ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
 
 

Ερμηνευτικόν Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων
Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,
Ομότιμ. Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το παρόν ερμηνευτικό υπόμνημα παρέχει στον αναγνώστη μία εμβριθή φιλολογική και θεολογική ανάλυση του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου των Πράξεων των Αποστόλων προς απόδοση του βαθυτέρου και ακριβούς εννοιολογικού περιεχομένου του έργου. Πρόκειται περί πρωτογενούς και αρχέγονου καινοδιαθηκικού κείμενου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες των πρώτων τοπικών Εκκλησιών. Προς βοήθεια του αναγνώστη παρατίθενται συγχρόνως και οι σχετικές ερμηνείες των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Μ. Βασιλείου, του Μ. Αθανασίου του Θεοφυλάκτου, του Διδύμου του Τυφλού κ.ά. Πρόκειται για ένα έργο απαραίτητο για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στα μυστήρια της θείας αποκάλυψης και στα πρώτα ιστορικά βήματα της Εκκλησίας.

Σχ. 17Χ24, Σελ. 848, Τιμ. 30€.

 
 

Αγιολόγιον πάντων των εν Ιταλία και από Ιταλίας αθλησάντων
και τελειωθέντων Μαρτύρων, Αγίων και Οσίων πατέρων και μητέρων ημών

Φωτίου Τζελέπη, Δρ Θεολογίας

Ένα μνημειώδες δίτομο Αγιολόγιο της Ιταλικής χερσονήσου, περιέχον το σύνολο των Αγίων, Μαρτύρων και Οσίων που ανεδείχθησαν στην ενιαία Εκκλησία κατά την Α΄ χιλιετία του ιστορικού βίου της και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τόσο στη Δύση, όσο και στην Ανατολή. Η θεολογική τους συμβολή, η ιστορική τους επίδραση, η πνευματική τους κληρονομία και η πολιτιστική τους επιρροή ακτινοβολεί μέχρι τις ημέρες μας. Η δίτομη, πολυτελής έκδοση κοσμείται από σπανίου κάλλους τετράχρωμες αγιογραφίες.

Α΄ Τόμ. Σχ. 24Χ28, Σελ. 592, Τιμ. 35€.
Β΄ Τομ. 24Χ28, Σελ. 448, Τιμ. 35€.
 
 

Λεξικό της Αγίας Γραφής - Με αναφορές στους αγίους Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς Γεωργίου Β. Μαυρομάτη

Η μελέτη της Αγίας Γραφής δεν είναι απλά μία πνευματική άσκηση, αλλά μία βιωματική διαδικασία που μεταμορφώνει και ανατάσσει πνευματικά τον πιστό. Η Αποστολική Διακονία συνεχίζοντας μία εκδοτική παράδοση δεκαετιών στην έκδοση βιβλικών κειμένων από εξέχοντες ακαδημαϊκούς ερευνητές προβαίνει στην έκδοση του παρόντος   Λεξικού της Αγίας Γραφής . Πρόκειται για μνημειώδες έργο, καρπό πολυετούς έρευνας του ακάματου καί πολυγραφώτατου ερευνητή Γ. Β. Μαυρομάτη στο οποίο συνδυάζει αρμονικά την Αγιογραφική έρευνα με την πατερική εκκλησιαστική παράδοση. Μέσα από τις σελίδες του ο αναγνώστης θα βιώσει τον μοναδικό πνευματικό πλούτο της Αγίας Γραφής και θα συνειδητοποιήσει το θεολογικό και σωτηριολογικό βάθος αυτής.

Σχ. 20X28, Σελ. 770, Τιμ. 35€.

 

Ημεροδείκτης τοίχου 2027

Ο Ημεροδείκτης τοίχου περιέχει εορτολόγιο του έτους 2027 και μηνύματα για την εορτή κάθε ημέρας ή θέματα που αφορούν τη χριστιανική ζωή. Ο ημεροδείκτης κοσμείται με τετράχρωμη  φορητή εικόνα του Ιησού Χριστού, Παντοκράτορα, ευλογών και κρατών Ιερόν Ευαγγέλιον.

Σχ. 21X29, Τιμ. 4.00 €

 

 Επετηρίδα 2027
Ημερολόγιο τσέπης

Η Επετηρίδα του 2027 περιέχει το εορτολόγιο του έτους, σημειωματάριο, τηλεφωνική ατζέντα, τις περιόδους νηστείας και χρήσιμες εκκλησιαστικές πληροφορίες.

