσών συνθηκών, υ πό τας οποίας ή υπ' αυτού εκπροσωπούμενη Εκκλησία τελεί, ήτο καλλίτερον των άλλων εις θέσιν να εκτιμήση και ε ξάρη. Ούτως, αμοιβαίως συμπληρούμενοι και πλουτιζόμενοι, οι εργασθέντες εις την Διορθόδοξον Προπαρασκευαστικήν Επιτροπήν εκπρόσωποι κατέληξαν εις την αποκρυστάλλωσιν κειμένου, αποτελούντος όντως την συνισταμένην των και σήμερον κρατουσών εις την Ο ρθόδοξον Εκκλησίαν ποιμαντικών τάσεων και αντιλήψεων περί του θ εοσυστάτου θεσμού της νηστείας. Διο και δεν θα αφιστάμεθα πολύ της πραγματικότητος, εάν ελέγομεν ότι εκφράζει την επί τη βάσει της πατερικής παραδόσεως "ενιαίαν ορθόδοξον θέσιν", ήτις, ως τοιαύτη, υποβάλλεται εις την παρούσαν Γ' Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν προς αποδοχήν και λήψιν αποφάσεως (...).

Επί του θέματος τούτου έχω να υποβάλω ολίγας δ ιασαφητικάς παρατηρήσεις εις τα επί μέρους σημεία του υποβαλλομένου κειμένου:

Ι. Εν πρώτοις επισημαίνω, ότι ο αρχικός τίτλος του θέματος ("Αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων") εκρίθη υπό τινών μελών της Επιτροπής ως δυνάμενος ίσως να προκαλέση παρεξηγήσεις μεταξύ των πιστών, οι οποίοι θα ήγοντο ενδεχομένως δι' αυτού εις την εντύπωσιν ότι, ό,τι επιχειρείται δια του κειμένου, είναι η εν μέρει έστω κατάργησις ή α λλοίωσις του πατροπαράδοτου θεσμού της νηστείας δι' εισαγωγής νέων, αντιτιθεμένων εις την παράδοσιν και την κρατούσαν τάξιν διατάξεων. Διό και προετάθη, αντί του τίτλου τούτου, ως νέος τίτλος: "Ή σπουδαιότης του θεσμού της νηστείας και η τήρησις αυτού κατά την σύγχρονον εποχήν", όστις και προστίθεται, κάτωθεν του πρώτου ως εναλλακτική λύσις.

2. Ευρεία συζήτησις διεξήχθη περί του ε ν § 1 όρου «αμετάβλητος». Υπεστηρίχθη υπό τινων μελών της Επιτροπής ότι αμετάβλητοι είναι μόνον οι δογματικοί όροι των Οικουμενικών Σ υνόδων και ότι Θεσμοί, ως ο της νηστείας δ ύνανται να μεταβάλλωνται κατά την εκάστοτε ποιμαντικήν ευαισθησίαν και ανάγκην της Εκκλησίας. Εξ άλλου, η αρχή της οικονομίας, της οποίας αν έκαθεν η Εκκλησία εποιήσατο χρήσιν δια την προσαρμογήν των περί νηστείας διατάξεων εις τας επί μέρους, και δη και τας ατομικάς συνθήκας ζωής εκάστου πιστού, φαίνεται αντιτιθεμένη εις τον χαρακτηρισμόν της νηστείας ως "αμεταβλήτου". Το ζήτημα ελύθη δια της διασαφήσεως, ότι το "αμετάβλητον" της νηστείας αναφέρεται εις τον θεσμόν ως τοιούτον, όστις και αποτελεί "θείαν εντολήν", "συνηλικιώτης" ων, κατά τον Μ. Βασίλειον, "της ανθρωπότητος", ε φ' όσον "ενομοθετήθη υπό του Θεού εν τω παραδε ίσω". Εν γένει δε, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής συνεφώνησαν όπως τονισθή η υψίστη σημασία, την οποίαν η Ορθόδοξος Εκκλησία απέδωκεν ανέκαθεν και αποδίδει εις τον θεοσύστατον της νηστείας θεσμόν, τονίσασα πάντοτε την αξίαν αυτού «δια την συνεχή και αδιάπτωτον εγρήγορσιν του ανθρώπου και την επίδοσιν αυτού εις τους πνευματικούς αγώνας».

3. Αι γενόμεναι παρεμβάσεις, ιδία των εκπροσώπων των Εκκλησιών της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ρουμανίας, συνετέλεσαν εις την βαθείαν συνειδητοποίησιν του γεγονότος, ότι η νηστεία, αρρήκτως συνδεδεμένη προς το α σκητικόν ιδεώδες της Ορθοδοξίας, δεν αποτελεί απλώς και μεμονωμένως αποχήν από της τροφής, αλλά κυρίως και πρωτίστως μέσον πνευματικής και ψυχικής βελτιώσεως και μετανοίας, τόσον ατομικώς όσον και εις τα πλαίσια του ευρύτερου κοινωνικού, και δη και του πανανθρώπινου ιδεώδους της δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας. Το τελευταίον δε τούτο αποκτά μεγίστην σημασίαν, ιδίως σήμερον, ότε τόσα εκατομμύρια ανθρωπίνων υπάρξεων ζουν υπό το φάσμα της πείνης και των υλικών στερήσεων.

4. Υπό του Προέδρου της Επιτροπής, ως επίσης και υπό τινων μελών, ετονίσθη ιδιαιτέρως ο δυναμικός χαρακτήρ της νηστείας ως κατ' εξοχήν πνευματικού αγωνίσματος, εις το οποίον έκαστος μετέχει κατά τας δυνάμεις αυτού, εν βαθεία συνειδήσει της εαυτού ταπεινότητος και αδυναμίας, αλλά και εν πλήρει αναφορά εις τε το έλεος και την φιλανθρωπίαν του Θεού, αναπληρούντος τας ατελείας και παραλείψεις του τον καλόν αγώνα αγωνιζομένου ανθρώπου.

5. Ως ευστόχως ετονίσθη εις την μελέτην του καθηγ. κ. Β. Φειδά, η νηστεία λαμβάνει ολόκληρον την ψυχοσωστικήν αυτής σημασίαν δια της χριστοκεντρικής κατανοήσεως αυτής και δη δια της συμμετοχής του πιστού εις το πνευματικόν περιεχόμενον της "υπακοής" του Κυρίου κατά την τεσσαρακονθήμερον νηστείαν αυτού. Ο άρρηκτος δεσμός της νηστείας ως "υπακοής" προς την πλήρωσιν αυτής υπό του Κυρίου εν τω Σταυρώ, ερμηνεύει την μεγίστην πνευματικήν αξίαν της νηστείας δια τους πιστούς, οι οποίοι ούτω, "σύμφυτοι γενόμενοι, τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, κοινωνοί ἐσόμεθα καί τῆς ἀναστάσεως ".

6. Την αρχήν της "αυστηρότητας" και της αμετακίνητου φυλάξεως των ιερών αποστολικών θεσπισμάτων, των συνοδικών κανόνων και των ιερών παραδόσεων απηχεί και αποδίδει ι § 6, ήτις και απαριθμεί απάσας τας κανονικώς καθιερωθείσας και δια της μακράς παραδόσεως κυρωθείσας νηστείας του ενιαυτού του Κυρίου, ήτοι τας νηστείας της Μ. Εβδομάδος, της Μ. Τεσσαρακοστής, της Τετάρτης και της Παρασκευής, των Χριστουγέννων, των Αγίων Αποστόλων, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ως και των μονοήμερων νηστειών της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, της παραμονής των Θεοφανείων και της Αποτομής της τίμιας κεφαλής Ι ωάννου του Προδρόμου. Εκρίθη ούτως ότι ουδεμία κατάργησις νηστείας δύναται να προταθή, τούτο μεν δια το υψηλόν πνευματικόν περιεχόμενον του θεσμού, τούτο δε προς αποφυγήν σκανδαλισμού του πιστού λαού του Θεού, ο οποίος έχεται των πατρίων και μετά δυσφορίας θα έβλεπεν οιανδήποτε απομάκρυνσιν από την κρατήσασαν δια μέσου των αιώνων τάξιν.

