ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Αυτουργία, Κύηση και πρόσωπα- Δοκίμια για την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής
Επιμ . Bruce P. Blackshaw, Daniel Rodger, Nicholas Colgrove
Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη

Το παρόν έργο προσφέρει μία διεπιστημονική προσέγγιση με βάθος γύρω από την ηθική αξία της ανθρώπινης ζωής, τη φύση του εμβρύου, και την ηθική αυτουργία σε σχέση με την εγκυμοσύνη και την έκτρωση. Συνδυάζει φιλοσοφία, ηθική, νομική και θεολογία, δημιουργώντας ένα πολύπλευρο υπόβαθρο για την κατανόηση της ανθρώπινης ζωής και της έννοιας του «προσώπου» από πολλές οπτικές γωνίες. Αυτή η πολυφωνία διαφωτίζει τον αναγνώστη και του επιτρέπει να εξετάσει το ζήτημα πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα.

Επιπλέον, αναλύει την έννοια της προσωπικής αυτουργίας. Η έννοια της αυτουργίας- του δρώντος προσώπου που φέρει ηθική ευθύνη- είναι κεντρική. Το βιβλίο εστιάζει στο πώς η εγκυμοσύνη μεταμορφώνει τη σωματική και ηθική αυτονομία της γυναίκας και εξετάζει το πώς μπορούμε να εννοήσουμε αυτήν την ευθύνη δίχως τιμωρητική διάθεση, αλλά με φιλόσοφη κατανόηση. Ακολούθως, αντιμετωπίζει το έμβρυο ως πρόσωπο, καθώς ένα από τα επίμαχα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή να έχει ηθική αξία- και αν το «έμβρυο» είναι πρόσωπο με δικαιώματα. Οι συγγραφείς επιχειρούν συστηματική ανάλυση αυτών των όρων και παραθέτουν επιχειρήματα υπέρ της ηθικής ισότητας των αγέννητων ανθρώπων.

Παράλληλα, αντιμετωπίζει τις τυχόν εναλλακτικές θεωρήσεις με σεβασμό· δηλαδή δεν πρόκειται για ένα μονομερές έργο υπέρ μιας στάσεως. Πολλά κεφάλαια εμπλέκονται με λεπτότητα και κριτικά με φιλοσοφικά επιχειρήματα περί της έκτρωσης, και επιχειρούν να τα ανασκευάσουν με ορθολογικά μέσα, όχι συναισθηματισμούς.

Σχ. 17Χ24, σελ. 432, Τιμ. 14€.

 

Μαρτυρία διακονίας από την χώρα του Αχωρήτου
Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Μελίτωνος
Τόμος Α΄& Β΄

Η μνημειώδης δίτομη έκδοση του Μητροπολίτου της Μητρός Εκκλησίας κ. Μελίτωνος, ο οποίος την διακονεί επί πεντηκονταετία με αυταπάρνηση και θυσιαστική προσφορά, απαρτίζεται από Ομιλίες, Εισηγήσεις και Κηρύγματα και αποτελεί έναν φόρο τιμής στην κενωτική προσφορά της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στην ανά τον κόσμο μαρτυρία της ορθοδόξου πίστεως και της διαχρονικής πολιτιστικής κληρονομίας των ελληνορθοδόξων αξιών. Μέσα από τις σελίδες του έργου ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι παρά τις αντιξοότητες και τις ιστορικές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκε η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζει να ποτίζει τα νάματα της ευσεβείας, εκτρέφουσα την αμώμητον ορθόδοξη πίστη των επτά Οικουμενικών συνόδων και της Πατερικής παραδόσεως και διατηρούσα άσβεστη την φλόγα της Ορθοδοξίας στους ανά τον κόσμο ορθοδόξους. Την έκδοση προλογίζει ο μακαριστός Γέρων Βασίλειος ο Ιβηρίτης, ο οποίος εκοιμήθη προ της εκδόσεως του έργου. Α΄ Τόμος: Σχ. 17Χ24, Σελ. 648, Τιμ. 20€. Β΄ Τόμος: : Σχ. 17Χ24, Σελ.578, Τιμ. 20€.

 

Α΄ Τόμος: Σχ. 17Χ24, Σελ. 648, Τιμ. 20€.
Β΄ Τόμος: : Σχ. 17Χ24, Σελ.578, Τιμ. 20€.
 

Ησυχασμός, ο πολιτισμός της καρδιάς
Ανδρέα Νανάκη, Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου

Ο ησυχασμός εκφράζει μία πνευματική θεοφάνεια, η οποία προσλαμβάνεται, αποκαλύπτεται και βιώνεται στις κοινωνίες της Μ. Ασίας, των Ορθοδόξων Βαλκανικών λαών και ευρύτερα στην Ανατολική Ευρώπη. Όμως, ο ησυχασμός προϋπήρχε στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, ήδη από την αρχή της ιδρύσεώς της. Η ησυχαστική παράδοση διαμορφώνεται και αναπτύσσεται κατ’ αρχάς στα Ορθόδοξα κέντρα της Ανατολής, μέσα σε μοναστικές κοινότητες σε ερημίτες και αναχωρητές, και διαχέεται στις χριστιανικές κοινότητες. Την δε μονολόγιστη ευχή των ησυχαστών «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τη συναντάμε ήδη από τον 5ο αι., ίσως και προ αυτού. Οι Ορθόδοξοι λαοί με τον ησυχασμό συστοιχίζονται στο μείζον ενοποιητικό γεγονός της πολιτιστικής τους ταυτότητας, που είναι η πίστη τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία και λαξεύουν τις γλωσσικές και τις άλλες εθνοτικές ή εθνικές διαφοροποιητικές τους αντιπαλότητες. Μέσα απ’ αυτήν την ορθόδοξη πνευματική σύγκλιση που διαμόρφωσε ο ησυχασμός δημιουργούνται οι πνευματικές συλλογικότητες, οι οποίες αμύνονται στους εξισλαμισμούς και στους αρνητές της Ορθόδοξης πίστης.

Σχ. 14Χ21, Σελ. 248, Τιμ. 8€.

Σχ. 14Χ21, Σελ. 248, Τιμ. 8€.

 

Λόγοι εις την προσευχήν – «Προσευχή ημών»
Αγίου Γρηγορίου Νύσσης
Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Αρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη (†)

Το παρόν έργο συνιστά μία σειρά πέντε ομιλιών του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, αφιερωμένων στην ερμηνεία της Κυριακής Προσευχής. Σε αντίθεση με άλλα έργα του αγίου Πατρός, τα οποία χαρακτηρίζονται από την αλληγορική ερμηνεία και το φιλοσοφικό βάθος της σκέψης του, οι πέντε αυτές ομιλίες του προσεγγίζουν την ηθική διάσταση της Κυριακής Προσευχής, λειτουργώντας κατ’ ουσίαν ως κατηχήσεις και παροτρύνσεις προς κάθε πιστό. Η παρούσα δ΄ έκδοση του έργου έγινε με νέα στοιχειοθεσία και σχεδίαση.

Σχ.14Χ21, Σελ. 352, Τιμ. 10€.

 

Ευρετήριο στους ερμηνευτές των Ιερών Κανόνων
ΔρΘ Ιωάννη Θεοδωρίδη

Ένα δίτομο ευρετήριο των ονομάτων, όρων και λέξεων που απορρέουν από τα σχόλια στους Κανόνες των μεγάλων κανονολόγων του Βυζαντίου, Ιωάννη Ζωναρά, Θεόδωρου Βαλσαμώνος και Αλεξίου Αριστηνού. Τα σχόλια των ανωτέρω Βυζαντινών κανονολόγων περιέχουν ένα σύνολο πληροφοριών, δια των οποίων εξάγεται ο τρόπος εφαρμογής των ιερών Κανόνων αλλά και πολλές ιστορικές πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα της εποχής των προαναφερθέντων κανονολόγων. Ένα απαραίτητο εγχειρίδιο για τους ερευνητές του κανονικού συνειδότος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Τόμ . Α΄: Σχ. 14Χ21, Σελ. 640, Τιμ. 24€.
Τόμ . Β΄: Σχ. 14Χ21, Σελ. 704, Τιμ. 24€.

