ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ    ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου | Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΒΙΒΛΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΧΝΗ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ανθρωπος και Καίσαρ - Εξουσία

Nicolas Berdiaeff, Βασίλειο του Πνεύματος
και Βασίλειο του Καίσαρος
,
εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 75-91

 

Ο Καίσαρ είναι το αιώνιο σύνολο της εξουσίας, του Κράτους, της βασιλείας του κόσμου τούτου. Υπάρχουν δυο βασικές απόψεις πάνω στις σχέσεις μεταξύ του Καίσαρος, της εξουσίας του Κράτους, της βασιλείας αυτού του κόσμου από τη μια μεριά και του πνεύματος, της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, της βασιλείας του Θεού από την άλλη. Οι σχέσεις αυτές πράγματι μπορούν να θεωρηθούν άλλοτε από δυαλιστική κι άλλοτε από μονιστική άποψη. Έχω μιλήσει αρκετά για τη σχετική με το δυαλισμό αλήθεια μέσα στα πλαίσια των προϋποθέσεων του κόσμου αυτού. Ο μονισμός έχει μέσα του πάντοτε μια τάση προς την τυραννία, που μπορεί να είναι θρησκευτική ή αντιθρησκευτική. Αντίθετα μια δίκαιη δυαλιστική αντίληψη του βασιλείου του Καίσαρος και του βασιλείου του Θεού, του πνεύματος και της φύσεως, του πνεύματος και της ωργανωμένης σε Κράτος κοινωνίας, μπορούν να εξασφαλίσουν το θεμέλιο της ελευθερίας.

Είναι πολύ λανθασμένος ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύθηκαν τα λόγια του Ευαγγελίου· « ἀπόδοτε οὖν τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ », όπως και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, « οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία, εἰ μή ἀπό Θεοῦ ». Η ερμηνεία τους παρουσίαζε ένα χαρακτήρα δουλικότητος. « Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι », δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο ένα θρησκευτικό ορισμό του Καίσαρος και του βασιλείου του, ούτε μια κρίση πάνω στο βασίλειο αυτό. Είναι μονάχα η αποκατάσταση μιας διακρίσεως ανάμεσα σε δύο διαφορετικές σφαίρες, η προφύλαξη από μια σύγχυση. Ως προς τα λόγια « οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία, εἰ μή ἀπό Θεοῦ », που άσκησαν μια ολέθρια επίδραση, συνήθως χρησιμοποιήθηκαν για να εκφράσουν ένα δουλισμό και μια προσωρινότητα έναντι της εξουσίας του Κράτους, αλλά και μια ιεροποίηση των μορφών της εξουσίας που δεν είχαν τίποτε το κοινό με τον Χριστιανισμό. Πράγματι, τα λόγια εκείνα δεν περιέχουν κανένα θρησκευτικό νόημα. Δεν έχουν παρά μονάχα ένα χαρακτήρα καθαρώς ιστορικό και σχετικό, καθωρισμένο από την κατάσταση των Χριστιανών μέσα στους κόλπους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο Απόστολος Παύλος πίστευε, πως δεν έπρεπε ο Χριστιανισμός να μεταβληθή σε μια αναρχική ή επαναστατική αίρεση. Ήθελε να εισαγάγη τον Χριστιανισμό μέσα στην παγκόσμια ιστορία. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως μετά από λίγο χρόνο, στον καιρό της βασιλείας του Δομιτιανού, η εξουσία του Κράτους παρουσιαζόταν σαν τέρας που βγήκε από την άβυσσο.

Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο περίπλοκο αν το σκεφθή κανείς συνήθως εν αναφορά προς τα λόγια του Αποστόλου Παύλου. Ο Χριστιανισμός μέχρι σήμερα έχει δώσει υπερβολικά δείγματα δουλικότητος έναντι του βασιλείου του Καίσαρος. Γενικά τα πράγματα εξελίσσονται με τον ακόλουθο τρόπο. Κάθε αλλαγή μέσα στους κόλπους του βασιλείου του Καίσαρος που είναι αποτέλεσμα μιας επαναστάσεως ή μιας μεταρρυθμίσεως προσκρούει αρχικά στην αντίσταση της Εκκλησίας, που καταδικάζει το νεωτερισμό σαν έκφραση του Αντίχριστου. Όταν όμως η νέα εξουσία του Καίσαρος σταθεροποιηθή και εδραιωθή, ξαφνικά η Εκκλησία διαπιστώνει ότι δεν συμβαίνει τίποτε άλλο, παρά ακριβώς η εμφάνιση μιας εξουσίας που προέρχεται επίσης από τον Θεό και κατ' ανάγκη της δίδει την ευλογία του. Σε τελευταία ανάλυση επαληθεύει το γεγονός, ότι η Εκκλησία ευχαριστείται να εύλογη αυτό που κάνουν άλλες δυνάμεις, μη εκκλησιαστικές ή μη χριστιανικές και η ίδια δεν κατέχει κανένα ιδεώδες κοινωνίας και Κράτους. Όταν φαίνεται ότι κατέχει ένα τέτοιο ιδεώδες στις χριστιανικές θεοκρατίες του παρελθόντος είναι ακόμη χειρότερα, γιατί οι θεοκρατίες αυτές χρησιμοποιούν το «χριστιανικός» σαν φίρμα και αρνούνται την ελευθερία.