7. Την αρχήν της εκκλησιαστικής οικονομίας εισάγει η § 7, θεμελιούσα αυτήν αφ' ενός μεν εις την αείποτε κρατήσασαν διάκρισιν μεταξύ των ιερών καιρών τής νηστείας, αφ' ετέρου δε εις τήν ανέκαθεν έν τή "Εκκλησία κρατήσασαν ποιμαντικήν πράξιν, απορρέουσαν εκ της φιλανθρώπου στοργής αυτής και εκ της υπ' αυτής μητρικής κατανοήσεως της ασθενείας του σώματος, της αδηρίτου ανάγκης ή και της χαλεπότητος των καιρών.

8. Την αρχήν της οικονομίας αναλύει ει δικώτερον η § 8, δια την διατύπωσι ν της οποίας σημαντική υπήρξε ν η συμβολή ιδία των εκπροσώπων των Εκκλησιών Α ντιοχείας και Ρωσσίας. Ούτοι, πράγματι, επέστησαν την προσοχήν των μελών της Επιτροπής επί των ποικιλλουσών συνθηκών υπό τας οποίας ζουν σήμερον οι Ορθόδοξοι πιστοί ανά τον κόσμον, της δυσχέρειας εξευρέσεως νησ τίμων τροφών, της αδυναμίας όπως αι τελευταίαι, αύται ορισθούν ομοιόμορφες δι' όλας τας χώρας και όλα τα κλίματα, των κατ' ιδίαν περιστάσεων ζωής (π.χ. της στρατεύσεως, της εν τη Διασπορά διαβιώσεως κ.ο.κ.). Περί πάντων τούτων, η Εκκλησία, ως φιλόστοργος μήτηρ, θα κρίνη κατά το εκάστοτε επιεικές, φροντίζουσα συγχρόνως, όπως γενικαί. τινες αρχαί καί πάγια πλαίσια τηρώνται αμετακίνητα, ίνα μη η άκρα οικονομία παρεκκλίνη εις ασυδοσίαν ή και αναρχίαν.

9. Τέλος, εις την α κροτ ελεύτιον παράγραφον υπενθυμίζεται ότι η νηστεία είναι οργανικώς συνδεδεμένη και προς την καθόλου μυστηριακήν μετοχήν και πνευματικήν τελείωσιν του καθ' έκαστον πιστού, δυναμένη να αποβή ψυχωφελής εις ιδιαιτέρας τινάς περιστάσεις της ζωής αυτού, ως.π.χ. προ του βαπτίσματος, προς προετοιμασίαν δια την θείαν Ευχαριστίαν, επί επιτιμίων, εις καιρούς πειρασμού κ. λπ.

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι. Πατέρες, Αγαπητοί Αδελφοί,

Τοιούτο το υποβαλλόμενον σήμερον κείμενον. Κατά το ανέφικτον βεβαίως ιδεώδες της τελειότητος κρινόμενον δεν είναι δ υνατόν, ειμή να θεωρηθή ατελές έναντι του υψηλού σκοπού, τον οποίον φιλοδοξεί να υπηρέτηση. Κατά το ανθρώπινον μέτρον όμως, και δη και κατά τας συγκεκριμένας περιστάσεις, υπό τας οποίας ζουν σήμερον οι ορθόδοξ,οι πιστοί, διεσπαρμένοι ανά τον κόσμον ή και εντός των ιδίων πατρίδων αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα, α λλ' υπό συνθήκας δυσχερείς ή και εχθρικάς ενίοτε προς τον υψηλόν στόχον της κατά Χριστόν τελειώσεως, ίσως η αυστηρότης της κρίσεως θα έδει να μετριασθή και το κείμενον να γίνη υπό της Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως μετ' ευμενείας δεκτόν. Και τούτο διότι, ως ελέχθη χαρακτηρ ιστικώς κατά την γενομένην συζήτησιν, «δεν απομακρύνεται από την παράδοσιν και. τους κανόνας, εξυπηρετεί την Εκκλησίαν και βοηθεί όλους μας εις το να κατευθύνομεν τον λαόν μας εις τας διαφόρους χώρας οπού ζώμεν».

 

(Β) ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι Πατέρες, αγαπητοί Αδελφοί,

Τοό κείμενον τούτο προσφέρει πράγματι ευσύνοπτον έκθεοιν των τε γενικών επί του θέματος παρατηρήσεων των διμερώ ν θεολογικών διαλόγων της Ο ρθοδόξου Εκκλησίας και της επισημανθείσης ειδικής προβληματικής εις τον καθ' έκαστον θεολογικόν διάλογον, αι οποίαι απορρέουν εκ τε των επί του θέματος εισηγήσεων και συζητήσεων εν τη ολομελεία της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής και εκ του τεθέντος εις την διάθεσιν της ειδικής Επιτροπής εργασίας σχετικού φακέλου.

Είναι πράγματι δεδομένη η εκφρασθείσα ομόφωνος θετική στάοις των αντιπροσωπειών των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών ως προς το θεολογικόν και ποιμαντικόν χρέος της Ορθοδοξίας δια την συμμετοχήν αυτής εις τους διμερείς θεολογικούς διάλογους και εις την δι' αυτών προώθησιν της ιδέας της ε νότητος του χριστιανικού κόσμου. Η θετική αυτή στάσις ουδόλως ηγνόησε και τα υφιστάμενα ειδικά ή γενικά προβλήματα εις άπαντας τους διμερείς διάλογους ή και εις ένα έκαστον τούτων. Αντιθέτως κατά τας εν ο λομελεία συζητήσεις επί του θέματος εγένοντο πολλαί και εύστοχοι παρατηρήσεις ως προς την μεθοδολογίαν, το θεματολόγιον, τα κοινά κείμενα, τον συντονισμόν εις ειδικάς συνελεύσεις των μελών των Ορθοδόξων Επιτροπών πάντων των διμερών θεολογικών διαλόγων, την ενσωμάτωσιν του περιεχομένου των κοινών κειμένων εις την θεολογίαν, την λατρείαν και την ζωήν των εν διαλόγω Εκκλησιών, την ετερότητα των προοπτικών εκάστου διαλόγου, τας εκκλησιολογικάς και εκκλησιαστικάς προεκτάσεις, κ.λπ.

Ειδικώτερον όμως και εν σχέσει προς το έργον της παρούσης Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως θα έδει να επισημανθούν ωρισμένα σημεία:

α) Ως προς τον τίτλον του θέματος: "Σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον", ο οποίος ωρίσθη υπό της Α' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1976), παρετηρήθη ευστόχως ότι η πληθυντική χρήσις "Ορθοδόξων Εκκλησιών" θα έδει να αντικατασταθή δια της ορθής ενικής χρήσεως του τίτλου « Ορθοδόξου Εκκλησίας», διότι πράγματι δια της πρώτης δίδεται προτεραιότης εις το διοικητικόν κριτήριον έναντι του ε κκλησιολογικού και παρέχεται η δυνατότης παρανοήσεων ή συγχύσεων εις τον οικουμενικόν διάλογον.