Η πύλη του χρόνου και η αποστολή των πέντε- Ένα ταξίδι στο Μεσολόγγι της ελευθερίας
Πηνελόπης Μωραΐτου - εἰκονογράφηση : Πέγκυ Φούρκα

Ένα μοναδικό οδοιπορικό - κατηχητικό βιβλίο για τους μικρούς μας φίλους αφιερωμένο στην ιερά και μαρτυρική πόλη του Μεσολογγίου κατά την διάρκεια της πολύμηνης πολιορκίας της από τα οθωμανικά στρατεύματα και την αυτοθυσία των κατοίκων της, ανδρών γυναικών και παιδιών, οι οποίοι αντλούσαν δύναμη και θάρρος στον υπέρ πάντων αγώνα τους από την πίστη στο Θεό και το όραμα για μία ελεύθερη πατρίδα. Ένα βιβλίο- ύμνος στις αξίες επί των οποίων στηρίχθηκε η θυσιαστική προσφορά όλων των αγωνιστών για την απελευθέρωση της πατρίδος μας από τον οθωμανό δυνάστη στις πιο συγκινητικές στιγμές του αγώνα των «ελεύθερων –πολιορκημένων». Το συνοδευτικό υλικό προς χρήση του κατηχητή για τη διδασκαλία του παρόντος βιβλίου έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Αποστολικής Διακονίας στον τομέα Κατηχήσεως και πρόκειται να εκδοθεί σε έντυπη μορφή στο προσεχές διάστημα.

Σχ. 21Χ29, Σελ. 208, Τιμ. 12€.

 

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ

23 Ἰανουαρίου

†Μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Κλήμεντος, ἐπισκόπου ᾿Αγκύρας καί τοῦ ἁγίου μάρτυρος ᾿Αγαθαγγέλου.

Ἀγαθαγγέλου, Μητροπολίτου Φαναρίου,
Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας- Ἰανουάριος,
Ἀθήνα 2004, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σελ. 277-279.

῾Ο ῞Αγιος ῾Ιερομάρτυς Κλήμης καταγόταν ἀπό τήν ῎Αγκυρα, ἀπό πατέρα ᾿Εθνικό καί μητέρα Χριστιανή, πού ὀνομαζόταν Εὐφροσύνη. Σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ἐκάρη μοναχός καί σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἐχειροτονήθηκε ᾿Επίσκοπος ᾿Αγκύρας.

῾Ο μακάριος ῾Ιερομάρτυς ἐγνώρισε σέ ὅλη του σχεδόν τή ζωή τό μαρτύριο. ῾Υπέστη παντοειδεῖς καί φρικώδεις βασάνους ἐπί αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.) καί αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (285-305 μ.Χ.). Πράγματι, ὁ ἀγώνας του πρός τούς τυράννους ἐκράτησε ἐπί εἴκοσι ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια, χωρίς νά διακόπτεται.

Στή φυλακή τῆς Ρώμης τόν ἐκρέμασαν σέ ἕνα ξύλο καί τοῦ ἐξέσκισαν τό σῶμα μέ σιδερένια νύχια· τόν ἐκτύπησαν μέ πέτρες, τόν ἔδεσαν σέ τροχό πού γυρίζοντας τοῦ συνέτριψε τό σῶμα, τοῦ συνέτριψαν τά σαγόνια καί τοῦ ἔβγαλαν τά δόντια. ῎Ετσι, λοιπόν, ὁ ῾Ιερομάρτυς Κλήμης, ἀφοῦ ἐγνώρισε κάθε μορφή μαρτυρίου, ἀφοῦ ἔλεγξε μέ τούς λόγους του καί τό ἅγιο παράδειγμά του τούς δυσεβεῖς καί ἀφοῦ μέ τήν ὑπομονή καί καρτερία του κατέπληξε καί αὐτούς τούς ᾿Αγγέλους, ἔλαβε τό στέφανο τῆς οὐράνιας δόξας.

῾Ο ῞Αγιος Μάρτυς ᾿Αγαθάγγελος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη. ῞Οταν ὁ ῞Αγιος Κλήμης ἦταν φυλακισμένος στή Ρώμη, πρῶτος ὁ ῞Αγιος ᾿Αγαθάγγελος καί ἔπειτα ἄλλοι, πού ἐπίστεψαν στόν Χριστό, προσῆλθαν στή φυλακή καί τούς ἐβάπτισε. ῞Ολους αὐτούς πού ἐβαπτίσθηκαν ὁ εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας τούς ἀποκεφάλισε. Μόνο ὁ ῞Αγιος ᾿Αγαθάγγελος ἐδραπέτευσε καί ἀνέβηκε κρυφά στό πλοῖο, στό ὁποῖο οἱ στρατιῶτες τοῦ Μαξιμιανοῦ θά ἔβαζαν τόν ῞Αγιο Κλήμεντα, γιά νά τόν στείλουν δέσμιο στή Νικομήδεια. Μόλις μπῆκε στό πλοῖο ὁ ῾Ιερομάρτυς Κλήμης, ὁ ῞Αγιος ᾿Αγαθάγγελος ἔπεσε στά πόδια του. ῾Ο Κλήμης ἐχάρηκε πού εἶδε τόν ᾿Αγαθάγγελο ἐκεῖ καί ἐθεώρησε τόν πόθο του νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό ὡς εὐλογία Θεοῦ.

᾿Επάνω στό πλοῖο καί οἱ δύο ῞Αγιοι ὑπέστησαν φοβερά βασανιστήρια, ὥσπου ἔφθασαν στήν ῎Αγκυρα καί παρεδόθησαν στόν Λούκιο, τόν τοπικό ἄρχοντα. Τά φρικώδη βασανιστήρια ἄρχισαν. Τούς ἐκρέμασαν σέ ξύλο, τούς ἔκαψαν μέ ἀναμμένες λαμπάδες τά πλευρά, τούς ἐτρύπησαν μέ πυρακτωμένα σουβλιά τά χέρια ἀνάμεσα στά δάκτυλα, τούς ἔριξαν σέ ἀσβέστη ἐπί δύο μέρες, τούς ἐκτύπησαν μέ ράβδους, ἔμπηξαν στή γῆ ἀκόντια μέ τίς αἰχμές πρός τά ἄνω καί τούς ἐξάπλωσαν ἐπάνω στίς αἰχμές, μέ ἀποτέλεσμα νά κατατρυπηθοῦν τά σώματά τους καί νά τούς προκληθοῦν ἀφόρητοι πόνοι. ᾿Ιδιαίτερα τοῦ ῾Αγίου ᾿Αγαθαγγέλου περιέλουσαν τό κεφάλι μέ λιωμένο μολύβι. Στή συνέχεια τούς ἔδεσαν στό λαιμό μυλόπετρες καί τούς ἔσυραν στούς δρόμους τῆς πόλεως.

῞Υστερα ἀπό ἐντολή τοῦ Λουκίου καί οἱ δύο ῞Αγιοι ἀποκεφαλίσθηκαν. Μαζί τους ἀποκεφαλίσθηκαν καί οἱ ὑπόλοιποι ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά πού εἶχαν πιστέψει στόν Χριστό.

῾Η Σύναξή τους ἐτελεῖτο στό Μαρτύριο, τό ὁποῖο βρίσκεται στήν περιοχή Εὐδοξίου, πέραν τοῦ ᾿Ανάπλου, καί στήν ἐκκλησία τῆς ῾Αγίας Εἰρήνης, τῆς παλαιᾶς καί τῆς νέας.

Ναό τοῦ ῾Αγίου Κλήμεντος ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β΄(976-1025 μ.Χ.) στά ἀνάκτορα, ἐντός τοῦ ὁποίου ἐφυλασσόταν κάρα τοῦ ῾Αγίου μέ ἄλλα ἱερά λείψανα. ᾿Από τίς ἀρχές τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. σύναξη τῶν ῾Αγίων ἄρχισε νά τελεῖται στή μονή τοῦ Πατριάρχου Εὐθυμίου (907-912 μ.Χ.), πού βρισκόταν στήν περιοχή τῶν ῾Υψωμαθείων Κωνσταντινουπόλεως, στήν ὁποία, τό ἔτος 907 μ.Χ., ὁ Μητροπολίτης ᾿Αγκύρας Γαβριήλ ἐδώρησε τό ὠμοφόριο τοῦ ῾Αγίου Κλήμεντος καί λείψανα τοῦ ῾Αγίου ᾿Αγαθαγγέλου.

25 Ἰανουαρίου

†Μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἠμῶν Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Θεολόγου

Ἀγαθαγγέλου, Μητροπολίτου Φαναρίου,
Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας- Ἰανουάριος,
Ἀθήνα 2004, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σελ. 300-307.

