|
|
|
ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ |
|
|
|
Ερμηνευτικόν Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων
Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,
Ομότιμ. Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Το παρόν ερμηνευτικό υπόμνημα παρέχει στον αναγνώστη μία εμβριθή φιλολογική και θεολογική ανάλυση του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου των Πράξεων των Αποστόλων προς απόδοση του βαθυτέρου και ακριβούς εννοιολογικού περιεχομένου του έργου. Πρόκειται περί πρωτογενούς και αρχέγονου καινοδιαθηκικού κείμενου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες των πρώτων τοπικών Εκκλησιών. Προς βοήθεια του αναγνώστη παρατίθενται συγχρόνως και οι σχετικές ερμηνείες των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Μ. Βασιλείου, του Μ. Αθανασίου του Θεοφυλάκτου, του Διδύμου του Τυφλού κ.ά. Πρόκειται για ένα έργο απαραίτητο για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στα μυστήρια της θείας αποκάλυψης και στα πρώτα ιστορικά βήματα της Εκκλησίας.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 848, Τιμ. 30€.
|
|
|
|
|
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ |
|
|
|
Το ταξίδι του ψηφιδωτού στους τόπους και τους χρόνους -
Τα ανά την Οικουμένη εντοίχια χριστιανικά ψηφιδωτά
Χριστόφορος Δ. Σωφρονίου, Άρχων Υπομνηματογράφος Μ.τ.Χ.Ε.
Επιμέλεια Δημήτριος Μαυρόπουλος
Ένα μνημειώδες έργο στο οποίο παρουσιάζονται τα ανά την οικουμένη διεσπαρμένα εντοίχια χριστιανικά ψηφιδωτά από τα μέσα του 3ου αιώνα μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Τις ψηφιδωτές παραστάσεις ο συγγραφέας τις περιγράφει ενταγμένες στο κτίσμα το οποίο κοσμούν (εκκλησία, παρεκκλήσιο, βαπτιστήριο, μαυσωλείο ή και κατακόμβη). Η επιστημονική παρουσίαση των ψηφιδωτών, η οποία γίνεται με γεωγραφικά κριτήρια (Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Θεσσαλονίκη, Ιταλία, Ραβένα, Κύπρος, Ελλάδα, Σικελία, Βενετία κ.α.) διανθίζεται από την παράθεση ιστορικών μύθων και βιογραφιών. Το έργο προλογίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ενώ πέρα από το πλήθος καλαίσθητων τετράχρωμων φωτογραφιών των ψηφιδωτών, περιέχει πλούσια διεθνή βιβλιογραφία για τον ερευνητή και γλωσσάρι αρχιτεκτονικών όρων.
Σχ. 24Χ29, Σελ. 720, Τιμ. 40€.
|
|
|
|
|
|
Στρατιωτικοί Ιερείς
στα πεδία των μαχών των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913)
με βάση ανέκδοτο αρχειακό υλικό
Αρχιμ. Μελετίου Π. Κουράκλη

Ο συγγραφεύς, όντας Διευθυντής του Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι ο κατ’ εξοχήν ειδικός επί του θέματος της συμμετοχής των στρατιωτικών ιερέων στις χρυσές σελίδες των απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνικού Στρατού. Στο νέο επιστημονικό του πόνημα εξετάζει επί τη βάσει ανέκδοτων μέχρι σήμερον πηγών τη συμμετοχή των ιερέων στο έπος των Βαλκανικών Πολέμων, την ποιμαντική διακονία τους προς το στράτευμα, αλλά και την ιερατική διακονία που ανέλαβαν στελεχώνοντας έρημους Ναούς στις απελευθερωθείσες περιοχές. Το έργο προλογίζει ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος και ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Κων. Φλώρος.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 720, Τιμ. 15€. |
|
|
|
|
|
Το Σύμβολον της Πίστεως - Φύση και ιδιότητες της Εκκλησίας
Βλασίου Ι. Φειδά, Ομότ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Μία εμβριθής επιστημονική μελέτη για τo Σύμβολο πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλως, είναι το κοινό Οικουμενικό Σύμβολο πίστεως για όλες τις Εκκλησίες και Ομολογίες της χριστιανικής Οικουμένης, αφού, παρά τις διαφορετικές θεολογικές προσεγγίσεις ή ερμηνείες του, εκφράζει την αυθεντική αποστολική παράδοση και επιβεβαιώνει την άρρηκτη σχέση της Πατερικής θεολογίας με τους δογματικούς Όρους των επτά κοινών Οικουμενικών Συνόδων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 344, Τιμ. 15€. |
|
|
|
|
|
Αυτουργία, Κύηση και πρόσωπα- Δοκίμια για την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής
Επιμ. Bruce P. Blackshaw, Daniel Rodger, Nicholas Colgrove
Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη
Το παρόν έργο προσφέρει μία διεπιστημονική προσέγγιση με βάθος γύρω από την ηθική αξία της ανθρώπινης ζωής, τη φύση του εμβρύου, και την ηθική αυτουργία σε σχέση με την εγκυμοσύνη και την έκτρωση. Συνδυάζει φιλοσοφία, ηθική, νομική και θεολογία, δημιουργώντας ένα πολύπλευρο υπόβαθρο για την κατανόηση της ανθρώπινης ζωής και της έννοιας του «προσώπου» από πολλές οπτικές γωνίες. Αυτή η πολυφωνία διαφωτίζει τον αναγνώστη και του επιτρέπει να εξετάσει το ζήτημα πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα.
Επιπλέον, αναλύει την έννοια της προσωπικής αυτουργίας. Η έννοια της αυτουργίας- του δρώντος προσώπου που φέρει ηθική ευθύνη- είναι κεντρική. Το βιβλίο εστιάζει στο πώς η εγκυμοσύνη μεταμορφώνει τη σωματική και ηθική αυτονομία της γυναίκας και εξετάζει το πώς μπορούμε να εννοήσουμε αυτήν την ευθύνη δίχως τιμωρητική διάθεση, αλλά με φιλόσοφη κατανόηση. Ακολούθως, αντιμετωπίζει το έμβρυο ως πρόσωπο, καθώς ένα από τα επίμαχα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή να έχει ηθική αξία- και αν το «έμβρυο» είναι πρόσωπο με δικαιώματα. Οι συγγραφείς επιχειρούν συστηματική ανάλυση αυτών των όρων και παραθέτουν επιχειρήματα υπέρ της ηθικής ισότητας των αγέννητων ανθρώπων.
Παράλληλα, αντιμετωπίζει τις τυχόν εναλλακτικές θεωρήσεις με σεβασμό· δηλαδή δεν πρόκειται για ένα μονομερές έργο υπέρ μιας στάσεως. Πολλά κεφάλαια εμπλέκονται με λεπτότητα και κριτικά με φιλοσοφικά επιχειρήματα περί της έκτρωσης, και επιχειρούν να τα ανασκευάσουν με ορθολογικά μέσα, όχι συναισθηματισμούς.