β) Ως προς τας προοπτικάς των διμερών θεολογικών διαλόγων ε γένοντο

κριτικαί αξιολογήσεις και ως προς αυτούς εισέτι τους εις αυτούς τεθέντας σκοπούς (Σεβ. Μητροπολίτης Κιέβου κ. Φιλάρετος), διότι υπεστηρίχθη ότι είναι αναγκαία η διάκρισις μεταξύ των εχόντων ως σκοπόν την ενότητα διαλόγων (προς την Παλαιοκαθολικήν, τας Αρχαίας Ανατολικάς και την Ρωμαιοκαθολικήν Ε κκλησίαν) και των εχόντων ως σκοπόν την απλήν θεολογικήν προσέγγισιν και συνεργασίαν (Διάλογοι μετά των Αγγλικανών, των Λουθηρανών και των Μεταρρυθμισμένων). Τυχόν όμως τοιαύτη παραδοχή θα είχεν ως άμεσον συνέπειαν όχι μόνον την ανάγκην αναπροσαρμογής της όλης μεθοδολογίας της δευτέρας ομάδος διαλόγων, αλλά και την κατ' επέκτασιν υποχρέωσιν αναθεωρήσεως της όλης ορθοδόξου συμμετοχής εις τον σύγχρονον οικουμενικόν διάλογον.

γ) Ως προς το θεματολόγιον υπήρξεν ομόφωνος η τάσις μεταθέσεως του κέντρου βάρους κατά την επιλογήν των θεμάτων από τα ενούντα εις τα χωρίζοντα τας ε ν διαλόγω Εκκλησίας θεολογικά ζητήματα και δη εν τω πεδίω της εκκλησιολογίας.

δ) Ως προς την προτεραιότητα συζητήσεως συγκεκριμένων θεολογικών προβλημάτων κατά τους εν πορεία θεολογικούς διάλογους εδόθη δια των εν ολομελεία συζητήσεων ιδιαιτέρα έμφασις εις την μελέτην των θεμάτων: της χειροτονίας των γυναικών εις την ιερωσύνην (διάλογοι μετά των Αγγλικανών, των Λουθηρανών και των Μετερρυθμισμένων), της ουνίας ως εκκλησιολογικού προβλήματος και ως συγχρόνου πρακτικής, και του υπό οιανδήποτε μορφήν ασκουμένου προσηλυτισμού (διάλογος μετά τής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας) και της μυστηριακής διακοινωνίας (διάλογος μετά των Παλαιοκαθολικών).

ε) Ως προς τον διάλογον μετά τών Παλαιοκαθολικών, ο οποίος περατούται συν Θεώ κατά την εν ολομέλεια συνέλευσιν του προσεχούς έτους δια της ολοκληρώσεως του ανατεθέντος εις την Μικτήν Θεολογικήν Επιτροπήν θεολογικού έργου, εγένοντο, παρά τινας μεμονωμένας επιφυλάξεις, θετικαί αξιολογήσεις των υφισταμένων προοπτικών. Αύται θα εκτιμηθούν βεβαίως υπό των εν διαλόγω Εκκλησιών, αι οποίαι και θα αποφανθούν τελικώς δια τον τρόπον αξιοποιήσεως του έργου της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής εις υην όλην εκκλησιαστιακήν διαδικασίαν αποκαταστάσεως της ενότητος.

Πέρα τούτων θεωρώ α ναγκαίον να ενημερώσω την παρούσαν Διάσκεψιν και επί τίνων περαιτέρω εξελίξεων εις τας εργασίας των Μικτών Θεολογικών Επιτροπών ωρισμένων διμερών θεολογικών διαλόγων, αι οποίαι θα ήσαν χρήσιμοι δια την πληρότητα της τελικής διατυπώσεως του υπό αξιολόγησιν κειμένου:

α) Εις τον διάλογον μετά των Παλαιοκαθολικών: συνήλθεν η Υπο επιτροπή εν Μινσκ της Λευκορρωσσίας (1- 10.7.1986 ) και συνέταξε σχέδια κοινών κειμένων επί των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως της επομένης Συνελεύσεως της Ολομελείας της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής, ήτοι:

1. Των λοιπών μυστηρίων: Μετανοίας, Ευχελαίου, Ιερωσύνης, Γάμου,

2. Εσχατολογίας, και

3. Προϋποθέσεων και συνεπειών της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας.

β) Εις τον διάλογον μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: αι θετικαί προτάσεις του κειμένου της Πανορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής περί την θεματολογίαν και την μεθοδολογίαν δεν φαίνονται να προσκρούουν εις ιδιαιτέρας δυσχέρειας και διαμορφώνουν οπωσδήποτε νέας προοπτικάς εις την πορείαν του διαλόγου, παρά την διαπιστωθείσαν εις την πρόσφατον εν Β ari Σ υνέλευσιν της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής χαρακτηριστικήν αδελφικήν έντασιν εκ της συγκυρίας παραπλεύρων ατυχών πρωτοβουλιών.

γ) Εις τον διάλογον μετά των Λουθηρανών: συνήλθεν η Μικτή Υποεπιτροπή (Βο ssey, Αύγουστος 1986) και συνέταξε σχέδιον κοινού κειμένου επί του θέματος "Γραφή και Παράδοσις", το οποίον και θα υποβληθή προς συζήτησιν και α ποδοχήν εις την επομένην Συνέλευσιν της Ολομελείας της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής. Αι αρχικαί δυσχέρειαι συντονισμού των εργασιών της Μικτής Επιτροπής έχουν προφανώς παρακαμφθή δια των προσφάτων προσπαθειών.

δ) Εις τον διάλογον μετά των Μετερρυθμισμένων η πρόσφατος ενταύθα Σ υνέλευσις της Μικτής Επιτροπής (Μάρτιος 1986) δια την προπαρασκευήν του θεολογικού διαλόγου επραγματοποίησε θετικόν βήμα και επέλεξε το πρώτον προς κοινήν μελέτην θέμα υπό τον τίτλον: περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία επί τη βάσει του Συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως". Η Α. Θ. Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Δημήτριος, μετά της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου έκρινεν (Ιούλιος 1986) επαρκή την υπό της Μικτής Προπαρασκευαστικής Επιτροπής γενομένην προετοιμασίαν και απεφάσισε να προτείνη προς τας κατά τόπους αγιωτάτας Ορθοδόξους "Εκκλησίας την έναρξιν του επισήμου θεολογικού διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Μετερρυθμισμένων. Ανάλογον απόφασιν έλαβε και η Εκτελεστική Επιτροπή της Παγκοσμίου Ομοσπονδίας Μετερρυθμισμένων Εκκλησιών εις 1982). Το επιλεγέν προς μελέτην θέμα αποτελεί σημαντικήν θεολογικήν αφετηρίαν δια την ευαίσθητον αποστολήν της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής, η οποία θα συνέλθη εν ολομελεία κατά Μάρτιον του 1988.

Βεβαίως, ουδενός διαφεύγει την προσοχήν ότι πάντες οι υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας διεξαγόμενοι διμερείς θεολογικοί διάλογοι εισέρχονται προοδευτικώς και σταθερώς εις τον κρίσιμον δια την περαιτέρω πορείαν αυτών εκκλησιολογικόν χώρον, εις τον οποίον εντάσσονται και αι σοβαρώτεραι θεολογικαί δυσχέρειαι του διαλόγου μεταξύ της Ορθοδοξίας και του λοιπού χριστιανικού κόσμου. Εν όψει και των νέων αυτών προοπτικών, αι οποίαι ενθαρρύνονται και ευρύτερον εις τον οικουμενικόν διάλογον, η Ορθόδοξος Εκκλησία θα έδει να αξιοποίηση την εκκλησιολογικήν διδασκαλίαν αυτής όχι μόνον δια την επιβεβαίωσιν της αυτοσυνειδησίας της, αλλά και δια την υπεύθυνον αξιολόγησιν της μορφής εκληοιαστικότητος του εκτός αυτής χριστιανικού κόσμου. Τοιαύτη αξιοποίησις της πατερικής καί της κανονικής παραδόσεως, ως επίσης και της προς ταύτην συνεπούς εκκλησιαστικής πράξεως, καθίσταται οσημέραι αναγκαία δια τε την υπεύθυνον συμμετοχήν εις τους διμερείς και τους πολυμερείς θεολογικούς διάλογους, και δια την αυθεντικωτέραν εκκλησιαστικήν εκτίμησιν των αποτελεσμάτων αυτών, ως επίσης και δια την πλέον αξιόπιστον μαρτυρίαν της Ορθοδοξίας εις τον σύγχρονον κόσμον.

