ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Γεωργίου Στοκχόλμης
Μητροπολίτου Σουηδίας Κλεόπα Στρογγύλη

Επί τη συμπληρώσει 50 ετών από την μεταβίβαση του ιστορικού ναού της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας Στοκχόλμης στην Ι. Μητρόπολη Σουηδίας, ο Σεβ. Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας κ. Κλεόπας προσφέρει στον αναγνώστη ένα μοναδικό οδοιπορικό της ελληνορθόδοξης Διασποράς στην Υπερβόρειες χώρες. Στο Α΄ μέρος του έργου παρουσιάζει τις εργασίες και τις δραστηριότητες της Ορθοδόξου κοινότητας που έλαβαν χώρα με επίκεντρο τον Καθεδρικό Ναό επί αρχιερατείας του Μητροπολίτου Σουηδίας Παύλου Μενεβίσογλου (1976-2014), ενώ το Β΄ μέρος επί αρχιερατείας του συγγραφέως, διάστημα κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η εκ βάθρων εσωτερική αποκατάσταση του Ναού. Το Γ΄ μέρος του έργου είναι αφιερωμένο στις τρεις επισκέψεις της Α. Θ. Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθομομαίου (1993, 2019, 2025). Στο έργο παρατίθενται σημαντικά ανέκδοτα αρχεία από ενοριακές εκδηλώσεις σε εκκλησιαστικές και εθνικές εορτές, Ομιλίες και κηρύγματα των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, δημοσιεύσεις του ημερησίου Τύπου για τον Καθεδρικό Ναό, εκδοτικές πρωτοβουλίες της Μητροπόλεως και βιβλιοπαρουσιάσεις, η σύσταση Μουσείου Εκκλησιαστικής Κληρονομιάς και Βιβλιοθήκης Ιστορικού Αρχείου κ.ά. Η έκδοση κατακλείεται από πλούσιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό και αρχιτεκτονικά σχέδια του Καθεδρικού Ναού. Το έργο κυκλοφορείται και σε αγγλική μετάφραση για το διεθνές αναγνωστικό κοινό.

Σχ.17Χ24, Σελ. 800 Τιμ. 20€.

Saint George Cathedral of Stockholm

Σχ.17Χ24, Σελ. 616, Τιμ. 20€

 

Ερμηνευτικόν Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων

Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,
Ομότιμ. Καθηγτού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το παρόν ερμηνευτικό υπόμνημα παρέχει στον αναγνώστη μία εμβριθή φιλολογική και θεολογική ανάλυση του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου των Πράξεων των Αποστόλων προς απόδοση του βαθυτέρου και ακριβούς εννοιολογικού περιεχομένου του έργου. Πρόκειται περί πρωτογενούς και αρχέγονου καινοδιαθηκικού κείμενου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες των πρώτων τοπικών Εκκλησιών. Προς βοήθεια του αναγνώστη παρατίθενται συγχρόνως και οι σχετικές ερμηνείες των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Μ. Βασιλείου, του Μ. Αθανασίου του Θεοφυλάκτου, του Διδύμου του Τυφλού κ.ά. Πρόκειται για ένα έργο απαραίτητο για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στα μυστήρια της θείας αποκάλυψης και στα πρώτα ιστορικά βήματα της Εκκλησίας.

Σχ. 17Χ24, Σελ. 848, Τιμ. 30€.

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Συμβολή στην έρευνα της Γενοκτονίας του ελληνορθόδοξου πληθυσμού και της αντιχριστιανικής πολιτικής στον Πόντο
Θεοδοσίου Αρ. Κυριακίδη

Ένα πολύτιμο ιστορικό έργο για την Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου. Δεν πρόκειται για μία ολοκληρωμένη μελέτη της πολιτικής των Γενοκτονιών, η οποία εκτελέσθηκε με πρωτοφανή βιαιότητα από το κίνημα των Νεότουρκων και τους Κεμαλικούς σε όλη την επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς το έργο αναφέρεται αποκλειστικά στους ελληνικούς πληθυσμούς του Πόντου. Ο ερευνητής χρησιμοποίησε ανέκδοτες και άγνωστες μέχρι πρότινος πηγές και μαρτυρίες, κυρίως των ρωμαιοκαθολικών ιεραποστόλων της περιοχής, οι οποίοι γνωστοποίησαν τις πολιτικές Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής. Πρόκειται για μία έκδοση διατήρησης της ιστορικής μνήμης και σφυρηλάτησης της εθνικής αυτοσυνειδησίας.