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364-378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπό τόν Πόντο καί ἐγεννήθηκε σέ ἕνα μικρό χωριό τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, πού λεγόταν ᾿Αριανζός, τό 330 μ.Χ. Ναζιανζηνός ὀνομάσθηκε, ἐπειδή ἔζησε τόν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στή Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καί τό πατρικό του σπίτι. ῾Ο πατέρας του, ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ᾿Επίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρίν γίνει ᾿Επίσκοπος ἕνας πολύ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στό δημόσιο βίο καί ἀνῆκε σέ μιά ἰουδαιο-ἐθνική αἵρεση πού λεγόταν τῶν «῾Υψισταρίων». ῾Η μητέρα του, ῾Αγία Νόννα, ἦταν ᾿Ορθόδοξη. ῾Η εὐσέβεια καί ἀρετή της ἐπηρέασαν τό σύζυγό της καί τόν ἔκαναν νά μεταστραφεῖ στήν ἀληθινή πίστη.

Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καί Νόννα, δέν εἶχαν παιδιά καί ἱκέτευαν τόν Θεό νά χαρίσει σέ αὐτούς τή χαρά τῆς τεκνοποιΐας. Καί πράγματι ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καί Νόννα ἐγέννησε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο, τόν ὁποῖο πρίν ἀκόμη αὐτός γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ νά τόν ἀφιερώσει στόν Θεό. Πολλές φορές ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος παραβάλλει τούς γονεῖς του μέ τόν ᾿Αβραάμ καί τή Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σέ μεγάλη λικία ἀπέκτησαν τόν ᾿Ισαάκ.

Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νά μορφώσουν καί νά ἐμφυσήσουν στόν πρωτότοκο υἱό τους τήν ἀγάπη πρός τά γράμματα καί τή χριστιανική πίστη. ᾿Από τήν παιδική λικία ἐνέπνευσαν σέ αὐτόν ἔντονη καί βαθιά θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτός ἀπό εὐσέβεια καί πνευματικότητα ὑποσχέθηκε στόν ἑαυτό του νά ζήσει μέ ἁγνεία καί παρθενία.

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος, χάρη στή δυνατότητα πού εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρές σπουδές. ᾿Εσπούδασε σέ ὅλα τά τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ· τή Ναζιανζό, τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τήν ᾿Αντιόχεια, τήν ᾿Αλεξάνδρεια, τήν ᾿Αθήνα. ῾Η Κωνσταντινούπολη δέν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καί ἡ Ρώμη τότε δέν εἶχε κάτι τό ἀξιόλογο γιά τούς ῞Ελληνες. Στίς πόλεις αὐτές ἐμελέτησε τίς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καί ἄκουσε τούς σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ τῶν ὁποίων τόν Δίδυμο τόν Τυφλό, πού τότε διηύθυνε τή θεολογική σχολή τῆς ᾿Αλεξάνδρειας, καί τούς φιλόσοφους Θεσπέσιο στήν Καισάρεια καί ῾Ιμέριο καί Προαιρέσιο στήν ᾿Αθήνα. Γιά τόν Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ὅτι ἦταν Χριστιανός.

Οἱ σπουδές δέν ἔκαναν τόν ῞Αγιο νά ἐπαρθεῖ. ᾿Αντίθετα, κατάλαβε ὅλη τή ματαιότητα τοῦ κόσμου καί τῆς σοφίας του. ῎Ενιωσε, ὅτι ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστά στή γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἴδιος ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος παραλληλίζει τόν ἑαυτό του μέ τόν Σαούλ πού ἔτρεχε χωρίς νά ξέρει. Αὐτό πού τελικά βρῆκε κατά τή διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». ῾Ο τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀναφέρει τό γεγονός τῆς φιλίας του μέ τόν ῞Αγιο Βασίλειο, ᾿Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὕρημα καί ἀπό ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.

῞Οταν ἐτελείωσε τίς σπουδές του ὁ ῞Αγιος ἦταν ὥριμος ἄνδρας σέ λικία 30 ἐτῶν. ῞Ομως δέν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καί ἀγωνιοῦσε νά μήν ἀποθάνει, πρίν ἐπιστρέψει στόν πατέρα του καί βαπτισθεῖ. Γι' αὐτό καί ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε ἀπό τήν ᾿Αλεξάνδρεια στήν ᾿Αθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, ἐφοβήθηκε πολύ καί παρεκάλεσε νά τόν ἐλεήσει ὁ Θεός, νά βοηθήσει νά μήν πνιγεῖ, γιά νά ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.

Τό βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τό ἐπακολούθησε συνειδητός πνευματικός ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. ᾿Αγώνας γιά τήν κάθαρση, τήν πνευματική πρόοδο, τή θέωση. Μαζί μέ τόν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καί ὁμόψυχό του ῞Αγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στόν Πόντο καί παρεδόθησαν κυριολεκτικά στήν προσευχή καί τήν ἄσκηση. ῾Ο ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπό ᾿Εκεῖνον πού θέλει νά γινόμαστε βιαστές τῆς βασιλείας Του. ᾿Αξιώθηκαν καί οἱ δύο μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιά τίς πνευματικές του ἐμπειρίες καί τά οὐράνια χαρίσματα πού Χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐχάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτές πρέπει νά ἦσαν πολύ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτά πού ἔβλεπε μέ αὐτά τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καί τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, πού «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τόν Κύριο τῆς Δόξας καί ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί εἶδε τά ἄρρητα ρήματα, τή δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γρήγορα ὁ Θεός ἐκάλεσε τόν Γρηγόριο στή διακονία Του. Τά τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στή Ναζιανζό. ῾Ο Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπό βοηθό καί συνεργάτη στή «νυκτομαχία», ὅπως ἐχαρακτήριζε τήν ἱερωσύνη, θέλησε νά τόν χειροτονήσει πρεσβύτερο, ἐπειδή ἔβλεπε στό πρόσωπό του ὄχι μόνο τόν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλά καί τό ζηλωτή γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργό τοῦ Κυρίου. ῾Ο Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τήν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τό βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα καί πνευματικός πατέρας), πού ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νά εὐλαβεῖται. ῎Εκανε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Γέροντος ᾿Επισκόπου καί ἐχειροτονήθηκε. ᾿Αμέσως μετά τή χειροτονία του ἐζήτησε ἀνακούφιση στή μόνωση καί τήν προσευχή. ᾿Αποσύρθηκε λοιπόν στό ἐρημητήριό του, στή γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καί βρῆκε τή γαλήνη καί τήν πορεία του. Καί ἐπέστρεψε μέ εἰρήνη στήν καρδιά νά ἀναλάβει τό πνευματικό του ἔργο, πού τό ἄρχισε μέ τόν περίφημο θεολογικό λόγο περί τοῦ Πάσχα καί τή δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.

Διακονοῦσε μέ ἱερό ζῆλο στό πλευρό τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τόν ἐξέλεξε ᾿Επίσκοπο τῆς μικρᾶς πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ἦταν νά περιφρουρήσει τή δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του ᾿Εκκλησίας ἀπό τίς διεκδικήσεις ἑνός νέου Μητροπολίτου, τοῦ Τυάνων ᾿Ανθίμου. Τό γεγονός αὐτό ἔθλιψε ἀκόμη πιό πολύ τόν Γρηγόριο. ᾿Αντέδρασε. ᾿Εξέφρασε τήν πικρία του. Τελικά ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλά δέν πῆγε ποτέ στά Σάσιμα. ῞Ενα χρονικό διάστημα ἔμεινε στή Ναζιανζό, ὡς βοηθός τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στήν παράκλησή του. Καί ὅταν ἐκεῖνος ἐκοιμήθηκε, τό 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νά ποιμαίνει τήν ᾿Εκκλησία τῶν Ναζιανζηνῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρίς νά παύσει νά τούς παρακαλεῖ νά ἐκλέξουν καί νά χειροτονήσουν τόν κανονικό τους ᾿Επίσκοπο. Καί ἐπειδή αὐτό ἀργοῦσε, στενοχωρημένος ἐγκατέλειψε τήν πόλη καί κατέφυγε στή Σελεύκεια τῆς ᾿Ισαυρίας, ὅπου, κοντά στό ναό τῆς ῾Αγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τήν εἰρήνη καί τήν ἡσυχία στήν προσευχή καί ἔμεινε ἐκεῖ ἐπί πέντε σχεδόν ἔτη μελετώντας καί συγγράφοντας.