Η θεοκρατία υπήρξε ένας από τους πειρασμούς, από τους οποίους πέρασε η χριστιανική ανθρωπότης. Εξ άλλου δεν είναι μόνον η θεοκρατία, με τη μεσαιωνική σημασία της λεξεως, που εκπροσωπεί έναν πειρασμό, αλλ ' επίσης τα λεγόμενα Χριστιανικά Κράτη, που εξέθεταν τον Χριστιανισμό και δεν υφίσταντο παρά μόνο συμβολικά κι όχι πραγματικά. Το βάθος του προβλήματος συνίσταται στο γεγονός ότι το πνεύμα δεν μπορεί να εξαρτάται από τη φύση και την κοινωνία και να καθορίζεται απ' αυτές. Το πνεύμα είναι ελευθερία, αλλά στο διάβα της ιστορίας, η αντικειμενοποίηση του πνεύματος γέννησε μια σειρά μύθων, που παγίωναν την εξουσία της κατεστημένης δυνάμεως. Τέτοια ακριβώς ήταν η περίπτωση του μύθου της κυριαρχίας μέσα στο θρησκευτικό χώ ρο, του μύθου του αλάνθαστου του πάπα, του μύθου της συνόδου των επισκόπων. Μέσα στη ζωή των Κρατών και των κοινωνιών γνωρίσαμε το μύθο της μοναρχίας, που ανεφέρετο στην κυριαρχική εξουσία του μονάρχη , το μύθο της δημοκρατίας, που ανεφέρετο στην κυριαρχική εξουσία του λαού (καθολική θέληση), και το μύθο του κομμουνισμού, που ανεφέρετο στην κυριαρχική εξουσία του προλεταριάτου. Όλοι οι μύθοι αυτοί στο βάθος παρουσίαζαν ένα μυστικό χαρακτήρα, ακόμη κι όταν αυτός δεν ανεγνωρίζετο ανοιχτά, και δεν σήμαιναν συνήθως νέες ερμηνείες του μύθου της κυριαρχίας, αλλά την άρνηση της ίδιας της ιδέας της κυριαρχίας. Η κυριαρχία δεν ανήκει σε κανέναν, δεν είναι παρά μια από τις αυταπάτες της αντικειμενοποιήσεως.

Θα μπορούσε κανείς να φαντασθή, πως η άποψη μου διακατέχεται από τον αναρχικό μύθο, αλλά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η ουτοπία μιας ευτυχισμένης υπάρξεως χωρίς το Κράτος μου είναι τελείως ξένη. Μέσα στις συνθήκες και προϋποθέσεις αυτού του κόσμου παραμένουν αναγκαίες οι δραστηριότητες του Κράτους. Αυτό, για το οποίο θα έπρεπε να αμφιβάλη κανείς, είναι η κυριαρχία του Κράτους. Το Κράτος έχει πάντα την τάση να ξεπεράση τα όρια του, και μεταμορφώνεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Το Κράτος θέλει να γίνη ολοκληρωτικό. Αυτό δεν αναφέρεται μονάχα στο φασισμό και στον κομμουνισμό. Κατά την περίοδο της χριστιανικής ιστορίας, είδαμε εξ ίσου να επιχειρήται μια επιστροφή στην ειδωλολατρική περί Κράτους αντίληψη, δηλαδή σε μια αντίληψη ολοκληρωτική και μονιστική. Ένα από τα βασικά κλασσικά επιχειρήματα του Κέλσου εναντίον των Χριστιανών ήταν, ότι ήσαν κοινοί πολίτες, γιατί νόμιζαν ότι ανήκαν σ' ένα άλλο βασίλειο. Η ίδια διαφωνία υπάρχει σήμερα. Υπάρχει μια αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στον Χριστό Θεάνθρωπο και στον Καίσαρα ανθρωποθεό. Η τάση προς θεοποίηση του Καίσαρος είναι μια τάση αιώνια. Εκδηλώθηκε μέσα στη μοναρχία, αλλά μπορεί να εκδηλωθή εξ ίσου και μέσα στη δημοκρατία και στον κομμουνισμό.

Καμιά κυριαρχία επίγειας εξουσίας δεν μπορεί να συμβιβασθή με τον Χριστιανισμό. Ούτε η κυριαρχία του μονάρχη, ούτε η κυριαρχία του λαού, ούτε η κυριαρχία μιας κοινωνικής τάξεως. Η μόνη συμβιβάσιμη αρχή με τον Χριστιανισμό είναι η κατάφαση των απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αλλά αυτό είναι παραδεκτό από μέρους του Κράτους μόνο με μια υπερβολική δυσφορία. Η ίδια η αρχή των δικαιωμάτων του ανθρώπου αλλοιώθηκε κι αντί να εκ προσωπή τα δικαιώματα του πνεύματος έναντι στην αυθαιρεσία του Καίσαρος, εισήλθε ολόκληρη μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος κι από τότε δίδει σημασία όχι τόσο στα δικαιώματα του ανθρώπου ως όντος πνευματικού, όσο στα δικαιώματα του πολίτη, δηλαδή σ' ένα ον αποσπασματικό.