 

(Γ) ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΙΣ

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι. Πατέρες, αγαπητοί. Αδελφοί,

Το υποβαλλόμενον δια της παρούσης Εισηγήσεως ενώπιον της Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως τελικόν κείμενον της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής επί του τρίτου θέματος της ημερησίας διατάξεως, αφορώντος εις τας σχέσεις της Ορθοδοξίας προς την Οικουμενικήν Κίνησιν, έχει κατ' αρχήν διττόν χαρακτήρα. Αποβλέπει τούτο μεν εις την επανενθύμισιν - ως τονίζεται και εις την ενώπιον της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής αναγνωσθείσαν Έκθεσιν του Σεβ. Προέδρου αυτής - όλων εκείνων των στοιχείων, τα οποία συνθέτουν την εικόνα της δια μέσου των ετών διαμορφωθείσης συνεπούς στάσεως της Ορθοδοξίας έναντι της Οικουμενικής Κινήσεως εν γένει και του Π.Σ.Ε. ειδικώτερον, τούτο δε εις μίαν εκ νέου συνθετικήν αποτίμησιν των σχέσεων αυτής προς την Οικουμενικών Κίνησιν, εξαιρομένου όχι μόνον του εποικοδομητικού ρόλου αυτής εντός της κινήσεως, αλλ' οπωσδήποτε και της συμβολής της τελευταίας ταύτης εις την αποκατάστασιν των αισθημάτων προσεγγίσεως, αλληλεγγύης, αδελφοσύνης και ενότητος, άτινα διαπνέουν τας Εκκλησίας προς αλλήλας, και υπογραμμιζομένων πάντοτε των τυχόν ελλείψεων εν τη α πό κοινού αναζητήσει των τρόπων ενώσεως και της από κοινού εκφράσεως της αποστολικής πίστεως σήμερον.

Πέραν όμως των διαπιστώσεων τούτων, το υποβαλλόμενον κείμενον φιλοδοξεί να θέση τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων δια της σαφούς απαριθμήσεως και του εξονομασμού ό λων εκείνων των δεδομένων, τα όποια χρήζουν σήμερον επανεξετάσεως, ούτως ώστε η συμβολή τής Ορθοδοξίας εις την ε ργασίαν, ειδικώτερον του Π.Σ.Ε., να καταστή περισσότερον ενεργός και αποδοτική, παραμεριζομένων εμφιλοχωρησασών τίνων παρεξηγήσεων και άλλων παραγόντων, οι οποί οι επιδρούν αρνητικώς, το γε νυν έχον, εις την κατά πάντα αρμονικήν ένταξιν της Ορθοδοξίας εις τα θεσμικά πλαίσια του Συμβουλίου τούτου. Ούτως, ει όικώτερον - ως ετόνισε και εις την προς την Ε πιτροπήν σχετικήν Εισήγησίν του και ο ομιλών - η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι υποχρεωμένη, πέραν των παλαιοτέρων προτάσεων και υποδείξεων αυτής, των αναφερομένων π.χ. εις την ανάγκην περισσότερον ισορρόπου εκπροσωπήσεως εντός των πλαισίων του Συμβουλίου της καθέτου και της οριζοντίου γραμμής (Α' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις , 1976) ή του ευστοχωτέρου τρόπου επιλογής των εκπροσώπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τα διοικητικά και συμβουλευτικά σώματα του Συμβουλίου και της αυξήσεως του αριθμού των εκπροσώπων τούτων κ.ο.κ., να επιδίωξη και βαθυτέρας τινάς διευκρινήσεις και αλλαγάς. Ω ς τοιαύτας ανέφερε:

(α) τον συντονισμόν των προσπαθειών της Ορθοδοξίας προς διασαφήνισιν των εκκλησιολογικών κριτηρίων δια τον προωθούμενον εκκλησιολογικόν διάλογον και προς καθορισμόν των προϋποθέσεων αποκαταστάσεως τής εκκλησιαστικής κοινωνίας·

(β) την επανεξέτασιν α πό κοινού υπό των Ορθοδόξων της σημασίας των κοινών κειμένων, ιδία της Επιτροπής "Πίστις και Τάξις" δια την ορθόδοξον θεολογίαν και ζωήν, ως επίσης και δια τους διμερείς Θεολογικούς Διαλόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

(γ) την εκμάθυνσιν εις την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν, και δη και την μελέτην των κανονικών κριτηρίων ως προς την περί των ορίων της Εκκλησίας ορθόδοξον παράδοσιν, διότι ούτω μόνον είναι δυνατή η τήρηοις ενιαίας στάσεως όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά την συζήτησιν εκκλησιολογικών κειμένων·

(δ) τον προσδιορισμόν πανορθοδόξως των αναγκαίων προϋποθέσεων δια την αποκατάστασιν της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας·

(ε) την λήψιν μέτρων προς αποφυγήν εμφιλοχωρήσεως συγκρητιστικών τάσεων εις το Π.Σ.Ε. Αι προϋποθέσεις αύται, θα ηδύναντο να θεωρηθούν αναγκαία εκκλησιαστικά πλαίσια, όχι μόνον δια το έργον των ορθοδόξων εκπροσώπων εις το Π.Σ.Ε., αλλά και δια την γενικωτέραν γόνιμον και αποτελεσματικήν μαρτυρίαν της Ορθοδοξίας εις τε το Π.Σ.Ε. καί τους διμερείς Θεολογικούς Διάλογους.

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι Πατέρες, αγαπητοί Αδελφοί,

Τοιούτον το υποβαλλόμενον κείμενον εί ναι, κατά την ταπεινήν γνώμην μου, αρκούντως περιεκτικόν και προσεκτικόν εις τας κρίσεις και διατυπώσεις του, δεν στερείται όμως κατά την τελικήν αυτού διατύπωοιν του παλμού εκείνου, ο οποίος θα πείση τόσον το ορθόδοξον ποίμνιον, όσον και τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον ότι η Ορθοδοξία όχι απλώς έχει εξαίρετον θέσιν εις τους κόλπους της Οικουμενικής Κινήσεως, αλλά και ότι διαπνέεται υπό του πάθους να αγωνισθή, επί τη βάσει αντικειμενικώς ορθών κριτηρίων, δια την των πάντων ενότητα, ήτις και αποτελεί το όραμα, την πίστιν και τον άμετακίνητον στόχον της.

 

(Δ) ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

ΕΙΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΙΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΙΔΕΩΔΩΝ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, ΚΑΙ ΑΡΣΙΝ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, σεβάσμιοι Πατέρες, αγαπητοί Αδελφοί,

Προβαίνων εις την εισηγητικήν παρουσίασιν του τετάρτου θέματος της Ημερησίας Διατάξεως ημών, αφορώντος εις την «Σ υμβολήν των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, και άρσιν των φυλετικών διακρίσεων», οφείλω κατ' αρχήν να δηλώσω ότι συμμερίζομαι πλήρως την Άποψιν του Σεβ. Προέδρου της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, καθ' ην έγένετο κατ' έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος ασφαλώς η ενταξ,ις τοϋ θέματος τούτου μεταξύ των δέκα θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, και αποτελεί τιμήν δια την Επιτροπήν ημών το ότι εις αυτήν έλαχεν η ευθύνη να διατυπώση εις εν πρώτον κείμενον τας θεμελιώδεις αντιλήψεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί των κυρίων τούτων προβλημάτων, άτινα απασχολούν την παγκόσμιον κοινήν γνώμην και κατακαίουν τας ψυχάς των πιστών μελών της Εκκλησίας, τα οποία, είπερ ποτέ άλλοτε σήμερον, μέσα εις τον αναμοχλευόμενον εκ ποικίλων καταστάσεων, ταλαιπωριών και προβλημάτων κόσμον, αισθάνονται επιτακτικωτέραν την ανάγκην νά ακούσουν την αυθεντικήν φωνήν της Εκκλησίας των επ' αυτών και να ίδουν ταύτην λαμβάνουσαν θέσιν, σαφή καί συγκεκριμένην» (...)·

