|
|
|
ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ |
|
|
|
Ερμηνευτικόν Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων
Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,
Ομότιμ. Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Το παρόν ερμηνευτικό υπόμνημα παρέχει στον αναγνώστη μία εμβριθή φιλολογική και θεολογική ανάλυση του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου των Πράξεων των Αποστόλων προς απόδοση του βαθυτέρου και ακριβούς εννοιολογικού περιεχομένου του έργου. Πρόκειται περί πρωτογενούς και αρχέγονου καινοδιαθηκικού κείμενου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες των πρώτων τοπικών Εκκλησιών. Προς βοήθεια του αναγνώστη παρατίθενται συγχρόνως και οι σχετικές ερμηνείες των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Μ. Βασιλείου, του Μ. Αθανασίου του Θεοφυλάκτου, του Διδύμου του Τυφλού κ.ά. Πρόκειται για ένα έργο απαραίτητο για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στα μυστήρια της θείας αποκάλυψης και στα πρώτα ιστορικά βήματα της Εκκλησίας. Σχ. 17Χ24, Σελ. 848, Τιμ. 30€. |
|
|
|
|
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ |
|
|
|
Ναοί, Μονές και ευαγή Ιδρύματα της Βασιλίδος Κωνσταντινουπόλεως
Raymond Janin
Οι εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος σε συνεργασία με την Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το μοναδικό και μεγαλειώδες έργο του Γάλλου Βυζαντινολόγου και Αρχαιολόγου Raymond Janin (1882-1972) μεταφρασμένο από την γαλλική. Πρόκειται για το πρώτο έργο στην παγκόσμια βιβλιογραφία που καταγράφει την ιστορία των ιερών Τόπων της Πόλης, η οποία συνδέθηκε με τη δόξα, τη χαρά, την πίστη και την ελπίδα του Γένους. Μέσα από τις σελίδες του έργου αναδεικνύεται η Βασιλίδα των πόλεων, η πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Παναγιοσκέπαστη Βασιλεύουσα ως ιερότητα και κάλλος πνευματικό. Το δίτομο έργο κοσμείται από μοναδικού κάλλους εικόνες, σχέδια και μινιατούρες.
|
|
|
Α΄ Τόμ. Σχ. 21Χ29, Σελ. 528, Τιμ. 35€. |
|
Β΄ Τομ. 21Χ29, Σελ. 512, Τιμ. 35€. |
|
|
|
|
|
|
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, Νίκαια της Βιθυνίας – 325 μ.Χ.
Χρυσόστομος (Σαββάτος), Μητροπολίτης Μεσσηνίας
Στο έργο του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου παρουσιάζεται το ιστορικοδογματικό έργο και η προσφορά της τόσο σε θεολογικό επίπεδο, όσο και σε γενικότερα θέματα του εκκλησιαστικού βίου. Κορυφαίο έργο της Συνόδου υπήρξε αναμφιβόλως η αποτυπωθείσα στο Σύμβολο της Πίστεως Χριστολογία της, το οποίο αποτελεί επεξεργασία τοπικών βαπτιστηρίων Συμβόλων, καθώς και οι θεσπισθέντες υπ’ αυτής είκοσι ιεροί Κανόνες. Το έργο αποτελείται από Εισαγωγή, το Α΄ Κεφάλαιο στο οποίο παρουσιάζονται οι χριστολογικές διδασκαλίες του Αρείου και η αντιμετώπισή τους, το Β΄ Κεφάλαιο, στο οποίο παρουσιάζεται η προετοιμασία και η σύγκληση της Συνόδου, το Γ΄ Κεφάλαιο, στο οποίο εκτίθεται το θεολογικό της έργο και κυρίως το Σύμβολο της Πίστεως, ενώ στο Δ΄ Κεφάλαιο παρουσιάζονται οι 20 ιεροί Κανόνες της Συνόδου και η θέση της για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα. Το έργο κατακλείεται από Επίλογο-Συμπεράσματα, πλούσια βιβλιογραφία και παράρτημα με τα κείμενα του Συμβόλου της Πίστεως και τους Κανόνες της Συνόδου.
Σχ. 14Χ21, Σελ. 160, Τιμ. 7€ |
|
|
|
|
|
Αθωνικά αποτυπώματα- Μία εικαστική έκφραση
Θεοφίλου Κεντάρχου
Το παρόν εικαστικό έργο του Κερκυραίου καλλιτέχνη Θεοφίλου Κεντάρχου είναι μία συλλογή υδατογραφιών με μορφές μοναχών και απεικονίσεις ιερών Μονών του Αγίου Όρους. Πρόκειται για ένα λεύκωμα υδατογραφιών, εμπνευσμένων από στιγμές προσευχής και ασκήσεως των μοναχών στο Περιβόλι της Παναγίας. Όπως τονίζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης: «Παρακολουθώντας τα πρόσωπα των μοναχών βλέπει κανείς την εσωτερική τους ψυχική κίνηση, την αγωνία τους, την επιθυμία τους, βλέπει την κατάσταση στην οποία ευρίσκονται. Αυτό προσπάθησα να αποτυπώσω. Τα έργα δεν αποτελούν προσωπογραφίες συγκεκριμένων ανθρώπων, όσο ψυχικών καταστάσεων, εικονογραφώντας έννοιες αφηρημένες και απόλυτα πνευματικές».