Τήν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ ὀλίγοι Χριστιανοί τόν ἐκάλεσαν στήν Κωνσταντινούπολη νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στήν Πόλη δέσποζαν οἱ ᾿Αρειανοί. ῏Ηταν τόση διάδοση καί ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος δέν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσιο στά χέρια τῶν ᾿Ορθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νά λειτουργεῖ καί νά κηρύττει σέ ἕνα σπίτι πού ὁ ἴδιος διεμόρφωσε σέ ναό καί τό ὀνόμασε ῾Αγία ᾿Αναστασία, δηλαδή τῆς ᾿Αναστάσεως τῆς ᾿Ορθοδοξίας.

᾿Εκεῖ ὁ ῞Αγιος ἐξεφώνησε τά περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. ῾Η ἐπίδρασή τους καί ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ ᾿Αρειανοί φανατικοί πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν ἐξολοθρεύσουν. Τόν ὕβρισαν. Τόν ἐκακολόγησαν. Τόν ἐκτύπησαν. Τόν ἐγρονθοκόπησαν. Τόν ἐλιθοβόλησαν. ῎Εβαλαν μάλιστα καί κάποιον νά τόν φονεύσει. Καί θά τόν ἐσκότωνε. ᾿Αλλά νικημένος ἀπό τήν ἁγιωσύνη τῆς πραότητός του ὁμολόγησε στόν ἴδιο τήν ἀλήθεια τή στιγμή πού εἶχε πάει νά τόν σφάξει.

Μέ ὅπλο τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τή μάχαιρα τοῦ πνεύματος, ἐνικοῦσε τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως σάν τόν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ ᾿Αρειανοί ὅλο καί ὀλιγόστευαν. ῾Ο ῞Αγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπό τό ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τόν κατέστησε τό ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καί τόν ἐνθρόνισε στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. ῞Ομως οἱ ᾿Ορθόδοξοι ᾿Επίσκοποι δέν εἶχαν ὅλοι τήν ὀρθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι ἀπό φθόνο ἐκάκιζαν τόν ῞Αγιο, διότι δέν ἐπίεζε τό βασιλέα νά ἀφαιρέσει τίς ἐκκλησίες ἀπό τούς αἱρετικούς καί νά τούς ἀπαγορεύσει νά τελοῦν τή λατρεία τους. Σέ ἀπάντηση ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ἐτόνιζε, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀνάγκη τίς λόγχες τοῦ Καίσαρος καί ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετή σάν ὅπλο ἀλήθεια. Καί πράγματι, ἀλήθεια ἐνίκησε.

Τό ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Πρόεδρός της ἦταν ὁ ῞Αγιος Μελέτιος ᾿Αντιοχείας. Αὐτή Οἰκουμενική Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατεδίκασε τούς ᾿Αρειανούς καί τούς Πνευματομάχους – Εὐνομιανούς καί συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τό διεμόρφωσε στή σημερινή του μορφή. ῎Ετσι ἔλαμψε δόξα τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ᾿Ακόμη Σύνοδος κατεδίκασε τόν ᾿Απολλιναρισμό, πού διαιροῦσε τόν ἄνθρωπο σέ τρία μέρη (σῶμα, ψυχή καί νοῦ) καί ἐδίδασκε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τόν Χριστό ἀτελή καί ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. ῎Ετσι ὅμως κατέστρεφε τό σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Κυρίου καί τήν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετί πού δέν προσλαμβάνεται ὑπό τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καί ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος κατεδίκασε τόν ἀπόλυτο προορισμό, τόν ὁποῖο ἐδίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καί ὁ Λούθηρος καί ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀνεγνώρισε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο ὡς κανονικό ᾿Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

῾Ο Πρόεδρος τῆς Συνόδου ῞Αγιος Μελέτιος ἐκοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε Σύνοδος. ῾Η Σύνοδος τόν ἐτίμησε ὡς ᾿Απόστολο. ῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρό ἐπικήδειο λόγο πού ἄρχιζε μέ τά λόγια· «ηὔξησεν μῖν τόν ἀριθμόν τῶν ᾿Αποστόλων». Διάδοχός του στήν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. ᾿Αλλά μετά ἀπό λίγο τό κλίμα ἄλλαξε. ῎Εφθασε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά συμμετάσχει στή Σύνοδο, ὁ Πέτρος Β΄, ὁ Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας μέ τούς Αἰγύπτιους καί Μακεδόνες ᾿Επισκόπους. Αὐτοί εἶχαν πάρει ἤδη θέση ἐχθρική ἔναντι τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου. Δέν τόν ἀνεγνώριζαν ὡς κανονικό ᾿Αρχιεπίσκοπο, ἐπειδή τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπό τά Σάσιμα. Καί εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικά καί παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τόν Μάξιμο τόν Κυνικό, πού ἦταν μέν ᾿Ορθόδοξος ἀλλά ἔμεινε στήν ἱστορία σάν ἕνα αἰνιγματικό πρόσωπο. ῾Ο Πέτρος ἔθεσε στή Σύνοδο τό θέμα τῆς κανονικότητος. ῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τή δύναμη νά συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρός τήν ὑποστήριξη τῶν ᾿Επισκόπων εἶχε καί τή συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορος, ἀηδίασε καί παραιτήθηκε μέ τοῦτα τά λόγια· «Δέν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτου ᾿Ιωνᾶ. ῎Αν ἐγώ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στήν ᾿Εκκλησία ρίχνω τόν ἑαυτό μου στή θάλασσα». Εὐθύς μετά τήν παραίτησή του ἐλειτούργησε στόν καθεδρικό ναό τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιά νά ἀποχαιρετίσει τό ποίμνιό του. Καί ἔφυγε χωρίς νά περιμένει νά λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. ᾿Επέστρεψε στή Ναζιανζό καί γιά λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιά νά γαληνεύσει.

῾Ο ῞Αγιος, σέ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νά κάνει μιά σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντός τῆς ᾿Εκκλησίας μέ τά ὅσα συμβαίνουν ἐκτός αὐτῆς. ῎Ετσι λέγει, πρέπει νά ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τήν ὕπαρξη ἑνότητος στούς κοσμικούς ὀργανισμούς, στίς πόλεις, στούς οἴκους, στό στράτευμα, καί ὅμως νά ἀπουσιάζει ἀπό τόν κατ ἐξοχήν κήρυκα καί θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τήν ᾿Εκκλησία καί τούς πιστούς της.

Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δέν ἐσήμαινε ὅτι θά ἔπαυε νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἐπίτευξη ἑνότητος καί γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στήν ᾿Εκκλησία, γιά τά δύο αὐτά ὑπέρτατα ἀγαθά.

Τό ἔτος 383 μ.Χ. ὑγεία του ὑπέστη σοβαρό κλονισμό. ᾿Επρότεινε ὡς ᾿Επίσκοπο τόν πρεσβύτερο Εὐλάλιο καί ἀποσύρθηκε ὁριστικά στήν ἡσυχία τῆς ᾿Αριανζοῦ, ὅπου καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 390 μ.Χ. ῾Η Σύναξη τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στήν ἁγιότατη Μεγάλη ᾿Εκκλησία καί στό μαρτυρικό ναό τῆς ῾Αγίας ᾿Αναστασίας, ὁποία βρίσκεται στήν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας πού ὀνομάζεται Δομνίνου, καθώς ἐπίσης καί στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τό ἱερό λείψανο τοῦ ῾Αγίου, ὅταν τό μετέφερε ἀπό τή Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας στήν Κωνσταντινούπολη. Κατά τήν δευτέρα μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιά νά ἐκκλησιασθοῦν, στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καί εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου.

Τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς ὀλίγα. Δέν ἔχουν τήν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρά ταῦτα ἔχουν βάθος καί δύναμη περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλου. Τά ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε μεγαλύτερη πηγή τῶν δογμάτων. Γι' αὐτό ἔγινε καί ὁ κατ' ἐξοχήν θεολόγος τῆς ᾿Εκκλησίας καί πηγή τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

ΑΡΘΡΟ

 

Τά πρόσωπα τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν

π. Γεωργίου Γανωτή

Ἡ αἰτία γιά τήν εἰσαγωγή τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στήν Ἐκκλησία εἶναι τό ἑξῆς γεγονός: Κατά τούς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στή βασιλική ἐξουσία τόν Βοτανειάτη, ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σέ λόγιους καί ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τόν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καί ὑπέροχη φυσιογνωμία, ἀφοῦ μέ τίς ὁμιλίες του ἐρεύνησε σέ βάθος τή φύση τῶν ὄντων, μέ τίς ἀρετές του ἁμιλλοῦνταν μέ τούς ἀγγέλους, δέν συγχωροῦσε πρόχειρα καί εὔκολα τούς ἁμαρτάνοντες καί ἀφοῦ κατά τό ἦθος ἦταν σοβαρός καί δέν εἶχε τίποτε τό γήνινο. Τόν θεῖο Χρυσόστομο τόν ὑποβίβαζαν, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι, σέ ἀντίθεση πρός τόν Μέγα Βασίλειο, συγχωροῦσε τούς ἁμαρτάνοντες εὔκολα, χωρίς τόν ἐπιβαλλόμενο ἔλεγχο.

Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλά τόν θεῖο Χρυσόστομο καί τόν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο μέ τήν αἰτιολογία, ὅτι ἦταν πιό συγκαταβατικός στίς διδασκαλίες του, ὅτι μέ τήν ὡραία καί σαφή διατύπωση τῶν νοημάτων καί σκέψεών του καθοδηγοῦσε ἀποτελεσματικά τούς ἀνθρώπους καί τούς προσέλκυε στή μετάνοια, ὅτι εἶχε συγγράψει πλῆθος μελίρρυτους λόγους καί ὅτι διακρινόταν γιά τή ρητορική του δεινότητα.

Καί, τέλος, ἄλλοι προκείμενοι στό Γρηγόριο τό Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτόν ἀνώτερο ἀπό τούς δύο ἄλλους, δηλαδή ἀπό τόν Βασίλειο καί τόν Χρυσόστομο. Καί τοῦτο, γιατί, ὅπως ἔλεγαν, μέ τήν κομψή καί ποικιλμένη φράση του, τούς βαθυστόχαστους λόγους του καί τό γοητευτικό καί πλούσιο λεξιλόγιό του ὑπερέβη ὅλους τούς ξακουστούς γιά τήν ἑλληνική παιδεία καί φιλοσοφική συγκρότηση καί ὅλους τούς διακρινόμενους γιά τήν ἐκκλησιαστική παιδεία καί θεολογική κατάρτιση.

Ἡ φιλονικία αὐτή εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά διαιρεθοῦν τά πλήθη τῶν χριστιανῶν καί ἄλλοι ὀνομάζονταν Ἰωαννίτες, ἄλλοι Βασιλεῖτες καί ἄλλοι Γρηγορίτες.

Γύρω λοιπόν ἀπό τά ὀνόματα αὐτά συνεχιζόταν ἡ φιλονικία καί κάθε ὁμάδα ἔμενε σταθερή στή θέση της. Μετά ἀπό χρόνια ὅμως ἐμφανίστηκαν οἱ μέγιστοι αὐτοί Ἱεράρχες, πρῶτα καθένας χωριστά καί στή συνέχεια καί οἱ τρεῖς μαζί, στόν Ἰωάννη, τόν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Εὐχαΐτων, κάποια ὥρα πού ἑρμήνευε ἱερά κείμενα. Ὁ Ἰωάννης εἶχε μεγάλη θεολογική κατάρτιση, ἀλλά καί γνώση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ὅπως φαίνεται ἀπό τά συγγράμματά του. Εἶχε φτάσει, ἐπίσης, στό ἄκρο τῆς ἠθικῆς τελειότητας. Ἐμφανίστηκαν, λέγω, στόν Ἰωάννη – καί ἐμφανίστηκαν στ’ ἀλήθεια, ὄχι σέ ὄνειρο – καί τοῦ εἶπαν: “Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑπάρχει καμιά ἀντίθεση οὔτε ἀντιδικία ἀνάμεσά μας. Ὅμως, κάτω ἀπό τίς ἰδιαίτερες χρονικές συγκυρίες καί περιστάσεις πού βρέθηκε καθένας μας, κινούμενοι καί καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σέ συγγράμματα, καί μέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες πού βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους νά βροῦν τό δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τίς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στίς ὁποῖες μπορέσαμε νά διεισδύσουμε μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τίς συμπεριλάβαμε σέ συγγράμματα πού ἐκδώσαμε. Καί ἀνάμεσά μας δέν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος οὔτε δεύτερος· ἀλλά, ἄν εἰπεῖς τόν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καί οἱ δύο ἄλλοι. Σήκω λοιπόν καί δῶσε ἐντολή στούς φιλονικοῦντες νά σταματήσουν τίς ἔριδες καί νά παύσουν νά χωρίζονται γιά ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καί στήν ἐπίγεια ζωή πού ἤμασταν καί στήν οὐράνια πού μεταβήκαμε, φροντίζαμε καί φροντίζουμε νά εἰρηνεύουμε καί νά ὁδηγοῦμε σέ ὁμόνοια τόν κόσμο. Καί ὅρισε μία ἡμέρα νά ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη μας· καί, καθώς εἶναι χρέος σου, νά ἐνεργήσεις νά εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτή στήν Ἐκκλησία καί νά συνταχθεῖ ἡ ἱερή ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου· νά παραδώσεις στίς μελλοντικές γενιές ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιά τό Θεό. Βεβαίως καί ἐμεῖς θά συμπράξουμε γιά τή σωτηρία ἐκείνων πού θά ἑορτάζουν τή μνήμη μας, γιατί νομίζουμε πώς ἔχουμε καί ἐμεῖς κάποια παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ”. Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶπαν τά λόγια αὐτά, φάνηκαν ὅτι πέταξαν πρός τόν οὐρανό, καταλαμπόμενοι ἀπό ἕνα φῶς ὑπερκόσμιο καί καλώντας ὀνομαστικά ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Ὕστερα ἀπό τό θαυμαστό αὐτό γεγονός, ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἄνδρας, ὁ ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης, σηκώθηκε καί ἔκαμε ὅ,τι τοῦ εἰσηγήθηκαν οἱ Ἅγιοι. Ἐπέβαλε δηλαδή τήν ἠρεμία καί τή γαλήνη καί στό πλῆθος καί στούς φιλονικοῦντες λογίους καί ἐνάρετους ἄνδρες (καί αὐτό ἔγινε εὔκολα, γιατί ἦταν ξακουστός γιά τήν ἀρετή του καί τόν σέβονταν) καί εἰσήγαγε στήν Ἐκκλησία τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὥστε νά ἑορτάζονται ἀπό κοινοῦ καί νά δοξάζεται ὁ Θεός.

Καί τώρα πρόσεξε τή σύνεση τοῦ ἀνδρός: Ἐπειδή βρῆκε ὅτι μέσα στόν Ἰανουάριο μήνα ὑπῆρχαν ἑορτές καί γιά τούς τρεῖς αὐτούς Ἁγίους, στή 1 Ἰανουαρίου γιά τό Μέγα Βασίλειο, στίς 25 γιά τόν θεῖο Γρηγόριο καί στίς 27 γιά τόν θεῖο Χρυσόστομο, τούς ἕνωσε καί σέ μιά κοινή ἑορτή, στίς 30 Ἰανουαρίου, τήν ὁποία καί στόλισε μέ κανόνες καί τροπάρια καί λόγους ἐγκωμιαστικούς, ὅπως τούς ταίριαζε. Καί, καθώς νομίζω, τά ἄσματα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς τά συνέθεσε ὁ Ἰωάννης κατά νεύση καί φωτισμό τῶν τριῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, καί ἔτσι ὄχι μόνον δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ἀπό παρόμοια πού ἔχουν σκοπό τόν ἔπαινο Ἁγίων, ἀλλά εἶναι ἀνώτερα ἀπό ὅλα αὐτά· καί θά εἶναι καί ἀνώτερα ἀπό ὅσα μελλοντικά θά συνταχθοῦν.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς πρός τή σωματική διάπλαση καί τή μορφή τοῦ προσώπου εἶχαν τά ἑξῆς χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

Καί ἀρχίζουμε ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο: Ὁ θεῖος αὐτός ἱεράρχης ἦταν πολύ μικρόσωμος, εἶχε ὅμως μεγάλο κεφάλι αἰωρούμενο στούς ὤμους του· ἦταν ὑπερβολικά λεπτόσαρκος· εἶχε μακριά μύτη καί πλατιά ρουθούνια· ἦταν πολύ ὠχρός καί λευκός μαζί· εἶχε βαθουλωτές τίς κόγχες τῶν ματιῶν καί μεγάλους τούς βολβούς, καί ἐξαιτίας αὐτοῦ συνέβαινε νά παρουσιάζει μέ τά μάτια του πιό χαρούμενη ὄψη, ἄν καί μέ τά ὑπόλοιπα χαρακτηριστικά του φανέρωνε ἄτομο βασανισμένο· τό μέτωπό του ἦταν μεγάλο, χωρίς τρίχες καί χαραγμένο μέ πολλές ρυτίδες· εἶχε μεγάλα αὐτιά, γένια μικρά, πολύ ἀραιά καί λευκά καί, τέλος, τά σαγόνια βαθουλωμένα στό ἔπακρο ἐξαιτίας τῆς νηστείας.