Το πρόβλημα, ενώπιον του οποίου ευρέθη η υπό την προεδρίαν του Σεβ· Μητροπολίτου Κιέβου κ. Φιλάρετου, γραμματεύοντος του Ελλογιμ. Καθηγ. κ. Θεοδώρου Ζήση, τετάρτη Επιτροπή εργασίας, συνοψίζεται, άριστα εις τας εν ολομέλεια δηλώσεις του πρώτου. Είπεν ούτος: « Εις την εποχήν μας είναι πολύ δύσκολον να φθάσωμεν εις συμφωνίαν δια κοινόν κείμενον περί ειρήνης. Τούτο δε διότι, αν εξαιρέση κανείς τας κατ' ιδίαν μελέτας ωρισμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών, τώρα μόλις ημείς οι Ορθόδοξοι ηρχίσαμεν, ως ενιαίον ορθόδοξον πλήρωμα, να μελετώμεν το θέμα αυτό, θα πρέπει δε να έχωμεν συνείδησιν ότι το πρόβλημα τούτο είναι και πολύπλοκον και σοβαρόν, η δε λύσις του δυσχερέστατη. Βεβαίως, όλοι οι Ορθόδοξοι δυνάμεθα να οτηριχθώμεν επί των αυτών επιχειρημάτων, εφ' όσον έχομεν και την αυτήν ορθόδοξον διδασκαλίαν, τους αυτούς αγίους Πατέρας, και επί των δεδομένων τούτων αι απόψεις μας δεν είναι δυνατόν παρά να συμπίπτουν. Όμως πάντα ταύτα αφορούν εις τηήν κάθετον θεμελίωσοιν του θέματος τούτου. Σήμερον, αντιθέτως, ευρισκόμεθα αντιμέτωποι προς την οριζόντιον όψιν αυτού, και δη εις τα πλαίσια της οικουμενικής κινήσεως, εντός της οποίας η κάθετος και η οριζόντιος γραμμή θα πρέπει να συνδυασθούν. Όσον δε προχωρούμεν προς την οριζόντιον γραμμήν, τόσον δεν δυνάμεθα να αποφύγωμεν τας συνθήκας, υπό τας οποίας ζώμεν».

Τούτο, πράγματι, αποτελεί τον "σταυρόν" της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ενός εκάστου εξ ημών προσωπικώς προκειμένου να δώσωμεν πειστικήν απάντησιν εις το πρόβλημα, το οποίον εθέσαμεν, ή μάλλον το οποίον αυτή αύτη η σημερινή πραγματικότης, ως βιούμεν αυτήν καθ' ημέραν, μας έθεσε. Πώς θα το αντιμετωπίσωμεν; « Δεν υπάρχουν αθώοι όροι», παρετήρησεν ορθώς ο Σεβ. Μητροπολίτης Όρους Λιβάνου κ. Γεώργιος. « Τίποτε δεν είναι αθώον, ούτε η χρήσις αυτού ή εκείνου του χωρίου της Βίβλου· Όλα έχουν λάβει πολιτικόν νόημα. Ειρήνη - Ελευθερία: υπό ποίαν σημασίαν προφέρονται αι λέξεις αυταί; Εις την πραγματικότητα, όλη η πολιτική θεωρία του ορθοδόξου κόσμου απορρέει από την βυζαντινήν «συμφωνίαν» αυτοκρατορίας και Εκκλησίας, έστω και αν οι Ορθόδοξοι ζουν πλέον άλλοι υπό μουσουλμανικόν, άλλοι υπό άλλα, άσχετα προς την Ορθοδοξίαν, καθεστώτα».

Σεβ. άγιε Πρόεδρε, Σεβάσμιοι Πατέρες, αγαπητοί Αδελφοί,

Η Επιτροπή ευρισκομένη ενώπιον δύο εκ πρώτης όψεως αντιτιθεμένων αρχών, ήτοι, αφ' ενός μεν της ανάγκης όπως μη αρκεσθή εις την κάθετον-θεολογικήν, αλλά προχώρηση και εις την οριζόντιον-ποιμαντικήν δ ιάστασιν του προβλήματος, αφ' ετέρου δε του ακανθώδους διλήμματος μεταξύ θέσεων εκφραζουσών είτε γενικώς την ορθόδοξον άποψιν, είτε, ειδικώτερον, συγκεκριμένας περιστάσεις και επιλογάς, επέλεξε τελικώς την μέσην οδό ν. Ούτως ηδυνήθη, αποφεύγουσα τας ακρότητας, να σύνταξη κείμενον εκ του οποίου να απορρέουν και εξειδικευμέναι και θαρραλέαι αντιμετωπίσεις των φλεγόντων προβλημάτων του συγχρόνου κόσμου. Και βεβαίως, παρά τινας περί του αντιθέτου γνώμας μελών τίνων της Επιτροπής, το κείμενον απέφυγε να καταδικάση ρητώς ωρισμένας κοινωνικάς δομάς, αι οποίαι, κρινόμεναι υπό των οπαδών διαφορετικών κ οινωνικών συστημάτων, δυνατόν να ερμηνευθούν ως δημιουργούσαι αντικειμενικάς καταστάσε ις κραυγαλέων κοινωνικών αδικιών, πράγμα το οποίον μοιραίως ωδήγησεν και εις τον παραμερισμόν θεολογιών τίνων ευρέως κυκλοφορουμένων σήμερον μεταξύ των θεολόγων του δυτικού Χριστιανισμού ("Θεολογία της απελευθερώσεως", της "επαναστάσεως" κ.ο.κ.). Τούτο όμως εκρίθη αναγκαίον, ίνα διασφαλισθή ακριβώς η αρχή , καθ' ην η μέλλουσα να συγκληθή Σύνοδος θα πρέπει να μαρτυρήση από κοινού και εν ονόματι ό λων των Ορθοδόξων. Δεν απέφυγε δε, παρά τα εν προλόγω λεγόμενα, και τινα θριαμβολογικόν τόνον, ενω μία περισσότερον "κενωτική" -αυτοσυνειδησία όχι της Ορθοδοξίας, αλλά των κατά εποχάς ανθρωπίνων φορέων της θα ήτο πολύ εγγύτερον προς το πνεύμα του Ευαγγελίου. Παρά ταύτα η Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις δ ύναται να α ποδεχθη το κείμενον, ω ς δύναται και επί τινων εκ των ω ς άνω σημείων να αποφανθή διαφοροτρόπως, κυρίαρχος ούσα να διαμορφώση η ίδια το τελικόν κείμενον ad referendum προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον.

Την Κυριακήν 2 Νοεμβρίου, κατά την γενομένην επί τη ευκαιρία της Γ ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως Πανορθοδόξου Θείας Λειτουργίας ομίλησε προς το εκκλησίασμα ο Πρόεδρος της Διασκέψεως, Σ εβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, ο οποίος είπε τα ε ξής :

 

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Ιδού και πάλιν ημείς, ω ς μέλη της Γ ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως την φοράν αυτήν, ενώπιον σας, έτοιμοι να δώσωμεν μαρτυρίαν του έργου, το οποίο ν μας ανέθεσαν αι Ε κκλησίαι μας και το οποίον με πολλήν φροντίδα, αλλά και πολλήν ταπείνωσιν προσπαθούμεν να ε πιτελέσωμεν κατά τας ημέρας αυτάς. Συνήλθομεν δια δευτέραν φοράν - η προηγουμένη ήτο παρελθόντα Φεβρουάριον - με τον συγκεκριμένον σκοπόν να ολοκληρώσωμεν η τρίτην φάσιν της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Συμπληρούται εφέτος εικοσιπενταετία αφ' ότου ήρχισεν, από την Α' Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Ρόδου, το έτος 1961, η περίοδος αυτή της πορείας της Ορθοδοξίας προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδόν της. Και η περίοδος αυτή υ πήρξεν γόνιμος και θετική εις σταδιακήν προετοιμασίαν των Εκκλησιών προς τον τελικόν σκοπόν της Συνόδου, αλλά και αποδοτική εις την δημιουργίαν συνειδήσεως εις το πλήρωμα δια την έννοιαν της Συνόδου και της συνοδικότητος της Εκκλησίας.