Σχ. 22Χ28, Σελ. 194, Τιμ. 20€. |
|
|
|
|
|
Η Θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων
Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Jean Claude Larchet
O έγκριτος συγγραφέας αντιδιαστέλλει στη θεολογική σκέψη της Δύσεως, την πατερική παράδοση της Ορθοδοξίας. Οι όροι «Λυτρωτής» και «Σωτήρας» ταυτίζονται και το ρήμα «σώζω» σημαίνει επίσης και «θεραπεύω». Γι’ αυτό οι Πατέρες απέδωσαν στον Χριστό το προσωνύμιο «Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων». Κάθε χριστιανός για να οικειοποιηθεί την Θεία Χάρη οφείλει να ασκηθεί διάγοντας πνευματική ζωή. Στο εκτενές δίτομο έργο παρουσιάζονται οι κλίμακες του πνευματικού βίου, οι πειρασμοί και οι τρόποι καταπολεμησής τους σύμφωνα με την πατερική και νηπτική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
|
|
Τόμ. Α΄: Σχ. 14Χ21, Σελ. 656, Τιμ. 18€ |
Τόμ. Β: Σχ. 14Χ21, Σελ. 655, Τιμ. 18€ |
|
|
|
|
|
|
Η ζωή μετά θάνατον, κατά την ορθόδοξη παράδοση
Jean -Claude Larchet, Δρ. Φιλοσοφίας και Θεολογίας
Μία μοναδική και πρωτότυπη μελέτη για την περί θανάτου ορθόδοξη παράδοση, εκπονηθείσα από τον διεθνούς φήμης Πατρολόγο. Το έργο παρουσιάζει με εμβριθή τρόπο τη θεολογική θεώρηση της φύσης του θανάτου, την πνευματική δοκιμασία που συνεπάγεται η έλευσή του για τον μελλοθάνατο και τους οικείους του, τη διδασκαλία περί δοκιμασίας της ψυχής από τα τελώνια από την 3η μέχρι και την 9η ημέρα, την είσοδο της ψυχής στον άλλο κόσμο και την μερική κρίση της κατά την 40η ημέρα, την μέση κατάσταση της ψυχής μέχρι την τελική κρίση, την ορθόδοξη αναίρεση της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας περί καθαρτηρίου πυρός, τις σχέσεις μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων και την ανάγκη των παρακλήσεων και των προσευχών υπέρ τεθνεώτων, τη διδασκαλία περί τελικής κρίσεως, αναστάσεως των νεκρών και αιώνιας ζωής και τη σύνδεσή της με την χριστιανική θεώρηση της ζωής ως πνευματικής προετοιμασίας για τον θάνατο και την αιώνια ζωή. Ο συγγραφέας παραθέτει πλήθος σχετικών βιβλικών και πατερικών χωρίων, ενώ δίδει μεγάλη σημασία στην εφαρμογή της περί θανάτου ορθοδόξου παραδόσεως και στον λειτουργικό βίο της Εκκλησίας. Μία αξεπέραστη έρευνα που δίδει ορθόδοξες απαντήσεις σε όλα τα περί θανάτου ερωτήματα του αναγνώστη.
Σχ. 15Χ22, Σελ. 408, τιμ. 15€. |
|
|
|
|
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ |
|
|
|
1 Ιουνίου
† Μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ᾿Ιουστίνου, τοῦ Φιλοσόφου
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιούνιος, Αθήνα 2009,
εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 9-12
῾Ο «θαυμασιώτατος» ᾿Ιουστίνος, κατά τό μαθητή του Τατιανό, ἐγεννήθηκε στή Φλαβία Νεάπολη τῆς Παλαιστίνης, στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ., ἀπό γονεῖς ῞Ελληνες εἰδωλολάτρες, τόν Πρίσκο Βάκχιο, καί μητέρα, τῆς ὁποίας τό ὄνομα ἀγνοοῦμε. ῾Ο Μεθόδιος ᾿Ολύμπου τόν μνημονεύει ὡς ἄνδρα μή ἀπέχοντα πολύ τῶν ᾿Αποστόλων οὔτε κατά τό χρόνο οὔτε κατά τήν ἀρετή. Πράγματι δέ ὁ χρόνος γεννήσεώς του δύναται νά τοποθετηθεῖ περί τό 110 μ.Χ., ἐφ᾿ ὅσον τό 135 μ.Χ., κατά τή συζήτηση πρός τόν Τρύφωνα, παρουσιάζεται νά ἔχει περατώσει ἤδη τίς φιλοσοφικές του σπουδές καί πρός τό τέλος τους νά ἔχει προσελκυσθεῖ στή Χριστιανική πίστη.
Προικισμένος μέ ἐξαιρετική πνευματική ἀνησυχία καί φιλομάθεια, ὁ νεαρός ᾿Ιουστίνος ἀσχολήθηκε καί ἐμβάθυνε στίς δοξασίες τῶν Στωικῶν, τῶν ᾿Επικουρείων, τῶν Περιπατητικῶν, τῶν Πυθαγορείων καί τῶν Πλατωνικῶν φιλοσόφων. Μέ ἀκόρεστη ἐπιθυμία, ἤθελε νά γνωρίσει ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια καί νά εὕρει τήν πραγματική ἱκανοποίηση. Τότε ὁ Θεός, μέ θαυμαστή ἐπέμβαση, τόν ὁδήγησε στίς πηγές τῆς ἀλήθειας, στή Χριστιανική πίστη καί ζωή, τό 135 μ.Χ.
Καθώς διηγεῖται ὁ ἴδιος, ὁ Θεός τόν ἐφώτισε μέ κάποιο Χριστιανό πρεσβύτη, «πρᾶον καί σεμνόν τό ἦθος». ῾Ο θαυμάσιος ἐκεῖνος γέροντας τοῦ ἀποκάλυψε πόσο πτωχές ἦταν οἱ θεωρίες τῶν ἀνθρώπων μπροστά στήν πραγματική ἀλήθεια, τήν ὁποία διδάσκει ὁ Θεός.