Σχ. 8X13, Σελ. 120, Τιμ. 2.00 €

   
 

 

Ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου
Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Μετάφραση: Γεώργιος Αβραμόπουλος

Η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό τη θεολογική, αγιοπνευματική ερμηνεία του κατά Ιωάννην ευαγγελίου υπό του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (1894-1979). Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Ιουστίνος είναι σημείο αναφοράς για τη θεολογική, πνευματική και εκκλησιαστική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Οι ερμηνευτικές του εργασίες δεν είναι απλώς θεολογικά συγγράμματα, αλλά λειτουργούν ως παράθυρα προς την εμπειρία της Εκκλησίας και την εμβάθυνση στην αποκάλυψη του Χριστού δια της Αγίας Γραφής.

Σχ. 17Χ24, Σελ. 576, Τιμ. 17€.

 
 

Συναξάρια και Βίοι Αγίων κατά την εκκλησιαστική παράδοση των Μηναίων
Εισαγωγή, απόδοση, σχόλια
Γεώργιος Γ. Παπαδημητρόπουλος

Η νέα τρίτομη επιμελημένη επανέκδοση των Συναξαρίων και των Βίων των Αγίων του κλασικού δωδεκάτομου έργου του αειμνήστου θεολόγου και φιλολόγου Γεωργίου Παπαδημητρόπουλου σε γλαφυρή νεοελληνική απόδοση αναδεικνύει την διαχρονική αξία των Αγίων στην εκκλησιαστική συνείδηση, ο βίος των οποίων συνιστά πρότυπο κάθε πιστού. Τα πρόσωπα των Αγίων παραμένουν διαχρονικοί οδηγοί, συμπαραστάτες και μεσίτες στο ταξίδι μας προς την Βασιλεία του Θεού.

Τόμ. Α΄,
Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος,
Σχ. 17Χ24, Σελ. 736, Τιμ. 20€.
Τόμ. Β΄,
Ιανουάριος- Απρίλιος
Σχ. 17Χ24, Σελ. 544, Τιμ. 20€.
Τόμ. Γ΄,
Μάϊος- Αύγουστος
Σχ. 17Χ24, Σελ. 592, Τιμ. 20€.
 
 

Αυτουργία, Κύηση και πρόσωπα- Δοκίμια για την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής
Επιμ . Bruce P. Blackshaw, Daniel Rodger, Nicholas Colgrove
Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη

Το παρόν έργο προσφέρει μία διεπιστημονική προσέγγιση με βάθος γύρω από την ηθική αξία της ανθρώπινης ζωής, τη φύση του εμβρύου, και την ηθική αυτουργία σε σχέση με την εγκυμοσύνη και την έκτρωση. Συνδυάζει φιλοσοφία, ηθική, νομική και θεολογία, δημιουργώντας ένα πολύπλευρο υπόβαθρο για την κατανόηση της ανθρώπινης ζωής και της έννοιας του «προσώπου» από πολλές οπτικές γωνίες. Αυτή η πολυφωνία διαφωτίζει τον αναγνώστη και του επιτρέπει να εξετάσει το ζήτημα πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα.

Επιπλέον, αναλύει την έννοια της προσωπικής αυτουργίας. Η έννοια της αυτουργίας- του δρώντος προσώπου που φέρει ηθική ευθύνη- είναι κεντρική. Το βιβλίο εστιάζει στο πώς η εγκυμοσύνη μεταμορφώνει τη σωματική και ηθική αυτονομία της γυναίκας και εξετάζει το πώς μπορούμε να εννοήσουμε αυτήν την ευθύνη δίχως τιμωρητική διάθεση, αλλά με φιλόσοφη κατανόηση. Ακολούθως, αντιμετωπίζει το έμβρυο ως πρόσωπο, καθώς ένα από τα επίμαχα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή να έχει ηθική αξία- και αν το «έμβρυο» είναι πρόσωπο με δικαιώματα. Οι συγγραφείς επιχειρούν συστηματική ανάλυση αυτών των όρων και παραθέτουν επιχειρήματα υπέρ της ηθικής ισότητας των αγέννητων ανθρώπων.

Παράλληλα, αντιμετωπίζει τις τυχόν εναλλακτικές θεωρήσεις με σεβασμό· δηλαδή δεν πρόκειται για ένα μονομερές έργο υπέρ μιας στάσεως. Πολλά κεφάλαια εμπλέκονται με λεπτότητα και κριτικά με φιλοσοφικά επιχειρήματα περί της έκτρωσης, και επιχειρούν να τα ανασκευάσουν με ορθολογικά μέσα, όχι συναισθηματισμούς.

Σχ. 17Χ24, σελ. 432, Τιμ. 14€.