Σχ. 17Χ24, σελ. 432, Τιμ. 14€. |
|
|
|
|
|
Συναξάρια και Βίοι Αγίων κατά την εκκλησιαστική παράδοση των Μηναίων
Εισαγωγή, απόδοση, σχόλια
Γεώργιος Γ. Παπαδημητρόπουλος
Η νέα τρίτομη επιμελημένη επανέκδοση των Συναξαρίων και των Βίων των Αγίων του κλασικού δωδεκάτομου έργου του αειμνήστου θεολόγου και φιλολόγου Γεωργίου Παπαδημητρόπουλου σε γλαφυρή νεοελληνική απόδοση αναδεικνύει την διαχρονική αξία των Αγίων στην εκκλησιαστική συνείδηση, ο βίος των οποίων συνιστά πρότυπο κάθε πιστού. Τα πρόσωπα των Αγίων παραμένουν διαχρονικοί οδηγοί, συμπαραστάτες και μεσίτες στο ταξίδι μας προς την Βασιλεία του Θεού.
|
|
|
Τόμ. Α΄,
Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος,
Σχ. 17Χ24, Σελ. 736, Τιμ. 20€.
|
Τόμ. Β΄, Ιανουάριος- Απρίλιος
Σχ. 17Χ24, Σελ. 544, Τιμ. 20€.
|
Τόμ. Γ΄, Μάϊος- Αύγουστος
Σχ. 17Χ24, Σελ. 592, Τιμ. 20€.
|
|
|
|
|
|
|
Αγιολόγιον πάντων των εν Ιταλία και από Ιταλίας αθλησάντων
και τελειωθέντων Μαρτύρων, Αγίων και Οσίων πατέρων και μητέρων ημών
Φωτίου Τζελέπη, Δρ Θεολογίας
Ένα μνημειώδες δίτομο Αγιολόγιο της Ιταλικής χερσονήσου, περιέχον το σύνολο των Αγίων, Μαρτύρων και Οσίων που ανεδείχθησαν στην ενιαία Εκκλησία κατά την Α΄ χιλιετία του ιστορικού βίου της και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τόσο στη Δύση, όσο και στην Ανατολή. Η θεολογική τους συμβολή, η ιστορική τους επίδραση, η πνευματική τους κληρονομία και η πολιτιστική τους επιρροή ακτινοβολεί μέχρι τις ημέρες μας. Η δίτομη, πολυτελής έκδοση κοσμείται από σπανίου κάλλους τετράχρωμες αγιογραφίες.
|
|
Α΄ Τόμ. Σχ. 24Χ28, Σελ. 592, Τιμ. 35€. |
Β΄ Τομ. 24Χ28, Σελ. 448, Τιμ. 35€. |
|
|
|
|
|
|
Μικρό Εισοδικό στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος
Σε μια εποχή κατά την οποία τα ιερά μυστήρια καταντούν μέσα από νοοτροπίες ματαιοδοξίας και κενοδοξίας απλώς κοινωνικές τελετές, απογυμνωμένες από το λειτουργικό και μυστηριακό τους χαρακτήρα, είναι ουσιαστικό και σημαντικό να γνωρίσουμε τι συμβαίνει στην Εκκλησία κάθε στιγμή της λατρείας και της λειτουργικής ζωής. Πρώτα μαθαίνουμε, μετά αγαπάμε και στη συνέχεια πιστεύουμε.
Για τον λόγο αυτό, η Αποστολική Διακονία προχώρησε στην έκδοση αυτού του κατηχητικού βιβλίου, υπό τον τίτλο «Μικρό Εισοδικό στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας», στο οποίο αναλύονται ευσύνοπτα τα ιερά Μυστήρια, το τελετουργικό τους και οι λειτουργικοί συμβολισμοί. Το βιβλίο ακολουθεί το μονοτονικό σύστημα γραφής και είναι πλούσια διακοσμημένο με εικονογραφικό υλικό. Απευθύνεται σε νέους και οικογένειες, γενικότερα στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, που τόσο διψούν να μάθουν τα της πίστεως και τα του λειτουργικού βίου.
Σχ. 21Χ22, Σελ. 128 σελ. - τετράχρωμο.
Προνομιακή τιμή: 2,90 €. |
|
|
|
|
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ |
|
|
|
† 11 Ιουνίου
Μνήμη των αγίων Αποστόλων Βαρθολομαίου και Βαρνάβα
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιούνιος, Αθήνα 2009,
εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 191-203
Το όνομα ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ σημαίνει «υιός του Θολομαίου». Οι πληροφορίες για τον Απόστολο Βαρθολομαίο στην Καινή Διαθήκη και την εκκλησιαστική παράδοση είναι ελάχιστες. Το όνομά του αναγράφεται μόνον στην αναφορά των ονομάτων των Δώδεκα Αποστόλων (Ματθ. 10, 3. Μάρκ. 3, 18. Λουκ. 6,14. Πράξ. 1, 13). Η Εκκλησία τον εταύτισε με τον Ναθαναήλ, του οποίου το όνομα αναφέρεται πάντοτε με αυτό του Φιλίππου. Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας. Προφανώς το όνομα Βαρθολομαίος χαρακτηρίζει το πατρώνυμο του Ναθαναήλ. Οι λόγοι της ταυτίσεως αυτής είναι· α) ότι στους καταλόγους των Μαθητών στα Συνοπτικά Ευαγγέλια (Ματθ. 10, 3. Μάρκ. 3, 18. Λουκ. 6,14.) και στις Πράξεις (1,13) ονομάζεται μόνο ως Βαρθολομαίος, ενώ στον κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (21, 2. 1, 43-52.) μόνο ως Ναθαναήλ. β) ΄Οτι στους καταλόγους αυτούς συγκαταριθμείται μόνο με τον Φίλιππο και αυτό είναι σύμφωνο προς την πληροφορία του Ιωάννου, ότι ο Φίλιππος προσκαλεί τον Ναθαναήλ, για να δει τον Μεσσία Ιησού. Ο ιερός Αυγουστίνος (PL 36, 788.) υπεστήριζε ότι ο Ιησούς δεν επέλεξε τον Ναθαναήλ ως μαθητή Του, διότι εγνώριζε το Νόμο, ενώ οι Μαθητές όλοι ήσαν αγράμματοι, αλλά στον Ιωάννη (21, 2.) ο Ναθαναήλ εμφανίζεται ως Μαθητής του Κυρίου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, δοθέντος του ότι οι Ιουδαίοι είχαν συνήθως δύο ονόματα, προετίμησε, φαίνεται, το όνομα Ναθαναήλ ως εκφραστικώτερο (σημαίνει ο Θεός δίδει) αντί του πατρωνυμικού ονόματος Βαρθολομαίος.
Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει την πληροφορία ότι ο Βαρθολομαίος εκήρυξε στην Ινδία, όπου εθανατώθηκε στην πόλη Ουρβανούπολη. Κάποιες άλλες μαρτυρίες αναφέρουν πως εκήρυξε στην Ευδαίμονα Αραβία, την Καραμανία και την Αιθιοπία. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, στα τέλη της ζωής του ευρέθηκε να κηρύττει στη Μεγάλη Αρμενία, όπου συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες και εθανατώθηκε με σταυρικό θάνατο, με το κεφάλι προς τα κάτω, κατά διαταγή του βασιλέως Αστυάγη. Το ιερό λείψανο του Αγίου Αποστόλου Βαρθολομαίου εκλείσθηκε σε λίθινη σαρκοφάγο, ερρίφθη στη θάλασσα και εκβράσθηκε στις νήσους Λιπάρες.
Το όνομα ΒΑΡΝΑΒΑΣ είναι από εκείνα που κυριαρχούν στις Πράξεις των Αποστόλων. Το όνομα του ήταν Ιωσήφ ή Ιωσής, ενώ οι Απόστολοι τον μετονόμασαν Βαρνάβα, που σημαίνει «υιός παρακλήσεως» (Πράξ. 4, 36.). Ήταν Ιουδαίος Λευΐτης, Κύπριος στο γένος, και εζούσε στην Παλαιστίνῃ κατά τους χρόνους του Ιησού Χριστού.
Την πρώτη πληροφορία για τη συμμετοχή του Βαρνάβα στην πρώτη Εκκλησία την ευρίσκουμε στις Πράξ. 4, 36-37· «Ιωσήφ δέ ο επικληθείς Βαρνάβας από των Αποστόλων, ο εστι μεθερμηνευόμενον υιός παρακλήσεως, Λευΐτης, Κύπριος τῳ γένει, υπάρχοντος αυτώ αγρού πωλήσας ήνεγκεν το χρημα και έθηκεν προς τους πόδας των Αποστόλων». Το κείμενο αυτό αναφέρεται στην ταυτότητα του Αποστόλου Βαρνάβα, την πώληση ενός κτήματός του και την προσφορά των χρημάτων στην πρώτη Χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, στην οποία ανήκε (Βλ. περί του αποστόλου Βαρνάβα την αξιόλογη μελέτη του καθηγητού Κ. Οικονόμου, «Βαρνάβας: υιός παρακλήσεως», στον τόμο Υψίστη Κλήσις, αναμνηστικός τόμος επί τη συμπληρώσει πεντήκοντα ετών από της ιδρύσεως της Ιερατικής Σχολής Απόστολος Βαρνάβας, Λευκωσία 2003, σελ. 133-144, από όπου και οι σχετικές πληροφορίες).
Με το πρόβλημα της ερμηνείας του ονόματος του Βαρνάβα έχουν ασχοληθεί τόσο οι αρχαίοι όσο και οι νεώτεροι ερμηνευτές. Το ενδιαφέρον αυτών των ερευνητών είναι εύλογο, γιατί το νέο αυτό όνομα, σύμφωνα με τις Πράξεις, έχει μεγάλη ιστορική και θεολογική σημασία.
Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας την ερμηνεία του ονόματος «Βαρνάβας», ως «υιός παρακλήσεως» από τους Αποστόλους, ερμηνεύει θεολογικά την περίπτωση· «Και δοκεί μοι από της αρετής ειληφέναι το όνομα, ως προς τούτο ικανός ων και επιτήδειος». Ο Α. Κlostermann προσπαθεί να παραγάγει το όνομα Βαρνάβας από το Βαρ-Νεβαά, που σημαίνει «υιός αλήθειας». Ο Η.Η. Wendt εισηγείται την προέλευση του ονόματος από το Βαρ-Νεβουά, που σημαίνει «υιός προφητείας». Ο Α. Loisy αμφισβητεί την ετυμολογική εξήγηση του Wendt γιατί δεν αποδίδει, όπως ισχυρίζεται, το όνομα αυτό το «υιός παρακλήσεως». Σύμφωνα με τον Ε. Preuchen, στην Παλμύρα ευρέθηκε μιά επιγραφή που έγραφε «Βar Nebo», δηλαδή «υιός του Νebo». Αυτό το θρησκειολογικό υπόβαθρο του ονόματος του Βαρνάβα υποστήριξε και ο Α. G. Deismann. ΟR.Ρ.C. Ηanson στο συνοπτικό αλλά ενδιαφέρον Υπόμνημά του στις Πράξεις υποστηρίζει ότι το όνομα Βαρνάβας δεν σημαίνει «υιός παρακλήσεως», αλλά «υιός του Ν ebo » ή «υιός του προφήτου» και ότι είναι απίθανο ένας, ο οποίος γνωρίζει αραμαϊκά, να έκανε αυτό το λάθος. Πιστεύει ακόμη ο Ηanson ότι το «υιός παρακλήσεως» ήταν γραμμένο στην πηγή των Πράξ. 13,1, δηλαδή στον κατάλογο των ονομάτων των Προφητών, απέναντι όμως από το Μenaen (Μ enahem ), που σημαίνει πράγματι «υιός παρακλήσεως» ή «ο παρηγορών». Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ενόμισε ότι αναφερόταν στον Βαρνάβα και το μετέφερε κατά τη σύνταξη στο Πραξ. 4,36.
Έχουμε τη γνώμη ότι ο ιερός συγγραφέας δεν μετέφρασε κατά λέξη το όνομα «Βαρνάβας», το οποίο είναι αραμαϊκό και προέρχεται από τη λέξη Βαρ=υιός και τη ρίζα Νεβουά από την οποία παράγεται και η λέξη Νεβί=προφήτης, αλλά απέδωσε τη θεολογική και ιστορική σημασία.
Πιθανόν η ερμηνεία του ονόματος «Βαρνάβας», με το «υιός παρακλήσεως», το οποίο είναι ένας σημιτισμός, να καταχωρήθηκε στο κείμενο από την πηγή του ιερού συγγραφέως. Πάντως, εκφράζει κάποιον, ο οποίος παρακαλεί και αυτός είναι συνήθως προφήτης. Ο προφήτης έχει το χάρισμα να διδάσκει και να προτρέπει προς οικοδομή, οπότε ορθά αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός αυτός στον Βαρνάβα. Πρόκειται για μιά μαρτυρία των Πράξεων, η οποία εκφράζει την ιδιαίτερη διάκριση την οποία είχε ο «Κύπριος λευΐτης» στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα και επισημαίνει τή συμβολή του στη διάδοση του Ευαγγελίου. Από ιστορικής πλευράς, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση, ο Βαρνάβας ήταν πράγματι ένας Προφήτης (Πράξ. 13, 1.), ο οποίος «παρεκάλει» τους νεοφωτίστους πιστούς στην Αντιόχεια και τους προέτρεπε «τη προθέσει της καρδίας προσμένειν τω Κυρίῳ» (Πράξ. 11, 23.).
Οι Πράξεις 4,36-37 αποδίδουν και την κοινωνική πλευρά του έργου του Βαρνάβα. Η προσφορά των χρημάτων από την πώληση του κτήματός του προς τους Αποστόλους για την ανακούφιση των πτωχών αδελφών και η αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών της Χριστιανικης κοινότητας των Ιεροσολύμων, καθώς και η οργάνωση και λειτουργία της, ήταν αληθινά πράξη παρακλήσεως. Επομένως, ορθά και εύστοχα ο Ευαγγελιστής Λουκάς απέδωσε την ονομασία «Βαρνάβας» με το «υιός παρακλήσεως», γιατί πραγματικά εκφράζει το πνευματικό και κοινωνικό έργο του προσώπου που φέρει το όνομα και τονίζει το γεγονός της εισόδου του στον λειτούργημα του προφήτου και διδασκάλου.
Ασφαλώς, το φαινόμενο της χρησιμοποιήσεως ενός νέου ονόματος, του οποίου ερμηνεία εκφράζει την προσωπικότητα ή κάποια χαρακτηριστικά αυτού που το φέρει, παρουσιάζεται και σε άλλες περιπτώσεις της Κ.Δ. Στην περίπτωσή μας όμως είναι χαρακτηριστικό ότι η νέα επωνυμία «Βαρνάβας» αντικατέστησε πλήρως το αρχικό όνομα του Αποστόλου «Ιωσήφ» ή «Ιωσή», το οποίο εχρησιμοποιήθηκε μόνο μιά φορά στις Πράξεις. Το νέο όνομα, το οποίο καθιέρωσαν οι Απόστολοι χρησιμοποιείται πάντοτε από τον Λουκά και από τον Παύλο στις επιστολές του.
Πότε ακριβώς έγινε Χριστιανός ο Βαρνάβας, δεν μας πληροφορούν οι Πράξεις και τα λοιπά βιβλία της Καινής Διαθήκης. Αυτό θά είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί θα γνωρίζαμε από πότε υπήρχε συμμετοχή του κυπριακού στοιχείου στον αρχέγονο Χριστιανισμό. Παρ᾿ όλα αυτά η παράδοση της Εκκλησίας διασώζει διάφορες απόψεις για το θέμα του χρόνου της μεταστροφής του Βαρνάβα στον Χριστόν· α) Ο συγγραφέας των Ψευδοκλημεντίων αναφέρει ότι ο Βαρνάβας μεταστράφηκε πολύ ενωρίς και ήταν μεταξύ των πρώτων που ακολούθησαν τον Χριστον. Ο Κύπριος μοναχός Αλέξανδρος στον Εγκώμιό του για τον Βαρνάβα, τοποθετεί τη μεταστροφή του Αποστόλου μετά τη θεραπεία του παραλυτικού στην προβατική κολυμβήθρα (Ιω. 5, 2-9.) από τον Ιησού. β) Κατά τη μαρτυρία του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Βαρνάβας ήταν ένας από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους του Κυρίου και μάλιστα, κατά την πληροφορία του Εγκωμίου, ο «πρώτος και έξαρχος και κορυφαίος».
Στον σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε και το γεγονός της συγχύσεως, η οποία επικρατούσε στη χειρόγραφη παράδοση μεταξύ των ονομάτων του Ιωσήφ – Βαρνάβα και του Ιωσήφ – Βαρσαββά. Το πρόβλημα αυτό είναι γνωστόν και στον ΄Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος έκανε σαφή αντιδιαστολή των δύο διαφορετικών προσώπων. Ο Βαρνάβας αναγνωρίζεται μεταξύ των παλαιών Μαθητών. Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η διάκρισή του, που σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μπορούσε να ήταν υποψήφιος μεταξύ των δύο, από τους οποίους ο ένας θα αντικαθιστούσε τον Ιούδα και θα συμπλήρωνε τον κύκλο των Δώδεκα. Επομένως, ο Βαρνάβας πιθανόν ανήκε στον κύκλο των εκατόν είκοσι Μαθητων, γι᾿ αυτό ήταν ενεργό μέλος της πρώτης Χριστιανικής κοινότητος, η οποία άρχισε να λειτουργεί συστηματικά από την ημέρα της Πεντηκοστής. Ακόμη και ο τίτλος «υιός παρακλήσεως», ο οποίος δείχνει τη χαρισματική δωρεά του Αγίου Πνεύματος, του «Παρακλήτου» (Ιω. 14, 16.), υπονοεί τη συμμετοχή του Βαρνάβα την μερα της Πεντηκοστης στον κύκλο των εκατόν είκοσι Μαθητων κατά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι η πρώτη φορά μετά την Πεντηκοστή που έχουμε στις Πράξεις τη χρήση του όρου «Παράκλητο υιός παρακλήσεως» (Πράξ. 4, 36.).
Ο Βαρνάβας, σύμφωνα με τις πληροφορίες των Πράξεων, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι να αναδειχθεί ο Παύλος και να συνεχίσει το έργο της ιεραποστολης στα έθνη, θα είναι εξέχουσα μορφή στον ελληνιστικό χριστιανικό κύκλο των μαθητών και από τις πιο εξέχουσες μορφές γενικά της πρώτης Εκκλησίας. Αλλά και κατά τη διάρκεια της κοινης ιεραποστολικης δράσεως των δύο ανδρών ο Βαρνάβας διατηρεί το κύρος και την αίγλη του, όπως μαρτυρούν τά παρακάτω γεγονότα· 1) Η μεσολάβηση του Βαρνάβα, για να παρουσιασθεί ο πρώην διώκτης του Χριστιανισμού Παύλος στους Αποστόλους (Πράξ. 9, 27.). Ο Απόστολος Βαρνάβας, με την ενέργειά του αυτή, συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη των γεγονότων της αρχέγονης Εκκλησίας. Επικυρώθηκε η μεταστροφή και αναγνώριση του Αποστόλου των Εθνών και εξασφαλίσθηκε η ενότητα της Αποστολικης Εκκλησίας. 2) Η πρόταξη του ονόματος του Βαρνάβα και κατόπιν του Παύλου τονίζει τη διάκριση του Βαρνάβα και την αναγνώριση της προσφοράς του από την πρώτη Χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, σ᾿ αντίθεση με τον Παύλο, ο οποίος δεν είχε να επιδείξει ακόμη ανάλογο έργο. 3) Η εντύπωση που προκλήθηκε στους κατοίκους των Λύστρων από την παρουσία και τη δράση των δύο ιεραποστόλων στον τόπο τους είναι χαρακτηριστική· «εκάλουν τε τον Βαρνάβαν Δία, τον δε Παύλον Ερμήν» (Πράξ. 14, 12.), ακόμη και εκεί που ο Παύλος ήταν «ηγούμενος του λόγου» (οπ.π.), γιατί σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του ιερού Χρυσοστόμου, «και από της όψεως αξιοπρεπής ο Βαρνάβας». Επισφράγισμα της αναγνωρίσεως του Βαρνάβα από την Πρώτη Εκκλησία αποτελεί η πρόταξη του ονόματός του ως απεσταλμένου της Αποστολικής Συνόδου προς τους εξ εθνών Χριστιανούς στην Αντιόχεια· «΄Εδοξεν ημίν γενομένοις ομοθυμαδόν εκλεξαμένοις άνδρας πέμψαι προς υμάς συν τοις αγαπητοίς ημών Βαρνάβᾳ και Παύλῳ ανθρώποις παραδεδωκόσι τας ψυχάς αυτων υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 25-26.). Η απόφαση αυτή της Αποστολικης Συνόδου αποτελεί αναγνώριση του κοινού ιεραποστολικού έργου των Βαρνάβα και Παύλου προς τα έθνη. 5) Ακόμη και η συνέχιση της ιεραποστολικης δράσεως του Βαρνάβα παράλληλα και ανεξάρτητα από τον Παύλο, μετά το γνωστόν «παροξυσμό» και χωρισμό τους, λόγῳ του Μάρκου (Πράξ. 15, 39.), δείχνει ότι ο Απόστολος Βαρνάβας δεν ήταν ένας απλός ακόλουθος, αλλ᾿ εφάμιλλος του Αποστόλου των Εθνών. Επομένως, άποψη ότι ο Βαρνάβας ήταν ένας απλός βοηθός και συνεργάτης του Παύλου, δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα των γεγονότων που μαρτυρούν οι Πράξεις.
Ως «λευΐτης», ο Απόστολος Βαρνάβας ανήκε φυσικά στον ιουδαϊκό ιερατείο. Σύμφωνα με την πληροφορία των Αριθμών 18,6, οι Λευΐτες ήταν βοηθοί των ιερέων, αν και το Δευτερονόμιο 17,9. 18 18,1.21. 24,8. 27,9 ταυτίζει τους ιερείς με τους λευΐτες.
Πώς ευρέθηκε ο Απόστολος Βαρνάβας στην Κύπρο, οι Πράξεις και τα λοιπά βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν μάς δίδουν καμιά απάντηση, και μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν για το θέμα αυτό. Ως γνωστόν, οι Ιουδαίοι μετανάστευαν για λόγους εμπορικούς και οικονομικούς, αλλά και όταν υπήρχαν στην πατρίδα τους πολεμικές συγκρούσεις. Βέβαια, η Κύπρος πάντοτε εκινούσε το ενδιαφέρον αυτών που αναζητούσαν το κέρδος. Γι᾿ αυτό, ένας μεγάλος αριθμός Ιουδαίων μεταφέρθηκε στην Κύπρο και την Αίγυπτο από τον Πτολεμαίο Α΄, το 320 π.Χ. Ο Βαρνάβας, σύμφωνα με μιά πληροφορία του Επιφανίου Κύπρου, ήταν από τους Ιουδαίους της διασποράς· «ουκ ην αλλότριος του Ισραήλ». Οι πρόγονοί του, οι οποίοι ήταν Ιουδαίοι από τη φυλή του Λευΐ, μετανάστευσαν στην Κύπρο λόγῳ των πολεμικών συγκρούσεων την εποχή του Αντιόχου του Επιφανούς (168 π.Χ.).
Από το γενονός ότι ο Βαρνάβας ξεκινά το ιεραποστολικό του ταξίδι με τον Παύλο από την Κύπρο και ειδικά από τή Σαλαμίνα, όπου ήταν εγκατεστημενοι πολυάριθμοι Ιουδαίοι, υποθέτουμε ότι ίσως αυτή ήταν η πόλη στην οποία εγεννήθηκε ο Απόστολος. Η αρχαία παράδοση είναι σχεδόν ομόφωνη ότι η Σαλαμίνα είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Βαρνάβα και το μέρος όπου ευρίσκεται ο τάφος του.
Αν και δεν έχουμε πληροφορίες για την παιδική λικία του Αποστόλου Βαρνάβα στην Καινή Διαθήκη, το Εγκώμιο ομιλεί για σπουδές του στα Ιεροσόλυμα, όπου εφοίτησε κοντά στον Γαμαλιήλ και είχε συμφοιτητή τον Παύλο. Παρά τις επιφυλάξεις μας για τη μαρτυρία της παραδόσεως, αυτή η πρώιμη γνωριμία βοηθά στην εξήγηση της μετέπειτα στενης συνεργασίας των δύο ανδρών. Πάντως, η κυπριακή καταγωγή του Βαρνάβα και ανατροφή του σε μιά ελληνική περιοχή με έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού είναι προϋποθέσεις για την κατανόηση του έργου του και ιδιαίτερα του φιλελεύθερου πνεύματος, με το οποίο αντίκρισε τη Χριστιανική πίστη. Το πολιτιστικό και πνευματικό περιβάλλον, μέσα στον οποίο μεγάλωσε ο Βαρνάβας, τον εμπόδισε τελικά να εγκλωβισθεί στις στενές ιουδαϊκές αντιλήψεις των ομοεθνών του της Παλαιστίνης.
Πάντως αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Απόστολος Βαρνάβας αναδείχθηκε μεγάλη μορφή στον αρχέγονο Χριστιανισμό και είχε τη μεγαλύτερη διάκριση και αναγνώριση από τους Αποστόλους. Γι᾿ αυτό και οι σχέσεις του με την ηγεσία της εκκλησίας των Ιεροσολύμων ήταν πολύ στενές. Η υπευθυνότητα, η οποία διέκρινε τον Απόστολο, εφάνηκε από την εύστοχη παρέμβασή του να παρουσιάσει τον Παύλο προς τους Αποστόλους. Αυτή η ενέργειά του έχει ιδιαίτερη σημασία για τον συγγραφέα των Πράξεων, ο οποίος από το σημείο αυτό δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αργότερα θα εξελιχθούν οι σχέσεις και η δράση των δύο μεγάλων ιεραποστόλων της Πρώτης Εκκλησίας. Οι προοπτικές της μετέπειτα συνεργασίας των δύο ανδρών προδιαγράφονται με τη σημαντική χειρονομία του Βαρνάβα. Η βαρύτητα της γνώμης, η εγγύηση και υπευθυνότητα του χαρακτήρα του Βαρνάβα άνοιξαν το δρόμο, για να παρουσιασθεί στο προσκήνιο της Πρώτης Εκκλησίας ο νέος ανατέλλων Απόστολος των Εθνών, ο οποίος με το έργο και τη δράση του έδωσε οικουμενικές διαστάσεις στη νεοσύστατη Εκκλησία του Χριστού. Αυτός ο πρώην διώκτης της Εκκλησίας κάτω από την προστατευτική, μεσολαβητική και δυναμική παρουσία του Βαρνάβα, κατά τον συγγραφέα των Πράξεων, κάνει την πρώτη εμφάνισή του στα Ιεροσόλυμα μετά τή μεταστροφή του.
Ο Κύπριος Βαρνάβας με την ενέργειά του αυτή εδραίωσε ακόμη περισσότερο την εύνοια και τη συμπάθεια των Αποστόλων.
Η αναζήτηση του Παύλου στην Ταρσό και η δράση των δύο στην Αντιόχεια «ενιαυτόν όλον» (Πράξ. 11, 26.), εγκαινίασε μιά συστηματική πια ιεραποστολική δράση στα έθνη. Ο Βαρνάβας, σύμφωνα με το συγγραφέα των Πράξεων, μεταφέρει το κέντρο δράσεώς του από την Ιερουσαλήμ, που ήταν μέχρι τώρα, στην Αντιόχεια, η οποία γίνεται το κέντρο και μητέρα των εξ εθνών Χριστιανών. Το γεγονός αυτό ήταν καθοριστικό για τη συνέχιση της δραστηριότητός του. Ο συμπαθής στους Αποστόλους «υιός παρακλήσεως», ο σύνδεσμός τους με τους λοιπούς Μαθητές και μάλιστα με τον Παύλο, ο ασφαλής εκφραστής του γνήσιου πνεύματος της Πρώτης Αποστολικής Εκκλησίας γίνεται ο ιεραπόστολος, ο οποίος θα τάξει τον εαυτό του στον έργο της διαδόσεως του λόγου του Θεού και στα έθνη.
Κατά μία παράδοση, ο Απόστολος Βαρνάβας εκήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αλεξάνδρεια, κατ άλλη στη Ρώμη, κατ άλλη δε και στα Μεδιόλανα της Βορείου Ιταλίας, ώστε να θεωρείται και ως ο ιδρυτής της αυτόθι Εκκλησίας.
Τις τελευταίες ημέρες του φαίνεται ότι διήλθε ο Απόστολος Βαρνάβας, στην Σαλαμίνα της Κύπρου, όπου συνελήφθη από τους Ιουδαίους. Αυτοί τον οδήγησαν έξω από την πόλη, τον έδεσαν στονν τράχηλο με σχοινί και τον εφόνευσαν διά λιθοβολισμού. Έτσι, ετελειώθηκε μαρτυρικά ο «υιός της παρακλήσεως», πιθανώτατα μεταξύ των ετών 57-60 μ.Χ. Το ιερό λείψανό του το έρριψαν στη φωτιά. Τούτο, αφού, με την πρόνοια του Θεού, δεν απανθρακώθηκε, παρέλαβε ο Μάρκος και κάποιοι άλλοι ευλαβείς Χριστιανοί και το ενταφίασαν σε σπήλαιο με βαθύ σεβασμό και τιμή.
Αργότερα, επί του αυτοκράτορος Ζήνωνος (474-475 το πρώτον. 476-491 μ. Χ.), περί το 485 μ.Χ., το τίμιο λείψανο του Αποστόλου Βαρνάβα, το οποίο από τον άγνωστο τόπο της ταφής του, ένεκα σφοδρού διωγμού, εθαυματουργούσε συνεχώς, ευρέθηκε με υπόδειξη θαυμαστή στην Κύπρο κάτω από δένδρο μέσα σε ένα σπήλαιο, που ήταν σφραγισμένο με πέτρες. Το ιερό σκήνωμα, «πνέον ευωδίαν χάριτος πνευματικής», είχε επί του στήθους το μετ αυτού συνενταφιασθέν Ευαγγέλιον του Ματθαίου, ιδιόγραφο του Αποστόλου Βαρνάβα. Χάρη στο γεγονός αυτό, Εκκλησία της Κύπρου έπαψε πλέον να τελεί υπό τη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αντιόχειας και κατέστη αυτοκέφαλος, αφού της παραχωρήθηκαν από τους αυτοκράτορες Ζήνωνα και Ιουστινιανό ιδιαίτερα προνόμια. Τα λείψανα του Αγίου, μετά κάποιες μετακινήσεις, για τις οποίες επίσης ομιλεί παράδοση, κατέληξαν και πάλι στην Κύπρο, όπου σήμερα ευρίσκονται αποθησαυρισμένα στην Ιερά Μονή του Αποστόλου Βαρνάβα στη Σαλαμίνα. |
|
|
|
|
ΑΡΘΡΟ |
|
|
| |
Η θέαση του Μυστηρίου ως πράξη αποκαλυπτική στο Γρηγόριο Νύσσης
Κωσταρά Φιλ. Γρηγορίου,
Επτάκυκλος 2,
(Φεβρουάριος 1996), σελ. 15-20
(Συνέδριο Στυλιανού Παπαδόπουλου “Πατερικές Σπουδές: Γρηγόριος Νύσσης” Αθήνα, Σεπτέμβριος ’94).
Eίναι γνωστό και κοινά σχεδόν παραδεκτό πως η χριστιανική φιλοσοφία κληρονόμησε από την αρχαία ελληνική, το πρόβλημα της υπέρβασης του δυϊσμού. Το φως, άλλωστε, του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού χαμήλωσε, αλλά δεν έσβησε ποτέ. Οι προσωκρατικοί, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι σχολές τους και ιδιαιτέρως ο Νεοπλατωνισμός του Πλωτίνου επηρέασαν βαθύτατα τη μεσαιωνική, βυζαντινή και δυτικοευρωπαϊκή, δηλαδή την πατερική και σχολαστική φιλοσοφία. Οι αρχαίοι Έλληνες διανοητές έθεσαν και συζήτησαν όλα τα μεγάλα οντολογικά, γνωσιολογικά και αξιολογικά προβλήματα· υπήρξαν οι πρωτοπόροι και αθλοφόροι του Λόγου. Στις πνευματικές φλέβες όλων των μεταγενέστερων -είναι αναντίλεκτο- τρέχει το δικό τους φιλοσοφικό αίμα, αφού μάλιστα κάθε πνευματικό γεγονός αποτελεί κρίκο μιας αλληλένδετης σειράς, μιας συνοδόντωσης και δεν υπάρχει τομή η αίμα σ’ αυτή την αδιάκοπη εσωτερική σχέση(1).