Σχ. 15Χ22,5, Σελ. 272, Τιμ. 7€.

 

Οι άγιοι Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ο βίος των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης προβάλλει την ευσέβεια αυτών με ψυχωφέλιμο για τους πιστούς τρόπο και τονίζει τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο σφράγισαν την ιστορία της Ευρώπης και την εν τω κόσμω πορεία της Εκκλησίας.

Σχ. 13Χ21, Σελ. 86, Τιμ. 4€.

 

Αγία Ελένη, η 14η Απόστολος

Ακολουθώντας τα βήματα της πρώτης χριστιανής αυτοκράτειρας που μαζί με τον υιό της, Άγιο Κωνσταντίνο τον Μέγα, χάρισαν στην Ευρώπη και την Οικουμένη την σημερινή πνευματική ταυτότητά τους.

Η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος με αφορμή την πραγματοποίηση της ελεύσεως στην Ελλάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία, του σεπτού σκηνώματος της Αγίας Ισαποστόλου Ελένης (Μάιος 2017), κυκλοφόρησε σέ CD ένα σπάνιο οδοιπορικό στην Ανατολή, τη Δύση και φυσικά τους Αγίους Τόπους. Έγκριτοι πανεπιστημιακοί αναλύουν τον βίο της μεγάλης αυτής Αγίας και παρουσιάζουν όλα τα στοιχεία σχετικά με τον βίο και το έργο της.

Τιμ. 2€.

 

Ναοί, Μονές και ευαγή Ιδρύματα της Βασιλίδος Κωνσταντινουπόλεως
Raymond Janin

Οι εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος σε συνεργασία με την Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το μοναδικό και μεγαλειώδες έργο του Γάλλου Βυζαντινολόγου και Αρχαιολόγου Raymond Janin (1882-1972) μεταφρασμένο από την γαλλική. Πρόκειται για το πρώτο έργο στην παγκόσμια βιβλιογραφία που καταγράφει την ιστορία των ιερών Τόπων της Πόλης, η οποία συνδέθηκε με τη δόξα, τη χαρά, την πίστη και την ελπίδα του Γένους. Μέσα από τις σελίδες του έργου αναδεικνύεται η Βασιλίδα των πόλεων, η πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Παναγιοσκέπαστη Βασιλεύουσα ως ιερότητα και κάλλος πνευματικό. Το δίτομο έργο κοσμείται από μοναδικού κάλλους εικόνες, σχέδια και μινιατούρες.

Α΄ Τόμ. Σχ. 21Χ29, Σελ. 528, Τιμ. 35€.
Β΄ Τομ. 21Χ29, Σελ. 512, Τιμ. 35€.
 

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος -
Ο πολύαθλος και πρωταθλητής της υπομονής
Σεβ . Μητροπολίτου Χαλκίδος Χρυσοστόμου

Στην πολυτελή επανέκδοση της περίφημης πλέον μελέτης παρουσιάζονται ο βίος, η πολιτεία και η ιστορική πορεία του θεοφόρου, νεοφανούς Αγίου της Εκκλησίας, η περιπετειώδης μετακομιδή του άσηπου και αδιαλώβητου από τη σήψη Ιερού Λειψάνου του από την Καππαδοκία στο Νέο Προκόπιο Ευβοίας, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, ο θρησκευτικός-λατρευτικός χαρακτήρας της εορτής του Αγίου (27 Μαΐου), καθώς και η υμνογραφία, οι σχετικές Ιερές Ακολουθίες και τα επιτελεσθέντα θαύματα του Οσίου.

Σχ. 20x 27, Σελ. 352, Τιμ. 20€.