 
 

Η ζωή μετά θάνατον κατά την ορθόδοξη παράδοση
Jean Claude Larchet
Μετάφραση: ΔρΘ Θεοφάνης Λ. Δρακόπουλος

Μία μοναδική και πρωτότυπη μελέτη για την περί θανάτου ορθόδοξη παράδοση, εκπονηθείσα από τον διεθνούς φήμης Πατρολόγο. Το έργο παρουσιάζει με εμβριθή τρόπο τη θεολογική θεώρηση της φύσης του θανάτου, την πνευματική δοκιμασία που συνεπάγεται η έλευσή του για τον μελλοθάνατο και τους οικείους του, τη διδασκαλία περί δοκιμασίας της ψυχής από τα τελώνια από την 3η μέχρι και την 9η ημέρα, την είσοδο της ψυχής στον άλλο κόσμο και την μερική κρίση της κατά την 40η ημέρα, την μέση κατάσταση της ψυχής μέχρι την τελική κρίση, την ορθόδοξη αναίρεση της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας περί καθαρτηρίου πυρός, τις σχέσεις μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων και την ανάγκη των παρακλήσεων και των προσευχών υπέρ τεθνεώτων, τη διδασκαλία περί τελικής κρίσεως, αναστάσεως των νεκρών και αιώνιας ζωής και τη σύνδεσή της με την χριστιανική θεώρηση της ζωής ως πνευματικής προετοιμασίας για τον θάνατο και την αιώνια ζωή. Ο συγγραφέας παραθέτει πλήθος σχετικών βιβλικών και πατερικών χωρίων, ενώ δίδει μεγάλη σημασία στην εφαρμογή της περί θανάτου ορθοδόξου παραδόσεως και στον λειτουργικό βίο της Εκκλησίας. Μία αξεπέραστη έρευνα που δίδει ορθόδοξες απαντήσεις σε όλα τα περί θανάτου ερωτήματα του αναγνώστη.

Σχ. 15Χ22, Σελ. 408, Τιμ. 15€.

 
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ
 

†20 Σεπτεμβρίου

Μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου, Θεοπίστης και των υιών αυτών Αγαπίου και Θεόπιστου

Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως (†),
Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας
, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,
Αθήνα 2025 5, σελ. 304-305

Στρατηλάτης Ρωμαίος εν τοις χρόνοις του Τραϊανού (98-117) εθνικός και περίβλεπτος εν Ρώμη. Εις την Χριστόν πίστιν επέστρεψε δια θεοσημείας, ιδών κατά το κυνήγιον έλαφον σταυρόν εις τα κέρατα φέρουσαν και ακούσας φωνήν εξ αυτού ως ο Παύλος, δι’ ης εκαλλείτο εις την ορθήν πίστιν. Πιστεύσας και βαπτισθείς ο πρώην Πλακίδας καλούμενος μετωνομάσθη Ευστάθιος, μετ’ αυτού δε και η γυνή αυτού Τατιανή μετονομασθείσα Θεοπίστη και τα δύο αυτών τέκνα Αγάπιος και Θεόπιστος. Υποστάς φοβεράς δοκιμασίας και συμφοράς, απωλέσας κατά τι ταξίδιον την γυναίκα και τα τέκνα και την περιουσίαν του πάσαν, περιήρχετο επαιτών επί πολλά έτη πλανώμενος ο άλλοτε πλούσιος και ευτυχής. Αλλ’ ότε δια τας βαρβαρικάς επιδρομάς ανεζητήθη υπό του βασιλέως και ηγηθείς της στρατιάς επέστρεψεν εν Ρώμη νικητής, ανέκτησε πάσαν την προτέραν αυτού κοινωνικήν θέσιν και επανεύρε και την οικογένειαν αυτού. Προσταχθείς δε υπό του Αδριανού (117-138) να προσφέρη θυσίαν και αρνηθείς εβλήθη εν χαλκώ ταύρω πυρωθέντι μετά της οικογενείας αυτού και εν αυτώ ετελειώθησαν άπαντες. Τελείται δε η σύναξις αυτών εν τω μαρτυρείω αυτών τω όντι εν τω Δευτέρω.

Ευστάθιον βους παγγενή χαλκούς φλέγει
και παγγενή συ του Θεού σώζεις, Λόγε.
Εικάδι Ευστάθιος γενεή άμα εν βοί εκαύθη

† 23 Σεπτεμβρίου

Ιωάννης Νεομάρτυς, ο εκ Κονίτσης

Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Οι Νεομάρτυρες του Γένους, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2021, σελ. 188-189