῾Ο ᾿Ιουστίνος ἀποφασίζει νά μελετήσει τήν ῾Αγία Γραφή καί νά ἐμβαθύνει στό θεῖο λόγο. Χωρίς νά πάψει νά φιλοσοφεῖ καί νά φορεῖ τό φθαρμένο χιτώνα, τόν τρίβωνα, πού ἐφοροῦσαν οἱ φιλόσοφοι, καταλάμπεται ἀπό τή Χριστιανική πίστη, «τήν μόνην φιλοσοφίαν τήν ἀληθῆ καί ἀσύμφορον», στήν ὁποία ἀποφασίζει νά διαθέσει πλέον τήν ὑπόλοιπη ζωή του.
῾Ο ᾿Ιουστίνος ἁρματωμένος μέ τά ὅπλα τά πνευματικά, ἀποφασίζει νά στήσει στή Ρώμη τό πνευματικό του στρατηγεῖο. ᾿Από ἐκεῖ ἐξαπλώνει σφοδρές ἐπιθέσεις κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως. Στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια τῶν διωγμῶν, οἱ κατατρεγμένοι Χριστιανοί τῆς Ρώμης εὑρίσκουν στό πρόσωπό του τόν ἔνθερμο ἀπολογητή καί ἀκούραστο ὑποστηρικτή. ῾Ο ᾿Ιουστίνος ἀπό τήν ἀνεξάντλητη φαρέτρα του ἀντλεῖ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, μέ τά ὁποῖα ἀποστομώνει τούς φιλοσόφους, πού διέβαλαν τό Χριστιανισμό. Τούς ἐλέγχει, γιατί κατηγοροῦν τό Χριστιανισμό χωρίς νά τόν γνωρίζουν.
Σημαντικότατο εἶναι καί τό ἔργο του «Διάλογος πρός Τρύφωνα», τό ὁποῖο περιέχει τή διήμερη θεολογική συζήτηση πού εἶχε μέ τόν ᾿Ιουδαῖο Τρύφωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε φύγει ἀπό τήν Παλαιστίνη λόγῳ τοῦ πολέμου (132-135 μ.Χ.) καί ἦταν ἐπισκέπτης στήν πόλη ὅπου ἐσπούδαζε ὁ ᾿Ιουστίνος. ῞Οταν ἀντιλήφθηκε ὅτι κάτω ἀπό τό φιλοσοφικό ἔνδυμα τοῦ νεαροῦ ᾿Ιουστίνου κρυβόταν ἕνας Χριστιανός, τόν εἰρωνεύθηκε. ᾿Επακολούθησε διήμερη συζήτηση, τῆς ὁποίας τό ὑποτιθέμενο περιεχόμενο περιελήφθηκε στό ἔργο «Διάλογος πρός Τρύφωνα». Δεδομένου ὅτι ὁ Τρύφων εἶχε ἀποφύγει «τόν νῦν γενόμενον πόλεμον», ἡ συζήτηση πρέπει νά ἔγινε τό 136 μ.Χ.
Δέν ἄργησαν ὅμως νά φανοῦν οἱ ἐναντίον τοῦ ῾Αγίου ἀντιδράσεις. Οἱ φιλόσοφοι, πού ἔχαναν συνεχῶς ἔδαφος καί οἱ ἄλλοι ἐχθροί του, τόν διέβαλαν στόν αὐτοκράτορα Μάρκο Αὐρήλιο (161-180 μ.Χ.). ῾Ο Μάρτυς ᾿Ιουστίνος ἐκφράζει τήν ὑποψία ὅτι ἐπρόκειτο νά καταδοθεῖ στίς πολιτικές ἀρχές ἀπό τόν κυνικό φιλόσοφο καί μεγαλορρήμονα Κρήσκεντα, ὁ ὁποῖος ἐφθονοῦσε τήν αὔξηση τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστιανοῦ διδασκάλου καί διέβλεπε κίνδυνο ἀπορροφήσεως τῶν μαθητῶν του ὑπό τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Φαίνεται ὅτι, μετά τό μαρτύριο τοῦ Πτολεμαίου, μαθητοῦ του πιθανῶς, περί τό 160 μ.Χ., ἀνεχώρησε ἀπό τή Ρώμη ἀπό φόβο γιά τή σύλληψή του καί ὅτι ἐπέστρεψε ἐκεῖ ἀργότερα, ἀφοῦ ἤδη εἶχε κοπάσει ὁ θόρυβος, διότι κατά τήν ἀνάκρισή του πρό τοῦ μαρτυρίου ἐδήλωσε ὅτι διέμεινε κατά δύο περιόδους στή Ρώμη. ᾿Αλλ’ ὁ ᾿Ιουστίνος ἀποφασίζει νά ἀπολογηθεῖ γιά τή διωκόμενη πίστη στόν αὐτοκράτορα καί τή Ρωμαϊκή σύγκλητο. Οἱ δύο του ᾿Απολογίες ἀποτελοῦν πραγματικά διαμάντια τῆς Χριστιανικῆς ᾿Απολογητικῆς.