 

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ
 

21 Mαΐου

Μνήμη τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου, τοῦ Μεγάλου, καί ῾Ελένης, τῶν ᾿Ισαποστόλων

Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Γεν. Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας,
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Μάιος,
Αθήνα 2006, ἐκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 322-331

῾Ως γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσός τῆς Κιλικίας ὅσο καί τό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. ῾Ωστόσο ἡ ἄποψη πού ἐπικρατεῖ φέρει τόν Μέγα Κωνσταντίνο νά ἔχει γεννηθεῖ στή Ναϊσό τῆς ῎Ανω Μοισίας. Τό ἀκριβές ἔτος τῆς γεννήσεώς του δέν εἶναι γνωστό, θεωρεῖται ὅμως ὅτι ἐγεννήθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ.

Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, πού λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρός, καί ἦταν συγγενής τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ ῾Αγία ῾Ελένη, θυγατέρα ἑνός πανδοχέως ἀπό τό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.

Τό 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στήν αὐλή τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ στή Νικομήδεια μέ τό ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τό ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανός καί Μαξιμιανός, παραιτοῦνται ἀπό τά ἀξιώματά τους καί ἀποσύρονται. Στό ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρός στή Δύση καί ὁ Γαλέριος στήν ᾿Ανατολή. ῾Ο Κωνστάντιος ὁ Χλωρός ἀπέθανε στίς 25 ᾿Ιουλίου 306 μ.Χ. καί ὁ στρατός ἀνεκήρυξε Αὔγουστο τόν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως πού δέν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετά ἀπό μιά σειρά διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μέ τόν Μαξέντιο, υἱό τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπλεονεκτοῦσε στρατηγικά, ἐπειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καί ὁ στρατός τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.

᾿Από τήν πλευρά του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νά αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δέν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογή ἐκτός ἀπό τήν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. ῎Ηθελε νά προσευχηθεῖ, νά ζητήσει βοήθεια, ἀλλά καθώς διηγεῖται ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, δέν ἤξερε σέ ποιόν Θεό νά ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερά στή σκέψη του ὅλους αὐτούς πού μαζί τους συνδιοικοῦσε τήν αὐτοκρατορία. ῞Ολοι τους, ἐκτός ἀπό τόν πατέρα του, ἐπίστευαν σέ πολλούς θεούς καί ὅλοι τους εἶχαν τραγικό τέλος. ῎Αρχισε, λοιπόν, νά προσεύχεται στόν Θεό, ὑψώνοντας τό δεξί του χέρι καί ἱκετεύοντάς Τον νά τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. ᾿Ενῶ προσευχόταν, διαγράφεται στόν οὐρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τίς μεσημβρινές ὧρες τοῦ ἡλίου, κατά τό δειλινό δηλαδή, εἶδε στόν οὐρανό τό τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, πού ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καί ἐνῶ προσπαθοῦσε νά κατανοήσει τή σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τόν κατέλαβε νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στόν ὕπνο του μαζί μέ τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καί τόν προέτρεψε νά κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καί νά τό χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στούς πολέμους.

῎Εχοντας ὡς σημαία του τό Χριστιανικό λάβαρο ἀρχίζει νά προελαύνει πρός τή Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.

῞Οταν φθάνει στή Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιά τούς Χριστιανούς τῆς πόλεως. ῞Ομως τό ἐνδιαφέρον του δέν περιορίζεται μόνο σέ αὐτούς. Πολύ σύντομα πληροφορεῖται γιά τήν πενιχρή κατάσταση τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ᾿Αφρικῆς καί ἐνισχύει ἀπό τό δημόσιο ταμεῖο τά ἔργα διακονίας αὐτῆς.

Τό Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στά Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μέ τήν Κωνσταντία, ἀδελφή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιά ἱστορική συμφωνία μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν πού καθιερώνει τήν ἀρχή τῆς ἀνεξιθρησκείας.

Τά προβλήματα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλά. ῾Η αἱρετική διδασκαλία τοῦ ᾿Αρείου, πρεσβυτέρου τῆς ᾿Αλεξανδρινῆς ᾿Εκκλησίας, ἦλθε νά ταράξει τήν ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η διδασκαλία αὐτή, πού ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικά τό δόγμα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ.

Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἐπληροφορήθηκε τά ὅσα θλιβερά συνέβαιναν στήν ᾿Αλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μέ τόν πνευματικό του σύμβουλο ῞Οσιο, ᾿Επίσκοπο Κορδούης τῆς ᾿Ισπανίας, ἐπιστολή στόν ᾿Επίσκοπο ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αλέξανδρο (313-328 μ.Χ.) καί τόν ῎Αρειο. ῾Η προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δέν εὐδοκίμησε. ῎Ετσι ἀποφασίσθηκε σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325 μ.Χ.

῾Η περιγραφή τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπό τόν ἱστορικό Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στό μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. ᾿Επικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγή καί ὅλοι ἐπερίμεναν τήν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορος, τόν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θά ἔβλεπαν γιά πρώτη φορά. ῾Ο Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινά, μέ σεμνότητα καί πραότητα. Στήν ὁμιλία του πρός τή Σύνοδο χαρακτηρίζει τίς ἐνδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ὡς τό μεγαλύτερο δεινό καί ἀπό τούς πολέμους. ῾Ο λόγος του ὑπῆρξε εὐθύς καί σαφής. Δέν ἤθελε νά ἀσχοληθεῖ παρά μονάχα μέ θέματα πού ἀφοροῦσαν στήν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. ῾Η κρίσιμη φράση του, «περί τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν ἀπό ὅλους τούς ἱστορικούς συγγραφεῖς.

Μετά τό πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιά τήν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. ᾿Απέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολή πρός τήν ᾿Εκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, ᾿Αλεξανδρείας, στήν ὁποία γνωστοποιεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. ῾Ο ἴδιος γνωστοποιεῖ πρός ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τήν καταδίκη τοῦ ᾿Αρείου καί ἀπαγορεύει τήν ἀπόκτηση καί τήν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. ῾Η πιό ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρός τόν ῎Αρειο. ᾿Επιτιμᾶ τόν αἱρεσιάρχη καί τόν καταδικάζει μέ αὐστηρότητα γιά τίς κακοδοξίες του.

῞Ομως περί τά τέλη τοῦ 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τόν ῎Αρειο στά ἀνάκτορα. ῾Ο αἱρεσιάρχης φυσικά δέν χάνει τήν εὐκαιρία καί ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπό ἔντεχνες θεολογικές ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τόν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτή δέν διαφέρει οὐσιαστικά ἀπό ὅσα εἶχε ἀποφασίσει Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Τελικά ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τό Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀνακαλεῖ τόν ῎Αρειο ἀπό τήν ἐξορία καί ἀποκαθιστᾶ τούς ἐξόριστους ᾿Επισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καί Νικαίας Θεόγνιο. ῾Η ἀνάκληση τοῦ ᾿Αρείου καί ἡ ἀποκατάσταση τῶν περί αὐτόν ἐπυροδότησε νέες ἔριδες στούς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο ᾿Επίσκοπος ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αλέξανδρος καί στή συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας ᾿Αθανάσιος ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν τόν ῎Αρειο στήν ᾿Αλεξάνδρεια. ῾Ο Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μέ καθαίρεση τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο, ἐνῶ σέ Σύνοδο πού συνῆλθε στήν ᾿Αντιόχεια τό 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καί ἐξορίζεται ἀπό τούς αἱρετικούς ὁ ῞Αγιος Εὐστάθιος, ᾿Επίσκοπος ᾿Αντιοχείας († 21 Φεβρουαρίου). ῾Η Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, πού συνῆλθε τό 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μέ τήν ποινή τῆς καθαιρέσεως τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιά νά συναντήσει τόν Μέγα Κωνσταντίνο.

Εἶναι γεγονός πώς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δέν ἔδειξε νά ἀποδέχεται τό αἴτημα τοῦ Μεγάλου ᾿Αθανασίου γιά ἀκρόαση. ᾿Επείσθηκε ὅμως νά τόν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τή ρήση· «Δικάσει Κύριος ἀνά μέσον ἐμοῦ καί σοῦ». ῾Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τήν κατάφωρη ἀδικία καί τίς ἄθλιες μεθοδεύσεις σέ βάρος τοῦ Μεγάλου ᾿Αθανασίου καί ἔκανε δεκτό τό αἴτημά του νά προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοί τῆς Τύρου καί ἡ διαδικασία νά λάβει χώρα ἐνώπιόν του.