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης γεννήθηκε στην κωμόπολη Κόνιτσα από γονείς ευγενείς Μουσουλμάνους. Ο πατέρας του ήταν Δερβίσης και κατείχε το αξίωμα του Σεΐχη. Σε ηλικία 20 ετών κατετάγη στο τάγμα των Δερβίσηδων. Αφού πέρασε ικανό χρόνο στα Ιωάννινα, ήλθε στην τότε κωμόπολη Βραχώρι (Αγρίνιο) και κατοίκησε στο οίκημα που λεγόταν Μουσελίμ σεράι. Αφού αναδείχθηκε στο υψηλό αξίωμα του Δερβίση στο Βραχώρι, αιφνιδίως άρχισε να νηστεύει και να διάγει χριστιανικό βίο, μάλιστα απεκδύθηκε τα ενδύματα του Δερβίση και φόρεσε άλλα, αυτά που φορούσαν οι Χριστιανοί. Μετέβη στην Ιθάκη, όπου δέχθηκε το άγιο βάπτισμα και ονομάσθηκε Ιωάννης. Αφού επανήλθε στην Αιτωλία, νυμφεύθηκε στο χωριό Μαχαλάς και ασκούσε το επάγγελμα του αγροφύλακα.

Ο Σεΐχης πατέρας του, όταν έμαθε την αποστασία του υιού του, έστειλε σε αυτόν κάποιους ανθρώπους, για να τον μεταπείσουν, αλλά ο Μάρτυρας απέστρεψε το πρόσωπό του από αυτούς. Συνελήφθη από στρατιώτες του Μουσελίμη του Βραχωρίου και προσήχθη ενώπιον του άρχοντος αυτού, δήλωσε με παρρησία τον Χριστό και την αποστροφή του προς την θρησκεία του Μωάμεθ. Βασανίσθηκε με βαρύτατα δεσμά, ενώ στο τέλος οδηγήθηκε μπροστά σε ένα πλάτανο, όπου ο δήμιος τον αποκεφάλισε στις 22 Σεπτεμβρίου 1814. Το τίμιο σώμα του, μαζί με την κεφαλή του, το έριξαν σε παρακείμενο ρέμα, απ’ όπου τα παρέλαβαν οι Χριστιανοί και τα ενταφίασαν σε έναν αγρό στο Βραχώρι. Μαρτύριο του Αγίου αυτού συνέγραψε ο Γεώργιος Αναγνώστης Ιατρίδης ο εκ Καρπενησίου.

ΑΡΘΡΟ
 
 

Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Φυσικοῦ Δικαίου στή βυζαντινή νομοθεσία

Φειδά Ιω. Βλασίου, Ομότ. Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

Τό πολιτικό ὅραμα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέ τίς περίφημες μάλιστα «Ἀποφάσεις τῶν Μεδιολάνων» (313) γιά τήν παραχώρηση μιᾶς δίκαιης καί ἀναγκαίας «θρησκευτικῆς ἐλευθερίας» στούς χριστιανούς, ἐπιστέφθηκε ἀφ᾿ἑνός μέν μέ τίς γενναῖες καί ριζοσπαστικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις γιά τήν ἀναδιοργάνωση ὅλων σχεδόν τῶν θεσμικῶν ὀργάνων τῆς ἀποδιοργανωμένης καί παραπαίουσας ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀφ᾿ἑτέρου δέ μέ τήν ἐντυπωσιακή ἀπόφασή του τόσο γιά τή ριζική ἀνανέωσή της (renovatio Imperii), ὅσο καί γιά τήν ἵδρυση μιᾶς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας μέ πρωτεύουσα τήν Κωνσταντινούπολη, ἤτοι τή Νέα Ρώμη.

Ἡ οἰκουμενική λοιπόν προοπτική τῆς ἀνανεωμένης χριστιανικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Βυζαντίου ἐπεκτάθηκε, μέ τή διάδοση μάλιστα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, σέ ὅλα τά ἔθνη καί «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ βυζαντινή αὐτοκρατορία ὑπῆρξε ἡ μόνη ἱστορική μορφή οἰκουμενικῆς αὐτοκρατορίας μέχρι σήμερον, ἡ ὁποία δέν εἶχε ἐξωτερικά ἐδαφικά σύνορα, ἤτοι ὅπως ἦταν καί ἡ «Κοσμόπολις» τῆς στωϊκῆς φιλοσοφίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Βυζάντιο., 143-161).