Στήν πρώτη ᾿Απολογία του, τήν ὁποία ἀπευθύνει στόν αὐτοκράτορα ᾿Αντωνίνο, τά παιδιά του καί τή Ρωμαϊκή σύγκλητο, κάνει γνωστό τό τί πιστεύουν οἱ Χριστιανοί, ἀνασκευάζει τίς ἐναντίον τους κατηγορίες τῶν ᾿Εθνικῶν, περιγράφει τόν τρόπο τῆς Χριστιανικῆς λατρείας καί προσπαθεῖ μέ νηφαλιότητα, εὐγένεια καί χωρίς ρητορικά σχήματα νά τούς πείσει νά σταματήσουν τούς διωγμούς. ῾Ο ἱερός ἀπολογητής, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἐβίωνε πλήρως τήν ἐκκλησιαστική λειτουργική καί μυστηριακή ζωή, ἰδίως στά τελευταῖα κεφάλαια τῆς πρώτης ᾿Απολογίας του, ἐξέρχεται ἀπό τά καθαρῶς ἀπολογητικά πλαίσια καί ὅρια καί μεταβάλλεται σέ ἄριστο μυσταγωγό καί σέ ἕναν ἀπό τούς πρωτοπόρους σκαπανεῖς τῆς ἱστορίας τῆς θεολογίας τῆς Χριστιανικῆς λατρείας. ῾Ο ἱερός ᾿Ιουστίνος τόσο στή μνημονευθεῖσα ᾿Απολογία του, ὅσο καί περιστατικά σέ μερικά σημεῖα τοῦ λοιποῦ συγγραφικοῦ του ἔργου παρέχει ἀνεκτίμητες πληροφορίες περί τῆς Χριστιανικῆς λατρείας τῆς ἐποχῆς του, προβάλλοντας τόν ἑορτασμό τῆς Κυριακῆς, ὡς καί τήν τελεσιουργία καί συνοπτική θεολογία τῶν ἱερῶν μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
῾Η μέρα τῆς Κυριακῆς θεωρεῖται ὡς πρώτη μέρα τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ κτίσεως. ῾Η Θεία Λειτουργία γίνεται ἐμψυχοῦσα τήν διακονία ἐντελέχεια, ἐφ᾿ ὅσον κατά τή διάρκεια τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως « οἱ εὐποροῦντες... καί βουλόμενοι κατά προαίρεσιν ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ ὅ βούλεται δίδωσι, καί τό συλλεγόμενον παρά τῷ προεστῶτι ἀποτίθεται, καί αὐτός ἐπικουρεῖ ὀρφανοῖς τε καί χήραις, καί τοῖς διά νόσον ἤ δι᾿ ἄλλην αἰτίαν λειπομένοις, καί τοῖς ἐν δεσμοῖς οὖσι, καί τοῖς παρεπιδήμοις οὖσι ξένοις, καί ἁπλῶς πᾶσι τοῖς ἐν χρείᾳ οὖσι κηδεμών γίνεται».
῞Οσον ἀφορᾶ στό Βάπτισμα, ὁ ῞Αγιος ᾿Ιουστίνος πληροφορεῖ ὅτι «τοῦ ὑπέρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καί εἰς ἀναγέννησιν λουτροῦ» προηγεῖται ἡ κατήχηση. ῾Ωσαύτως τοῦ Βαπτίσματος προηγοῦντο ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία τόσο τῶν βαπτιζομένων, ὅσο καί τῶν λοιπῶν πιστῶν.
Στή δεύτερη ᾿Απολογία του, τήν ὁποία ἀπευθύνει στή Ρωμαϊκή σύγκλητο, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ Χριστιανοί διώκονται, ἐπειδή πιστεύουν στήν ἀλήθεια καί ζοῦν ἐνάρετη ζωή καί ὄχι γιά κάτι ἀξιόποινο.
῞Ομως οἱ ᾿Απολογίες τοῦ Μάρτυρος ᾿Ιουστίνου δέν μετέστρεψαν τούς εἰδωλολάτρες, καθ᾿ ὅσον ἐπί ἐπάρχου Ρώμης τοῦ ᾿Ιουνίου Ρουστικοῦ (162-167 μ.Χ.), ἄλλοτε παιδαγωγοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου, πιθανῶς τό 165 μ.Χ., ἀποκεφαλίσθηκε μαζί μέ ὁμάδα μαθητῶν του.
Στό κοιμητήριο τῆς Πρισκίλλης εὑρέθηκε λίθος ἐνεπίγραφος πού ἔφερε τά γράμματα ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδή Μάρτυς ᾿Ιουστίνος, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐκάλυπτε τόν τάφο τοῦ ῾Αγίου.