῾Ο Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τήν αὐτοκρατορική ἐντολή. Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπό τούς συνοδικούς καί ἐμφανίσθηκε στόν αὐτοκράτορα. ᾿Εξέχασε ὅλες τίς ὑπόλοιπες κατηγορίες καί γιά πρώτη φορά ἔθεσε τό θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρός τήν Βασιλεύουσα. ῾Ο αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καί ἐξορίζει τόν Μέγα ᾿Αθανάσιο στά Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρά ταῦτα δέν ἐπικυρώνει τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιά καθαίρεση καί οὔτε διατάσσει τήν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς ᾿Αλεξάνδρειας.

῾Η τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτή πού τόν καταξιώνει στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση καί τόν ὁδηγεῖ στό ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. ῾Ο ῞Αγιος, κατά τόν ᾿Απρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τά πρῶτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγές μᾶς πληροφοροῦν πώς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σέ ἰαματικά λουτρά. Βλέποντας ὅμως τήν ὑγεία του νά ἐπιδεινώνεται ἐθεώρησε σκόπιμο νά μεταβεῖ στήν πόλη ῾Ελενόπολη τῆς Βιθυνίας, πού εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς ῾Αγίας μητέρας του. ᾿Εκεῖ παρέμεινε στό ναό τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχές καί λιτανεῖες πρός τόν Θεό. ῾Ο Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πώς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στό τέλος της. ῾Η μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στήν καρδιά του καί τόν ὁδηγεῖ στό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί τοῦ βαπτίσματος. Μετά ἀπό αὐτά καταφεύγει σέ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τούς ᾿Επισκόπους καί τούς ἀπευθύνει τόν ἑξῆς λόγο· «Αὐτός ἦταν ὁ καιρός πού προσδοκοῦσα ἀπό παλιά καί ἐδιψοῦσα καί εὐχόμουν νά καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας. ῏Ηλθε ἡ ὥρα νά ἀπολαύσουμε καί ἐμεῖς τήν ἀθανατοποιό σφραγίδα, ἦλθε ἡ ὥρα νά συμμετάσχουμε στό σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα πού κάποτε ἐπιθυμοῦσα νά κάνω στά ρεῖθρα τοῦ ᾿Ιορδάνου, στά ὁποῖα, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τό βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον. ῾Ο Θεός ὅμως, πού γνωρίζει τό συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νά λάβουμε τό βάπτισμα ἐδῶ. ῎Ας μήν ὑπάρχει λοιπόν καμία ἀμφιβολία. Γιατί καί ἐάν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου νά συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή μας καί νά συνυπάρχω μέ τό λαό τοῦ Θεοῦ, θά πλαισιώσω τή ζωή μου μέ ὅλους ἐκείνους τούς κανόνες πού ἁρμόζουν στόν Θεό».

Μετά τό βάπτισμα ὁ ῞Αγιος Κωνσταντίνος δέν ξαναφόρεσε τόν αὐτοκρατορικό χιτώνα, ἀλλά παρέμεινε ἐνδεδυμένος μέ τό λευκό ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τήν μέρα τῆς κοιμήσεώς του τό 337 μ.Χ. ῏Ηταν μέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος.

Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο περιγράφει ὁ Εὐσέβιος τά γεγονότα, τά ὁποῖα ἀκολούθησαν τήν κοίμηση τοῦ ῾Αγίου. ῞Ολοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορος, ἀφοῦ ἔσχισαν τά ροῦχα τους καί ἔπεσαν στό ἔδαφος, ἔκλαιγαν καί ἐφώναζαν δυνατά, σάν νά μήν ἔχαναν τό βασιλέα τους, ἀλλά τόν πατέρα τους. Οἱ ταξίαρχοι καί οἱ λοχαγοί ἔκλαιγαν τόν εὐεργέτη τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καί κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπενθοῦσε, σάν νά ἔχανε τό κοινό ἀγαθό.

᾿Αφοῦ οἱ στρατιωτικοί ἐτοποθέτησαν τό σκήνωμα τοῦ ῾Αγίου σέ χρυσή λάρνακα, τό μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολη καί τό ἐναπέθεσαν σέ βάθρο στόν βασιλικό οἶκο. Τό ἱερό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων.