Μια πάλη εξελίσσεται ανάμεσα στο μονισμό και το δυαλισμό. Ο μονισμός είναι πάντοτε μια επιστροφή στην ειδωλολατρική αντίληψη της εξουσίας του Κράτους. Ο δυαλισμός, με τη χριστιανική του καταγωγή, έχει ενισχυθή με το αίμα των μαρτύρων. Οι σχέσεις ανάμεσα στο μονισμό και το δυαλισμό έχουν ένα παράδοξο χαρακτήρα. Το θέμα της κοινωνικής επαναστάσεως έχει μέσα του τόσον ένα στοιχείο ακραίου μονισμού, όσο κι ένα στοιχείο δυαλισμού. Η επανάσταση είναι δυαλιστική με την έννοια ότι χωρίζει στα δύο τον κόσμο, σ' αυτούς που είναι με την επανάσταση και σ' αυτούς που είναι εναντίον της. Παράλληλα όμως είναι και μονιστική, εφ ' όσον βεβαιώνει τη νέα της εξουσία. Η κοινωνική επανάσταση περιέχει ένα χιλιαστικό και μεσσιανικό στοιχείο. Είναι αναμφισβήτητα στραμμένη πάντα προς τη βασιλεία του Θεού πάνω στη γη, αν και χωρίς πίστη στον Θεό. Και ακριβώς αυτό οδηγεί στο μονισμό που αρνείται τη διάκριση ανάμεσα στο βασίλειο του Καίσαρος και στο βασίλειο του Πνεύματος, το μελλοντικό βασίλειο του Καίσαρος και το αιώνιο βασίλειο του Πνεύματος. Ο δυαλισμός στην ψυχολογία των κοινωνικών επαναστατών αποδεικνύει απλούστατα ότι δεν είναι ικανοί να διατηρήσουν το μονισμό και την ενότητα παρά μονάχα εσχατολογικά. Αλλά μια εκκοσμικευμένη εσχατολογία είναι εξ ίσου δυνατή. Μια εσχατολογία, που θεωρεί όχι μονάχα την αιώνια ζωή, αλλά τη ζωή του μέλλοντος.

Οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους εκπροσωπούν μια από τις μορφές των σχέσεων μεταξύ Πνεύματος και Καίσαρος, άλλα ήδη βέβαια μέσα σ' ένα πλαίσιο ιστορικής αντικειμενοποιήσεως. Στο διάβα της Ιστορίας η Εκκλησία δέχθηκε πολύ εύκολα το βασίλειο του Καίσαρος, δηλαδή το βασίλειο της αντικειμενοποιήσεως. Αλλά διατηρούσε πάντα για τον εαυτό της ένα άλλο στοιχείο. Ο Καίσαρ ανήκει στον αντικειμενοποιημένο κόσμο, είναι κάτω από την εξουσία της αναγκαιότητος. Η Εκκλησία αντίθετα ανήκει στο βασίλειο της ελευθερίας. Οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους ήταν και θα είναι πάντοτε αντιφατικές, θέτοντας ένα άλυτο πρόβλημα. Η σύγκρουση δεν μπορεί να αποφευχθή, όταν η Εκκλησία προσαρμόζεται στο Κράτος κατά έναν τρόπο ευκαιριακό. Άρα η πολιτική της Εκκλησίας είναι γενικά προσαρμοσμένη στο βασίλειο του Καίσαρος.

Το έ ργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχε κατά σύμπτωση μια ιδιαίτερη σημασία. Η αυτοκρατορία απέβη χριστιανική με το συμβολισμό της. Αλλά- αυτό που είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον - η Εκκλησία κατέστη αυτοκρατορική. Οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας σταματούν να είναι υπερασπιστές της ελευθερίας της συνειδήσεως, που ήταν προηγουμένως. Το Πνεύμα αποκτά την ακεραιότητα του εις βάρος του Καίσαρος. Βλέπει κανείς τη συγχώνευση των δύο βασιλείων. Ο Καίσαρ εξαγιάσθηκε από την Εκκλησία. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκλήθησαν από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, στους οποίους α πεδίδετο μια εκκλησιαστική θέση. Παρατηρούμε να διαμορφώνεται ένας Χριστιανισμός ανατολικού κι ένας δυτικού τύπου, με ανάλογες τάσεις προς τον καισαροπαπισμό και τον παποκαισαρισμό. Η εξουσία του Καίσαρος δέχεται μια εκκλησιαστική καθαγίαση. Μπορεί κανείς να ομιλή για σύσταση ενός ιδιαιτέρου μυστηρίου της βασιλικής εξουσίας. Αυτό ήταν επόμενο να φέρη στη συνέχεια μια επαναστατική έξαρση, αλλά η αναγνώριση της ιερής εξουσίας του μονάρχη μεταμορφώθηκε σε αναγνώριση της ιερής εξουσίας του λαού και, πιο αργότερα, της εξουσίας του προλεταριάτου. Σήμερα διατηρούνται η κυριαρχικότης και ο ιερός χαρακτήρας της εξουσίας.

Από τα πολύ παλαιά χρόνια, οι άνθρωποι είχαν ανάγκη μιας θρησκευτικής επικυρώσεως για την εξουσία. Μερικές φορές, η επικύρωση αύτη πήρε τη μορφή μιας χειροτονίας. Θα υπέθετε κανείς πως διαφορετικά ο λαός δεν θα υπάκουε στην κατεστημένη εξουσία. Για τους αρχαίους συγχέετο ο άνθρωπος και ο πολίτης. Η θρησκεία άνηκε στο έθνος και στη φυλή. Αυτό απέκτησε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα μέσα στους κόλπους του αρχαίου Ισραήλ. Επρόκειτο για τη μοναδική σοβαρή και βαθειά μορφή του ρατσισμού. Το αίμα είχε μια θρησκευτική σημασία, αλλά ο εθνοφυλετικός, αιματώδης χαρακτήρας της ιουδαϊκής θρησκευτικότητος μπέρδευε τη συνείδηση της εκλογής του ιουδαϊκού λαού ως λαού του Θεού και εξ αιτίας αυτού τον ξανασυνέδεε με μια ιδέα παγκοσμιότητος.