῎Οχι μικρός ἀριθμός ἄλλων ἔργων τοῦ ῾Αγίου Μάρτυρος ᾿Ιουστίνου, μαρτυρουμένων ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο ἤ ἀπό μεταγενέστερους συγγραφεῖς, ἔχουν χαθεῖ. Τά ἔργα αὐτά εἶναι· «Σύνταγμα κατά πασῶν τῶν αἱρέσεων», «Κατά Μαρκίωνος», «Περί ψυχῆς», «Πρός ῞Ελληνας», «῎Ελεγχος πρός ῞Ελληνας», «Περί μοναρχίας Θεοῦ», «Περί ᾿Αναστάσεως», «῾Ερμηνεία εἰς τήν ᾿Αποκάλυψιν», «Ψάλτης», «Πρός Σοφιστήν Εὐφράσιον περί προνοίας καί πίστεως», «Διάλογος πρός Κρήσκεντα», «Πρός ᾿Ιουδαίους». |
|
|
|
|
ΑΡΘΡΟ |
|
|
| |
Κωνστανίνος Παλαιολόγος – Πολιορκία και ‘Aλωση της Κωνσταντινουπόλεως
Σλουμβερζέ Γουσταύου
Εκδ. Ρηγόπουλου,
Θεσσαλονίκη 1991 (Α΄έκδ. Αθήναι 1914), σελ. 358-366
Περί δε των περιστατικών του θανάτου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αι σύγχρονοι διηγήσεις διαφέρουσιν απ’ αλλήλων. Οι θρύλοι αντικατέστησαν την αλήθειαν, ήτις μένει αμφίβολος. Ουδείς των ιστορικών της πολιορκίας παρέστη εις τον θάνατον αυτού. Ο πιστός Φραντζής, όστις είχεν ακολουθήσει αυτόν μέχρι της δραματικής εκείνης ιππηλασίας ανά το μήκος του τείχους, ης αφήκεν εις ημάς την συγκινητικήν αναμνησιν, λέγει ρητώς, ότι την εσχάτην εκείνην ώραν δεν ευρίσκετο πλησίον του αγαπητού ηγεμόνος, αλλ’ ήτο μακράν, εντεταλμένος αποστολήν τίνα, όπως επιθεώρηση άλλο μέρος της Αμύνης (1). Ο δε Κριτόβουλος λέγει, καθ’ α είδομεν, ότι ο βασιλεύς έπεσε πλησίον της πυλίδος, ήτις εχρησίμευσεν εις την αποχώρηοιν του Ιουστινιάνη (2). Λεονάρδος ο Χίος μαρτυρεί, ότι κατερρίφθη χαμαί υπό γενίτσαρου, ανηγέρθη και έπειτα επλήγη εκ νέου θανασίμως πλέον (3). Ο Μοντάλδος ποιείται λόγον περί δυο διαφόρων φημών διαδοθεισών τότε. Τούτων η μεν ελεγεν, ότι κατεπατήθη εν τη συγχύσει των φευγόντων, η δε άλλη, ότι Τούρκός τις απέκοψεν αυτού την κεφαλήν (4). Ο Ρικκέριος μαρτυρεί ομοίως, ότι κατεπατήθη υπό του πλήθους των φυγάδων (5). Ο Φίλελφος διηγείται, ότι ώρμησε, πλήσσων δεξιά και αριστερά και φονεύων πάντας τους ευρεθέντας προ αυτού, εν ω έπιπτε (6). Κατά τον Πούσκουλον αγωνιζόμενος προς τους γενιτσάρους «κατ’ αυτό το πρόχωμα (7)», εφόνευσε τρεις, είτα δ’ εφονεύθη και αυτός υπό δεινού πλήγματος ξίφους, και η κεφαλή αυτού απετμήθη και απήχθη υπό τίνος γινώσκοντος αυτόν και εκομίσβη εις τον Μωάμεθ, όστις επλήρωσε την επηγγελμένην αμοιβήν (8). Ο Δούκας αφηγείται, ότι δυο Τούρκοι διημφισβήτησαν προς αλλήλους την τιμήν του φόνου του Κωνσταντίνου και της αποκομίσεως της κεφαλής αυτού και ότι αύτη ανεγνωρίσθη υπό των πιστών αυτού, εν οις και ο μέγας δουξ Λουκάς Νοταράς, και προσηλώθη επί κίονος του Αυγουσταίου, επειδή δ’ εξεδάρη, και το δέρμα πληρωθέν δι’ αχύρων επομπεύθη κατά διαταγήν του σουλτάνου ανά την Περσίαν και την Αραβίαν και παρά τοις άλλοις Τούρκοις (9). Ο Μοντάλδος προσθέτει, ότι η περιπλανώμενη εκείνη κεφαλή εστάλη εις τον πασσάν της Βαβυλωνίας, συνοδευομένη υπό τεσσαράκοντα νεανιών και τεσσαράκοντα παρθένων αιχμαλώτων, του Μωάμεθ διατάξαντος την παράδοξον εκείνην διαπόμπευσιν, όπως αγγείλη ανά πάσαν την Ασίαν τον θρίαμβον της ημισελήνου (10).
Ιδού η διατύπωσις του Πολωνού γενίτσαρου· «Ο Κωνσταντίνος ηγωνίσθη γενναίως, και τέλος έπεσε, φονευθείς υπό γενιτσάρου, όστις, αφ’ ου πρώτον απέκοψε την κεφαλήν αυτού, μεταβάς έρριψεν αυτήν εις τους πόδας του σουλτάνου, λέγων «Ευτυχισμένε σουλτάνε, ιδού η κεφαλή του φοβερωτάτου των εχθρών σου». Ο σουλτάνος, στραφείς προς τίνα αιχμάλωτον επιφανή, καλούμενον Ανδρέαν, ηρώτησεν αυτόν, αν εγίνωσκε τίνος ήτο η κεφαλή εκείνη. « Είνε του αυθέντου ημών, του βασιλέως», απήντησεν ο Έλλην, ολολύζων. Ο Μωάμεθ αντήμειψε τον γενίτσαρον τον καλούμενον Σαφαλέρ, δους εις αυτόν την διοίκησιν του Αϊδινίου εν τη Ανατολή».
Η δε πιθανωτάτη των διηγήσεων είνε εκείνη, καθ’ην , του σουλτάνου μαθόντος αμέσως μετά τον θρίαμβον τα κατά την τύχην του αυτοκράτορος, ανεγνωρίσθη μετά μακράς έρευνας το πτώμα τούτου εκ των πέδιλων των εχόντων χρυσούς αετούς, και κατά διαταγήν του Μωάμεθ η κεφαλή, κοπείσα και πλυθείσα, επεδείχθη εις τους πρωτεύοντας των αιχμαλώτων, αναγνωρισάντων αυτήν μετά συγκινήσεως αφάτου.
