|
|
|
ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ |
|
|
|
The Orthodox Parish of Saint Catherine in Amsterdam
Athenagoras Peckstadt
Η διδακτορική διατριβή που εκπόνησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Βελγίου κ. Αθηναγόρας και υπέβαλε στο Πανεπιστήμιο Radboud του Nijmegen. Πρόκειται για μία εμβριθή επιστημονική μελέτη, η οποία εξετάζει τους λόγους για τους οποίους η αποτελούμενη κυρίως από εμπόρους και φοιτητές ολιγάριθμη ελληνορθόδοξη κοινότητα του Άμστερνταμ ίδρυσε το 1752, κατόπιν αιτήματος στο Οικουμενικό πατριαρχείο, την ορθόδοξη ενορία της Αγίας Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης, η οποία παρέμεινε δραστήρια μέχρι το 1866 και επανασυστάθηκε από την Ι. Μητρόπολη Βελγίου το 2016 δια της αγοράς κτηρίου, το οποίο στέγασε τον Ιερό Ναό και αίθουσα εκδηλώσεων. Στο έργο παρουσιάζονται οι σχετικές με την Ενορία πηγές της εποχής, οι λόγοι που οδηγούσαν τους Έλληνες από την Ανατολή στην Εσπερία, η ευρεία παρουσία εμπόρων αλλά και φοιτητών σε δυτικά Πανεπιστήμια, η σχέση του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη με τους Μεταρρυθμισμένους και Προτεστάντες των Κάτω Χωρών, η εκκλησιαστική δομή και λειτουργία της Ενορίας και οι επιφανείς κληρικοί της, η σχέση της Ενορίας με την ρωσική διασπορά της Ολλανδίας, καθώς και η κοινωνική, οικονομική και εκδοτική δραστηριότητα των Ελλήνων του Άμστερνταμ. Πρόκειται για ένα έργο που αναδεικνύει την παρουσία των ελληνορθοδόξων Κοινοτήτων και τη οικονομική, κοινωνική και πνευματική συμβολή τους στην ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ευρώπης.
Σχ. 17 Χ 24, Σελ. 544, Τιμ. 20€
|
|
|
|
|
|
Dogme et Philosophie selon la tradition Orthodoxe
I. La contribution Patristique à l' ontologie Chrétienne
Γεώργιος Δ. Μαρτζέλος, Ομότιμος Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)
Ένα πόνημα συστηματικής και πατερικής θεολογίας στη γαλλική γλώσσα, στο οποίο ο Ομότ. Καθηγητής, βασιζόμενος στη θεολογική παράδοση και ερμηνεία των Πατέρων της Εκκλησίας, αναλύει τη σχέση Θεολογίας και Φιλοσοφίας, το ζήτημα της οντολογίας και τις έννοιες της Δημιουργίας, του είναι και του μη – είναι, της ανθρώπινης φύσεως γενικότερα και της ψυχής ειδικότερα, καθώς και την ανθρωπολογική διάσταση του όρου «πρόσωπο»,.
Σχ. 14Χ21, Σελ. 216, Τιμ. 7€. |
|
|
|
|
|

Επιτομή των Θείων και Ιερών Κανόνων
Ιερομονάχου Δωροθέου Βουλησμά
Η πρωτότυπη συλλογή της κατ’ επιτομήν τροπαρολόγησης των Ιερών Κανόνων του Ιερομονάχου Δωροθέου Βουλησμά (†1819) αποτελεί τον Δ΄ τόμο της σειράς «Βιβλιοθήκη Ελλήνων Νομοκανόνων». Πρόκειται για ένα πρωτότυπο εγχείρημα του εγκρατούς κανονολόγου, ο οποίος δεν αποσκοπούσε στην απλή ψαλμώδηση των Ι. Κανόνων, αλλά σε μία μέθοδο που έκανε τερπνή, ωφέλιμη και αφομοιώσιμη την κατά γράμμα αποστήθισή τους.