Δίκαια ἡ ἱστορία τόν ὀνόμασε Μέγα καί ἡ ᾿Εκκλησία ᾿Ισαπόστολο.

῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἐγεννήθηκε στό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας περί τό 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς183. Στήν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετική διχογνωμία ὡς πρός τό ἄν ἡ μητέρα τοῦ ῾Αγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἤ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ.

Μεταξύ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ. ἐγέννησε στή Ναϊσό τῆς Μοισίας τόν Κωνσταντίνο. ῞Οταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντίνος Χλωρός ἔγινε Καίσαρας ἀπό τόν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νά τήν ἀπομακρύνει, γιά νά συζευχθεῖ τή Θεοδώρα, θετή κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, καί νά ἔχει ἔτσι τό συγγενικό ἐκεῖνο δεσμό, ὁ ὁποῖος θά ἐξασφάλιζε τή στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος. Παρά τό γεγονός αὐτό ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἐτιμοῦσε ἰδιαίτερα τή μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τόν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τή μορφή της ἐπί νομισμάτων καί ἔδωσε τό ὄνομά της σέ μιά πόλη τῆς Βιθυνίας.

῾Η ῾Αγία ἔδειξε τήν εὐσέβειά της μέ πολλές εὐεργεσίες καί τήν ἀνοικοδόμηση νέων ᾿Εκκλησιῶν στή Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στήν Κωνσταντινούπολη (῾Αγίων ᾿Αποστόλων), στή Βηθλεέμ (βασιλική τῆς Γεννήσεως) καί ἐπί τοῦ ῎Ορους τῶν ᾿Ελαιῶν (βασιλική τῆς Γεθσημανῆ). ῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἐπῆγε τό 326 μ.Χ. στήν ῾Ιερουσαλήμ, ὅπου «μέ μέγαν κόπον καί πολλήν ἔξοδον καί φοβερίσματα ηὗρεν τόν τίμιον σταυρόν καί τούς ἄλλους δύο σταυρούς τῶν λῃστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς. ᾿Επιστρέφοντας στήν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετά τήν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ ῾Αγία ῾Ελένη πέρασε καί ἀπό τήν Κύπρο.

῾Η ῾Αγία ῾Ελένη ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη μᾶλλον τό 327 μ.Χ. σέ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. ῾Ο ἱστορικός Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ ῾Αγία προαισθάνθηκε τό θάνατό της καί μέ διαθήκη ἄφησε τήν περιουσία της στόν υἱό της καί τούς ἐγγονούς της.

῞Οπως ἦταν φυσικό ὁ υἱός της μετέφερε τό τίμιο λείψανό της στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν ἐνταφίασε στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων.

῾Η Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στή Μεγάλη ᾿Εκκλησία, στό ναό τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καί στόν ἱερό ναό αὐτῶν στήν κινστέρνα τοῦ Βώνου.

Οἱ Βυζαντινοί ἐτιμοῦσαν ἰδιαίτερα τόν Μέγα Κωνσταντίνο καί τήν ῾Αγία ῾Ελένη. ᾿Απόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τό γεγονός ὅτι κατά τό Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλής στούς Βυζαντινούς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μέ τή μητέρα του, πού κρατοῦσαν στό μέσον Σταυρό. ῾Η παράδοση αὐτή διατηρεῖται μέχρι καί σήμερα μέ τά κωνσταντινάτα.

 
ΑΡΘΡΟ
 

Η συμβολή του Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρυσάνθου (Φιλιππίδη) στη διεκδίκηση των δικαίων του Ποντιακού Ελληνισμού κατά τη Διεθνή Διάσκεψη των Παρισίων (1919)

Κονταλή N. Αθηνά,
Δρ. Θεολογίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η κατάρρευση των αυτοκρατοριών και η Γενοκτονία των Χριστιανών (1914-1923), Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου, Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2023, εκδ. Αρχονταρίκι, σελ. 381-394.