Μετά την εις τον περίβολον εισπέλασιν των πολεμίων, λέγει ο κ. Pears, οι τελευταίοι αμύντορες ευρέθησαν εμπερικεκλεισμένοι εν αύτω ως εν μυάγρα. Η μόνη αυτών έξοδος η μείνασα ελευθέρα, ίνα καταφύγωσιν εις την πόλιν, ήτο η μικρά πυλίς, δι’ ης είχεν αποσυρθεί ο Ιωάννης Ιουστινιάνης. Η μεγάλη πύλη του Αγίου Ρωμανού, η πύλη της εφόδου, έμεινεν ακόμη κεκλεισμένη. Παμμεγέθης σωρός πτωμάτων Ελλήνων και Ιταλών απέκλειεν αυτήν και παρεκώλυε πάσαν απόδρασιν. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος λέγει, ότι περίπου οκτακόσιοι των πολιορκουμένων, Έλληνες τε και Λατίνοι, έπεσον εν εκείνω τω μέρει. Η εσχάτη ήττα των τελευταίων επιζησάντων εκ του θαρραλέου στίφους του Ιουστινιάνη επερατώθη υπό σώματος γενιτσάρων, εισπελασάντων εις τον περίβολον άνωθεν του σταυρώματος. Συνετεταγμένοι δίκην φάλαγγος συμφώνων προς αυτήν την εκφρασιν τοϋ Λεονάρδου, εσάρωσαν τα πάντα ενώπιον εαυτών. Χάρις εις την αριθμητικήν αυτών υπεροχήν ηδυνήθησαν μετά της μεγίστης ευκολίας να θυσιάσωσιν άπαντας εκείνους τους πολιορκουμένους όσοι δεν είχον κατορθώσει ακόμη να εισέλθωσιν εις την πόλιν. Το μέγα τείχος το κατεστραμμένον κατά μέγα μέρος, εγκαταλειφθέν υπό των τελευταίων αυτού προμάχων, ουδαμώς πλέον παρεκώλυε αυτούς. Και αυτή δε η πύλη του Αγίου Ρωμανού εξεβιάσθη τέλος, ανοιχθείσα πλέον διάπλατα. Ουδεμίαν πλέον παρείχε δυσκολίαν η εις την πόλιν είσοδος. Στίφος Τούρκων στρατιωτών έσπευσεν εις την πύλην της Αδριανουπολεως, και ανέωξε και αυτήν έσωθεν. Από της στιγμής εκείνης η Κωνσταντινούπολις ήτο παραδεδομένη εις τους Τούρκους.
Ότε ο λαμπρός ήλιος ακτινοβόλου ημέρας του ανατολικού Μαίου ανέτειλεν επί της πενθίμου εκείνης και μεγαλοπρεπούς άμα σκηνής, ο σουλτάνος Μωάμεθ ηδυνήθη αίφνης να συνίδη, ότι ο κολοσσιαίος αγών της δαιμόνιας αυτού νεότητος είχε τέλος περανθή. Ό τι είκοσι πολιορκίαι επιχειρηθείσαι υπό πλείστων όσων λαών της οικουμένης δεν είχον δυνηθή να επιτύχωσιν επί δυο αιώνας, είχε συντελέσει Εκείνος δια της ιδίας δραστηριότητος, της καρτερίας και του αδαμάστου ζήλου των στρατιών αυτού, ιδίως δε δια του θαυμασίου αυτού πυροβολικού. Τώρα είχεν υποδεδουλωμένην προ αυτού την αγέρωχον εκείνην πόλιν, την επί αιώνας βασιλεύουσαν των χριστιανικών πόλεων της Ανατολής, ήτις ανέκαθεν αντετάσσετο νικηφόρος εις τον ακοίμητον πόθον των απειραρίθμων υιών του προφήτου. Πως να παραστήσωμεν την άφθαστον χαράν την καταλαβούσαν την ώραν εκείνην την καρδίαν του υπέρτατου εκείνου μονάρχου, του ήγεμόνος εκείνου του έχοντος μόλις είκοσι και δυο ετών ηλικίαν, όστις ηγείτο της ισχυρότατης εν εκείνοις τοις χρόνοις στραιάς, ήτις προ μικρού είχεν εκπορθήσει μετά πολιορκίαν πρωτοφανή την μεγίστην, την πλουσιωτάτην πόλιν του μεσούντος δεκάτου πέμπτου αιώνος; Έφιππος, σκιαζόμενος υπό της μεγάλης αυτού σημαίας (11), περιβαλλόμενος υπό των σημάτων του χαλιφάτου, παρέστη ο Μωάμεθ επί μακρόν μετ ‘ ευλόγου υπερηφάνειας εις την είσοδον των μεγαλοπρεπών και γραφικών εκείνων στιφών, άτινα πλέον δια πάντων των ρηγμάτων και απασών των πυλών εισεχέοντο δίκην χειμάρρου ανεξάντλητου εις την ήττημένην πόλιν.
Διάβαστε ολόκληρο το άρθρο |
|
| |
|
|
| |
Λόγος ΛΑ’, Περί του αγίου Πνεύματος
Γρηγορίου Θεολόγου
εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, σελ. 88-101
Μτφρ.: Διονύσιος Κακαλέτρης
Ο ΛΑ’ Λόγος είναι ο σπουδαιότερος από τους θεολογικούς Λόγους του αγ. Γρηγορίου. Εκφωνήθηκε στο ναό της αγ. Αναστασίας, στην Κωνσταντινούπολη, το 380, πιθανόν κατά το διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου. Είναι η πρώτη φορά που σε ειδική πραγματεία, αφιερωμένη στο άγιο Πνεύμα, ομολογείται και καταδεικνύεται η θεότητα και το ομοούσιο του αγ. Πνεύματος.Ο Γρηγόριος διακηρύσσει την ορθή πίστη της Εκκλησίας ότι «εκ φωτός του Πατρός, φως καταλαμβάνοντες τον Υιόν εν φωτί τω Πνεύματι» (§ 3). Καταρρίπτει, στη συνέχεια, τους συλλογισμούς των αιρετικών Πνευματομάχων με θεολογικά επιχειρήματα (§ 4-21) και τέλος, απαντώντας στο επιχείρημα ότι στην αγία Γοαφή δεν δηλώνεται ρητά η θεότητα του Πνεύματος, παραθέτει πλήθος χωρίων, όπου υποδεικνύεται η θεότητα του Πνεύματος (§ 29-30). Αλλά και το ίδιο το Πνεύμα τώρα, σύμφωνα με το Γρηγόριο, φανερώνει στους άξιους βαθύτερα και σαφέστερα ότι είναι Θεός, ένα από τα τρία πρόσωπα της μιας θεότητας (§ 26).
3. Εκείνοι, λοιπόν, οι οποίοι είναι δυσαρεστημένοι και με σφοδρότητα υπερασπίζονται το «γράμμα», επειδή εμείς τάχα εισάγουμε κάποιον ξένο και παρείσακτο Θεό, να ξέρουν καλά ότι φοβούνται εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Και ας γνωρίζουν σαφώς, ότι κάλυμμα της ασέβειάς τους είναι η φιλία του «γράμματος», όπως θα φανεί εντός ολίγου, όταν, όσο είναι δυνατόν, θα ανατρέψουμε τα επιχειρήματά τους. Εμείς βέβαια έχουμε τόση πίστη στη θεότητα του Πνεύματος, το οποίο λατρεύουμε, ώστε από Αυτό θ’ αρχίσουμε το λόγο για το Θεό, αναφέροντας τις ίδιες εκφράσεις για την Τριάδα, έστω κι αν φανεί σε μερικούς πολύ τολμηρό. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο Πατέρας. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο Υιός. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο άλλος Παράκλητος «ήταν» και «ήταν» και «ήταν»· όμως ένα «ήταν» υπάρχει. «φως» και «φως» και «φως», αλλά ένα φως, ένας Θεός. Αυτό είναι εκείνο που ο Δαβίδ παλαιότερα κατανόησε, όταν έλεγε: «στο φως σου θα δούμε το φως». Και τώρα εμείς και έχουμε ιδεί και διακηρύσσουμε ότι κατανοούμε τον Υιό ως φως που προέρχεται από φως, τον Πατέρα, μέσα στο φως, του Πνεύματος”. Ετσι έχουμε μια σύντομη και απλή θεολογία για την Τριάδα. Όποιος θέλει να περιφρονήσει όσα λέμε, ας τα περιφρονήσει. Κι όποιος θέλει ν’ αμαρτάνει, ας αμαρτάνει- εμείς κηρύσσουμε αυτό που έχουμε καταλάβει καλά. Και αν από εδώ κάτω δεν ακουγόμαστε, σε υψηλό βουνό θ’ ανεβούμε και θα φωνάξουμε. Θα «υψώσουμε» το Πνεύμα, δεν θα φοβηθούμε. Και αν φοβηθούμε, (αυτό θα γίνει) όχι την ώρα που κηρύσσουμε, αλλά όταν σιωπούμε (ησυχάζουμε).
4. Αν υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο δεν υπήρχε ο Πατήρ, άλλο τόσο υπήρξε χρόνος που δεν υπήρχε ο Υιός. Και αν υπήρξε χρόνος που δεν υπήρχε ο Υιός, τότε υπήρξε χρόνος που δεν υπήρχε ούτε το άγιο Πνεύμα. Αν το ένα υπήρχε από την αρχή, τότε και τα τρία υπήρξαν το ίδιο. Τολμώ να πω, πως αν το ένα υποβιβάσεις, ούτε τα άλλα δύο να εξυψώσεις. Ποιά άραγε ωφέλεια υπάρχει από μία ατελής θεότητα; Ακόμη περισσότερο, τι είδους θεότητα είναι αυτή, αν δεν είναι τέλεια; Κατά κάποιον τρόπο δεν υπάρχει, εάν δεν έχει την αγιότητα· και πως θα την έχει, αν δεν έχει το Πνεύμα; Εκτός εάν υπάρχει άλλη αγιότητα εκτός από το Πνεύμα· ας μας πει κάποιος πως αυτή κατανοείται αλλιώς. Αν όμως η αγιότητα είναι το Πνεύμα, πως τότε δεν υπήρχε από την αρχή; Σαν να ήταν καλλίτερο για τον Θεό να υπήρξε ποτέ ατελής και χωρίς το Πνεύμα. Αν δεν υπήρξε από την αρχή το Πνεύμα, τότε τοποθετείται στην ίδια κατηγορία με μένα, ακόμη κι αν δημιουργήθηκε λίγο πριν από μένα (1). Διότι ως προς το χρόνο εμείς αντιδιαστελλόμαστε από τον Θεό. Εάν τοποθετείται το Πνεύμα στην ίδια κατηγορία με μένα, πως εμένα με θεοποιεί ή πως με ενώνει με τη θεότητα;