Σχ. 14Χ21, Σελ. 2 08 , Τιμ. 15 €.
|
|
|
|
|
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ |
|
|
| |

Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Σωφρονίου Ευστρατιάδου (†) Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως
Το κλασικό επίτομο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί μία ευσύνοπτη κατ’ αλφαβητική σειρά παρουσίαση του βίου και των αθλημάτων των Αγίων. Πρόκειται για ένα εύχρηστο εγχειρίδιο και λεξικό, στο οποίο παρατίθενται συγχρόνως σε βραχυγραφίες και οι χρησιμοποιηθείσες πηγές. Η επανέκδοση με νέα ευανάγνωστη στοιχειοθεσία κατακλείεται με Επίμετρο του Πανιερ. Μητροπολίτου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 896, Τιμ. 22€ |
|
| |
|
|
| |

Το μεταθετό των Επισκόπων
Γαβριήλ (Παπανικολάου),
Μητροπολίτης Ν. Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος
Στην παρούσα μελέτη του Κανονικού Δικαίου, ο συγγραφεύς παρουσιάζει αναλυτικά το πάντοτε επίκαιρο και συγχρόνως αμφιλεγόμενο ζήτημα του μεταθετού των Επισκόπων, μία διαχρονική πρακτική της Εκκλησίας που αποσκοπεί στην επίλυση επιτακτικών προβλημάτων ποιμαντικής φύσεως, αλλά και τις αναγκαίες νομοκανονικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
Σχ. 16Χ23, Σελ. 120, Τιμ. 6€.
|
|
| |
|
|
| |
Μαρτύριο και Θαύματα του Αγίου Δημητρίου
Συμεών του Μεταφραστού,
Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
[Εισαγωγή - Μετάφραση -Σχόλια, Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου].
Το Μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου είναι έργο του σπουδαιότερου αγιολόγου του 10ου αιώνα, του Συμεών του Μεταφραστή. Από τις συλλογές δε των Θαυμάτων, η πρώτη είναι έργο του Ιωάννη Α', αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, και γράφτηκε στις αρχές του 7ου αιώνα. Η δεύτερη συλλογή είναι έργο άγνωστου συγγραφέα και γράφτηκε περί τα τέλη του 7ου αιώνα, ενώ η τρίτη είναι έργο επίσης άγνωστου συγγραφέα και γράφτηκε κατά το 10ο αιώνα. Η απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα, η εισαγωγή, τα σχόλια, τα πραγματολογικά στοιχεία και οι παραπομπές είναι έργο του θεολόγου-φιλολόγου, κ. Γεωργίου Παπαδημητρόπουλου.
Σχ. 14Χ21, σελ. 272, τιμή: 7 €. |
|
| |
|
|
| |

Ο Άγιος Δημήτριος και η Θεσσαλονίκη
Αθηνάς Ντάσιου –Γιάννου
Ένα βιβλίο μέσα από τις σελίδες του οποίου οι μικροί αναγνώστες μας μαθαίνουν για τον άγιο Δημήτριο, τον άγιο Νέστορα και την αγία Λυδία, οι οποίοι διέδωσαν μαρτυρικά το λόγο του Κυρίου στη Θεσσαλονίκη και προστάτευσαν την πόλη, αλλά και για τον εμβληματικό Μακεδονομάχο Παύλο Μελά.
Σχ. 17Χ24, Σελ. 48, Τιμ. 6€. |
|
| |
|
|
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ |
|
|
| |
† 16 Οκτωβρίου
Λογγίνος Εκατόνταρχος
Εκατόνταρχος υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, επί βασιλείας Τιβερίου Καίσαρος (14-37). Υπηρετούσε μαζί με τους στρατιώτες του κατά τα σωτήρια Πάθη του Κυρίου, παριστάμενος στην σταύρωση, την ταφή και τη σφράγιση του μνήματος. Όταν όμως αντελήφθη το σεισμό, είδε τις πέτρες να σχίζονται και να ανοίγονται τα μνήματα, πίστευσε ότι ο σταυρωθείς ήταν ο πραγματικός Υιός του Θεού. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του και μαζί με άλλους δύο στρατιώτες του αναχώρησε για την πατρίδα του, προκειμένου να κηρύξει την Ανάσταση του Κυρίου. Την λιποταξία του κατήγγειλε ο Πιλάτος στον Τιβέριο, ο οποίος έστειλε απόσπασμα στρατιωτών για να τον θανατώσουν. Όταν το βρήκαν και του κοινοποίησαν την απόφαση του αυτοκράτορα, τους φιλοξένησε στην οικία του, προετοίμασε τον τάφο γι αυτόν και τους δυο πιστούς του στρατιώτες και αποκεφαλίσθηκε την επομένη.
|
|
| |
|
|
| |
Ιωάννης Νεομάρτυς ο Τουρκολέκας
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Οι Νεομάρτυρες του Γένους , εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2021, σελ. 204- 206.