Δοξάζομεν τον Θεόν διότι επιτρέπει εις την Εκκλησίαν Του, με την συλλογικήν ευθύνην των ποιμένων της και την συνεργείαν των λειτουργών της ιεράς επιστήμης, να αντιμετώπιση ωρισμένα τουλάχιστον από τα φλέγοντα θέματα εις την ζωήν της Ορθοδοξίας, και να καταστήση ακουστήν την φωνήν της και την απόφανσίν της επάνω εις θέματα, τα οποία δομούν και υφαίνουν την υπόστασίν της και επί των οποίων προβληματίζεται ο πιστός λαός του Θεού. Ταύτα, άπαξ λυόμενα, θα παρουσιάσουν την Ορθοδοξίαν εις τον κόσμον υπό την καλλιτέραν της μορφή ν.

 

Θεωρώ καθήκον μου να επισημάνω, ως Πρόεδρος της Πανορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, το γεγονός ότι, αυτό το οποίον επετελέσθη έως σήμερον και αυτό όπερ απομένει να γίνη εις το αμέσως προσεχές μέλλον, εις τούτο και μόνον αποβλέπει: εις το να απαλλάξη τους πιστούς από τους οιουσδήποτε προβληματισμούς των και να ε πανασφίγξη τους ακατάλυτους δεσμούς της ενότητας, οι οποίοι συνδέουν την Ορθοδοξίαν, καθισταμένης ταυτοχρόνως ακουστής της φωνής της επάνω σε φλέγοντα θέματα της ανθρωπότητος.

Είπα προηγουμένως δια το έργον, όπερ επετελέσθη. Εις αυτό θα αφιερώσω ολίγας σκέψεις μου. Εσχολήθημεν και προσπαθούμεν να οριστικοποιήσωμεν την άποψιν της Εκκλησίας επί των εξής τεσσάρων θεμάτων:

Πρώτον, επί της Νηστείας, την οποίαν θεωρούμεν ακατάλυτον θεσμόν της Εκκλησίας, ο οποίος οδηγεί τον άνθρωπον εις την η θικήν τελείωσιν και ο οποίος πρέπει να συμπορεύεται με την από μέρους της Εκκλησίας φιλάνθρωπον οικονομίαν, δια να ημπορούν να τον τηρούν οι άνθρωποι όπως πρέπει, όπου πρέπει και όταν πρέπει, μέσα εις τα πλαίσια της ορθοδόξου παραδόσεως, αλλά και του πνεύματος της συγκαταβάσεως προς τον άνθρωπον.

Δεύτερον, επί των Διαλόγων, προς τους οποίους είμεθα απολύτως ανοικτοί και τους οποίους όμως θέλομεν να διεξάγωμεν εν αγάπη, αλλά και εν αληθεία, τηρουμένων των όρων της αμοιβαιότητας, και προ πάντων με τα μέσα της θεολογικής συζητήσεως και της πειθούς, δια να αναφανή η μόνη αλήθεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας υπό τον ένα ποιμένα, τον Χριστόν.

Τρίτον, επί της Οικουμενικής Κινήσεως, της οποίας θεωρούμεθα και είμεθα φυσικά και αναφαίρετα μέλη με την πρωτόβουλον ένταξίν μας αρχήθεν εις αυτήν, και εις την οποίαν μετέχομεν, δια να έχωμεν ανοικτόν διάλογον προς όλους τους αδελφούς μας χριστιανούς, δια να καλλιεργώμεν αισθήματα και σχέσεις αμοιβαιότητος, αλληλεγγύης, αλληλοκατανοήσεως και αδελφικής συνεπικουρίας, δίδοντες μαρτυρίαν της ε ν η μίν πίστεως και εμπλουτιζόμενοι αμοιβαίως.

Τέταρτον, επί των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης, της αγάπης μεταξύ των λαών και της άρσεως των φυλετικών διακρίσεων. Πλησιάζοντες εις το τέλος της δευτέρας ταύτης χιλιετηρίδας του Χριστιανισμού, της χιλιετηρίδας η οποία βαρύνεται με σχίσματα, με αιρέσεις, με πάσης μορφής α ντιδικίας, με κοινωνικάς αναστατώσεις, ταξικάς συγκρούσεις και φαινόμενα βίας, ακόμη δε και με δύο παγκοσμίους πολέμους και με την απειλήν ενός τρίτου, τρομακτικωτέρου δε και οπωσδήποτε ολεθριωτέρον δια την ανθρωπότητα, πολέμου, τον οποίον προετοιμάζουν εξωφρενικοί εξοπλισμοί, οι οποίοι ξεπερνούν τα όρια του πλανήτου μας και οι οποίοι απειλούν την ανθρωπότητα δια καταστροφής από το υπερπέραν, εις το τέλος της δευτέρας ταύτης χιλιετηρίδος, λέΤα κείμενα μας επί των θεμάτων αυτών θα κυκλοφορήσουν προσεχώς. Θα γνωσθούν εις το ορθόδοξον πλήρωμα, εις τον ευρύτερον χριστιανικόν κύκλον των Εκκλησιών και Ομολογιών, και ακόμη ευρύτερον εις ολόκληρον τον κόσμον. Εις όλα αυτά, αδελφοί μου, υπάρχει πολύς κόπος και πολλή προσπάθεια. Αλλ' ό,τι γίνεται, γίνεται δια τον Θεόν και δια τον λαόν του Θεού. Όχι καθ' υπεροχήν λόγου ή σοφίας, αλλ' εν πνεύματι Θεού και εν φόβω Θεού. Οπωσδήποτε δε χωρίς εγκαύχησιν και χωρίς οποιανδήποτε διάθε σιν θριαμβολογίας. Ο Απόστολος Παύλος το λέγει εις την σημερινήν περικοπήν του κατά τρόπον πολύ σαφή: "Ὑπέρ δέ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι, εἰμή ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου" (Β' Κορ. 12,5). Γνωρίζετε ότι πολλά είναι τα ασθενή σημεία των καταβαλλομένων προσπαθειών, αλλά έρχεται αρωγός η προς τον Απόστολον Παύλον φωνή του Κυρίου: "ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται" (ενθ. α ν., 12,9).

Και ταύτα μεν τα ήδη επιτελούμενα. Αλλά ανεφέρθην και εις το ενώπιον ημών διανοιγόμενον νέον στάδιον προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με τα υπολειπόμενα τέσσαρα θέματα, επί των οποίων θα αποφανθή αύτη. Αναγνωρίζομεν ότι είναι τα δυσκολώτερα και πολυπλοκώτερα. Ανάγονται εις την σημερινήν δομήν της Ο ρθοδόξου Εκκλησίας ανά τον κόσμον. Και πρέπει να επιλυθούν. Αι Εκκλησίαι μας είναι αποφασισμέναι να τα επιλύσουν. Με την χάριν του Θεού. Με την συμπαράστασιν του Παρακλήτου. Με την επιδειχθησομένην πανταχόθεν καλήν διάθεσιν. Αλλά, αδελφοί μου, και με τας ιδικάς σας εκτενείς προσευχάς. Και υπό το φως της παραδόσεως, της ιστορίας και της κανονικής τάσεως ε ν τη ζωή της Εκκλησίας.