Συνεπῶς, ἡ ἀπόφαση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου νά συγκαλέση τήν Α΄ Οἰκουμενική σύνοδο (325) γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ὀξυτάτων ἀντιθέσεων τῶν ἐπισκόπων τῶν ρωμαϊκῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀπό τήν αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ ἐξέφραζε καί τό προσωπικό του ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐνίσχυση τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητας τῶν χριστιανῶν. Βεβαίως, ὁ Μ. Κωνσταντίνος, καίτοι δέν ἀναγνώρισε τυπικῶς τή χριστιανική Ἐκκλησία ὡς τήν ἐπίσημη θρησκεία τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἐν τούτοις τήν ἀνέδειξε, ὅπως εἴδαμε, ὡς μία εὐνοουμένη θρησκεία. Ὑπό τό πνεύμα αὐτό, ὁ Μ. Θεοδόσιος (378-395) ἀφ᾿ἑνός μέν ἀνακήρυξε μέ τό σχετικό Διάταγμά του (380) τήν χριστιανική Ἐκκλησία ὡς ἐπίσημη θρησκεία τῆς αὐτοκρατορίας, ἀφ᾿ἑτέρου δέ ἀξίωσε τήν ἄμεση ἀποκατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς της ἑνότητας μέ ἀπόλυτο μάλιστα κριτήριο τό Σύμβολον πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (325), ἐνῶ θά ἐξόριζε ὅσους ἀρειανόφρονες θά ἐπέμεναν στήν ἀπόρριψή του (μονορθοδοξία).

Βεβαίως, τό Διάταγμα τοῦ Μ. Θεοδοσίου ἐφαρμόσθηκε ἀμέσως στή Β΄ Οἰκουμενική σύνοδο (381), ἡ ὁποία ἀποκατέστησε πλήρως τόσο τήν ἑνότητα, ὅσο καί τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Ἐν τούτοις, οἱ προκύψασες κατά τόν Ε’ αἰώνα θεολογικές ἔριδες γιά τό πολύπλοκο χριστολογικό ζήτημα, ἤτοι μέ τήν ἐσφαλμένη σύγκληση ἀπό τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (408-450) τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου(431), ὅσο καί μέ τήν ἄκριτη ὑποστήριξη τῆς ληστρικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου (449), εἶχαν ἀπρόβλεπτες καί τραγικές συνέπειες γιά τήν ἑνότητα τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας. Πράγματι, οἱ θεολογικές αὐτές ἔριδες προκάλεσαν ἐπικίνδυνες σχισματικές τάσεις μεταξύ τῶν ἀντιφρονούντων τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τή σύγκληση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (451), οἱ ὁποῖες ἀπειλοῦσαν ὄχι μόνο γιά τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλά καί γιά τήν ἴδια τήν ἐδαφική ἀκεραιότητα τῆς αὐτοκρατορίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, ΙΙ., 10-71, 208-255).

Ὁ μεγαλόπνοος λοιπόν αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός Α΄(527-565), ὅπως εἴδαμε, εἶχε ἤδη πλήρη συνείδηση τῶν σοβαρῶν ἀσαφειῶν, ἀδυναμιῶν ἤ ἐλλείψεων ὄχι μόνο τοῦ ἀτελοῦς «Θεοδοσιανοῦ Κώδικα» (Codex Theodosianus, 438) τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450), ἀλλά καί τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τόσο γιά τήν ἀνακάθαρση τῶν ἰδιωτικῶν καί τῶν ἐπισήμων κωδιοκοποιήσεων τοῦ κλασικοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου (Jus vetus), ὅσο καί γιά τήν ἀνασύνθεση τῶν στοιχείων του, κατ᾿ ἀναφοράν μάλιστα καί πρός τήν νέα χριστιανική πραγματικότητα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ὑπό τήν προοπτική αὐτή, συγκροτήθηκε μία δεκαμελής Ἐπιτροπή ἀπό ἐξέχοντες νομοδιδασκάλους τῶν περιφήμων Νομικῶν σχολῶν τῆς Κων-πόλεως καί τῆς Βηρυττοῦ, ἡ ὁποία περάτωσε μέ μεγάλη ἐπιτυχία τό πράγματι σπουδαῖο ἔργο της (529).