Ο προχριστιανικός κόσμος είχε την τάση να ταυτίζη πολιτική και ηθική. Η αποθέωση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων έχει μια σημαντική σπουδαιότητα για το θέμα μας. Επρόκειτο για κάτι που ξεπερνούσε τη θεοποίηση της εξουσίας. Κι υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στην αποθέωση αυτή και στην κατάσταση των συγχρόνων αυτοκρατόρων, κυβερνητών και ηγεμόνων. Όλοι αυτοί οι τελευταίοι είναι οι ίδιοι προσωπικότητες πιο ιερές κι από τους αρχαίους αυτοκράτορες και βασιλείς. Η μεταρρύθμιση του Αυγούστου Καίσαρος υπήρξε μια προσπάθεια θρησκευτικής μεταρρυθμίσεως στην Ρώμη. Και το πολίτευμα που ήθελε να εγκαθίδρυση ήταν ένα ολοκληρωτικό πολίτευμα. Ο Αύγουστος ήταν ο Pontifex Maximus. Συγκέντρωνε στο πρόσωπο του τις δύο αρχές, εκείνη του Καίσαρος κι εκείνη του Πνεύματος. Θεσπίσθηκε ότι ο Αύγουστος Καίσαρ προήρχετο από τους θεούς. Η λατρεία του Καίσαρος προσέφερε εγγύηση για την κατάσταση στην Ρώμη. Στην ειδωλολατρική συνείδηση δεν υπάρχει όριο ανυπέρβλητο μεταξύ θεών και ανθρώπων. Η θεοποίηση του αυτοκράτορος Αυγούστου δεν σήμαινε καθόλου τη θεοποίηση του ανθρώπου Αυγούστου· μέσα στον άνθρωπο αυτοκράτορα λατρεύεται το δαιμόνιο του με την αρχαία σημασία του όρου . Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ του Divus (ευλογημένος στον ουρανό) και του Deus (θεός). Η εξουσία όμως του Καίσαρος και του ίδιου του Τσάρου έχει έναν ειδωλολατρικό χαρακτήρα. Η αρχή της είναι ξένη προς τον Χριστιανισμό. Ο Κέλσος υπερασπιζόταν την αυτοκρατορία και την αποθέωση της αυτοκρατορικής εξουσίας κατά των Χριστιανών, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα καταπληκτικά όμοια μ' εκείνα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την υπεράσπιση του ολοκληρωτικού Κράτους. Η θεοποίηση του Καίσαρος είναι η πηγή του ολοκληρωτισμού στην κυριολεξία. Είναι η υποταγή του Πνεύματος στον Καίσαρα. Πρέπει να ενθυμούμεθα, ως η αποθέωση των Καισάρων, σαν αποθέωση όλων των τυράννων και των δικτατόρων, υπήρξε καρπός της πίστεως του λαού, των πληβείων και όχι της Συγκλήτου, που εφαίνετο ήδη σκεπτική και ελάχιστα προσκείμενη σε μυστικές πεποιθήσεις. Συχνά ξεχνούμε και δεν ξέρουμε καλά, πως ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός κόσμος αγνοούσε την αρχή της ελευθερίας της συνειδήσεως, που προϋποθέτει το δυαλισμό του Πνεύματος και του Καίσαρος. Προς τα τέλος του αρχαίου κόσμου η ελευθερία χάθηκε ολοκληρωτικά. Αυτό όμως που είναι φοβερό, είναι πως η λατρεία των αυτοκρατόρων έλαβε υπόσταση και μέσα στο χριστιανικό κόσμο. Ιδιαίτερη κακή εντύπωση προκαλεί το Βυζάντιο, που απετέλεσε μια αυτοκρατορία απόλυτα χριστιανική. Οι επίσκοποι του μεσαίωνος επανελάμβαναν πολλές φορές αυτά που ελέγετο στους αυτοκράτορες από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο· «είστε η εικόνα της θεότητος ». Ταυτοχρόνως, η Δύση προσπάθησε να περιορίση την εξουσία του Καίσαρος με την Εκκλησία. Ο μεσαίωνας ήταν προσηλωμένος στην ιδέα της οργανικής ενότητος. Omnium multitude derivatur ab une (το πλήθος όλων προέρχεται απ' τη μονάδα). Κάθε μέρος προϋποθέτει την ενότητα του όλου. Η ανθρωπότης είναι μια και συνθέτει ένα μυστικό σώμα. Ταυτοχρόνως, η σκέψη του μεσαίωνος ήταν αρκετά μακρυά από τη θεοποίηση του Κράτους. Στο σημείο αυτό απεδείχθη η Δύση ανώτερη από την Ανατολή.

Τα Κράτος δημιουργήθηκε με μια βιαιότητα μέσα στον κόσμο της αμαρτίας και υπάρχει μόνο με την ανοχή του Θεού. Η ιδέα της καταγωγής της βασιλικής εξουσίας, όπως βρίσκεται στην Αγία Γραφή, του είναι τελείως δυσμενής. Η βασιλική εξουσία εγκαθιδρύθη ενάντια στη θέληση του Θεού. Αν κάνουμε έναν τολμηρό συλλογισμό θα βρεθούμε υ ποχρε ωμένοι να αναγνωρίσουμε, πως μόνη η ελευθερία προέρχεται από τον Θεό κι όχι η εξουσία. Η χριστιανική συνείδηση του μεσαίωνος δεν εδέχετο μια υποταγή των πραγμάτων χωρίς όρους στην εξουσία, θα μπορούσε κανείς να μην υποτάσσεται σε μια τυραννική και κακή εξουσία, να δέχεται εξ ίσου τη δυνατότητα της τυραννικότητος και ταυτοχρόνως να αναγνωρίζη μια απόλυτη αξία στα φυσικό δίκαιο, ως προερχόμενο από τον Θεό, και να εξετάζη πως η εξουσία πρέπει να υπηρετή το λαό.