Τόσο ἀκόμη γι’ αὐτόν εἶναι ἀνάγκη νά ποῦμε: Μέ τούς λόγους του καί τή ρητορική του δεινότητα καί ἰδιαίτερα μέ τό πλάτος καί τό βάθος τῶν νοημάτων καί μέ τή σαφήνεια καί κομψότητα τῆς ἐκφράσεως ὑπερέβαλε ὅλους τούς σοφούς καί ρήτορες τῶν Ἑλλήνων. Διασαφήνισε καί ἑρμήνευσε τόσο τέλεια τήν Ἁγία Γραφή ὅσο κανένας ἄλλος· καί, ἔτσι, συνέβαλε τόσο πολύ στό εὐαγγελικό κήρυγμα, ὥστε, ἄν δέν ἐμφανιζόταν αὐτός ὁ Ἅγιος – ἄν καί εἶναι τολμηρό νά πεῖ κανείς κάτι τέτοιο, – ἔπρεπε νά κατέβει στή γῆ γιά δεύτερη φορά ὁ Χριστός καί νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιό Του στούς ἀνθρώπους. Καί, τέλος, ὡς πρός τήν ἀρετή, καί στήν πράξη καί στή θεωρία, ἔφτασε σέ τόσον ὕψος, ὥστε ὑπερέβαλε τούς πάντες πέρα ὥς πέρα, καί χρημάτισε πηγή ἐλεημοσύνης καί ἀγάπης, ὄντας ἀξιοζήλευτο ὑπόδειγμα στή φιλαδελφία καί διδασκαλία.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἔζησε ἑξήντα τρία ἔτη (354-407 μ.Χ.) καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπί ἕξι ἔτη ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Συνεχίζουμε μέ τόν Μέγα Βασίλειο: Ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος εἶχε ὑψηλό ἀνάστημα καί εὐθυτενή κορμοστασιά· ἦταν ξερακιανός καί λιπόσαρκος· ἡ μύτη του ἦταν ἐπιμήκης καί τά φρύδια του καμπύλα· τό δέρμα τοῦ μετώπου του, πάνω ἀπό τά φρύδια, ἦταν ζαρωμένο· ἔμοιαζε μέ ἄνθρωπο παραδομένο στίς μέριμνες καί στίς στοχαστικές σκέψεις· τό μέτωπό του εἶχε λίγες ρυτίδες· τά μάγουλά του ἦταν ἐπιμήκη καί οἱ κρόταφοί του βαθουλοί· τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ του ἦταν λιγοστά καί κοντά· εἶχε ἀρκετά ἐπιμήκη γενειάδα καί, τέλος, τά μαλλιά καί τά γένια του ἦταν γκριζωπά.

Ὁ ἅγιος αὐτός Πατήρ στούς λόγους του ὑπῆρξε ἀνώτερος ὄχι μόνο ἀπό τούς σύγχρονούς του σοφούς καί πεπαιδευμένους, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς παλαιούς. Σπούδασε ὅλες τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του καί ἔκαμε κτῆμα του ὁλόκληρο τό πλάτος καί βάθος τοῦ περιεχομένου καθεμιᾶς ξεχωριστά. Καί ὄχι λιγότερο ἄσκησε τήν διά πράξεως φιλοσοφία καί μέσω αὐτῆς προχώρησε στή θεωρία τῶν ὄντων. Μόλις συμπλήρωσε τά σαράντα πέντε του χρόνια ἀνῆλθε στό θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία ἐπί πέντε ἔτη.

Καί τελειώνουμε μέ τόν Γρηγόριο: Ὁ θεῖος αὐτός Πατήρ, ὡς πρός τό σῶμα γενικά, εἶχε μέτριο ἀνάστημα· εἶχε λιγάκι ὠχρό, ἀλλά χαρούμενο πρόσωπο· ἡ μύτη του ἦταν πλατιά μέ προεξέχοντα τά ρουθούνια· τά φρύδια του ἦταν ἴσια· τό βλέμμα του ἦταν ἥμερο καί γλυκύ· τό ἕνα του μάτι, τό δεξιό, φαινόταν κάπως σκυθρωπό ἐξαιτίας τῆς οὐλῆς πού τοῦ εἶχε ἀφήσει κάποιος τραυματισμός στή γωνία τῶν βλεφάρων· τά γένια του δέν ἦταν μακριά, ἦταν ὅμως πολύ πυκνά· ἦταν ἀρκετά φαλακρός καί οἱ τρίχες του ἦταν λευκές καί, τέλος, τά ἄκρα τῆς γενειάδας του φαίνονταν σάν περικαπνισμένα.

Ἀλλά ἀξίζει νά ποῦμε καί τό ἑξῆς γι’ αὐτόν: Ἄν ἔπρεπε νά ἀπαρτιστεῖ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μιά ὁλοκληρωμένη εἰκόνα καί στήλη φωτεινή, συναποτελούμενη ἀπό ὅλες τίς ἐπιμέρους ἀρετές, αὐτό ἀκριβῶς ἦταν ὁ μέγας Γρηγόριος. Καί πραγματικά, μέ τή λαμπρότητα του βίου του ἀναδείχτηκε ὑπέρτερος ἀπό ὅλους ἐκείνους πού εὐδοκίμησαν στήν ἀρετή. Ἐπίσης ἔφτασε σέ τόσον ὕψος θεολογικοῦ στοχασμοῦ, ὥστε ὅλοι νά εἶναι ὑποδεέστεροι ἀπό αὐτόν στή σοφία, καί σ’ ἐκείνην πού διαπιστώνεται στούς καλλιεπεῖς καί βαθυστόχαστους λόγους του καί σ’ ἐκείνην πού διαπιστώνεται στόν τρόπο καί στήν εὐστοχία μέ τήν ὁποία ὁ Ἅγιος διατυπώνει τά δόγματα, καί εἰδικότερα τό περί Θεοῦ δόγμα, γεγονός πού συνετέλεσε νά τοῦ δοθεῖ ἡ ἐπίζηλη προσωνυμία Θεολόγος.

Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς πατριάρχης, ἐπί δώδεκα χρόνια. Ἔζησε περισσότερα ἀπό ὀγδόντα χρόνια.

Δάσκαλοι καί σπουδές

Οἱ Σχολές, τά χρόνια πού ὁ Γρηγόριος ἔφτασε στήν Ἀθήνα, βρίσκονταν οἱ περισσότερες κάτω ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο, κοντά στό ναό τοῦ Ἡφαίστου (Θησεῖο), ἀπέναντι ἀπό τό στοά τοῦ Ἀττάλου. Ἐκεῖ, μέσα κι ἔξω ἀπό τίς Σχολές, μαζεύονταν καθημερινά οἱ φοιτητές σέ ὁμάδες. Ἡ κάθε μία γιά τό δικό της δάσκαλο ἤ τούς δασκάλους. Ὁ Γρηγόριος παρακολούθησε τά μαθήματα τοῦ πιό φημισμένου τότε ρήτορα, τοῦ Προαιρεσίου. Τύχαινε μάλιστα ὁ Προαιρέσιος νά ἦταν καί χριστιανός. Ὅλοι τόν θεωροῦσαν ὡς τόν καλύτερο σοφιστή τῆς ἐποχῆς. Ὅταν μάλιστα δίδαξε γιά λίγο στή Ρώμη, ἐντυπωσίασε τόσο πολύ, πού τοῦ ἔφτιαξαν ἄγαλμα. Ἐντυπωσίαζε ἰδιαίτερα, γιατί εἶχε ταλέντο αὐτοσχεδιασμοῦ. Μεγάλο τότε σοφιστή θεωροῦσαν ἐκεῖνον, πού ἄκουγε ἀπό ἕναν ἀκροατή τό θέμα καί ἄρχιζε ἀμέσως νά τό ἀναπτύσσει. Καί ὁ Προαιρέσιος σ’ αὐτό ἦταν δεξιοτέχνης, κυριολεκτικά ἰδιοφυΐα.