Τό σημαντικό αὐτό ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπῆρξε, ὅπως εἴδαμε, ἡ κύρια βάση γιά τή σύνταξη ἀφ᾿ἑνός μέν τοῦ Ἰουστινιανείου Κώδικα (Codex Justinianus, 529), στόν ὁποῖο καταχωρίσθηκαν καί 403 νέες διατάξεις τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἀφ᾿ἑτέρου δέ τοῦ Πανδέκτη (Digesta), ὁ ὁποῖος, παρά τίς ἀναπόφευκτες ἐλλείψεις καί τίς παραλείψεις, προσέφερε σέ πενῆντα βιβλία μία συστηματική ἔκθεση τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ κλασικοῦ Ἑλληνορρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἔτσι, τά δύο αὐτά ἔργα χρησιμοποιήθηκαν καί γιά τή σύνταξη τοῦ συντόμου ἔργου «Εἰσηγήσεις» (Institutiones, 533), στά τέσσαρα βιβλία τοῦ ὁποίου προβλήθηκαν, μέ περιληπτικό ὅμως τρόπο, οἱ κυριότερες διατάξεις γιά τή χρήση του ἀπό τούς σπουδαστές τοῦ Δικαίου. Τό κωδικοποιητικό αὐτό ἔργο (Corpus Juris Civilis) συμπληρώθηκε μέ τίς περίφημες «Νεαρές» (Novellae), οἱ ὁποῖες συνέδεσαν τό ὅλο νομοθετικό ἔργο τόσο μέ τή θεολογική, ὅσο καί μέ τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Βυζάντιο., 218-243).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὅπως εἴδαμε, ὁ Ἰουστινιανός στήν περίφημη ΣΤ΄ Νεαρά του (Novella VI,535) διακήρυσσε ρητῶς τήν ὑπεροχή ὄχι μόνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας (Ἱερωσύνης) ἔναντι τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας (Βασιλείας), ἀλλά καί τοῦ αὐτοδυνάμου ἤ καί αὐτοτελοῦς κύρους τῶν ἱ. κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας. Στό Προοίμιον λοιπόν τῆς περίφημης ΣΤ’ Νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ τονιζόταν ἐπισήμως, μέ ἰδιαίτερη μάλιστα ἔμφαση, ἡ ἀλληλέγγυα συνεργία τῶν «δύο ἐξουσιῶν» ὡς κοινῶν δώρων Θεοῦ, ἤτοι τῆς Βασιλείας καί τῆς Ἱερωσύνης:

«Μέγιστα ἐν ἀνθρώποις ἐστὶ δῶρα Θεοῦ παρὰ τῆς ἄνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας Ἱερωσύνη τε καὶ Βασιλεία, ἡ μέν τοῖς θείοις ὑπηρετουμένη, ἡ δὲ τῶν ἀνθρωπίνων ἐξάρχουσά τε καὶ ἐπιμελομένη, καὶ ἐκ μιᾶς τῆς αὐτῆς ἀρχῆς ἐκατέρα προϊοῦσα καὶ τὸν ἀνθρώπινον κατακοσμοῦσα βίον… Εἰ γὰρ ἡ μὲν ἄμεμπτος εἴη πανταχόθεν καὶ τῆς πρὸς Θεὸν μετέχοι παρρησίας, ἡ δὲ ὀρθῶς τε καὶ προσηκόντως κατακοσμοίη τὴν παραδοθεῖσαν αὐτῇ πολιτείαν, ἔσται συμφωνία τις ἀγαθή, πᾶν εἴ τι χρηστὸν τῷ ἀνθρωπίνῳ χαριζομένη γένει… Τοῦτο δὲ ἔσεσθαι πιστεύομεν, εἴπερ ἡ τῶν ἱερῶν κανόνων παρατήρησις φυλάττοιτο, ἥν οἵ τε δικαίως ὑμνούμενοι καὶ προσκυνητοὶ καὶ αὐτόπται καὶ ὑπηρέται τοῦ θείου λόγου παραδεδώκασιν ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι πατέρες ἐφύλαξάν τε καὶ ὑφηγήσαντο».

Ἐν τούτοις, ὑποστηρίζεται γενικῶς καί ἀκρίτως, ἀπό ἐξέχοντες μάλιστα νομικούς, ἱστορικούς καί κανονολόγους, ὅτι ὁ Ἰουστινιανός ἦταν δῆθεν ὁ χαρακτηριστικότερος ἐκφραστής τοῦ «καισαροπαπισμοῦ» στή λειτουργία τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἤτοι ἐπειδή νομοθετοῦσε καί γιά τήν Ἐκκλησία τόσο στόν Ἰουστιάνειο κώδικα, ὅσο καί σέ πολλές Νεαρές του (Novellae). Ὡστόσο, τό συμπέρασμα αὐτό εἶναι προφανῶς ἐσφαλμένο, ἀφοῦ ἡ περί τά ἐκκλησιαστικά νομοθεσία τοῦ Ἰουστινιανοῦ δέν εἰσῆγε δίκαιο στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιθέτως, μέ τίς Νεαρές του, προσλάμβανε στήν πολιτική νομοθεσία του (Corpus Juris Civilis) καί τίς βασικές ἀρχές τῆς κανονικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε, ἡ ἐπιλεκτική αὐτή συζυγία τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας καί τῆς κανονικῆς παραδόσεως ἦταν ἀπολύτως ἀναγκαία ὄχι μόνο γιά τίς θεσμικές λειτουργίες τῆς αὐτοκρατορίας, ὅσο καί γιά τή διευκόλυνση τῆς ἀποστολῆς τῶν δικαστῶν τῆς αὐτοκρατορίας στήν ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης σέ ἕνα ἀμιγῶς πλέον χριστιανικό σῶμα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (Β. Ι. Φειδᾶ, Πενταρχία., ΙΙ, 161-207).