Στο πρόσωπο μιας ολόκληρης σειράς θεολόγων, φιλοσόφων και νομομαθών, δ μεσαίωνας ανεγνώρισε τα έμφυτα και απαράγραπτα δικαιώματα του ατόμου ( Gierke ). Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται η μεσαιωνική συνείδηση ανώτερη της σύγχρονης συνειδήσεως. Η δουλεία εθεωρείτο σαν μια συνέπεια της αμαρτίας, αντί να θεωρηθή σαν ένα αμάρτημα καθ' εαυτό. Στην ιστορία του Χριστιανισμού έγινε μια φοβερή κατάχρηση του προπατορικού αμαρτήματος, από το όποιο προέρχονται αντιλήψεις απόλυτα δουλοπρεπείς. Ο Μ elanchton υπερασπίζεται την εκτέλεση των αιρετικών, o Calvin καταδικάζει σε θάνατο τον Servet, ο Th é odore de Beze εξεγείρεται κατά της ελευθερίας της συνειδήσεως. Αλλά η αυτοκρατορία μετατοπίσθηκε από τη Δύση προς την Ανατολή. Γι' αυτό η συνέχεια της απολυτοποιήσεως της εξουσίας πήρε στην Ανατολή μια πιο οξεία μορφή α π' ό,τι στη Δύση. Στον Καθολικισμό, ο δυαλισμός υπήρξε πάντοτε πιο ισχυρός απ' ό,τι στην Ανατολή, όπου θριάμβευε ο μονισμός. Αλλά είναι ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε, πως οι αντιφατικές σχέσεις ανάμεσα στο βασίλειο του Πνεύματος και στο βασίλειο του Καίσαρος είναι πιο βαθειές από την αντίθεση της πνευματικής και πολιτικής εξουσίας στο μεσαίωνα.

Η σύγχυση κι ακόμη η ταύτιση του βασιλείου του Καίσαρος με το βασίλειο του Θεού εκδηλωνόταν διαρκώς στην πρακτική ζωή, όπως και στην σκέψη και τη διδασκαλία. Οι άνθρωποι εξεδήλωναν μια ασυγκράτητη ροπή για τα μονιστικά και ολοκληρωτικά συστήματα. Πρώτα απ' όλα η θεοκρατία εκπροσωπεί ένα τέτοιο σύστημα, και με μια μορφή εξελιγμένη σ' ένα εξαιρετικά υψηλό βαθμό, η βυζαντινή θεοκρατία. Αλλά επίσης απόλυτα μονιστική και ολοκληρωτική υπήρξε η δημοκρατία του Rousseau και των Ιακωβίνων. Και βρίσκουμε την ίδια ταύτιση των δύο βασιλείων και των δύο τάξεων στον Η egel, στον Μ arx στον Α uguste Compte, στον Spann κι ακόμη στον εφηρμοσμένο κομμουνισμό και στο φασισμό. Οι λεγόμενες φιλελεύθερες δημοκρατίες, που επέτρεπαν να τις ονομάζουν ουδέτερες έναντι του βασιλείου του Πνεύματος, έχουν εξαφανισθή, αφού μεταμορφώθηκαν όλο και πιο καθαρά σε δικτατορίες. Η κατάργηση αυτής της ουδετερότητος του βασιλείου του Καίσαρος εκπροσωπεί μια ενδιαφέρουσα στιγμή του ιστορικού πεπρωμένου. Ο Καίσαρ παίρνει όλο και περισσότερο συχνά θέση στο θέμα των πνευματικών προβλημάτων με τη μορφή μιας ριζικής αντιθέσεως προς το πνεύμα. Αν οι αυτοκράτορες διεκήρυτταν ότι εκλήθησαν όχι μόνο για να κυβερνούν το Κράτος, αλλ ' επίσης για να επαγρυπνούν για, τη σωτηρία των ψυχών των υπηκόων τους, ο νέος Καίσαρ ασχολείται σήμερα επίσης με τη σωτηρία των ψυχών των υπηκόων του προστατεύοντας τους από θρησκευτικές δεισιδαιμονίες. Ο Καίσαρ εκδηλώνει μια ανυπέρβλητη τάση προς απαίτηση για τον εαυτό του όχι μόνον ό,τι του ανήκει, αλλ ' επίσης κι ό,τι ανήκει στον Θεό, δηλαδή να υποτάξη ολόκληρο τον άνθρωπο . Ε δώ βρίσκεται η πρωταρχική τραγωδία της ιστορίας, τραγωδία της ελευθερίας και της αναγκαιότητος του ανθρώπινου και του ιστορικού πεπρωμένου. Το Κράτος, που ρέπει στη δουλεία του Καίσαρος, δεν ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο , αυτός υπάρχει για το κράτος μόνο σαν στατιστική ενότης. Και όταν αρχίζη να ενδιαφέρεται υπερβολικά γι' αυτόν τότε χειροτερεύει η κατάσταση του γιατί το Κράτος συνδέεται όχι μόνο με την υποδούλωση του εξωτερικού ανθρώπου, αλλά και του εσωτερικού, και τότε το βασίλειο του Πνεύματος δεν μπορεί να αντέξη μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος. Το Πνεύμα είναι άπειρο και στρέφεται προς το Άπειρο. Ενώ αντίθετα ο Καίσαρ είναι πεπερασμένος και επιδιώκει να σφράγιση το Πνεύμα με τη σφραγίδα του πεπερασμένου.