Ὁ Γρηγόριος ἄκουσε καί ἄλλους δασκάλους. Τόν Ἱμέριο καί πιθανότατα καί τόν Πρίσκο, πού ἦταν καί οἱ δύο ἐθνικοί, ἄξιοι καί φημισμένοι ἐπίσης.

Ἐκτός ἀπό τά μαθήματα φιλολογίας καί φιλοσοφίας, ἄνοιξε τό ἀχόρταγο πνεῦμα του καί σέ ἄλλους κλάδους, ὅπως ἡ ἀστρονομία, ἡ γεωμετρία καί ἡ ἀριθμητική. Βέβαια σ’ αὐτούς δέν ἀφιέρωσε πολύ χρόνο. Τόν πολύ του χρόνο κρατοῦσε γιά τή φιλοσοφία. Πάντως ἀπέκτησε καλή κατάρτιση καί στούς κλάδους αὐτούς. Καταλάβαινε τότε τή φιλοσοφία ὡς πεμπτουσία γνώσεως, ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἐπιστημῶν.

Ἡ ζωή τοῦ Γρηγορίου στήν Ἀθήνα ἤτανε γεμάτη. Ἐκμεταλλευότανε δασκάλους καί ρήτορες. Ὅ,τι σπουδαῖο εἶχαν αὐτοί νά δώσουν τό ἔπαιρνε. Τό πνεῦμα του ρουφοῦσε τή σκέψη τους. Καθώς ὅμως ἄκουγε ἤ διάβαζε τή σκέψη τους, ἔβαζε σέ λειτουργία τό ἰσχυρό διυλιστήριο. Ἦταν ὁ ἴδιος τό ἰσχυρότερο πνευματικό διυλιστήριο τῆς ἐποχῆς. Καί κάθε τι πού ἄκουγε τό διύλιζε προσεκτικά καί γρήγορα. Ἦταν πνεῦμα κριτικό. Δέν ἀποταμίευε ἁπλῶς γνώσεις. Σπούδαζε κι ἐρευνοῦσε κι ἔκρινε καί ἀξιολογοῦσε τό πᾶν. Γι’ αὐτό ἡ φιλοσοφική σκέψη, ὄχι μόνο δέν ἀδυνάτιζε τήν πίστη του, ἀλλά ἔμμεσα τήν στερέωνε καί τήν ἐπιβεβαίωνε.

Ἡ πρώτη χριστιανική φοιτητική ὁμάδα

Συμφοιτητές καί φίλοι τῶν χρόνων ἐκείνων τόν θαύμαζαν καί προσπαθοῦσαν νά τόν μιμηθοῦν. Ὁ Ἡσύχιος, ὁ Τερέντιος, ὁ Σωφρόνιος, ὁ Εὐσέβιος, ὁ Κέλσος καί ὁ Εὐστόχιος τόν πρόσεχαν σέ ὅλα.

Μέ τούς νέους αὐτούς φοιτητές πού ἀργότερα θά γίνουν ἀνώτεροι κρατικοί ὑπάλληλοι καί ἐπίσκοποι, εἶχε μεγάλο σύνδεσμο. Οἱ περισσότεροι ἀνῆκαν καί στήν ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας. Σιγά-σιγά καί χωρίς τυμπανοκρουσίες, οἱ χριστιανοί φοιτητές, οἱ πιό συνειδητοποιημένοι, συνάχθηκαν γύρω ἀπό τό Γρηγόριο καί τό Βασίλειο. Τούς εἶχαν ὅλοι καί τούς δύο πρότυπο καί στήριγμα. Οἱ δύο τους πρώτευαν σέ ὅλα: στή γνώση καί στή χριστιανική ἀρετή. Ἀρχηγός βέβαια ἦταν ὁ Βασίλειος. Τέτοιες θέσεις δέν ταιριάζανε στό χαρακτήρα τοῦ Γρηγορίου. Ὅ,τι σχετιζότανε μέ πρωτοβουλίες τ’ ἄφηνε πάντα στό Βασίλειο, ἐκεῖνος εἶχε χαρακτήρα θεληματικό, γεννήθηκε γιά ἀρχηγός. Καί ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ἀπό τότε σύνεση, ὥστε οἱ πρωτοβουλίες του νά εἶναι γιά τό καλό τοῦ κόσμου ὅλου.

Ἡ ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας ἔγινε γνωστή ὄχι μόνο στήν Ἀθήνα καί τήν Ἑλλάδα, μά σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀπέραντης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ φήμη τους ἔτρεξε παντοῦ. Τά στόματα τῶν φοιτητῶν, πού προέρχονταν ἀπ’ ὅλα τά πλάτη καί τά μήκη τοῦ τότε πολιτισμένου κόσμου, πληροφοροῦσαν, πηγαινοερχόμενοι στίς πατρίδες τους, τήν ὕπαρξη καί τή δράση τῆς ὁμάδας.

Ἀλλά βέβαια ἡ ὁμάδα τούτη ἔγινε ὀνομαστή ἕνεκα τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου. Αὐτοί τῆς ἔδωσαν πνευματική δύναμη κι αἴγλη. Ἕνεκα τῆς μεγαλωσύνης τῶν δύο, στράφηκαν ὅλοι νά τήν ἰδοῦν· ἄλλοι νά τήν θαυμάσουν – οἱ χριστιανοί – καί ἄλλοι νά τήν φθονήσουν – οἱ ἐθνικοί.

Τόση ἐντύπωση σέ δασκάλους καί μαθητές ἔκαναν ὁ Γρηγόριος καί ὁ Βασίλειος, ὥστε οἱ δυό τους ἀπέκτησαν ὅση φήμη στόν κόσμο ὅλο εἶχαν οἱ περίφημοι δάσκαλοι τῶν Ἀθηνῶν.

Ἀριστοκράτες στό ἦθος, στήν καταγωγή καί στήν σκέψη καί γαλουχημένοι μέ τά νάματα τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως καί παιδείας συνεδύασαν τήν ἑλληνική παράδοση μέ τήν χριστιανική διδαχή καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη μεταβλήθηκαν σέ ἐθνικά σύμβολα, συνεχιστές τῆς φιλολογικῆς, φιλοσοφικῆς καί λογοτεχνικῆς κληρονομίας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος.

Ἀπό αὐτή τήν σκοπιά ἐξεταζομένη ἡ προσφορά τους παραμένει ἀνεπανάληπτη καί πολύτιμη. Διότι ἐπιχειροῦν μία ὑπέρβαση πρός τήν κλασσική ἐποχή καί ζητοῦν νά ἀποκαταστήσουν τήν καθαρότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκφραστικό μέσο εἶχεν ὑποστῇ μιά φθορά, φυσική καί μοιραία, λόγῳ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς γλώσσης σέ οἰκουμενική κλίμακα καί λόγῳ τῆς διαφορετικῆς πολιτιστικῆς καταγωγῆς τῶν ἀνθρώπων, πού ἔκαμαν γλῶσσα τους τήν ἑλληνική.

Αὐτή ἡ παραφθορά τῆς γλώσσης εἶναι ἐμφανής στά ἑλληνιστικά κείμενα, στήν ἑλληνιστική φιλοσοφία, ἀκόμη δέ καί σέ ὡρισμένα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί στήν μετάφραση τῆς Π.Δ. ἀπό τούς Ο´ ἑρμηνευτές τῆς Ἀλεξανδρείας.

Στήν συνέχεια ἡ φιλοσοφική σκέψη καί ὁρολογία ἀπετέλεσε τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο οἱ Τρεῖς αὐτοί σοφοί διετύπωσαν τίς θεολογικές τους διδασκαλίες.