Συνεπῶς, ἀπό τήν ἀμοιβαία αὐτή ἀλληλέγγυα σύγκλιση προέκυψαν, ὅπως εἴδαμε, οἱ βυζαντινοί «Νομοκάνονες» γιά τήν ἐναρμόνιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας τῶν ἱ. κανόνων μέ τό ἀντίστοιχο σχετικό θεματολόγιο τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας. Σημαντικότερες λοιπόν ἀπό τίς κωδικοποιητικές αὐτές πρωτοβουλίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: α) ὁ Νομοκάνων εἰς 50 τίτλους τοῦ πατριάρχη Κων-πόλεως Ἰωάννου τοῦ Σχολαστικοῦ (563-577), ὁ ὁποῖος μάλιστα γνώρισε πολλές μεταγενέστερες τροποποιήσεις καί προσθῆκες ἀπό ἔγκριτους νομικούς, καί β) ὁ Νομοκάνων εἰς 14 τίτλους, ὁ ὁποῖος συντάχθηκε κατά τόν Ζ΄ αἰώνα, ἀλλά τροποποιήθηκε καί συμπληρώθηκε μέ πολλές καί σημαντικές προσθῆκες ἀπό τόν Οἰκουμενικό πατριάρχη Φώτιο (858-867, 877-886).

Στό πλαίσιο αὐτό ἐντάχθηκαν καί οἱ μεταγενέστεροι Νομοκάνονες, ἤτοι: γ) ὁ Νομοκάνων τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη ἤ τό Σύνταγμα κατά στοιχεῖον (1335), ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τήν ἀλφαβητική κατανομή τῶν θεμάτων τῆς κανονικῆς ὕλης, μέ τήν ἀξιοποίηση μάλιστα καί τῶν σπουδαίων προγενεστέρων κωδικοποιητικῶν ἔργων ἤ νομοκανονικῶν συλλογῶν τοῦ ΙΒ΄ αἰώνα (Ἰω. Ζωναρᾶ, Θεοδώρου Βαλσαμώνα, Ἀλεξίου Ἀριστηνοῦ κ.ἄ.), δ) ὁ Νομοκάνων τοῦ Μανουήλ Μαλαξοῦ (ΙΣΤ΄ αἰ.), ὁ ὁποῖος ἦταν ἡ κυριότερη πηγή δικαίου κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου, ε) τό Πηδάλιον τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη, τό ὁποῖο εἰσήγαγε στόν σχολιασμό τῶν ἱ. κανόνων τή σχετική θεολογία τῆς Πατερικῆς παραδόσεως κ.ἄ.

Ὑπό τό πνεῦμα λοιπόν τῆς καθιερωμένης ἀλληλέγγυας αὐτῆς συζυγίας στό «Προοίμιον» τῆς ΣΤ’ Νεαρᾶς (Novella, 535) τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὅπως εἴδαμε, ὁ συντάκτης τῶν τριῶν πρώτων «Τίτλων» τῆς «Ἐπαναγωγῆς» τοῦ Θ’ αἰώνα ἤ «Εἰσαγωγῆς τοῦ Νόμου» ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης ἱ. Φώτιος τόνιζε: α) στόν Τίτλο Ι «Περί Νόμου καί Δικαιοσύνης» (κεφ. 1 καί 6), μέ ἰδιαίτερη μάλιστα ἔμφαση, ἀφ᾿ἑνός μέν ὅτι «Νόμος ἐστί κοινόν παράγγελμα, φρονίμων ἀνδρῶν δόγμα, ἑκουσίων καί ἀκουσίων ἁμαρτημάτων ἐπιστροφή, πόλεως συνθήκη κοινή, ἐστί δέ καί θεῖον εὕρημα», ἀφ᾿ἑτέρου δέ ὅτι «Σοφία δικαιοσύνης τό εἰδέναι τά θεῖα καί ἀνθρώπινα πράγματα, καί τό δίκαιον καί τό ἄδικον»