Υπάρχουν απαιτήσεις του Καίσαρος, στις όποιες υποτάσσονται όλοι όσοι ζουν πάνω στη γη. Όλοι αποδίδουμε στον Καίσαρα ό,τι του ανήκει κι αυτό με τη μορφή των επαναστάσεων στις οποίες συμμετέχουμε. Η απαίτηση για επανάσταση είναι παράλληλα μια απαίτηση του Καίσαρος. Μόνη θα αποτελούσε εξαίρεση μια επανάσταση του Πνεύματος, άλλα μια τέτοια επανάσταση δεν πρέπει να συγχέεται με τις πολιτικές και κοινωνικές επαναστάσεις. Ανήκει σε μια άλλη σφαίρα του όντος. Παρ ' όλα αυτά, ο δυαλισμός του Πνεύματος και του Καίσαρος που αντιτίθεται σε κάθε μονισμό δεν πρέπει να σημαίνη την αδιαφορία έναντι του κόσμου και των ιστορικών συνεχειών που εξελίσσονται μέσα του. Το πνεύμα αναπόφευκτα εισβάλλει μέσα στον αντικειμενοποιημένο κόσμο και ανατρέπει την αναγκαιότητα και τη δουλεία του. Πρόκειται πάντα για μια κατακόρυφη κίνηση, που μετά την εκδήλωση αντικειμενοποιείται και συμβολίζεται οριζόντια. Στην κατάσταση που βρίσκεται δ κόσμος μας, το διάστημα και ο χρόνος μας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθη μια οριστική νίκη του Πνεύματος και του Καίσαρος. Υπάρχει μια συνεχής αυτοεκποίηση του Πνεύματος που εισέρχεται στο χώρο των αντικειμένων, και πρέπει συνεχώς το Πνεύμα να επιστρέφη στις πηγές του. Ο Η egel με τον ιστορικό του πανθεϊσμό δεν κατανόησε παρά μόνο τα μισά άπό αυτά. Το βασίλειο τοΰ Καίσαρος βεβαιώνεται μέσα σ' αυτή τη σφαίρα της εκποιήσεως και αντικειμενοποιήσεως του πνεύματος. Στη σφαίρα αυτή ποικίλλει η όψη του Καίσαρος. Στη σφαίρα αυτή η εξουσία έχει μια σημασία λειτουργική. Αλλ ' η οριστική νίκη του Πνεύματος επί του Καίσαρος δεν είναι δυνατή παρά μόνο μέσα στην εσχατολογική προοπτική. Αναμένοντας οι άνθρωποι, ζουν υπνωτισμένοι από την εξουσία κι αυτό επεκτείνεται και στη ζωή της Εκκλησίας, που μπορεί κι η ίδια ακόμη να βρεθή να είναι μια από τις μορφές του βασιλείου του Καίσαρος.

Το μυστήριο της εξουσίας, το μυστήριο της υποταγής των ανθρώπων σ' αυτούς που ενσαρκώνουν την εξουσία, δεν διευκρινίσθηκε τελείως μέχρι σήμερα. Κι αυτό γιατί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που κατέχουν το πλεονέκτημα της φυσικής δυνάμεως, δέχεται να υποτάσσεται ανεξήγητα στη θέληση ενός μόνου ανθρώπου ή μιας ομάδος ανθρώπων που εκπροσωπούν την εξουσία. Ακόμη κι ένας απλός αστυνομικός γεννά διαφορετικά αισθήματα από ένα συνηθισμένο άνθρωπο. Το ίδιο και στην αρχαιότητα οι άνθρωποι είχαν την τάση να σκέπτωνται πως υπάρχει ένα μυστήριο της εξουσίας. Στο σημείο αυτό προφανώς εκδηλώνεται μια επιβεβαίωση της αρχαίας δουλείας του ανθρώπου, που δεν ξεπεράστηκε τελείως ακόμη και μέσα στις δημοκρατίες. Ήδη έχει σημειωθή αρκετές φορές ότι η άσκηση της εξουσίας είναι συνδεδεμένη με έναν υπνωτισμό. Οι φορείς των εξουσιών του Κράτους μπορούν να κυβερνούν πολύ λογικά το λαό, αλλά η ίδια η αρχή της εξουσίας συνίσταται στην ικανότητα της προτροπής. Εκείνος που οδηγεί τις λαϊκές μάζες σε μια κατάσταση υπνώσεως, είναι εκείνος που εξασκεί την εξουσία. Τον πιο κολοσσιαίο ρόλο στο σημείο αυτό παίζει η προπαγάνδα, που είναι μια εκλαϊκευμένη μορφή υ πνωτισμού. Και αν οι άνθρωποι δεν ήσαν επιδεκτικοί υπνωτισμού, δεν ξέρει κανείς αν θα μπορούσε να φθάση στην επιτυχία μια οποιαδήποτε εξουσία. Πιο αξιοσημείωτο ακόμη είναι το γεγονός ότι στο παρελθόν η εξουσία στηριζόταν στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του λαού και ότι οι ιστορικές της μορφές κατέρρευσαν όταν οι πεποιθήσεις αυτές διασπάσθηκαν. Τέτοια υπήρξε η περίπτωση των ιερών μοναρχιών του παρελθόντος. Οι δημοκρατίες όμως στηρίζονται βασικά στην προπαγάνδα και στη ρητορική των πολιτικών ανθρώπων.

Υπάρχει μια αντικειμενοποίηση της φυσικής καταστάσεως των ανθρώπων, της οποίας οι ρίζες εισχωρούν μέσα στα βάθη όχι μόνον του ατομικού υποσυνειδήτου, αλλά επίσης και ακόμη περισσότερο μάλιστα στα βάθη του συλλογικού υποσυνειδήτου. Μπορεί το υποσυνείδητο να πάρη τη μορφή μιας συνειδήσεως που καταπλήσσει με τον παράλογο χαρακτήρα της. Κάθε συνέχεια εκτυλίσσεται μέσα στην πολύπλοκη συνεργασία των ανθρωπίνων ομάδων. Η άποψη, κατά την όποια η πολιτική ζωή είναι έκφραση των πιο ενδιαφερόντων αισθημάτων των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων, είναι ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Αυτό που ονομάζουν ενδιαφέροντα των κοινωνικών ομάδων εκπροσωπεί πολύ συχνά έναν απόλυτα παράλογο χαρακτήρα, αντίθετο κάθε λογικού συλλογισμού. Μια ομάδα ισχυρών κεφαλαιοκρατών μπορεί να θέλη την έναρξη του πολέμου. Τους ωθεί αυτομάτως η δύναμη του καπιταλισμού. Άρα ο πόλεμος μπορεί να οδηγήση στην καταστροφή των κεφαλαιοκρατών αυτών, στη διάλυση ολοκλήρου του οικονομικοπολιτικού τους συστήματος, θα μπορούσαμε να πούμε, πως στην αναζήτηση του κέρδους και της ωφελείας συγκαλύπτεται μια τρέλλα. Οι άνθρωποι κυβερνώνται όχι τόσο από λογικά ενδιαφέροντα όσο από πάθη. Οι μορφές της εξουσίας που εμφανίζονται στην ιστορία είναι πάντα πάθη και υποσυνείδητες καταστάσεις λογικοποιημένες και αντικειμενοποιημένες. Και αυτό ακριβώς σημαίνει πάντα μια παραγωγή μύθων, γιατί χωρίς μύθους είναι αδύνατο να κυβέρνηση κανείς τις ανθρώπινες μάζες. Ακριβώς έτσι δημιουργείται ο ένας ή ο άλλος μύθος, ο σχετικός με την κυριαρχία.