Ο άγιος Νεομάρτυς και παιδομάρτυς Ιωάννης ο Τουρκολέκας γεννήθηκε το έτος 1805 στο χωριό Τουρκολέκα Αρκαδίας. Η οικογένειά του διακρινόταν για την ευλάβεια προς τον Θεό, για την αγάπη προς την πατρίδα και για τον ηρωισμό της. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος- Τουρκολέκας, ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου, και μητέρα του, η αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξύ των τεσσάρων αδελφών του διακρινόταν ο γνωστός οπλαρχηγός Νικήτας, γνωστός ως Νικηταράς (ο «τουρκοφάγος») και ο διδάσκαλος της πολεμικής τακτικής ευπαίδευτος λοχαγός Νικόλαος.
Το 1816 ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα του και τον Αναγνώστη, γιο του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, ενώ ταξίδευαν στα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στην Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσείν με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα Τουρκική Αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίσθηκαν στο κάστρο της.
Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίσθηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου.
Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του Παιδομάρτυρα, γράφει σχετικά ο αδελφός του Αγίου, Νικηταράς: «Στον αδελφό μου πρότειναν να αλλάξει την πίστη του. Του έδειχναν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν, κάθισε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει τον σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν, γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει τον σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».
Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Οκτωβρίου 1816, έξω από τον ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην Παλαιά Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, το αίμα του Παιδομάρτυρα και Νεομάρτυρα Ιωάννη σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στην βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στην χορεία των Μαρτύρων.
Οι κεφαλές του Νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματά τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος ταφής των κεφαλών και των σωμάτων τους. Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του Ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή στηριγμού των υποδούλων Χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών. Ναός του Αγίου υπάρχει στο χωριό όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. |
|
|
|
|
ΑΡΘΡΟ |
|
|
| |
Patriarch Kyrillos Loukaris and his Dutch friends Peckstadt Athenagoras
Bishop of Belgium, The Orthodox Parish of Saint Catherine in Amsterdam,
ed. Apostoliki Diakonia, Athens 2026, p. 108- 118 From the fifteenth century onwards, it became increasingly easy for inhabitants of the Low Countries to reach Asia Minor and Constantinople. (1). An early traveller was Joris van der Does (Georgius Dousa), a classicist from Leiden, who visited Constantinople in 1597-1598 and had personal contact with Meletios Pigas, Patriarch of Alexandria and locum tenens of the Ecumenical Throne. Dousa described his experiences in a Latin account addressed to his father, in which he also described the oppressed position of Christians in the Ottoman Empire. (2) Van der Does’s contact with Patriarch Meletios Pigas may have influenced Kyrillos Loukaris, Pigas’s nephew and later Patriarch of Constantinople (3). Evidence for this is provided by Loukaris various letters to Justius Lipsius (1547-1606), a Flemish man of letters and philosopher and Dousa’s teacher. In 1579, Lipsius was appointed professor of history by the newly founded University of Leiden (4). From the early seventeenth century, Loukaris also maintained close relations with several Dutch Protestants like Cornelius Haga, ambassador to the Sublime Porte, and theologian David le Leu de Wilhem. These friendships grew into an intensive exchange of ideas about church reform, theology and the Orthodox Church’s position in a time of religious tensions between Catholics and Protestants. Studies were made of the similarities and differences between the various Christian churches and the possibility of their reunification explored. It was also the time of confessions of faith, discussed above in the historical context. Moreover, several attempts were made at the time to reconcile Orthodoxy and Protestantism (5). Loukaris had been educated in Venice, Padua and Geneva, and developed an aversion to Catholicism, partly because of the Jesuits’ aggressive proselytism. It was precisely for this reason that he was very interested in Protestant theology. This also gave Kyrillos the opportunity to introduce his Protestant correspondents to Orthodoxy, but also to criticize some Roman Catholic doctrines (6). This correspondence also shows how he was opposed to the supremacy of the Pope and therefore got along better with the Protestant churches. His experience with the Union of Brest (1596), which brought parts of the Orthodox world under papal authority, increased his distrust. As Patriarch of Alexandria, he opposed Latin influences and sought rapprochement with Protestants, with whom he saw similarities in theology and church structure. Loukaris had a clear vision and dared to say openly that the Orthodox Church needed a reform that would bring the Church closer to the people (7). In letters to Johannes Uytenbogaert and David le Leu de Wilhem Kyrillos exchanged a lot of information about the Orthodox Church, its doctrine and church order, as well as ideas about ecclesiastical reform. For this, Loukaris had consulted works by a number of Catholic and Protestant writers and discussed them not only with some Dutch Protestants, but also with high representatives of the Anglican Church (8). The reform Loukaris envisioned was by no means comparable to the reforms carried out in the Western churches. To understand this it is important, according to Richard Calis, to pay attention to the specificity of the context in which Loukaris acted, both in Alexandria and in Constantinople, but also to recognize that the Orthodox Church “inhabited a position in-between these two Christian spheres: steeped, on the one hand, in the world of the European Reformations and embedded, on the other, in the Christian landscape of the early modern Levant”. (9) This dynamic is also reflected in the letters Loukaris addressed to David le Leu de Wilhem.