Πρώτον θέμα, η Ορθόδοξος Διασπορά, δηλαδή η εις τα πέρατα της οικουμένης διεσπαρμένη, ζώσα και δραστηριοποιούμενη Ορθοδοξία, η οποία ζητεί την κανονικήν δομήν και οργάνωσίν της. Με την όψιν την οποίαν παρουσιάζει σήμερον η Διασπορά υποβαθμίζει την ενότητα της Ορθοδοξίας εις τα όμματα των εκτός. Με την επίλυσιν του προβλήματος θσ βγη κερδισμένη η Ορθοδοξία και αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι θα έχουν επιτελέσει το ιερόν των καθήκον απέναντι τής ιστορίας, απέναντι της κανονικής τάξεως και απέναντι των προσδοκιών του λαού του Θεού. Δεηθώμεν του Κυρίου, αδελφοί.

Δεύτερον θέμα, η Αυτοκεφαλία και το συναφές προς αυτήν τρίτον θέμα, η Αυτονομία, δηλαδή το ισχύον σύστημα, το οποί ον συγκροτεί το εν σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πρέπει να τεθούν αι βασικαί αρχαί εις τον χώρον αυτόν. Να παύση η ποικιλομορφία και ο πλουραλισμός εις τους τρόπους εφαρμογής του συστήματος αυτού, τρόπους οι οποίοι διασαλεύουν την τάξιν και την παράδοσιν της Εκκλησίας. Είναι ιδεώδης η ισχύουσα δομή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με βάσιν την ελευθερίαν, τον αυτοδυναμισμόν και το αυτοδιοίκητον εσωτερικώς εκάστης Εκκλησίας. Στοιχεία που δεν διασαλεύουν και δεν διασπούν την ενότητα της Ορθοδοξίας. Αλλ' από της στιγμής που θα υπεισέλθουν ατυχείς παρεκκλίσεις εις την ε φαρμογήν του συστήματος, το αποτέλεσμα γίνεται αρνητικών. Πρέπει να λυθή και το θέμα αυτό. Αι Εκκλησίαι είναι αποφασισμέναι να λύσουν και το ζήτημα αυτό, ανομολογούσαι τας αδυναμίας των, αλλά και προτάσσουσαι το γενικόν καλόν της Ορθοδοξίας υπεράνω κάθε ιδιοτελείας. Δεηθώμεν του Κυρίου, αδελφοί.

Τέταρτον Θέμα , τα Δίπτυχα εις την ζωήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δ εν είναι θέμα μικροφιλοτιμιών, ούτε παρερμηνείας της ιστορίας και των ιστορικών και κανονικών δεδομένων η σειρά που ακολουθούν αι Έκκλησίαι μας σήμερον. Είναι θέμα αρχής, το οποίον διήκει δια μέσου των αιώνων και ευρίσκει την δικαίωσίν του - το οποίον πρέπει να εύρη την δικαίωσίν του - εις μίαν ανιδιοτελή, πρόθυμον και αντικειμε νικήν έρευναν, μελέτην και επίλυσιν αυτού. Πρέπει να επιλυθή και το ζήτημα αυτό. Αι Εκκλησίαι επιθυμούν να λύσουν και το θέμα τούτο. Δεηθώμεν του Κυρίου, αδελφοί.

Ιδού το νέον στάδιον, όπερ διανοίγεται ενώπιον των Εκκλησιών μας ως η τετάρτη φάσις -και ευχόμεθα να είναι η τελευταία - εις την πορείαν προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Θα έλθωμεν και πάλιν εδώ, δια τας επί μέρους εργασίας μας, τας οποίας προβλέπει και η φάσις αυτή, και θα εμφανισθώμεν ενώπιον σας, πληροφορούντες την διακονίαν μας και δίδοντες μαρτυρίαν της καλής θελήσεως μας δια την επίλυσιν των ζητημάτων αυτών. Ελπίζομεν να είμεθα θετικοί εις όσα θα έχωμεν να σας είπωμεν. Εις όσα θα έχουν να ειπούν αι Εκκλησίαι προς αλλήλας. Εις όσα θα έχη να είπη η Ορθόδοξος Εκκλησία προς τον Δομήτορα της Εκκλησίας Χριστόν, ο Οποιος θέλει όπως οι εις Αυτόν πιστεύοντες είναι ηνωμένοι εν τη αυτή πίστει και τη αυτή αγάπη.

Δεήθητε, αδελφοί, υπέρ της ευοδώσεως του μεγάλου αυτού έργου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας.

Περαίνων επιθυμώ, υπό την ιδιότητα μου ως Αρχηγού της Αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να κομίσω προς όλους σας τας ευχάς και ευλογίας της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Δημητρίου και της κατ' Αύτόν Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, με την έκφρασιν των χρηστών ελπίδων της Μητρός Εκκλησίας, ότι θα προκόπτετε και θα αυξάνετε εν Κυρίω, επιτελούντες α γιωσύνην εν φόβω θεού.

Αμήν.

Επί τη λήξει των εργασιών της Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως εξεδόθη υπό της Γραμματείας επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου το ακόλουθον Ανακοινωθέν:

Η Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις συνεκλήθη υπό της Α.Θ. Π αναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Δημητρίου, μετά την σύμφωνον γνώμην πασών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, και συνήλθεν εις το εν Εαμπεζύ, Γενεύης, Ορθόδοξον Κέντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το έργον της Διασκέψεως ανεφέρετο εις την μελέτην και επεξεργαοίαν των τεσσάρων θεμάτων, τα οποία είχον αναγραφή εις την Ημερησίαν Διάταξιν αυτής υπό της Β' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1982), και επί των οποίων διετυπώθη η ενιαία ορθόδοξος άποψις δια της καταρτίσεως τεσσάρων σχεδίων κειμένων υπό της εν τω Ορθοδόξω Κέντρω συγκληθείσης κατά Φεβρουάριον τ.ε. Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, ήτοι:

1. Αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων.

2. Σ χεσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

3. Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις.

4. Σ υμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, και άρσιν των φυλετικών διακρίσεων.

Προς δ' επί τούτοις η Διάσκεψις έδει να επικύρωση και το κατόπιν σχετικής εντολής της Β' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως καταρτισθέν Σ χέδιον Κανονισμού Λειτουργίας των Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων, και να καταρτίση την Ημερησίαν Διάταξιν της Δ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, επί τω σκοπώ της ως οίον τε τάχιον συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Αι έργασίαι της Διασκέψεως ήρξαντο την 27ην Οκτωβρίου και έληξαν την 6ην Νοεμβρίου 1986. Της Διασκέψεως μετείχον πάσαι αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι δια τετραμελών, ως επί το πλείστον, Αντιπροσωπειών και ειδικών θεολογικών συμβούλων. Των εργασιών προήδρευσεν ο επί κεφαλής της Αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, Γραμματεύς δε της Διασκέψεως ήτο ο Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός, προϊστάμενος της Γραμματείας επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Αι επί των θεμάτων τούτων εργασίαι της Διασκέψεως διεξήχθησαν εν ολομέλεια και εν ε πιτροπαίς επί τη βάσει των επί του καθ' έκαστον θέματος εισηγήσεων του Γραμματέως επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ο οποίος και υπέβαλε τη Ολομελεία τα κείμενα της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 1986. Αι μετά μακράς, εν όλομελεία και εν επιτροπαίς, συζητήσεις επενεχθείσαι τροποποιήσεις, προσθήκαι και βελτιώσεις δ ιεμόρφωσαν τα επί των τεσσάρων θεμάτων τελικά κείμενα, τα οποία και εγένοντο ομοφώνως δεκτά ως εισηγητικαί αποφάσεις ad referendum προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον.

Ως προς τα επίσημα κείμενα-αποφάσεις της Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου απεφασίσθη όπως:

1. Υπογραφόμενα ταύτα υπό των Αρχηγών των Αντιπροσωπειών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις τας επισήμους γλώσσας της Διασκέψεως, ήτοι την ελληνικήν, την ρωσσικήν και την γαλλικήν, κοινοποιηθωσιν υπό της Γραμματείας επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προς πάσας τας κατά τόπους Αυτοκέφαλους και Αυτόνομους Ορθοδόξους Εκκλησίας (άρθρον 18 Κανονισμού Λειτουργίας τών Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων).

2. Δημοσιευθώσι, μερίμνη της Γραμματείας επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, μετά την 15ην Δεκεμβρίου ε.ε.

Ως προς τα Πρακτικά της Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, ταύτα θα αποσταλώσι, το ταχύτερον δ υνατόν, υ πό της Γραμματείας επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προς πάσας τας κατά τόπους Ορθοδόξους Εκκλησίας. Η Γραμματεία θα δημοσίευση ταύτα μετά την αποστολήν αυτών εις τας κατά τόπους Ορθοδόξους Εκκλησίας (άρθρον 19).

Πέρα των θεμάτων της Ημερησίας Διατάξεως, η Διάσκεψις εδέχθη ομοφώνως: α) τον Κανονισμών Λειτουργίας των Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων, δια του οποίου εκωδικοποιήθη καιί κατεγράφη συστηματικώς η άχρι τούδε ισχύουσα πράξις εις τας Πανορθοδόξους Διασκέψεις, και

β) την εισήγησιν της ειδικής Επιτροπής δια τον καταρτισμόν της Ημερησίας Διατάξεως και την προετοιμασίαν των θεμάτων της Δ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, δι'ων εξαντλείται και το όλον θεματολόγιον της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ήτοι:

1. Ορθόδοξος Διασπορά.

2. Το Αυτοκέφαλον και τρόπος ανακηρύξεως αυτού.

3. Το Αυτόνομον και τρόπος ανακηρύξεως αυτού.

4. Δίπτυχα.

Είδικώτερον όμως δια των ομοφώνως δεκτών γενομένων τεσσάρων κειμένων:

1. Προεβλήθη αφ' ενός μεν η σπουδαιότης του θεσμού της νηστείας εις την ορθόδοζον παράδοσιν και την σύγχρονον πράξιν, αφ' ετέρου δε η αρχή της εκκλησιαστικής οικονομίας, δια της οποίας καθωρίσθη η ευχέρεια των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να προσαρμόζουν τον θεσμόν εις τας ειδικάς ανάγκας του πληρώματος αυτών.

2. Ηξιολογήθη η πορεία των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικον κόσμον δια των εν εξελίξει διμερών θεολογικών Διαλόγων μετά των άλλων χριστιανικών Ε κκλησιών και Ομολογιών, κατεγράφησαν δε αι βασικαί αρχαί μεθοδολογίας και διαδικασίας αυτών και δ ιετυπώθησαν ειδικαί συστάσεις προς τας Θεολογικάς Επιτροπάς των καθ' έκαστον Διαλόγων δια την αποτελεσματικωτέραν διεξαγωγήν αυτών. Απεφασίσθη ωσαύτως η οργάνωσις ειδικού Διορθοδόξου Θεολογικού Συμποσίου δια την ανάδειξιν της ορθοδόξου παραδόσεως επί τουΰ ζητήματος της χειροτονίας των γυναικών, το οποίον επηρεάζει τους τε διμερείς και τους πολυμερείς Διάλογους της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τη συγχρόνω Οικουμενική Κινήσει.

3. Επανεξετιμήθησαν τα θετικά στοιχεία και η ιδιαιτέρα προβληματική της συμμετοχής των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις την Οικουμενικήν Κίνησιν και, ει δικώτερον, εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) επί τη βάσει :

α) της αυτοσυνειδησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των συγκεκριμένων εκκλησιολογικών προϋποθέσεων αυτής,

β) των νεωτέρων εξελίξεων εν τη δομή και τη λειτουργία του Π.Σ.Ε., και

γ) των μετά το Βανκούβερ προωθούμενων προγραμμάτων.

Διεδηλώθη και αύθις η επιθυμία, έστω και εν τισι κριτική, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να συνεργασθούν εποικοδομητικώς δια την προώθησιν της ιδέας της ενότητος του χριστιανικού κόσμου.

4. Διεκηρύχθη η σπουδαιότης της ορθοδόξου παραδόσεως περί του ανθρωπίνου προσώπου προς επικράτησιν των υψίστων δια πάντα χριστιανόν αγαθών της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, της άρσεως των φυλετικών και άλλων διακρίσεων, δια την υπέρβασιν της πολλαπλής και συνθέτου κρίσεως του συγχρόνου πολιτισμού, απώθησιν της απειλής του πυρηνικού ολέθρου και αναμόρφωσιν των δομών της κοινωνίας. Το πνεύμα του όλου κείμενου αποδίδεται δια του χαρακτηριστικού αποσπάσματος:

Ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, επειδή κατανοούμεν το νόημα της σωτηρίας, αισθανόμεθα το χρέος να αγωνιζώμεθα δια την ανακούφισιν της ασθενείας, της δυστυχίας και της αγωνίας. Επειδή βιούμεν την εμπειρίαν της ειρήνης, δεν δυνάμεθα να είμεθα αδιάφοροι δια την απουσίαν της από την σύγχρονον κοινωνίαν. Επειδή ευηργετήθημεν από την θείαν δικαιοσύνην, αγωνιζόμεθα δια μίαν πληρεστέραν δικαιοσύνην εις τον κόσμον και δια την εξουδετέρωσιν πάσης καταπιέσεως. Επειδή ζώμεν κάθε ημέραν την θείαν συγκατάβασιν, μαχόμεθα εναντίον κάθε φανατισμού και μισαλλοδοξίας μεταξύ των ανθρώπων και των λαών. Επειδή διακηρύσσομεν συνεχώς την ενανθρώπησιν του Θεού και την θέωσιν του ανθρώπου, υπερασπιζόμεθα τα ανθρώπινα δικαιώματα δι' όλους τους ανθρώπους και, όλους τους λαούς. Επειδή βιούμεν την θείαν δωρεάν της ελευθερίας με το απολυτρωτικόν έργον του Χριστού, δυνάμεθα να προβάλωμεν πληρέστερα την καθολικήν αξίαν της δια κάθε άνθρωπον και κάθε λαόν. Επειδή, τρεφόμενοι με το σώμα και το αίμα του Κυρίου εν τη Θεία Ευχαριστία βιούμεν την ανάγκην του μερισμού των δωρεών του Θεού μετά των αδελφών μας, κατανοούμεν πληρέστερον την πείναν και την στέρησιν και αγωνιζόμεθα δια την υπερνίκησιν αυτών. Επειδή προσδοκώμεν καινήν γήν και καινούς ουρανούς, όπου θα επικράτη η απόλυτος δικαιοσύνη, αγωνιζόμεθα εδώ και τώρα ( hic et nunc ) διά τήν άναγέννησιν καί τήν άνακαίνισιν τού ανθρώπου καί της κοινωνίας".

γω, πλησιάζοντες, αισβανόμεθα, ως Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, την ανάγκην να καταστήσωμεν ακουστήν την φωνήν μας επάνω εις όλας αυτάς τας θεμελιώδεις αρχάς της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης, της αγάπης μεταξύ των λαών και της άρσεως των φυλετικών διακρίσεων. Έχομεν βεβαίαν την ελπίδα, ότι μέσα εις την χαώδη αντιφωνίαν των απειλών και των διεκδικήσεων, η ειρηνεύουσα και ρεαλιστική φωνή της ορθοδόξου πνευματικότητος θα αποτελέση στήριγμα δια τας κλονιζομένας συνειδήσεις της συγχρόνου ζωής.