Στους νεώτερους χρόνους έγινε προσπάθεια να λογικοποιηθή η αρχή της εξουσίας με τη δημιουργία του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Ηο bbes, που είχε μια απαισιόδοξη άποψη για την ανθρώπινη φύση, εξ αίτιας αυτού ωδηγήθηκε στον εκθειασμό της μοναρχίας. Αντίθετα ο Rousseau, του οποίου η άποψη για την ανθρώπινη φύση ήταν αισιόδοξη, ωδηγήθηκε στον εκθειασμό της δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως τα συμβόλαια και οι λογικές εξηγήσεις δεν παίζουν κανένα ρόλο , με την έννοια ότι δεν βρίσκουν στήριγμα μέσα στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όλες οι μορφές της εξουσίας στηρίζονται στα πάθη και στα συλλογικά υποσυνείδητα αισθήματα. Για τον Βο ssuet, η απόλυτη εξουσία του Κράτους και του μονάρχη στηρίζεται σε μια θρησκευτική επικύρωση, αν και τούτο ήταν σε αντίθεση με τον Καθολικισμό, που τείνει περισσότερο στο δυαρχικό σύστημα. Πιο αργότερα, η εσφαλμένη αντίληψη της κυριαρχίας μετεφέρθη από το πρόσωπο του μονάρχη στο λαό. Ο Λουδοβίκος ο 14ος έλεγε «εγώ είμαι το κράτος» και ο επαναστατημένος λαός του απαντούσε· «όχι, εγώ είμαι το κράτος ». Αλλά στην ουσία επρόκειτο για την ίδια εσφαλμένη αρχή της κυριαρχίας.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να σημειωθή πως η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας γεννήθηκε σε μοναστήρια και διατυπώθηκε χάρις στους Καθολικούς θεολόγους Suarez και Bellarmin. Η αλήθεια αυτής της αντιλήψεως ανήκει στην αρνητική τάξη. Η υψηλή θετική αλήθεια συνίσταται στο να αναγνώριση, ότι δεν υπάρχει καμιά κυριαρχική εξουσία. Ήδη δημιουργήθηκε πρόβλημα για τη διαφορά μεταξύ αρχαϊκής και σύγχρονης αντιλήψεως της αλήθειας. Η κυριαρχία του λαού είναι μια επιστροφή στην αρχαϊκή αντίληψη. Ο Gabet , που εθεωρείτο σαν ένας χριστιανός κομμουνιστής, μέσα στην ουτοπία της απόλυτης τάξεως του απέρριπτε την ελευθερία του τύπου. Ο Luis Blanc εξυμνούσε έναν απόλυτα ολοκληρωτικό σοσιαλισμό, εχθρικό προς την ελευθερία. Ο Η egel υπήρξε για το Κράτος πολύ απόλυτος, θεωρώντας το σαν ενσάρκωση του Πνεύματος και ακριβώς αυτό επέδρασε πάνω στην απολυτοποίηση της κοινωνίας στους κόλπους του μαρξισμού. Ο Montalebert επέμενε, και είχε πολύ δίκαιο, πως η δημοκρατία είναι εχθρική προς την ελευθερία της συνειδήσεως. Ανάμεσα στις κοινωνικές διδασκαλίες μια μόνο εξαίρεση υπάρχει, κι αυτή στον Ρ roudhon. Γι' αυτό τον τελευταίο η κεντρική ιδέα είναι εκείνη της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, γεγονός πέρα για πέρα δίκαιο. Ο Ρ roudhon απεχθάνεται τη βία και καθορίζει την επανάσταση σαν ένα φωτισμό των πνευμάτων. Θεωρήθηκε σαν αναρχικός, γιατί δεν ήθελε να μεταφέρη την κυριαρχία από το ένα υποκείμενο στο άλλο. Αλλά είναι γεγονός, ότι ακριβώς σ' αυτό το σημείο ενυπάρχει η αλήθεια.

Είναι απαραίτητο να καθαρθή η συνείδηση από μύθους σχετικούς με την εξουσία, μύθους που διαρκώς στηρίζονται στο υποσυνείδητο. Δεν υπάρχει παρά μόνο ένας μεγάλος μύθος, συνδεδεμένος με μια μεγάλη πραγματικότητα. Ο μύθος του ανθρώπου, της ελευθερίας του, της δημιουργικής του ενέργειας, της ομοιότητός του με τον Θεό και του κοινωνικού του δεσμού με τους άλλους ανθρώπους, τους πλησίον του.