β) στόν Τίτλο ΙΙ, «Περί Βασιλέως» (κεφ. 1, 4, 10 καί 12), τόνιζε ἀφ᾿ἑνός μέν ὅτι ὁ «Βασιλεύς ἐστίν ἔννομος ἐπιστασία, κοινόν ἀγαθόν πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις, μήτε κατ᾿ ἀντιπάθειαν τιμωρῶν, μήτε κατά προσπάθειαν ἀγαθοποιῶν, ἀλλ᾿ ἀνάλογος τις ἀγωνοθέτης τά βραβεῖα παρεχόμενος», ἀφ᾿ἑτέρου δέ ὅτι ὀφείλει νά ἀποδέχεται καί νά ὑπερασπίζεται τίς δογματικές ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων. Συνεπῶς, «ὑπόκειται ἐκδικεῖν καί διατηρεῖν ὁ Βασιλεύς πρῶτον μέν πάντα τά ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ γεγραμμένα, ἔπειτα δέ καί τά παρά τῶν ἑπτά ἁγίων Συνόδων δογματισθέντα, ἔτι δέ καί τούς ἐγκεκριμένους ρωμαϊκούς νόμους», ὡς ἐπίσης καί ὅτι «περί ὧν ἔγγραφος οὐ κεῖται νόμος, παράφυλάττειν δεῖ τό ἔθος καί τήν συνήθειαν…»∙

γ) στόν Τίτλο ΙΙΙ, «Περί Πατριάρχου» (κεφ. 5, 6, 7 καί 8), τόνιζε, ὅτι «τά παρά τῶν παλαιῶν κανονισθέντα καί παρά τῶν ἁγίων Πατέρων ὁρισθέντα καί παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἐκτεθέντα τόν Πατριάρχην μόνον δεῖ ἑρμηνεύειν», ἀφοῦ «τά παρά τῶν ἀρχαίων Πατέρων ἐν Συνόδοις ἤ ἐν ἐπαρχίαις ἰδικῶς ἤ καθολικῶς πραχθέντα καί οἰκονομηθέντα τόν Πατριάρχην δεῖ διαιτᾶν καί διακρίνειν», γι᾿ αὐτό «οἱ προγενέστεροι κανόνες καὶ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἕλκονται…». Ἄλλωστε, ὅτι «τῆς Πολιτείας ἐκ μερῶν καὶ μορίων ἀναλόγως τῷ ἀνθρώπῳ συνισταμένης, τὰ μέγιστα καὶ ἀναγκαιότατα μέρη Βασιλεύς ἐστι καὶ Πατριάρχης, διὸ καὶ ἡ κατὰ ψυχὴν καὶ σῶμα τῶν ὑπηκόων εἰρήνη καὶ εὐδαιμονία Βασιλείας ἐστὶ καὶ Ἀρχιερωσύνης ἐν πᾶσιν ὁμοφροσύνη καὶ συμφωνία» (Β. Ι. Φειδᾶ, Βυζάντιο., 218-243. Τοῦ αὐτοῦ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, ΙΙΙ, 92-118)).

Οἱ ἀρχές λοιπόν αὐτές τοῦ «Φυσικοῦ Δικαίου» ὑποστήριζαν πλήρως ὅλα τά καθιερωμένα στόν «φυσικό νόμο» θεμελιώδη φυσικά καί κοινωνικά δικαιώματα γιά τήν προστασία τόσο τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο καί τοῦ φυσικοῦ κόσμου, τά ὁποῖα μάλιστα χαρακτήριζαν ρητῶς καί κατηγορηματικῶς ὡς ἀπολύτως ἀπαραβίαστα, ὅπως λ.χ. ὅτι «οὐδενί νόμῳ βεβαιοῦται τά τῇ φύσει τῶν πραγμάτων κεκωλυμένα» (Digesta, 50. Basilika, 2, 3), ἤ ὅπως προβλήθηκε λ. χ. τό θεμελιῶδες δικαίωμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων στήν ἐλευθερία, «πάντας γάρ ἐξ ἀρχῆς ἡ φύσις ἐλευθέρους προήγαγεν» (Digesta, 1, 1, 4. Basilika, 2, 14).Συνεπῶς, οἱ ἀρχές αὐτές ἴσχυαν γιά ὅλους τούς πολίτες τῆς αὐτοκρατορίας, ἀνεξαρτήτως τῶν ὁποιωνδήποτε ἐθνικῶν, θρησκευτικῶν ἤ κοινωνικῶν διακρίσεων, ἐκτός ἀπό ὁρισμένες ἰδιαίτερες περιπτώσεις, ὅπως λ.χ. ἡ διαφωνία τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας ἀπό τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιά τό νομικό καθεστώς τῶν δούλων, ἀφοῦ «πρός μέν τόν πολιτικόν νόμον (=Θετικό Δίκαιο) οὐδέν εἰσίν οἱ δοῦλοι, πρός δέ τόν φυσικόν(=νόμον) πάντες οἱ ἄνθρωποι ἴσοι εἰσίν» (Digesta E, 17, 32. Basilika, 3, 32).