Ο Χρύσανθος, κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1881 στη Γρατινή Ροδόπης (1). Μετά την προαγωγή του Μητροπολίτη Τραπεζούντος Κωνσταντίνου (Αράπογλου) στη Γεροντική Μητρόπολη Κυζίκου (2) και την κένωση του θρόνου του, η τοπική ελληνική κοινότητα, εκτιμώντας την παιδεία, τις διπλωματικές ικανότητες και την ποιμαντική εμπειρία του Χρύσανθου, αρχιδιακόνου μέχρι τότε της οικείας Μητροπόλεως (1903-1907) (3), στράφηκε προς το πρόσωπό του (4). Οι κάτοικοι αιτήθηκαν με την αποστολή τηλεγραφημάτων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, την εκλογή του Χρύσανθου στη Μητρόπολή τους (5). Πράγματι, η επιθυμία των Ποντίων εισακούστηκε και την 18η Μαΐου του 1913 ο Χρύσανθος, σε ηλικία μόλις 32 ετών, εξελέγη Μητροπολίτης Τραπεζούντος (6).

Το 1914 και ενώ οι ομαδικές εκτοπίσεις πληθυσμών που είχαν εκκινήσει από τη Θράκη και τις άλλοτε Ιωνικές και Αιολικές ακτές της Μικράς Ασίας, επεκτάθηκαν με ταχείς ρυθμούς προς την Ανατολή, ο Χρύσανθος κατόρθωσε με τα πνευματικά του χαρίσματα, την πειθώ των λόγων του και την προσωπική του παρουσία να αναχαιτίσει στα σύνορα της μητροπολιτικής του επαρχίας την πορεία του κύματος των διωγμών (7).

Τον Απρίλιο του 1916 ο Χρύσανθος αναλαμβάνει την πολιτική διοίκηση της Τραπεζούντας από τον Τούρκο βαλή Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμή μπέη. Από τη θέση αυτή κατόρθωσε να επεκτείνει αποτελεσματικά την προστασία του και προς τους Έλληνες των γειτονικών περιοχών Ροδοπόλης και Χαλδείας. Ακολουθώντας μία συνετή πολιτική ο Χρύσανθος πέτυχε ώστε να αποσοβήσει μεγαλύτερα δεινά για την περιοχή του Ανατολικού Πόντου από αυτά που βίωσε μετά την ανακατάληψή του από τον οθωμανικό στρατό αλλά και επιχείρησε να δημιουργήσει προϋποθέσεις αυτονόμησης όλου του Πόντου. Αυτό επιχειρήθηκε από την πλευρά του Χρύσανθου «όταν είχε αλλάξει το ρωσικό καθεστώς και συζητούνταν το μέλλον των κατεχόμενων περιοχών βάσει και των εξαγγελιών για μη προσάρτησή τους στο ρωσικό κράτος και παράλληλα υπήρχε αντάρτικο στο δυτικό Πόντο και η Ελλάδα είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, οπότε με περισσότερο ρεαλιστικές προοπτικές και διακυβεύοντας λιγότερα μπορούσε να προχωρήσει σε πιο δυναμική διεκδίκηση της ανεξαρτησίας του Πόντου» (8). Πράγματι, η Ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε έγκριση του σχεδίου του Χρύσανθου, αν και με κάποια επιφυλακτικότητα αναφορικά με την αίσια έκβαση του εγχειρήματος και αυτονόητα της μεταφοράς ενός σημαντικού αριθμού Ελλήνων. Για τον λόγο αυτό συνέστησε συνεργασία με την πλησιόχωρη Ρωσία (9).

Η διετής προεδρία του Χρύσανθου συνέβαλε στην αρμονική συμβίωση χριστιανών και μουσουλμάνων. Έτσι την περίοδο της ανακωχής, κατά τη Συνθήκη του Μούδρου (30.10.1918), η μορφή του Χρύσανθου δεσπόζει στην περιοχή του Πόντου και ο ίδιος αποτελεί τη δημοφιλέστερη προσωπικότητα μεταξύ ομογενών και αλλογενών και σπουδαίο σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού (10). Ο ίδιος υπήρξε άνθρωπος συναινετικός και ηπίων τόνων και προσπάθησε να υλοποιήσει με κάθε μέσο την πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να συμπορεύεται, δηλαδή, η Εκκλησία κατά το δυνατόν με την πολιτική της κυβέρνησης της Ελλάδας (11).