Χωρίς καμιά αμφιβολία, η αρχή της εξουσίας είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη του κακού. Και αυτό με μια διπλή σημασία. Η εξουσία είναι υποχρεωμένη να αγωνίζεται εναντίον των εκδηλώσεων του κακού. Το έργο αυτό αποτελεί τη δραστηριότητα της. Αλλά ταυτοχρόνως η ίδια διασπείρει το κακό και επαληθεύει η αντίληψη, ότι είναι νέα πηγή του κακού. Έτσι κάνει να ξαναγεννηθή η ανάγκη μιας νέας εξουσίας, για να θέση τέρμα στην κατάσταση αυτή. Στη συνέχεια όμως η νέα εξουσία, που τερμάτισε την κυριαρχία της κακής εξουσίας, γίνεται η ίδια κακή στην ενάσκηση της εξουσίας της και στο διεφθαρμένο αυτό κύκλο δεν μπορεί να ύπαρξη διέξοδος. Η νίκη και η κυριαρχία σημαίνουν πάντα μια διαλεκτική μεταβολή και τη μεταμόρφωση σ' εκείνο, για το οποίο αγωνίσθηκαν εναντίον του αντιπάλου. Αυτό είναι το είδος όλων των επαναστάσεων. Η επανάσταση αγωνίζεται εναντίον της εξουσίας που έγινε κακή και ταυτοχρόνως για να επιβληθή πάνω της. Έτσι μέσα στους κόλπους της, η νίκη εξασφαλίζεται από τις δυνάμεις που είναι πιο ικανές να οργανώσουν αυτήν την εξουσία, δυνάμεις που εξαλείφουν και συχνά εξολοθρεύουν αυτούς που αποδεικνύονται λιγώτερο ικανοί. Οι επαναστάσεις αποκαλύπτουν την ευγένεια της ανθρώπινης ψυχής και φύσεως, μια παθητική αφοσίωση στην ιδέα μιας καλλίτερης ζωής, την ικανότητα της αυταπαρνήσεως, τη λήθη των εγωιστικών ενδιαφερόντων. Αποκαλύπτουν όμως παραλλήλως τη θηριωδία, την αγνωμοσύνη, την καταστροφή των υψηλών πνευματικών αξιών. Τέτοιος είναι ο άνθρωπος μέσα στις αντιφάσεις του.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε σταθερά, πως μέσα στον Χριστιανισμό δεν έχει συμβή αποκάλυψη σχετική με την κοινωνία. Μια τέτοια αποκάλυψη πρέπει να μεταφερθή στην εποχή του Αγίου Πνεύματος, έτσι όπως το έχω γράψει ήδη αρκετές φορές. Γι' αυτό, το είδος όλων των προσπαθειών που απέβλεπαν να δημιουργήσουν μια νέα και καλλίτερη κοινωνία απέβη μέχρι σήμερα τόσο τραγικό.

Το πρόβλημα της κοινωνίας είναι το πρόβλημα των σχέσεων όχι μεταξύ του «εγώ» και του «συ», αλλά μεταξύ του «εγώ» και του «εμείς» και ακόμη του «εμείς» με το «συ». Το «εμείς» όμως παρέμεινε ένα ανώνυμο σύνολο, του οποίου τα «εγώ» και τα «συ» χρησιμοποιούνται χωρίς διάκριση. Το «εμείς» αυτό μέχρι σήμερα ήταν μια αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης υπάρξεως. Η εξουσία του «εμείς» πάνω σ' όλα τα ανθρώπινα «εγώ» δεν σήμαινε καθόλου ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους, οποιαδήποτε κι αν ήταν τα πολιτικά καθεστώτα. Η απελευθέρωση του ανθρώπου βρισκόταν ακόμη στο αρνητικό της στάδιο, και δεν ήταν παρά υπερβολικά σχετική. Επεξετείνετο σ' ωρισμένες μόνο περιορισμένες σφαίρες κι όχι στον όλο άνθρωπο. Έτσι ο φιλελευθερισμός απελευθέρωσε την ανθρώπινη σκέψη, την επιστήμη· τις απελευθέρωσε από την εξωτερική εξουσία της εκκλησιαστικής κυριαρχίας. Αλλά καθόλου δεν απελευθέρωσε τους εκπροσώπου ς της εργασίας από την καμουφλαρισμένη εξουσία του κεφαλαίου. Κι έτσι η απελευθέρωση των εργατών από την εξουσία του κεφαλαίου ωδήγησε στην υποδούλωση της σκέψεως.

Κάθε εξουσία, ειλικρινής ή μη, έχει μέσα της ένα δηλητήριο. Δεν θα επέλθη αληθινή απελευθέρωση παρά μόνον όταν θα ξεπερασθή η ιδέα της κυριαρχικότητος και κατά κάποιον τρόπο θα μπορέση να εφαρμοσθή η νέα κυριαρχικότης που θα προέλθη. Το διαρκές χάος της αυτοκαταφάσεως των λαών παράγει πολέμους. Έτσι πάντα η ανθρωπότης προσπάθησε να εξουσιάση το χάος. Ωνειρευόταν μια παγκόσμια ένωση. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ιδέες. Την παγκόσμια αυτοκρατορία (Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αυτοκρατορία του Καρόλου του Μεγάλου, αυτοκρατορία του Ναπολέοντα). Ένα πλήθος κυριάρχων Εθνών Κρατών που προσπαθεί να επιτύχη ένα πολιτικό καθεστώς ισορροπίας. Μια ομοσπονδία ελευθέρων Κρατών, που εγκατέλειψαν την κυριαρχικότητά τους και είναι έτοιμα να συνενωθούν σ' έναν παγκόσμιο οργανισμό. Δεν πρέπει να τείνουμε σ' αυτή την τελευταία ιδέα, αλλά σε μια ριζική μεταμόρφωση, μια μεταμόρφωση κοινωνική και πνευματική.

 

 

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.