5. Όμως θ’ ασχοληθώ για χάρη σου λίγο περισσότερο με το θέμα αυτό. Όσα έχουν σχέση βέβαια με την αγία Τριάδα επεξηγήσαμε και προηγουμένως. Οι Σαδδουκαϊοι κατ’ αρχήν, νόμισαν ότι δεν υπάρχει καθόλου το άγιο Πνεύμα, ούτε βέβαια άγγελοι, ούτε ανάσταση· δεν ξέρω γιατί περιφρόνησαν εντελώς τις τόσες μαρτυρίες της Παλαιός Διαθήκης. Από τους Έλληνες πάλι, οι περισσότεροι θεολόγοι και όσοι βρίσκονται πιο κοντά στη δική μας αλήθεια, το συνέλαβαν με τη φαντασία τους, όπως μου φαίνεται· σχετικά όμως με την ονομασία του διαφοροποιήθηκαν, καλώντας το «νου του παντός» και «θύραθεν νου» και άλλες σχετικές ονομασίες (2). Από τους δικούς μας σοφούς τώρα, άλλοι το εξέλαβαν ως ενέργεια, άλλοι ως κτίσμα, άλλοι ως Θεό και άλλοι δεν ξέρουν πιο από τα δύο αύτά, σεβόμενοι τη Γραφή, διότι, όπως ισχυρίζονται, δεν φανέρωσε καθαρά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και γι’ αυτό ούτε το σέβονται, ούτε το περιφρονούν, κρατώντας κάπως μία μέση στάση γι’ αυτό, μάλλον όμως πολύ άθλια. Απ’ όσους πάλι το θεώρησαν Θεό, άλλοι είναι ευσεβείς μόνο μέχρι τη σκέψη, ενώ άλλοι τολμούν να εκφράζουν την ευσέβεια και με τα χείλη. ΄Ακουσα ακόμη άλλους σοφότερους ν’ αξιολογούν τη θεότητα. Αυτοί λοιπόν, όπως και εμείς, τρία ομολογούν με το νου τους ότι υπάρχουν, τόσο όμως διαχωρίζονται μεταξύ τους, ώστε το μεν ένα (δηλ. τον Πατέρα) και ως προς την ουσία και ως προς τη δύναμη να παρουσιάζουν αόριστο- το άλλο (τον Υιό), ως προς τη δύναμη, όχι όμως ως προς την ουσία- το τρίτο (το Πνεύμα) και ως προς τα δύο περιγραπτό· με άλλον τρόπο μιμούνται αυτούς που ονομάζουν «δημιουργό» και «συνεργό» και «λειτουργό» τα πρόσωπα, εκλαμβάνοντας τη σειρά των ονομάτων και διαβάθμιση των προσώπων που αντιπροσωπεύουν.
7. Εδώ ο δικός σου λόγος οι σφενδόνες ας μπουν σε δράση, οι συλλογισμοί ας γίνουν περίπλοκοι. Οπωσδήποτε, ή αγέννητο είναι το Πνεύμα ή γεννητό. Και αν είναι αγέννητο, τότε δύο είναι τα άναρχα. Εάν πάλι είναι γεννητό, πάλι θα υποδιαιρέσεις· ή από τον Πατέρα προέρχεται τούτο, ή από τον Υιό. Και αν βέβαια γεννιέται από τον Πατέρα, τότε υπάρχουν δύο γιοι και αδελφοί. Αν θέλεις, φτιάξε τους και διδύμους, ή τον ένα μεγαλύτερο και τον άλλο νεώτερο, αφού είσαι τόσο φιλοσώματος. Εάν πάλι έχει φανεί από τον Υιό, λέγει, μας φανερώνεται και Θεός-εγγονός! Τι πιο παράξενο από αυτό θα μπορούσε να υπάρξει; Αυτή είναι η γλώσσα όσων είναι σοφοί στο να πράττουν το κακό, μη θέλοντας να γράφουν τα καλά. Όμως εγώ, αν έβλεπα ότι είναι αναγκαία η διαίρεση, θα δεχόμουν τις πραγματικότητες που εκφράζει, χωρίς να φοβάμαι να τις κατονομάσω. Ούτε όμως, επειδή ο Υιός είναι Υιός σύμφωνα με κάποια ανώτερη σχέση που έχουν μεταξύ τους, εξαιτίας του ότι δεν θα μπορούσαμε με άλλο τρόπο παρά μόνο έτσι να δείξουμε ότι προέρχεται από τον Θεό και είναι ομοούσιος, πρέπει να νομισθεί ότι είναι απαραίτητο όλες τις επίγειες ονομασίες και μάλιστα αυτές που δηλώνουν συγγένεια, να τις μεταφέρουμε στο Θεό. Ή μήπως θα εκλάβεις και αρσενικού γένους τον Θεό σύμφωνα με τον λόγο αυτό, επειδή ονομάζεται Θεός και Πατήρ; Και ως κάποιο θηλυκό τη θεότητα, σύμφωνα με το γένος των λέξεων και ουδέτερο το Πνεύμα, επειδή δεν γεννάει; Κι αν μας πεις και αυτό το κωμικό, ότι δηλαδή ο Θεός γέννησε τον Υιό αφού συνενώθηκε με τη θέλησή του, σύμφωνα με κάποιες παλιές ανοησίες και μυθοπλασίες, τότε μας εισήχθη κάποιος αρσενικοθήλυκος θεός του Μαρκίωνα και του Ουαλεντίνου, ο οποίος έφευρε με το νου του τους νέους αιώνες (3). .
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο
|
|
| |
|
|
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ |
|
|
| |
Αφιέρωμα στην άλωση της Κπόλεως
|
|
| |
|
|
| |
Αφιέρωμα στην εορτή της Πεντηκοστής

|
|
| |
|
|
|
|