Διαβάστε τη συνέχεια |
|
| |
|
|
| |
Le concept de la création
Martzelos George
Dogme et Philosophie selon la tradition orthodoxe,
éd. Diaconie apostolique de l’Eglise de Grèce, Athènes 2026, p. 86- 89
Α l’instar du concept de la divinité, le concept de la création, tel qu’il se déploie dans la tradition biblique et patristique, demeure radicalement étranger à la philosophie grecque antique. L’enseignement biblique selon lequel Dieu a créé le monde à partir du non-être (1) par sa seule parole (2) bouleverse en effet de manière fondamentale la conception grecque de la création.
Dans la pensée grecque, on reconnaît essentiellement deux modalités de création: a) celle qui procède de la formation d’une matière informe, incréée et, par conséquent, indestructible selon l’enseignement de Platon et d’Aristote; b) celle qui découle de l’essence même de Dieu, comme l’ont soutenu les stoiciens et les néoplatoniciens, quoique sous des formes diverses. Dans l’un et l‘autre cas, l’acte créateur requiert la préexistence d’un principe substantiel qu’il s’agisse de la matière ou de l’essence divine. Rien, dans la pensée grecque, ne peut provenir du néant ni y retourner: ainsi, la création y est conçue soit comme la fonction d’une dyarchie ontologique (platonisme et aristotélisme), soit comme celle d’un pantheisme (stoicisme et neoplatonisme).
A l’inverse, dans la vision biblique et patristique, le monde n’a pas surgi d’une réalité préexistante, mais du néant, par la seule volonté libre et l’énergie créatrice de Dieu (3). Selon la Bible et, plus encore, selon les Peres de l’Eglise, Dieu n’est pas simplement l’ordonnateur d’une matière informe: il est le créateur de l’essence même de la matière. Autrement dit, la matière n’existe pas d’une manière incréée, mais a été, elle aussi, appelée à l’être à partir du non-être, tout comme les formes et les espèces. Saint Basile de Césarée Γ exprime avec force: «Dieu créa les cieux et la terre: Non pas à moitié chacun: mais tout le ciel et toute la terre: leur substance et leur forme tout ensemble. Car Dieu n’est pas un inventeur de schèmes: II a créé la nature même des êtres» (4).
Ainsi comprise, la création exclut radicalement la dyarchie ontologique et le panthéisme de la philosophie grecque; elle introduit la distinction ontologique fondamentale entre l’incréé qui appartient à Dieu et le créé qui caractérise le monde issu du néant. Le monde créé, par sa nature, ne saurait être autonome ni indépendant; il dépend entièrement et continuellement de la volonté et des énergies de Dieu.
De plus, pour les Pères, la création n’est pas le fruit d’une nécessité intra ou extra-divine, mais le résultat de la liberté souveraine de la volonté divine. En opposition à Origène, qui y voyait l’expression d’une nécessité intérieure à l’essence divine, les Pères comme l’a magistralement formule G. Florovsky y ont vu le «miracle de la liberté divine» (5).
Selon Origène, il serait impie d’affirmer qu’avant la création du monde, l’essence de Dieu fut inactive ou immobile, que sa bonté ne réalisât pas le bien, ou que sa toute-puissance demeurât sans effet (6). De même qu’il n’existe pas de père sans fils, ni de maître sans esclave, ainsi affirme-t- il Dieu ne saurait être dit «tout-puissant» s’il n’existait pas éternellement des créatures sur lesquelles s’exercerait son pouvoir. Des lors, l’éternité de la toute-puissance divine implique l’éternité de l’acte créateur: la création devient nécessaire et coéternelle à Dieu (7). Origène rattache ainsi la genèse du monde à une exigence interne de l’essence divine, et non au libre vouloir et à l’énergie créatrice de Dieu ce qui transforme le monde en un être coéternel destiné à satisfaire une nécessité divine, plutôt qu’en le fruit de sa propre liberté (8).
Διαβάστε τη συνέχεια |
|
| |
|
|
|
|