Η κυβέρνηση του Βενιζέλου σε ένα γενικό επίπεδο αρχών ήταν αρχικά σύμφωνη με τον αγώνα και τις εθνικές διεκδικήσεις των Ποντίων. Παρά ταύτα, στο Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι υπέβαλε υπόμνημα με τις ελληνικές διεκδικήσεις σύμφωνα με τις οποίες ο Πόντος εντασσόταν στο υπό ίδρυση αρμενικό κράτος (12). Ο Βενιζέλος, εξαιτίας της πίεσης που του άσκησαν οι «Συμμαχικές Μεγάλες Δυνάμεις», δεν συμπεριέλαβε το σημαντικό ζήτημα του Πόντου στο φάκελο των ελληνικών διεκδικήσεων. Μάλιστα, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των Ποντίων συμφώνησε να παραχωρηθεί η περιοχή στην Αρμενική Δημοκρατία, καθώς την ίδια χρονική περίοδο και οι Αρμένιοι αγωνίζονταν για να επιτύχουν την εθνική τους αυτοσυνειδησία και αυτοδιάθεση (13). Τούτο συνέβη δυστυχώς, διότι ο Βενιζέλος είχε συμφωνήσει με τον Πρόεδρο της Αρμενικής Αντιπροσωπείας στο Παρίσι την προσάρτηση του Βιλαετιού της Τραπεζούντας στο υπό ίδρυση Αρμενικό Κράτος. Για τον λόγο αυτό είχε καταθέσει και σχετικό υπόμνημα στη Διάσκεψη, το οποίο ερχόταν ευθέως σε αντίθεση με το αίτημα των Ελλήνων του Πόντου για την ίδρυση ανεξάρτητου Ποντιακού Κράτους. Η πρόταση του Βενιζέλου για συσχέτιση του ποντιακού ζητήματος με το αρμενικό βασιζόταν στο προσωπικό ενδιαφέρον του Προέδρου των Η.Π.Α. Τόμας Ουίλσον για τους Αρμένιους, αλλά και την ανάγκη των τελευταίων να αποκτήσουν πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα (14). Επιπλέον, ο Βενιζέλος προέκρινε τη στενή συνεργασία Αρμενίων και Ποντίων ως την ενδεδειγμένη λύση καθώς απάλλασσε την Ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωσή της προς τον Ποντιακό Ελληνισμό (15).

Το γεγονός αυτό, όπως ήταν επόμενο, προκάλεσε τις αντιδράσεις των Ελλήνων του Πόντου που με έντονα διαβήματα και συνεχή υπομνήματα, εξέφραζαν την οργή και την αγανάκτησή τους σε εφημερίδες και περιοδικά, και σε άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενους πολιτικούς ή εκπροσώπους (16). Καθίσταται όμως, σαφές ότι παρά τις ειλικρινείς και φιλότιμες προσπάθειές τους, αντιμετώπιζαν θεωρητικά και αποσπασματικά το ζήτημα του Πόντου, χωρίς να οδηγούν σε κάποια πιθανότητα ευνοϊκής επίλυσής του.

Ο Χρύσανθος επισημαίνει στις «Βιογραφικές Αναμνήσεις» του, που δημοσίευσε ο ανιψιός και εκτελεστής της διαθήκης του Γεώργιος Τασούδης (17) και αποτελεί τη βασική πηγή για το πρόσωπο και τη δράση του μέχρι το 1920 (18), ότι κλήθηκε με τηλεγράφημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να συμμετάσχει στην επιτροπή, η οποία θα μετέβαινε στη Διάσκεψη των Παρισίων, όπου διεξάγονταν οι διαβουλεύσεις του Συνεδρίου της Ειρήνης (1918-1919) (19). Πιο συγκεκριμένα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρακολουθώντας την αρνητική εξέλιξη του ποντιακού ζητήματος προχώρησε στη συγκρότηση Επιτροπής με πρόεδρο τον τοποτηρητή του Θρόνου Μητροπολίτη Προύσης Δωρόθεο (1908-1921), τον Αλέξανδρο Παππά μέλος του Διαρκούς Εθνικού Μικτού Συμβουλίου και τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο προκειμένου να εκπροσωπήσει τους Πόντιους στο Συνέδριο Ειρήνης (20) και να επιτύχει με τον τρόπο αυτό μία ευνοϊκή λύση (21).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου