|
|
|
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ |
|
|
|
Είκοσι χρόνια προσφοράς στην ελληνική γλώσσα
και τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό
Περισσότεροι από 600 φοιτητές από τα Ποντιφικά Πανεπιστήμια της Ρώμης έχουν συμμετάσχει, τα τελευταία είκοσι χρόνια, στο Πρόγραμμα Εκμάθησης Ελληνικής Γλώσσας και Γνωριμίας με τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πολλοί από αυτούς σήμερα διακονούν ως κληρικοί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ αρκετοί υπηρετούν σε θέσεις αυξημένης ευθύνης στο Βατικανό, γεγονός που αναδεικνύει τη διαχρονική αξία μιας πρωτοβουλίας η οποία, με αφετηρία τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαίας γνωριμίας.

Το φετινό πρόγραμμα, με το οποίο συμπληρώνονται είκοσι χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας, πραγματοποιείται από τις 4 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου και φιλοξενεί 25 φοιτητές από 21 διαφορετικές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Βραζιλία, Λίβανος, Περού, Ινδία, Ισραήλ, Εκουαδόρ, Νιγηρία, Καμερούν, Ουκρανία, Μάλτα, Ρουμανία, Αργεντινή, Ινδονησία, Τιμόρ Εστ, Τανζανία, Γκάνα, Ρωσία, Τόγκο), οι οποίοι φοιτούν στα Ποντιφικά Πανεπιστήμια της Ρώμης. Για έναν μήνα οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία όχι μόνο να διδαχθούν την ελληνική γλώσσα, αλλά και να γνωρίσουν από κοντά την ιστορία, τον πολιτισμό και τη ζωντανή παράδοση της Ελλάδος και της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Το πρόγραμμα αποτελεί πρωτοβουλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου, Γενικού Διευθυντού, ο οποίος πριν από δύο δεκαετίες οραματίστηκε μία δράση που θα έδινε σε νέους θεολόγους από όλο τον κόσμο τη δυνατότητα να προσεγγίσουν τη γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας και να γνωρίσουν βιωματικά τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Είκοσι χρόνια μετά, με την ευλογία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου Β΄, το όραμα αυτό εξακολουθεί να αποδίδει καρπούς, καθώς οι δεσμοί που δημιουργούνται μέσα από το πρόγραμμα διατηρούνται στον χρόνο και συνοδεύουν τους συμμετέχοντες στη μετέπειτα εκκλησιαστική και ποιμαντική τους διακονία.
Κεντρικός άξονας του προγράμματος είναι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Παράλληλα, οι φοιτητές πραγματοποιούν επισκέψεις σε Ιερές Μονές, Ιερές Μητροπόλεις, αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, ώστε η γνωριμία τους με την Ελλάδα να αποκτά ιστορικό, πολιτιστικό και πνευματικό βάθος. Η γλώσσα διδάσκεται όχι ως ένα απλό γνωστικό αντικείμενο, αλλά ως το κλειδί για την κατανόηση της ορθόδοξης θεολογικής παραδόσεως, της ιστορίας και του πολιτισμού του Ελληνισμού.
Αναφερόμενος στη συμπλήρωση είκοσι ετών από την έναρξη του προγράμματος, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ. Αγαθάγγελος υπογραμμίζει ότι η Αποστολική Διακονία συνεχίζει αυτή την προσπάθεια με την ίδια αφοσίωση, παρά τις δυσκολίες που κατά καιρούς παρουσιάζονται.
«Συνεχίζουμε αυτή την προσπάθεια με πολλή αγάπη, γιατί το πρόγραμμα αυτό είναι, πάνω απ’ όλα, μία άσκηση στην αγάπη. Μέσα από την προσωπική γνωριμία, τη φιλοξενία και την κοινή εμπειρία οικοδομούνται σχέσεις εμπιστοσύνης, ενισχύεται η επικοινωνία και καλλιεργείται η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων και Εκκλησιών», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η πορεία του προγράμματος κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες αποδεικνύει ότι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας πολύ βαθύτερης γνωριμίας. Για εκατοντάδες νέους θεολόγους από ολόκληρο τον κόσμο, η παραμονή τους στην Ελλάδα δεν περιορίστηκε στην εκμάθηση μιας γλώσσας, αλλά εξελίχθηκε σε μία εμπειρία επαφής με την ορθόδοξη πνευματικότητα, την ελληνική φιλοξενία και τη διαχρονική πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Το γεγονός ότι πολλοί από τους αποφοίτους του προγράμματος υπηρετούν σήμερα ως κληρικοί, ενώ αρκετοί κατέχουν σημαντικές θέσεις στο Βατικανό, αποτελεί την πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της αξίας και της απήχησης αυτής της πρωτοβουλίας.
Είκοσι χρόνια μετά την έναρξή του, το Πρόγραμμα Εκμάθησης Ελληνικής Γλώσσας και Γνωριμίας με τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό εξακολουθεί να επιβεβαιώνει ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από ένα μέσο επικοινωνίας. Είναι φορέας της θεολογικής παραδόσεως, του πολιτισμού και της ιστορικής μνήμης του Ελληνισμού. Και όταν η διδασκαλία της συνδυάζεται με τη φιλοξενία, τη γνωριμία με τους ανθρώπους και τη βιωματική εμπειρία της ζωής της Εκκλησίας, μετατρέπεται σε μία γέφυρα ουσιαστικής επικοινωνίας, οι καρποί της οποίας διαρκούν πολύ πέρα από τη λήξη ενός θερινού προγράμματος.
|
|
|
|
|
ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ |
|
|
|
Λεξικό της Αγίας Γραφής - Με αναφορές στους αγίους Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς Γεωργίου Β. Μαυρομάτη
Η μελέτη της Αγίας Γραφής δεν είναι απλά μία πνευματική άσκηση, αλλά μία βιωματική διαδικασία που μεταμορφώνει και ανατάσσει πνευματικά τον πιστό. Η Αποστολική Διακονία συνεχίζοντας μία εκδοτική παράδοση δεκαετιών στην έκδοση βιβλικών κειμένων από εξέχοντες ακαδημαϊκούς ερευνητές προβαίνει στην έκδοση του παρόντος Λεξικού της Αγίας Γραφής. Πρόκειται για μνημειώδες έργο, καρπό πολυετούς έρευνας του ακάματου καί πολυγραφώτατου ερευνητή Γ. Β. Μαυρομάτη στο οποίο συνδυάζει αρμονικά την Αγιογραφική έρευνα με την πατερική εκκλησιαστική παράδοση. Μέσα από τις σελίδες του ο αναγνώστης θα βιώσει τον μοναδικό πνευματικό πλούτο της Αγίας Γραφής και θα συνειδητοποιήσει το θεολογικό και σωτηριολογικό βάθος αυτής.
Σχ. 20X28, Σελ. 770, Τιμ. 35€. |
|
|
|
|
|
Ημεροδείκτης τοίχου 2027
Ο Ημεροδείκτης τοίχου περιέχει εορτολόγιο του έτους 2027 και μηνύματα για την εορτή κάθε ημέρας ή θέματα που αφορούν τη χριστιανική ζωή. Ο ημεροδείκτης κοσμείται με τετράχρωμη φορητή εικόνα του Ιησού Χριστού, Παντοκράτορα, ευλογών και κρατών Ιερόν Ευαγγέλιον.
Σχ. 21X29, Τιμ. 4.00 €
Επετηρίδα 2027
Ημερολόγιο τσέπης
Η Επετηρίδα του 2027 περιέχει το εορτολόγιο του έτους, σημειωματάριο, τηλεφωνική ατζέντα, τις περιόδους νηστείας και χρήσιμες εκκλησιαστικές πληροφορίες.
Σχ. 8X13, Σελ. 120, Τιμ. 2.00 € |
|
|
|
|
|
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος- Πεντηκοστή 2016,
«Εις ενότητα πάντας εκάλεσεν»,
Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης (18-27 Ιουνίου 2016),
Πρακτικά- Κείμενα
H Aγία και Μεγάλη Σύνοδος της Oρθοδόξου Eκκλησίας υπήρξε το επιστέγασμα της πεντηκονταετούς προπαρασκευαστικής διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας συνεκλήθησαν Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις (1976, 1982, 1986, 2009, και 2015), Ειδικές Προσυνοδικές Επιτροπές και συλλογικά πανορθόδοξα όργανα, με αντιπροσωπευτικότερο τον θεσμό της Συνάξεως των Προκαθημένων πασών των αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Επί τη βάσει των ομοφώνως συμπληρωθέντων και εγκριθέντων κειμένων υπό της συγκληθείσας στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Σαμπεζύ, 21-27 Ἰανουαρίου 2016) Ιεράς Συνάξεως των Προκαθημένων πασών των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών διατυπώθησαν μετά από πολυετείς σύντονες προσπάθειες οριστικώς τα ομοφώνως εγκριθέντα κείμενα της Συνόδου.
Η έκδοση των Πρακτικών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επί τη συμπληρώσει δέκα ετών από συγκλήσεώς της αποτελεί την ταπεινή συμβολή της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος επ’ ελπίδι τα κείμενα και οι αποφάσεις της Συνόδου να καταστούν διαρκής παρακαταθήκη στους ανά την Οικουμένη ορθοδόξους. Την έκδοση προλογίζει ο Πανιερ. Μητροπολίτης Φαναρίου και Γεν. Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας κ. Αγαθάγγελος, με μετάφραση στην ρωσική, γαλλική και αγγλική γλώσσα, ενώ στο παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται όλα τα εγκριθέντα κείμενα στην ελληνική, γαλλική και ρωσική γλώσσα. Πρόκειται για μία έκδοση μοναδικής ιστορικής και θεολογικής σημασίας.
Σχ. 17X24, Σελ. 960, Τιμ. 30€. |
|
|
|
|
|
Μικρόν Ιερατικόν – Η Θεία Λειτουργία Ιακώβου του Αδελφοθέου
Η Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου θεωρείται η αρχαιότερη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, αφού παραθέτει πολλά στοιχεία της πρωτοχριστιανικής λατρείας, όπως μακροσκελή αναγνώσματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, εκτενείς ευχές και έμφαση στην συλλογική συμμετοχή των πιστών, οι οποίοι συμμετέχουν ενεργά στην λατρεία. Παρά το γεγονός ότι βαθμηδόν αντικαταστάθηκε από τις Λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του Ιωάννη Χρυσοστόμου, εξακολουθεί να τελείται σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες, ιδιαίτερα κατά την εορτή του αγίου αποστόλου Ιακώβου (23 Οκτωβρίου).
Σχ. 14X21, Σελ. 112, Τιμ. 18€. |
|
|
|
|
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ |
|
|
| |
Του Δεκαπενταυγούστου οι θείες ευωδίες
Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανός, Πρωτοπρεσβύτερος (†)
Έργο στο οποίο περιλαμβάνονται κείμενα στα οποία αποτυπώνονται οι βιωματικές καταθέσεις του πολυγραφώτατου αειμνήστου Κωνσταντίνου Καλλιανού, ο οποίος παράλληλα με τις λαμπρές σπουδές του, διακόνησε επί μακρόν στην ιστορική ενορία του Αγ. Παντελεήμονος Σκοπέλου. Τα λυρικά και πνευματέμφορα κείμενά του για τον Δεκαπενταύγουστο, «το Πάσχα του καλοκαιριού» κατά το οποίο η Εκκλησία τιμά την Κυρία των Αγγέλων, αποπνέουν νοσταλγικές αναμνήσεις και ευωδίες πνευματικές από τον φιλόχριστο βίο των πιστών. Μία βαθύτατα πνευματική και λαογραφική περιήγηση σε ένα κόσμο βγαλμένο από τις σελίδες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Φώτη Κόντογλου, που ευωδιάζει από το πνευματικό μύρο των ποτισμένων από την αρμύρα της θάλασσας γραφικών Εκκλησιών των Σποράδων.
Σχ. 14Χ21, Σελ. 88, Τιμ. 6€. |
|
| |
|
|
| |
Η ζύμη του Ευαγγελίου
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γεν. Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος
Επανεκδόθηκε επηυξημένη και σε χαρτόδετο εξώφυλλο η συλλογή εμβριθών ομιλιών του συγγραφέως σε ευαγγελικές περικοπές και σε σημαντικές εορτές του έτους, ένα πόνημα το οποίο βοηθά τους πιστούς να βιώσουν την εν Χριστώ ευχαριστιακή εμπειρία και να κατανοήσουν βαθύτερα τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Η έκδοση αφιερώνεται στη μνήμη του μεγάλου βιβλικου Θεολόγου, Μητροπολίτου Γόρτυνος, κυρού Ιερεμίου (Φούντα). Σχ. 14Χ21, Σελ. 418, Τιμ. 15€. |
|
| |
|
|
| |
Η ζωή μετά θάνατον κατά την ορθόδοξη παράδοση
Jean Claude Larchet
Μία μοναδική και πρωτότυπη μελέτη για την περί θανάτου ορθόδοξη παράδοση, εκπονηθείσα από τον διεθνούς φήμης Πατρολόγο. Το έργο παρουσιάζει με εμβριθή τρόπο τη θεολογική θεώρηση της φύσης του θανάτου, την πνευματική δοκιμασία που συνεπάγεται η έλευσή του για τον μελλοθάνατο και τους οικείους του, τη διδασκαλία περί δοκιμασίας της ψυχής από τα τελώνια από την 3η μέχρι και την 9η ημέρα, την είσοδο της ψυχής στον άλλο κόσμο και την μερική κρίση της κατά την 40η ημέρα, την μέση κατάσταση της ψυχής μέχρι την τελική κρίση, την ορθόδοξη αναίρεση της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας περί καθαρτηρίου πυρός, τις σχέσεις μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων και την ανάγκη των παρακλήσεων και των προσευχών υπέρ τεθνεώτων, τη διδασκαλία περί τελικής κρίσεως, αναστάσεως των νεκρών και αιώνιας ζωής και τη σύνδεσή της με την χριστιανική θεώρηση της ζωής ως πνευματικής προετοιμασίας για τον θάνατο και την αιώνια ζωή. Ο συγγραφέας παραθέτει πλήθος σχετικών βιβλικών και πατερικών χωρίων, ενώ δίδει μεγάλη σημασία στην εφαρμογή της περί θανάτου ορθοδόξου παραδόσεως και στον λειτουργικό βίο της Εκκλησίας. Μία αξεπέραστη έρευνα που δίδει ορθόδοξες απαντήσεις σε όλα τα περί θανάτου ερωτήματα του αναγνώστη.
Σχ. 15Χ22, Σελ. 408, Τιμ. 15€. |
|
| |
|
|
| |
Η Ιουλία και ο κάμπος του Θεού
Μαρίας Κασαμπαλάκου
Μία αλληγορική παιδική ιστορία με ηρωίδα την 9χρονη Ιουλία, η οποία περνά επτά ημέρες στην εξοχή και μαθαίνει μέσα από την μοναδικότητα κάθε δημιουργήματος, από τα λουλούδια μέχρι τις μέλισσες, ότι είναι θέλημα Κυρίου ο άνθρωπος να κρατήσει και να διαφυλάξει το οικοσύστημα σε ισορροπία και αρμονία και να διδάσκεται δια του κάλλους της φύσης την αγάπη προς όλα τα πλάσματα του Θεού. Η εικονογράφηση είναι της ίδιας της συγγραφέως.
Σχ. 29 X 21,Σελ. 44, Τιμ. 10€. |
|
| |
|
|
| |

Ιστορία ενός μικρού αγγέλου
Αθηνάς Ντάσιου - Γιάννου
Ένας μικρός άγγελος κάνει το πρώτο του ταξίδι προς τη γη. Εκεί συναντά ανθρώπους - μικρούς και μεγάλους. Σπέρνει αγαθές σκέψεις, αποτρέπει ατυχήματα, γαληνεύει τους θυμούς και γλυκαίνει τον πόνο των ανθρώπων.
Σχ. 22Χ28, Σελ. 28, Τιμ. 6 € |
|
|
|
|
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ |
|
|
|
†14 Ἰουλίου
Μνήμη τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ σοφωτάτου τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλου
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας - Ἰούλιος,
Αθήνα 2023, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σελ. 266-269
Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γεννήθηκε στήν νῆσο Νάξο, τό 1749, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους, τόν Ἀντώνιο καί τήν Ἀναστασία Καλλιβούρση, καί ὀνομαζόταν Νικόλαος. Τά πρῶτα γράμματα διδάχθηκε στήν γενέτειρά του ἀπό τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας του, τόν ὁποῖο καί βοηθοῦσε στήν τέλεση τῶν ἱεροπραξιῶν. Ἀκολούθως φοίτησε στήν σχολή τῆς Νάξου, διδάχθηκε τά Ἱερά γράμματα ἀπό τόν σοφό διδάσκαλο τοῦ γένους ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, ἀδελφό τοῦ ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ († 4 Αὐγουστου). Σέ ἡλικία 16 ἐτῶν ἐστάλη γιά συμπλήρωση τῶν σπουδῶν του στήν Ἑλληνική Σχολή στήν Σμύρνη (μετέπειτα Εὐαγγελική), ὅπου κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση τοῦ ὀνομαστοῦ γιά τήν παιδεία καί τήν ἀρετή του διδασκάλου Ἱεροθέου Βουλισμᾶ τοῦ Ἰθακησίου, παρέμεινε γιά πέντε χρόνια, καταπλήσσοντας τούς πάντες γιά τήν θαυμάσια ἐπίδοση καί τίς ἐξαίρετες ἐπιδόσεις. Ἔτσι, ἐκτός τῶν ἱερῶν γραμμάτων, ἔμαθε τήν ἀρχαία Ἑλληνική, τήν Λατινική, τήν Ἰταλική καί τήν Γαλλική. Τό 1770, γιά νά ἀποφύγει τούς διωγμούς τῶν Τούρκων, ἐπέστρεψε στήν Νάξο, ὅπου προσλήφθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Παροναξίας Ἄνθιμο ὡς ἀκόλουθος καί γραμματέας του. Τότε γνώρισε καί τούς ἁγιορεῖτες ἱερομονάχους Γρηγόριο καί Νήφωνα, ἀπό τήν συναναστροφή τῶν ὁποίων τοῦ γεννήθηκε ὁ πόθος νά ἀκολουθήσει τόν μοναχικό βίο στό Ἅγιον Ὄρος. Ἀργότερα, καί πρίν τήν μετάβασή του στό Ἅγιον Ὄρος, ὑπῆρξε σταθμός στήν ζωή του καί καθοριστική γιά τήν μετέπειτα ἔξελιξή του, τό ὅτι γνώρισε τρεῖς σπουδαίους ἁγιορεῖτες μοναχούς, ἀπο ἐκείνους πού ὀνόμαζαν « Κολλυβάδες».
Τό κίνημα τῶν « Κολλυβάδων» ἦταν μιά ὑγιής ἀντίδραση ἐνάντια στίς ἐπιδράσεις τῆς φράγκικης θεολογίας στόν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς καί ἐνάντια στήν ἐκκοσμίκευση, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε νά ἀλλοιώσει τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ καί γενικότερα τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρωτοστάτης στόν ἀγώνα αὐτό στούς δύσκολους ἐκείνους χρόνους. Αὐτοί κατέφυγαν στήν Νάξο διωγμένοι ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, λόγω τῆς ἐμμονῆς τους στήν πατρώα παράδοση. Διά μέσου των μοναχῶν αὐτῶν συνδέθηκε μέ τόν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, πρώην Μητροπολίτη Κορίνθου († 17 Ἀπριλίου), γιά νά φωτισθεῖ καί ἐνισχυθεῖ ἀπό αὐτόν στήν ἀσκητική ζωή, τήν ὁποία εἶχε ἀποφασίσει νά ἀκολουθήσει. Τό 1775, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί, ἀφοῦ μετέβη στήν μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στό Ἅγιον Ὄρος, ἐκάρη μοναχός, λαμβάνοντας τό ὄνομα Νικόδημος καί διορίσθηκε ἀναγνώστης καί γραμματέας τῆς μονῆς. Τό 1777, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τό Ἅγιον Ὄρος ὁ Μακάριος, συνέστησε στόν Ὅσιο Νικόδημο τήν θεώρηση καί ἔκδοση διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων, ἐργασία τήν ὁποία αὐτός εὐχαρίστως ἀνέλαβε. Ἔτσι, σέ μικρό χρονικό διάστημα παρέδωσε θεωρημένα καί διορθωμένα στόν Ἅγιο Μακάριο τήν Φιλοκαλία, τόν Εὐεργετινό καί τό Περί συνεχοῦς μεταλήψεως. Τό 1783, ἀφοῦ ἔλαβε τό μέγα σχῆμα ἀπό τόν ὁσιώτατο γέροντα Δαμασκηνό Σταυρουδᾶ, ἐγκαταστάθηκε ὁριστικά στήν καλύβη πού ἀγοράσθηκε ἀπό αὐτόν καί βρισκόταν πάνω ἀπό τό Κυριάκο στήν Σκήτη τοῦ Παντοκράτορος, τήν λεγόμενη τοῦ Θεωνᾶ, καί ἐπιδόθηκε ἀπερίσπαστα στήν διόρθωση παλαιῶν καί συγγραφή νέων βιβλίων, ὁ ἀριθμός τῶν ὁποίων ὑπερβαίνει τά εἴκοσι ἑπτά. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται καί ὁ περίφημος Συναξαριστής του.
Ἡ συνεχής ὅμως καί μόνιμη ἐργασία καί ἡ ἀδιάλειπτη καί ἔντονη ἄσκηση κλόνισαν τήν ὑγεία του. Τό 1809, προσβλήθηκε ἀπό ἡμιπληγία καί μετά ἀπό λίγες ἡμέρες παρέδωσε τήν μακαρία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ, τόν Ὁποῖο τόσο ἀγάπησε, ὥστε ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό του σέ Αὐτόν.
Τό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στό Λαυριωτικό κελλί τῶν Σκουρταίων, στό ὁποῖο σήμερα φυλάσσεται ἡ σεπτή κάρα του, ἀποπνέοντας θεία εὐωδία καί ἁγιάζοντας ὅσους τήν προσκυνοῦν μέ πίστη. |
|
|
|
|
ΑΡΘΡΟ |
|
|
| |
Η Χριστολογία της οικονομικής εξουσίας
Νικολαϊδη Β. Απόστολου
Δόγματα και Κοινωνία,
Αθήνα 2009, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 140-147
Η στάση του Χριστού απέναντι της οικονομικής εξουσίας ορίζεται σε δύο επίπεδα: τη σαφή διάκριση μεταξύ Θεού και μαμωνά και την αυστηρή κριτική απέναντι των πλουσίων. Μέσα από το πρώτο υπογραμμίζεται το ασυμβίβαστο στη σχέση Θεού και χρήματος και μέσα από το δεύτερο το ασυμβίβαστο μεταξύ της κατοχής του πλούτου και της δυνατότητας πρόσβασης στη βασιλεία του Θεού.
Το πρώτο ζητούμενο στη Χριστιανική ηθική είναι η άρνηση υποδούλωσης των ανθρώπων στις κοσμικές φροντίδες, την πολυτέλεια, τη δόξα, τα χρήματα: «ουδέν γαρ ούτως ελευθερίαν αναιρεί, ως το βιοτικοίς εμπέπλέχθαι πράγμασι, και τα δοκούντα είναι λαμπρά περιβεβλήσθαι. Ουδέ γαρ ένα δεσπότην και δύο και τρεις, αλλά μυρίους ο τοιούτος έχει» (1), η άρνηση δηλαδή της μη υποκατάστασης του Θεού με τον μαμωνά που οδηγεί στον αποπροσανατολισμό του πιστού, ο οποίος προκαλείται σε κάθε μορφή ειδολολατρίας, όπως την ορίζει ο αββάς Νείλος (2), που έχει τη ρίζα της όχι στη φύση του ανθρώπου, αλλά στην απιστία προς την πρόνοια του Θεού (3). Γι αυτό το λόγο ο Κύριλλος Αλεξανδρείας χαρακτηρίζει το χρήμα «αθεότητα» και όσοι το λατρεύουν και το κρατούν για τον εαυτό τους το βάζουν στην ίδια μοίρα με το Θεό (4).
Περισσότερο σαφής εν προκειμένω είναι ο αβάς Ησαΐας, όταν χαρακτηρίζει τη φιλαργυρία ως «το μη πιστεύσαι τω Θεώ, ότι ποιείται σου φροντίδα, και το απελπίσαι των επαγγελιών του Θεού και φιλοπλατύνεσθαι» (5). Έτσι εξηγείται και η προειδοποίηση «μη γίνου φιλάργυρος, ίνα μη αντί Θεού δουλεύσης τω μαμωνά» (6), με δεδομένο μάλιστα το ασυμβίβαστο μεταξύ των δυο κυρίων, του Θεού και του μαμωνά (7). Ο Χριστός είναι υπέρ της φροντίδας των πενομένων, ο μαμωνάς υπέρ της απογύμνωσής τους. Ο Χριστός λέγει, δώσε αυτά που εχεις στους πένητες, ο μαμωνάς προστάζει να κάνεις δικά σου και αυτά που δεν σου ανήκουν (8).
Τα ίδια ισχύουν και για την πλεονεξία: «ο πλεονέκτης ειδωλολάτρης εστίν», γράφει ο Χρυσόστομος, με τη έννοια ότι προσκυνά τα πάθη και κυριαρχείται από αυτά (9). Μάλιστα δε είναι χειρότερος από ειδωλολάτρη: «Η πλεονεξία ειδωλολατρεία εστιν, αλλά και χαλεπωτέρα ειδωλολατρείας. Οι γαρ είδωλολάτραι τοις του Θεού κτίσμασι προσκυνούσι, και εσεβάσθησαν (φησί) και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα. Συ δε τω κτίσματι τω σαυτού προσκυνείς. Ο γαρ Θεός πλεονεξίαν ουκ εδημιούργησεν, αλλ’ η της σης απληστίας επεξεύρεν αμετρία» (10). Δεν είναι δε τυχαίο ότι η απαλλαγή από τη φιλοχρηματία χαρακτηρίζεται ως θυσία στο Θεό (11).
Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι, ενώ λυτρωθήκαμε από το Χριστό δουλεύουμε για τον άργυρο, αναγνωρίζουμε δηλαδή άλλου τη δεσποτεία και σε άλλον υποτασσόμαστε (12), υπογραμμίζει ο Χρυσόστομος. Όποιος προσκυνά το χρυσό, προσκυνά και υποτάσσεται στο δαίμονα που αυτός κρύβει. Και δεν υπάρχει χειρότερος δαίμονας από τη φιλαργυρία, υπογραμμίζει ο ίδιος (13). Γι’ αυτό το λόγο ο φιλοχρήματος δεν γνωρίζει το Θεό (14).
Ο Χρυσόστομος περιγράφει μια κλίμακα που αρχίζει με τη φιλαυτία και καταλήγει στην άρνηση του Θεού. Η φιλαυτία, γράφει, οδηγεί στην αλαζονεία, η αλαζονεία στην υπερηφάνεια, η υπερηφάνεια στη βλασφημία και η βλασφημία στην απείθεια. Αυτός δε που επαίρεται έναντι των ανθρώπων επαίρεται και έναντι του Θεού. Όποιος καταφρονεί των ανθρώπων καταφρονεί και του Θεού, ενώ όποιος τιμά τους συνανθρώπους του είναι έτοιμος να τιμήσει και το Θεό. Το ίδιο συμβαίνει και με το θράσος. Αυτός που είναι θρασύς εναντίον των άνθρώπων θα είναι θρασύς και εναντίον του Θεού (15).
Με αφορμή τη στάση του Χριστού απέναντι στον πειρασμό της ιδιοκτησίας και της πλεονεξίας: «ταύτα πάντα σοι δώσω, εάν πεσών προσκύνησής μοι» (16), ο Χρυσόστομος σημειώνει πως τίποτε δεν υποτάσσει στο διάβολο περισσότερο από την πλεονεξία, από τη σφοδρή επιθυμία του κατέχειν. Έτσι αντί να παραμείνει κάποιος άνθρωπος γίνεται όργανο του διαβόλου (17). Γι’ αυτό το λόγο θεωρείται ότι η φιλοχρηματία είναι του διαβόλου (18). Αυτή η δουλεία και την αιχμαλωσία στην οποία υποβάλλει και εξαναγκάζει ο πλούτος τον άνθρωπο, τον απομακρύνει από τη δουλεία του Θεού, που είναι απαραίτητη για τη σωτηρία του ανθρώπου, και έτσι ο άνθρωπος γίνεται δούλος των άψυχων χρημάτων (19). Ο Χρυσόστομος τον χαρακτηρίζει «δεσμό», απάνθρωπο και ωμό τύραννο που υποδουλώνει όσους δεν γνωρίζουν να τον χρησιμοποιούν (20). Και αλλού σημειώνει: «τίποτε δεν υπάρχει αφρονέστερο από την υποδούλωση στα χρήματα. Ενώ κάποιος νομίζει ότι κυριαρχεί, στην πραγματικότητα κυριαρχείται από αυτά. Ενώ θεωρεί ότι είναι κύριός τους, τελικά είναι δούλος και χαίρεται με το να βάζει δεσμά ο ίδιος στον εαυτό του. Και ενώ γίνεται αιχμάλωτος, αυτός αγάλλεται και πηδά από τη χαρά του» (21).
Ο Χρυσόστομος περιγράφει τη φιλαργυρία ως «νόσημα» (22) που κατέλαβε ολόκληρη την οικουμένη (23), «λύσσα των χρημάτων», «τυραννίδα» (24) «ακρόπολιν των κακιών» και «κολοφώνα των αμαρτημάτων» (25), ως «μέθη ακόρεστον», που όσο αυξάνει η περιουσία, άλλο τόσο αυξάνεται και η επιθυμία (26). Είναι τυραννία που μπορεί και ακυρώνει όλες τις αρετές, τις οποίες έχει κατορθώσει ο φιλοχρήματος (27), αφού είναι η κύρια αιτία της υπερηφάνειας, της αλαζονείας και της απονιάς (28). Ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το φιλοχρήματο κατεξοχήν αχάριστο, αναίσθητο, εχθρό όλης της οικουμένης, ως αυτόν που θα χαιρόταν να μην υπάρχει άλλος, ώστε να είναι όλα δικά του. Θα παρακαλούσε να ξεσπάσει λιμός, λοιμός, σεισμός, καταποντισμός, πόλεμος, ώστε να περιέλθουν όλα στην κατοχή του, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι όταν γίνουν όλα αυτά ούτε ο ίδιος θα σωθεί (29).
Η φιλοχρηματία τελικά οδηγεί και στην προδοσία του Θεού, όπως έγινε και με τον Ιούδα και το Χριστό. Το ίδιο προδότης και «χριστοκτόνος» είναι όποιος δεν συμπαραστέκεται στους πένητες, τους πεινασμένους, όποιος προσηλώνεται στα κοσμικά πράγματα. Υπάρχουν άνθρωποι που ξοδεύουν για να ταΐζουν σκύλους ή και άλλα θηρία, και αρνούνται να ταΐσουν πεινασμένους ανθρώπους (30) .
Αυτόν τον κίνδυνο αποτρέπει και ο χαρακτηρισμός των χρημάτων ως χρημάτων. Λέγονται χρήματα, σημειώνει ο Χρυσόστομος, για να τα χρησιμοποιούμε και όχι να μας χρησιμοποιούν. Το ίδιο γίνονται και με τα κτήματα. Λέγονται ετσι για να τα αποκτήσουμε και όχι να μας αποκτήσουν (31). Ο ίδιος αναφέρεται στην οικονομική χρήση των χρημάτων. Όποιος καταναλώνει τα απαραίτητα αυτός είναι μεγαλόψυχος. Και είναι μεγάλη ψυχή αυτός που δεν είναι δούλος των παθών, αυτός που δεν εχει μεγάλη ιδέα για τα χρήματα. Εδώ ακριβώς έχει θέση η οικονομία. Οικονομικώς ενεργεί κάποιος όταν δεν ξοδεύει «ανοικονομήτως», αλλά «εις το δέον». Οικονομικός δεν είναι βέβαια ο μικρολόγος και φειδωλός, αλλά ο μεγαλόψυχος, με μόνο όρο τη χρεία (32).
Η έντονη και επίμονη κριτική εναντίον της φιλαργυρίας δεν οφείλεται μόνο στον ειδωλολατρικό της χαρακτήρα, αλλά και στην καταλυτική της παρέμβαση στην καθημερινότητα, αφού αχρηστεύει σχεδόν κάθε θετικό. Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης επισημαίνει ότι και, όταν αποφασίζει ο φιλοχρήματος να προσφέρει στους άλλους από τα χρήματά του, το κάνει με μικροπρέπεια και τσιγκουνιά. ‘Η δεν προσφέρει τίποτε ή το κάνει μετά βίας. Ο υποδουλωμένος στο χρήμα δυσκολεύεται να προσφέρει τα δικά του, προσφέρει συνήθως τα κλεμμένα. Αλλά και όταν είναι να πάρει, το κάνει με πλεονεξία και καπηλεία (33). .
Ο φιλάργυρος δεν είναι ικανός ούτε στα κοινά να συνεισφέρει ούτε και στις ιδιωτικές του σχέσεις. Δεν μπορεί να είναι στρατηγός ούτε και άρχοντας ούτε βέβαια και οικονόμος. Επιλέγει συνήθως όχι μια ενάρετη αλλά μια φαύλη κατά πάντα γυναίκα. Δεν αγοράζει μια πρέπουσα κατοικία, αλλά αυτή που θα του επιφέρει περισσότερο κέρδος. Γενικά ό,τι επιλέγει, σχολιάζει ο Χρυσόστομος, είναι το πλέον φαύλο. Αλλά και στις σχέσεις του είναι προβληματικός. Μισεί και υποβλέπει τους πάντες, τόσο τους φτωχούς όσο και τους πλούσιους. Τους μεν φτωχούς μήπως και του ζητήσουν κάτι, τους δε πλούσιους, επειδή τα δικά τους δεν είναι δικά του: «Άπαντας τα εαυτού νομίζει κεκτήσθαι, και ως παρά πάντων ηδικημένος, ούτω προς πάντας δυσχεραίνει» (34). Ο ερωτευμένος με τα χρήματα όχι μόνο δεν πρόκειται να αγαπήσει τον εχθρό αλλά θα κάνει εχθρούς και τους φίλους (35). Παντοΰ δημιουργεί υποψίες και κατηγόρους σε βάρος του. Προκαλεί το μίσος και στους αδικημένους, επειδή τους αδίκησε, και στους μη αδικηθέντες μήπως και τους αδικήσει (36). Για όλους αυτούς τους λόγους η φιλαργυρία είναι «ασύμβατος εις αγάπην» (37).
Ο Χρυσόστομος αναφέρεται ιδιαίτερα στον έρωτα των χρημάτων για να αποδείξει τις τραγικές συνέπειες μιας τέτοιας προσκόλλησης στα χρήματα, τόσες όσες δεν έχει ούτε και ο έρωτας των σωμάτων. Οι δύο μορφές έρωτα ταιριάζουν στο ότι πάσχουν σε σωφροσύνη. Όπως η πορνεία είναι αφροσύνη, έτσι και ο έρωτας των χρημάτων. Ο δε έρωτας των χρημάτων παράγει μεγαλύτερη ακολασία από ό,τι ο έρωτας των σωμάτων, και τούτο γιατί η επιθυμία των χρημάτων είναι πολύ πιο δυνατή από την επιθυμία της ηδονής, η οποία μάλιστα είναι και φυσική, ενώ η άλλη αφύσικη. Εκείνη εξυπηρετεί την ανάγκη διαιώνισης του γένους των ανθρώπων, γι’ αυτό και «ενεσπάρη τη φύσει». Εξάλλου είναι μεταξύ εκείνων που αποτελούν εντολές του Θεού, σε αντίθεση προς τη φιλοχρηματία που πάντα καταδικάζεται: «και περί μεν χρημάτων ο Χριστός πολλαχού διέταξεν, ώστε φεύγειν την εντεύθεν λύμην. Περί δε αποχής γυναικός, ουχ ούτως» (38).
Διαβάστε περισσότερα |
|
| |
|
|
| |
Η ακτινοβολία της Βυζαντινής Τέχνης στη Δύση
Παπασταύρου ΄Ελενα, Δρ. Ιστορίας της Τέχνης,
Ώρες Βυζαντίου, ΄Εργα και ημέρες στο Βυζάντιο,
Το Βυζάντιο ως Οικουμένη , σελ. 219- 229.
Σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής ιστορίας, η βυζαντινή τέχνη, αναγνωρισμένης αισθητικής και αναμφισβήτητης τεχνικής ποιότητας, επηρέαζε τη Δύση και συνέβαλλε στην καλλιτεχνική της έκφραση. Το ζήτημα των καλλιτεχνικών επιδράσεων του Βυζαντίου στη Δύση είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, αλλά ωστόσο πολυσυζητημένο, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Στη σύντομη παρουσίαση που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις βασικές πορείες των βυζαντινών καλλιτεχνικών ρευμάτων στη Δύση.
Κατά την περίοδο πριν την Εικονομαχία, οι βυζαντινές επιδράσεις στη Δύση εστιάζονται στην Ιταλική χερσόνησο: στη Ραβέννα, που ανήκε στη βυζαντινή επικράτεια, και στη Ρώμη, όπου μεταξύ του 606 και του 741 δεκατρείς πάπες κατά σειρά ήταν Έλληνες ή Σύροι. Στη συνέχεια, εξαιτίας των εικονομαχικών ερίδων αλλά και του αραβικού κινδύνου, ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα, προερχόμενα κυρίως από τις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας, εύρισκαν καταφύγιο στην Ιταλία. Παρ’ ό,τι, λοιπόν, το βυζαντινό κράτος συρρικνωνόταν τον 8ο και 9ο αιώνα στην Ιταλία, το ελληνικό στοιχείο συνέχιζε να κάνει έντονη την παρουσία του τόσο στην ίδια τη Ρώμη όσο και στο Νότο, όπως στο Βενεβέντο. Το 10ο αιώνα, στην Καμπανία ακμάζουν τρία μοναστήρια των βασιλικανών (Βasilicani) μοναχών (που προέρχονται από τη βυζαντινή Ανατολή) και στη Νότιο Ιταλία υπάρχει πληθώρα σπηλαίων και υπογείων ναών (11ο -15ο αι.) με καθαρά βυζαντινό-ανατολικό διάκοσμο. Επιπλέον, η Σικελία στο Νότο και η Βενετία στο Βορρά θα αποτελέσουν σπουδαία κέντρα ακτινοβολίας της βυζαντινής τέχνης στη Δΰση.
Πέραν των ΄Αλπεων, προς τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη, τα βυζαντινά ρεύματα μεταδίδονταν με τρόπους που δεν είναι πάντα ευδιάκριτοι. Γεγονός είναι πάντως ότι οι διαδικασίες είχαν αρχίσει από νωρίς, αν θεωρήσουμε ότι με τις ιεραποστολές της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας (6ος αι), οι βόρειοι λαοί (Σάξονες της Αγγλίας) ήλθαν σε επαφή όχι μόνο με τις πρακτικές της, αλλά και με τις καλλιτεχνικές επιδράσεις της Μεσογείου (Ηenry 1940, Snyder 1989, σ. 175 κ.εξ.). Η μεγάλη όμως στιγμή που οι βυζαντινές επιδράσεις εισέρχονται συνειδητά στη Δΰση είναι με την πολιτική που εγκαινιάζει ο Καρλομάγνος (Ηumbert κ.ά. 1968), που θέλει να αναβιώσει την αυτοκρατορία της αρχαίας Ρώμης και στρέφεται για exempla στην Ανατολή. Στα νομίσματά του τυπώνει απροκάλυπτα: renovatio imperii romani, ενώ ο ίδιος απεικονίζεται κατά το πρότυπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εικ. 59). Το 794, στο ΄Ααχεν, ο φράγκος μονάρχης στην προσπάθειά του να δημιουργήσει τη Roma secunda θα στραφεί προς τη μεγαλοπρέπεια και τα πρότυπα της Νέας Ρώμης. Το παρεκκλήσιό του στο ΄Ααχεν, που σήμερα σώζεται έχει δομή αντίστοιχη με αυτήν του ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα και του αυτοκρατορικοΰ παρεκκλησίου του Λατερανού στη Ρώμη. Επίσης, φαίνεται ότι παρακολουθεί τη δομή του Χρυσοτρίκλινου, αίθουσας τελετών του Ιεροΰ Παλατιού στην Κωνσταντινούπολη, που είχε κτίσει ο αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Β’ (565-578). Το παρεκκλήσιό του Καρόλου στο ΄Ααχεν παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον ΄Αγιο Βιτάλιο, κτίσμα του Ιουστινιανού στη Ραβέννα. Ο φράγκος μονάρχης επιλέγει να τοποθετήσει το θρόνο του στα δυτικά του ναού, απέναντι από την αγία τράπεζα (το θρόνο του Χριστού), που βρίσκεται ανατολικά. Με τη χωροθεσία αυτή οικειοποιείται ο Κάρολος τη βυζαντινή ιδέα ότι ο αυτοκράτορας είναι «μίμησις Χριστού».
Ο κύκλος των εκκλησιαστικών ανδρών και διανοουμένων που ο Καρλομάγνος συγκεντρώνει γύρω του, επιδιώκοντας να διαδώσει μια οικουμενική παιδεία σε όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας του, πιστεύει στα ελληνορωμαϊκά ιδεώδη και διαθέτει στέρεες γνώσεις όσον αφορά τους χριστιανούς Πατέρες, αλλά και ενθουσιασμό για την αρχαία παιδεία. Μέσα σε αυτό το κλίμα της renovatio , εικονογραφημένα χειρόγραφα, ελεφαντοστά, είδη μικροτεχνίας (χρυσοχοΐας), πολύτιμα υφάσματα και άγια λείψανα έφθαναν στα διάφορα κέντρα πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής: ΄Ααχεν, Tours , Ρείμοι ( Reims ), Μetz , Τρεβήρους. Τα αντικείμενα αυτά, αυθεντικά αρχαία, παλαιοβυζαντινά ή και της ίδιας εποχής, προέρχονταν από διάφορα κέντρα της Ιταλίας: Ραβέννα, Ρώμη, Μιλάνο, από την Κωνσταντινούπολη, και από τη βυζαντινή Ανατολή: Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο. Επιπλέον, ελληνικά κείμενα μεταφράζονταν οτα λατινικά, όπως τα έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτου που επρόκειτο στη συνέχεια να επηρεάσουν τη σκέψη αλλά και την τέχνη στη Δύση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα καρολίνειας τέχνης, ο ένθρονος Χριστός του Ευαγγελίου του Condescalc (781 - 783, Bibliothéque nationale de France, κώδ. nouv. acq. lat. 1203, φ. 3 r ) βρίσκει αντιστοιχίες σε έργα της ίδιας εποχής στη Ρώμη, που είχαν φιλοτεχνηθεί από βυζαντινούς καλλιτέχνες. Ένα άλλο σπουδαίο χειρόγραφο θεωρείται ότι εικονογραφήθηκε από Έλληνα. Πρόκειται για το Τετραευάγγελο της Στέψεως (αρχές 9ου αιώνα, Schatzkammer, Runsthistorisches Museum, Βιέννη), όπου τα πορτραίτα των Ευαγγελιστών αποδίδονται ζωγραφικά σαν αρχαία πορτραίτα ποιητών και φιλοσόφων. Εξάλλου, από τον τομέα της μικροτεχνίας εξαιρετικό δείγμα ελεφαντοστέινου ανάγλυφου αποτελεί το κάλυμμα Ευαγγελισταρίου του Lorsch (εικ. 60α, 60β), του οποίου το πρότυπο θα πρέπει να ήταν αυτοκρατορικό δίπτυχο του 5ου -6ου αιώνα, σαν το δίπτυχο Barberini του Λούβρου (εικ. 3, 3α). Τέλος, όσον αφορά τη μνημειακή ζωγραφική, η βυζαντινή τεχνοτροπία μπορεί να ανιχνευθεί στο ψηφιδωτό της αψίδας του ορατορίου του επισκόπου Θεοδούλφου (circa 800) στο Germini de Prés, ενώ η παρουσία βυζαντινού τεχνίτη γίνεται αισθητή στις τοιχογραφίες της εκκλησίας της Santa Maria του Castelseprio (8ου αι.;), κοντά στο Μιλάνο.
Διαβάστε περισσότερα |
|
| |
|
|
|
|