Οἱ μελετητές τῶν ἔργων τοῦ Μ. Βασιλείου διαπιστώνουν τό φιλοσοφικό ὑπόστρωμα καί τόν φιλοσοφικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι. Στά ἔργα τοῦ διανοητοῦ Βασιλείου παρελαύνουν οἱ στοχαστές τῆς ἀρχαιότητος, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Στωικοί, Πλούταρχος, Πλωτῖνος κ.λπ. Βλέπει κανείς, πῶς ὁ νουνεχής αὐτός πατήρ ἐντάσσει τήν φιλοσοφία μέσα στήν χριστιανική σκέψη κατά τρόπο ἐπαγωγικό καί δημιουργικό, καί μέ τήν φιλοσοφία πλουτίζει καί ἐμβαθύνει τά μεταφυσικά τῆς θεολογίας προβλήματα. Ἡ λογική ἐπιχειρηματολογία, ἡ φιλοσοφική διερεύνηση, παράλληλα μέ τήν παράδοση τῆς θεολογίας, ἀποτελοῦν τά μέσα τῆς δημιουργικῆς πρωτοτυπίας του. Οἱ φιλοσοφικοί ὅροι τόν βοηθοῦν νά ἐκφράση τίς θεολογικές του σκέψεις (Τατάκη, σ. 83)!

Βεβαίως διά τόν Βασίλειο, ὡς καί τούς δύο ἄλλους πατέρες, ἡ χριστιανική ἀλήθεια, ἡ δυσθήρατη αὐτή ἀλήθεια, παραμένει ὁ τελικός σκοπός. Ὁ σκοπός ὅμως αὐτός κατανοεῖται καλλίτερα μέ τήν θεωρία καί τήν κάθαρση τοῦ νοῦ καί τῆς διανοίας καί ἐγγίζει τήν ἄκραν ἀλήθεια, τό ἀκρότατον ἀγαθό, τό μέγα κάλλος, τό ἄρρητο κάλλος τοῦ ἀρχετύπου, τόν Θεό, κατά τήν ὁρολογία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Ἔτσι κατορθώνει νά ἐξετάζη, διερευνᾶ, κατανοῆ καί διατυπώνη τήν Θεολογική διδασκαλία μέ ὅρους, μεθόδους, λογικούς ἀναβαθμούς παρμένους ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί συνδέει αἰώνιο μέ ἀνθρώπινο, θεία πραγματικότητα μέ ἀνθρώπινη γνώση. Καί γίνεται ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη σοφία, κλίμακα ἀνοδική πρός κατανόηση τοῦ ἀρχέτυπου κάλλους, τοῦ Θεοῦ, ὅσο τοῦτο εἶναι ἐφικτό στήν ἀνθρώπινη φύση. Καί ἐνῶ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκφράζονται τά βάθη τῆς Θεολογίας, συγχρόνως ἡ ἑλληνική φιλοσοφία καί παιδεία διασώζεται, ἀξιοποιεῖται καί διαιωνίζεται.

Καί οἱ τρεῖς πατέρες μάχονται γιά νά ἀφυπνίσουν τή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά στραφεῖ πρός τόν ἑαυτόν του, νά δυναμώσει τό θεϊκό σπινθήρα πού βρίσκεται μέσα του. Παρακινοῦν σέ μιά συνεχή προσπάθεια, γιά νά εἶναι ὁ βίος “κεκαθαρμένος”, ἤ, ἀκριβέστερα, “καθαιρόμενος”. Αὐτή ἡ ἐσωτερική προσπάθεια εἶναι ἕνα συνεχές γίγνεσθαι, ἕνα δυναμικό τέντωμα τῶν ψυχικῶν προσπαθειῶν, “ὑπέρ δύναμιν ἀεί τήν ψυχήν ἐπεκτείνεσθαι πρός τό τοῦ Θεοῦ θέλημα, κατά σκοπόν καί ἐπιθυμίαν τῆς αὐτοῦ δόξης”. Ὁ Γρηγόριος ἀναφερόμενος στήν ἐσωτερική ἐκείνη πειθαρχία καί ἐπαγρύπνηση, πού διασφαλίζει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, συνιστᾶ: “Ἐάν μικρόν τι τοῦ λόγου παρεκτραπῆς, πρός ἑαυτόν ἐπανάγου, πρίν παντελῶς ἔξω πεσεῖν καί κατενεχθῆναι πρός θάνατον καί γενοῦ καινός ἀντί παλαιοῦ καί ψυχῆς ἑόρταζε τά Ἐγκαίνια”.

Καί οἱ τρεῖς ἅγιοί μας, πρίν γίνουν ἐξωτερικά οἱ μάρτυρες τῆς ἀληθείας, ἀγωνίσθηκαν ἐσωτερικά. Πέρασαν μιά σοβαρή περίοδο ἀσκητικῆς ἑτοιμασίας γιά τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τή δύναμη τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Ἔτσι ἀργότερα μπόρεσαν νά ζήσουν καί νά δράσουν μέ ἐσωτερική ἐλευθερία. Ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά χρήματα, γιά δόξα, γιά ἄνεση· ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά δύναμη, ὁπλισμένοι μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἤθελον, ἵνα ἡ αἰσθητική πρόοδος ἔχῃ ἀνοδικήν πορείαν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ διάφοροι μορφαί τοῦ Ὡραίου ἤ ἐκδηλώσεις τῆς Τέχνης ἐγέννων “τά ἀνελευθερίας καί ταπεινότητος ἔκγονα πάθη” ἤ ὅταν ὡδήγουν εἰς μίαν ἀφόρητον σπατάλην εἰς βάρος τῶν πεινώντων καί τῆς φιλαλληλίας, τότε εἰς τό ἱερόν πρόσωπόν των ὁ αἰσθητικός ὑπεχώρει ἐνώπιον τοῦ προφήτου, τοῦ κηρύττοντος τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἄνευ συμβιβασμῶν καί ὑποχωρήσεων. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἠγωνίζοντο σθεναρῶς διά τήν ἔναντι τοῦ ἡδονιστικοῦ ἤ ὠφελιμιστικοῦ στοιχείου διατήρησιν τῆς αὐτοτελείας, αὐτονομίας καί ἀνεξαρτησίας τῶν αἰσθητικῶν ἀξιῶν, αἵτινες εἶναι ἀνταύγειαι καί διαθλάσεις τοῦ πανυπερτελείου κάλλους τοῦ Θεοῦ.

Καί ἡ αἰσθητική πρόοδος κατ’ αὐτούς δέον νά παρουσιάζη ἀναγωγικήν φοράν καί νά κινῆται διαλεκτικῶς μεταξύ τοῦ αἰσθητοῦ καί ὑπεραισθητοῦ κάλλους.

Ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι συνεκινοῦντο ἐκ τῆς βιώσεως τῆς ἀληθοῦς Τέχνης, πιστοποιεῖται ἐκ πολλῶν περικοπῶν τῶν ἔργων των. Οὗτοι ἐξυμνοῦν “τήν ἀμείνονα καί εἰς ἄμεινον φέρουσαν μουσικήν” καί θαυμάζουν τόσον τήν πιστῶς ἀπεικονίζουσαν τά ἀρχέτυπα ρεαλιστικήν ζωγραφικήν, ὅσον καί τήν ἰμπρεσσιονιστικήν ἤ ἀναγωγικήν, ἥτις, κατά τόν Βασίλειον, παρουσιάζει “οὐ τάς ἀληθείας τῶν πραγμάτων μόνον, ἀλλά καί τά τούτων ἰνδάλματα”, μεταμορφοῦσα οὕτω καί ἐξιδανικεύουσα τήν πραγματικότητα. Κατά τόν Ναζιανζηνόν “ζωγράφος ἐστίν ἄριστος, ὅς ἐν πινάκεσσι χαράσσει μορφάς ἀτρεκέας, ἔμπνοα δερκομένας”. Κατά τόν Χρυσόστομον εἶναι “θαυμαστόν” τό ὑπό τῶν ἀνδριαντοποιῶν παρουσιαζόμενον “κάλλος πλάσεως”. Ὁ Γρηγόριος ἐξαίρει τήν ὡραιότητα πολλῶν ναῶν καί ἰδίως τοῦ ὑπό τοῦ πατρός του ἀνεγερθέντος, ὅστις διακρινόμενος “μεγέθει μέν ὑπέρ τούς πολλούς, κάλλει δέ σχεδόν ὑπέρ ἅπαντας”, διά τῆς ὡραιότητός του ὑπεδέχετο μακρόθεν τούς προσερχομένους εἰς αὐτόν.