Έτσι ο χριστιανισμός αναφορικά με το πρόβλημα της υπέρβασης του δυϊσμού, θέτει ως αρχή εκείνη την ιδέα, που δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει ο παγανιστικός στοχασμός: την άρση του “επέκεινα” του Θεού, την ουσιαστική ενότητα θείου και ανθρωπίνου. Η θεμελιώδης αυτή ιδέα είναι ότι ο Θεός, άνθρωπος εγένετο. Από εδώ πηγάζει ο Ενισμός, γνώρισμα όχι μόνον της πατερικής και σχολαστικής, αλλά και όλης της νεότερης και σύγχρονης φιλοσοφίας.
Η πατερική φιλοσοφία, τώρα, είτε ως πρώιμη πατερική, δηλαδή ως ιερατικός γνωστικισμός, απολογητισμός και ορθόδοξη κατεύθυνση που έβλεπε ως αποστολή την υπεράσπιση της Αποκάλυψης από εξωτερικές και εσωτερικές επιθέσεις και διαμφισβητήσεις είτε ως ύψιστη πατερική ή φιλοσοφία της Ακμής, ο οποία ύστερα από την καθιέρωση ανεξιθρησκίας -το 313- και την ιερά σύνοδο της Νίκαιας -το 325- ανέπτυξε ελεύθερα τη χριστιανική της αντίληψη είτε ως όψιμη πατερική που συνέλεγε τη φιλοσοφική κληρονομιά και την παρέδιδε στους επόμενους διανοητές, αγωνίσθηκε να ερμηνεύσει έλλογα το χριστιανισμό και να δώσει αντικειμενικό περιεχόμενο στην πίστη. Δεν πρόκειται για αποκάλυψη νέων αληθειών αλλά για λογική τεκμηρίωση, περαιτέρω διάδοση και αφομοίωση του γνωστού πνευματικού αγαθού των Ελλήνων. Απολογητές και Αντιγνωστικοί, οι εκπρόσωποι της Σχολής της Αντιοχείας -μεταξύ των οποίων και ο διαπρύσιος κήρυκας των χριστιανικών αληθειών Ιωάννης ο Χρυσόστομος- και οι εκπρόσωποι της Σχολής της Αλεξανδρείας -μεταξύ των οποίων οι Καισαρείας Ευσέβιος και Μέγας Αθανάσιος-ήταν βαθείς μελετητές και γνώστες εγκρατείς όλης της προηγούμενης φιλοσοφικής και γενικότερα πνευματικής παράδοσης.
Το κύρος της Σχολής της Αλεξανδρείας, όμως, κορυφώνουν οι τρεις μεγάλοι φωστήρες της Καππαδοκίας: ο Μ. Βασίλειος, ο περί ου το παρόν Συνέδριο και ο λόγος, ο αδελφός του Γρηγόριος, επίσκοπος Νύσσης και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Θεολόγος (2), οι συνδεόμενοι με κοινή φιλία προς τον Ωριγένη και τη μέθοδο της αλληγορικής ερμηνείας των κειμένων.
Ο Γρηγόριος Νύσσης υπερακόντισε τους δύο άλλους Καππαδόκες σε θεωρητική δύναμη, η οποία δείχνεται και στη διαπραγμάτευση του προβλήματος των σχέσεων Γνώσης-Πίστης, ενός προβλήματος που κυριαρχεί σε όλη τη χριστιανική φιλοσοφία, στη φιλοσοφία της Αποκάλυψης και στη φιλοσοφική ανθρωπολογία, που αποτελεί τη μεγάλη δόξα και το μέγα κατόρθωμα του Γρηγορίου.
Σχετικά με το πρόβλημα της γνώσης-πίστης, ενώ οι προηγούμενοι ταύτιζαν ή χώριζαν τη γνώση από την πίστη, ο Γρηγόριος επισημαίνει δυο διαφορές μεταξύ των απόψεων: Η πίστη προέρχεται από το Θεό, η γνώση από το λογικό εκείνη απαντά σε θρησκευτικά ερωτήματα, η δεύτερη σε προβλήματα αφορώντα στον κόσμο. Αν, ωστόσο, η πίστη πηγάζει από την Αποκάλυψη και η γνώση από το λόγο, τη λογική και αν Αποκάλυψη και Λόγος κατάγονται από το Θεό, εξυπακούεται ότι δεν υφίσταται καμμία αντίθεση ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση, αν και διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο. Το περιεχόμενο της γνώσης είναι μια πρόταση που κατανοούμε, της πίστης όμως μια πρόταση, την οποία δεν κατανοούμε. Γι’ αυτό η ίδια πρόταση δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί, δηλαδή να γνωσθεί και συγχρόνως να γίνει πιστευτή (3).
Τη σημασία της φιλοσοφίας εντός της θεολογίας ο Γρηγόριος βλέπει συνοπτικά ως εξής: Πρώτον, η φιλοσοφία με το λογικό αποδεικτικό της χαρακτήρα, αποτελεί προϋπόθεση της θεολογίας δεύτερον, της δίνει τη μέθοδο· τρίτον, εξάγει τα πορίσματα και τέταρτον, ερμηνεύει την Αποκάλυψη με εικόνες. Τούτο καθίσταται δυνατόν, επειδή η γνώση ως βασική λειτουργία του πνεύματος είναι (i) είτε εποπτική που πηγάζει από τη νόηση (intellectus) είτε (ii) έλλογη που εκπηδά από το λόγο (ratio).
Στην ψυχή του Γρηγορίου ενοικεί μια ευσεβής πείνα για λογικές αποδείξεις. Αλλά χαρακτηριστικό είναι και για τη φιλοσοφική του Ανθρωπολογία και για τη Φιλοσοφία της Αποκάλυψης το ότι δέχεται στον περίφημο “Κατηχητικό Λόγο” του πως ο “ο λόγος είναι απαγής “: ο άνθρωπος, επειδή αποτελείται από σάρκα και ψυχή ανήκει τόσο στο βασίλειο του πνεύματος όσο και στο βασίλειο του σώματος και τα συνδέει και τα δυο σε κόσμο. Όλη η εξέλιξη του ανθρώπου κατευθύνεται από την ψυχή, διανεμημένη απ’ αρχής σε όλο το σώμα. Η ενέργεια, όμως, της ψυχής εκδιπλώνεται με την ανάπτυξη του ανθρώπου: “ Ἐπειδή γάρ φθαρτή καί ἀσθενής ἡμῶν ἡ φύσις, διά τοῦτο ὠκύμορος ἡ ζωή, ἀνυπόσπαστος ἡ δύναμις, ἀπαγής ὁ λόγος…” (4), όπως λέγει στον “Κατηχητικό” του, πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον κατά κόσμο και “ἐν τῷ κόσμῳ ζῶντα ἄνθρωπο καί στόν ἰδεώδη“. Ο εδώ είναι ατελής και παροδικός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι αιώνιος, ενιαίος και αδιάκριτος, μη χωρισμένος δηλαδή σε άρρεν και θήλυ ο εγκόσμιος, αντίθετα, είναι “μεμειγμένος καί κεχυμένος εἰς αἴσθησιν“, κατά την πλατωνική και πλωτινική έκφραση. Η επιστροφή στο Θεό καθίσταται δυνατή μόνον, αν ο άνθρωπος αρνηθεί την αίσθηση και βυθισθεί στους χώρους εκείνης της εσωτερικότητας, όπου μπορεί να “ ἰδεῖ ” και να ” θεασθεῖ ‘ τον ασύλληπτο και αόρατο.
Στη φιλοσοφία της Αποκάλυψης ο Γρηγόριος πιστεύει ότι η γνώση του Θεού ως του Απολύτου, του Απείρου, του Υπερβατικού φθάνει στα όρια εκείνα που δε δύναται να δρασκελίσει ο ανθρώπινος λόγος. Προς το Επέκεινα οδηγούν βέβαια δύο δρόμοι: ο φιλοσοφικός και ο θρησκευτικός. Η φιλοσοφική γνώση οδηγεί λογικά και διαλεκτικά στην αλήθεια των χριστιανικών δοξασιών. Η θρησκευτική πίστη ανοίγει τους ορίζοντες να θεασθεί, να ιδεί άμεσα ο άνθρωπος το ανεννόητο Μυστήριο του Όντος και με αυτό τον τρόπο θέτει σε δεινή δοκιμασία την αντοχή της φιλοσοφικής γνώσης.
Αυτή η θέα ή θέαση, αυτή η θεωρία (5), είναι κοίταγμα χωρίς να βλέπουμε, σκέψη χωρίς να στοχαζόμαστε, σύλληψη χωρίς να νοούμε, διότι η Αποκάλυψη και ο Θεός είναι επέκεινα της γνώσης δε συλλαμβάνονται με το νου και δεν εκφράζονται με τους ανθρώπινους λόγους. Στον περιώνυμο ύμνο του, πτήση μεγαλειώδους πνοής και σπάνιας φιλοσοφικής δύναμης, ο Γρηγόριος επιχειρεί να βιώσει το ’γνωστο καινά αναδεχθεί μέσα του το ασύλληπτο βάθος του Μυστηρίου. Έτσι ο Γρηγόριος οικοδομεί ένα χριστιανικό Μυστικισμό που επηρέασε όλη τη μεταγενέστερη φιλοσοφία και θεολογία – απορητική ή διαλεκτική- και μη, έως το μέγιστο φιλόσοφο-ποιητή Höderling στον κύκλο των “Τιτάνων” του (6): “Ο βαθύνους Θεός αποστέργει το παράκαιρο φανέρωμα”! Η θέαση αυτή πηγάζει από την πενία του νου και την ένδεια του λόγου, που λειτουργούν ως κοφτερή επίγνωση ότι το Ουσιώδες, απουσιάζει, δε συλλαμβάνεται:
«Ὦ πάντων ἐπέκεινα ! Τί γάρ θέμις ἄλλο σέ μέλπειν ;
Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; Σύ γάρ λόγῳ οὐδενί ρητός.
Πῶς νοός ἀρθρήσει σε; Σύ γάρ νόῳ οὐδεν ί ληπτός
Μοῦνος ἐών ἄφραστος· ἐπεί τέκες ὅσα λαλεῖται
Μοῦνος ἐών ἄγνωστος ἐπεί τέκες ὅσα νοεῖται
Πάντα σε καί λαλέοντα καί οὐ λαλέοντα λιγαίνει..» (7)
Ο Γρηγόριος εδώ μεταγράφει τη λογική χείρωση του Απόλυτου, που είναι αδύνατη, σε μυστική ανάγκη για το Θείο, σε μια άμεση εμβίωση του Θείου. Η μυστική τούτη ανάγκη ρήγνυται ως ακαταπάλαιστη νοσταλγία εκ του ανθρώπου, που είναι η μοναδική παρουσία του Ουσιώδους, γίνεται θέα του Ουσιώδους και ως θέα, θεωρία ή θέαση μεταβάλλεται σε μια πράξη αποκαλυπτική του Μυστηρίου, συνδετική με το Μυστήριο, τόσο πιο καρποφόρα όσο πιο οξεία είναι η απλήρωτη γνωστική δίψα και βαθιά αντίληψη πως ό,τι γνωρίζουμε είναι λίγο, ενώ ό,τι αγνοούμε είναι πολύ: ότι ενώπιον μας απλώνεται το μέρος, ότι το Όλον.
Η θέαση του Μυστηρίου μηδενίζει την απόσταση ανάμεσα στην ερώσα και ορώσα το απόλυτο ψυχή και το ερωμένο, που είναι το ίδιο το άπειρο, το ίδιο το επέκεινα. Θεώμεθα το υπέρ λόγον, την αρχέγονη αιτία πάντων, την αιώνια πηγή της ζωής. Η θέαση ως ο ευδαίμων οφθαλμός της αιωνιότητος, η μυστική θέα γίνεται “μείζων τοῦ λόγο” και πράξη αποκαλυπτική, αφού τελεσουργεί την κοινωνία της ψυχής και με το Υπέρτατο, την οικειώνει με το Μysterium Magnum του όντως Όντος και την εισάγει στο άδυτο, το άβατο, το αψηλάφητο φέγγος, είδος και κάλλος. Ο εξωτερικός οφθαλμός κλείνει και ανοίγει το έσω όμμα, το μόνο ικανό να ιδεί το αόρατο το έσω ους, το μόνο ικανό να ακροασθεί” τόν σιγώμενον ὕμνον“, κατά τη φράση του Γρηγορίου· τον έσω νουν, το μόνο ικανό να διακρίνει πίσω από τα όντα το αιώνιο πρόσωπο του Θεού που είναι ”σκιρτημός καί ἥπιον δάκρυ” και «πῦρ καταναλίσκον» ! Έτσι η θέαση του Όντος, η θεωρία του Θεού δεν είναι κατάσταση παθητική, αλλά ενέργεια, πράξη συνεγγισμού, δράση ποντισμού στην αλήθεια του Θεού, οδοιπορία προς τον άγνωστο, γνωριμία με την αμετασάλευτη Αρχή, λυτρωτικός τρόπος υπέρβασης της χοϊκής μας παρουσίας και ανύψωσης προς το Απρόσιτο, πηγή του μυστικιστικού βιώματος και βυθισμός σε μια σιωπηλή και ενδόμυχη προσευχή, άρρητη δόνηση από τον ασίγητο πόθο του Αιωνίου, εκβολή σε μια αίδια μακαριότητα, όπου ο έρως του θείου, η νοσταλγία του Υπερβατικού, ο Πόνος για το “πάντων ἐπέκεινα ” πληρούται.
Αλλά η θέαση του Μυστηρίου είναι και υπό άλλη έννοια πράξη αποκαλυπτική. Εγείρει τη συνείδηση, τη μνει και την καθαιρεί και την μεταποιεί σε “δύναμιν εἰς ἐνέργειαν ἐλθοῦσαν “ και ” εἰς ὄψιν ὁρῶσαν ” την αρμονία του κόσμου και τον εσωτερικό ρυθμό και το κάλλος του: όλα διηγούνται τη δόξα του Θεού και υμνούν ή αγγέλλουν την ” ποίησιν τῶν χειρῶν ” Του και “μεγαλύνουν τά ἔργα ” Του: “Πάντα σε καί λαλέοντα καί οὐ λαλέοντα λιγαίνει“, γράφει ο Γρηγόριος, “πάντα σε καί νοέοντα καί οὐ νοέοντα γεραίρει”. Έτσι η ύπαρξη γαληνεύει μέσα σε μια σιωπηλή και καρποφόρα επίγνωση, ενωτιζόμενη το ” σιγώμενον ὕμνον “, τους ιλαρούς τόνους και τις δοξαστικές της σοφίας του Θεού μελωδίες της φύσης, τη γλυκιά αρμονία των ουράνιων σφαιρών, τις μαρμαρυγές μιας αιώνιας ζωής, λουσμένης από τους θελκτικούς ήχους ποιας -αλήθεια- μουσικής συμφωνίας, θνητής φλυαρίας, μπροστά στη θέαση του Ψυχικού Σύμπαντος ; Με τη θέαση ευρύνονται οι διαστάσεις αυτού του εσωτερικού Σύμπαντος θαυμασμός και δέος και γοητεία είναι τα συναισθήματα που μας καταφλέγουν μέσα μας με τα χέρια της ευλαβικής πίστης, που προετοίμασε η θέαση, χτίζουμε τις ψηλές εκκλησιές και χωρίς πόδια ερχόμαστε κοντά Του. Μέσα μας: ”Niergens, Gelibte, wird Weltsein als innen : πουθενά, ποθεινή μου, δεν εκτείνεται ο κόσμος εκτός από μέσα μας” τραγουδάει ο θεοφόρος μύστης και αποδημητής, ο ποιητής R Μ. Rilke (8). Μέσα μας “κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος» ! (9) Σωστά ψάλλει ο Δ. Σολωμός τον “έσω” άνθρωπο και επιχειρεί να αναγνωρίσει το σύμπαντα κόσμο και τα όντα μέσα μας, μέσα στην αιθρία του εαυτού μας, μέσα στο διάφωτο και στη διακριτική του λάμψη.
Η θέαση ως πράξη αποκαλυπτική μπορεί να ερμηνευθεί, προς τούτοις, ως μία Συνάντηση (10), βαθιά και αιφνίδια γνωριμία με το “μέγιστο μάθημα”. Πρόκειται για τη θεία και ευλογημένη στιγμή του εξαίφνης φωτισμού, οπότε” οἷον ἀπό πυρός πηδήσαντος ἐξαφθέν φῶς ἐν τῇ ψυχῇ γενόμενον αὐτό ἑαυτό ἤδη τρέφει” κατά τον Πλάτωνα. Τούτο βέβαια το λαμπρό φως καθορά μόνο ο ηλιοειδής οφθαλμός της καρδιάς. Έτσι η θέαση του Μυστηρίου γίνεται φως εν τη σκοτία, λαμπηδόνα που καταυγάζει τις υπάρξεις, αστροπελέκι που μέσα στη μακρινή χειμέρια νύχτα του λογικού μετουσιώνει τη μωρία της σοφίας σε σοφία της μωρίας και μεταποιεί την αβέβαιη γνώση σε ακράδαντη πίστη: Σε πλήρωση, όπως την επιποθεί ο Νίτσε, το κεραυνωμένο και τραγικά ραγισμένο αυτό πνεύμα των χαλεπών καιρών, και την εκφράζει στα ποιήματα του: “Φώναξες: Κύριε, έρχομαι”, ” Γεσθημανή καί Γολγοθάς” και κυρίως “Στον Αγνωστο θεό”: “Θέλω να σε γνωρίσω, ’γνωστε εσένα που μέσα βαθιά στην ψυχή μου βυθίζεσαι… Ασύλληπτε που σε κρατώ μέσα μου. Θέλω να σε γνωρίσω και πιο πολύ ακόμη να σε υπηρετήσω “! (11) Ατυχώς ο Νίτσε προτίμησε να ανεβεί στο λογικό ικρίωμα και να αφεθεί επάνω σ’ αυτό, αγωνιζόμενος να συλλάβει το Απρόσιτο, θέλοντας να φθάσει στη γνώση της πηγής παρά να δροσιστεί στην πηγή της Γνώσης και αγνοώντας την ειδοποίηση του Γρηγορίου Νύσσης: ”Ὑπερνεφείας δε καλύπτρας, τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται ;” (12)
Η εποχή μας, καλόν είναι να λάβει σοβαρά υπόψη της αυτή την ειδοποίηση και να αποφύγει την ”ὕβριν” της πίστης στην παντοδυναμία της λογικής που εκδιώκει την πίστη προς το Απρόσιτο, αφού και η φιλοσοφική γνώση και η θρησκευτική πίστη δεν είναι αντίδικες αλλά συλλειτουργοί της αλήθειας. Διότι ενισχύουν μία ζώσα πνευματική πρόοδο και γίνονται τρόποι μετασχηματισμού της συνείδησης του ανθρώπου, έστω κι αν φαίνονται εχθρικές μεταξύ τους και ασυμφιλίωτες, έστω και αν ίστανται σε διαφορετικά επίπεδα, κι αν συνιστούν δύο διαφορετικές στάσεις και τάσεις του ερευνώντος πνεύματος: Η γνώση περισφίγγει με λογικούς όρους, πολιορκεί με έλλογες κατηγορίες το κάστρο του Όντος και αγωνίζεται να το εκπορθήσει” η πίστη ειρηνεύει μέσω θρησκευτικού βιώματος την ανώλεθρη μεταφυσική μας χρεία. Σε μια υψηλή και λυτρωτική συνάντηση γνώσης-πίστης πρέπει να αναζητηθεί η σωτηρία ως ζεύξη του παροδικού με το αιώνιο και ως συνείδηση της μηδαμινότητας του κόσμου και της πληρότητας της πρώτης Αρχής, του “πάντων επέκεινα”. Η κατά τον τρόπον του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου: “Διά πλοῦτον ἄπειρον ὑπάρχω πένης, καί μηδέν ἔχειν δοκῶ πολύ κατέχω, καί λέγω διψῶ διά πλῆθο ς ὑδάτων ” (13).
“Κλαίγοντας και γελώντας σαν μικρό παιδί” κατά το Δάντη, έρχεται στον κόσμο η ψυχή του ανθρώπου. Και, για να μείνει σαν τα ροδαλά μάγουλα της παιδούλας που έκλαιγε και γελούσε, χρειάζεται όλες τις αρετές αλά κυρίως την αγάπη – και ως amor hominis και ως amor dei την αγάπη που ανοίγει το δρόμο του Μυστηρίου, άγιο Μυστήριο η ίδια και -όπως λέγει ο Ο Wilde πρέπει να τη δέχεται κανείς γονατιστός και η φράση (14): ” Domine, non sum dignus : Κύριε, οὐκ εἰμί ἄξιος ” να βρίσκεται στα χείλη και τις καρδιές εκείνων που τη δέχονται “ή κατά το λόγο του Αγρίππα Ντ ‘ Ωμπινιέ (15): “Κύριε, δος στ’ αδύνατα πρόβατα το σωτήριο σέβας’! Έτσι η αποσυνάγωγος εποχή μας θα ελπίζει να ακούσει τη μακάρια φωνή: ” ἀφέονται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ” (16).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) K. Krubacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, τόμ V, σ. 250, ο. η άποψη του Geljew.
(2). Γρηγ Φιλ Κωσταρά : Φιλοσοφική Προπαίδεια εισαγωγική θεώρηση, μεθολογική προσέγγιση, ιστορική επισκόπηση, Αθήνα 1994″ (τέταρτη έκδοση), σ.σ. 295 κ. εξ.
(3). J M Bochenski : Wege zum philosophischen Denken, Einführung in die Grundbegriffe, Freibourg 1961 3, (Δρόμοι Φιλοσοφικού στοχασμού, εισαγωγή στίς θεμελιώδεις: Εισ Μτφρ Σημ. Γρηγ Φιλ Κωσταρά, Αθήαν 1986 2, σ. 18)
(4). Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός, Ρ G 46, 524ΑΒ.
(5). Πλωτίνου Εννεάδες : VI 9· [9] 10, 8-10· VI 9 [9] 10,9· VI 7[38]7,1• III 8 [30], 8,17-19.
(6). Ηöderling, Άπαντα Ι V 218 (από τον “Κύκλο των Τιτάνων”).
(7). Γρηγορίου Νύσσης, PG 37, 507.
(8). Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Το βιβλίο των ωρών, σ. 56.
(9). Δ. Σολωμού, Εις Φραγκίσκαν Φραίζερ (επίγραμμα).
(10). Γρηγ. Φιλ. Κωσταρά : Ομίχλη δακρύων πόνου και αγάπης, Αθήνα 1993, σ. 222.
(11). Φρ. Νίτσε, Ο μυστικισμός τον Νίτσε (μεφρ Ε. Ανδρουλαδάκη, Αθήνα 1962, σσ 15η εξ.).
(12). Γρηγορίου Νύσσης, ένθ'αν.
(13). Αγίου Συμεώνος του Νέου θεολόγου…
(14). Ιωάννου 1,27 Wilde Oscar, De Profundis, σ. 132 Πρβ. Λουκά 15,19.
(15). Π. Κανελλοπούλου, Ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος, τομ. IV, σ. 303.
(16). Λουκά, 7,47. |
|
| |
|
|
|
|