ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ  ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ  ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ"
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ   ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ   ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Φωνή Κυρίου |Διακονία | Εορτολόγιο | Πολυμέσα

 

πίσω


Λογική λατρεία

Το πρόβλημα της εξέλιξης της τάξης- Ο ρόλος του μοναχισμού

Η Ευχαριστηριακή θεώρησις του κόσμου
και ο σύγχρονος άνθρωπος

Στοχασμοί γύρω από το θέμα της «Λειτουργικής Αναγεννήσεως»

Τo Μυστήριο του Χρίσματος

Η Ευχαριστηριακή θεώρησις του κόσμου
και ο σύγχρονος άνθρωπος

Ζηζιούλα Ιωάννου, Μητροπολίτου Περγάμου,
Χριστιανικό Συμπόσιο, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας,
Αθήνα 1967, σελ. 183-191.

H Oρθόδοξος παράδοσις είναι βαθύτατα λειτουργική. Δια την Ορθοδοξίαν «η Εκκλησία ζη εν τη ευχαριστία και δια της Ευχαριστίας» και η συγκεκριμένη μορφή της Εκκλησίας είναι ο ναός όπου τελείται η Ευχαριστία και εις τον όποιον o Ορθόδοξος λαός έχει χαρίσει το όνομά της. Ολόκληρος ο κόσμος είναι μία λειτουργία, μία «κοσμική λειτουργία», που «αναφέρει» εις τον θρόνον του Θεού όλην την δημιουργίαν. Η Ορθόδοξος Θεολογία είναι και αυτή μία δοξολογία, μία έκφρασις λειτουργική· είναι ευχαριστιακή Θεολογία.

Αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά δια τον άνθρωπον της εποχής μας; Η θεώρησις του κόσμου και της ζωής έχει τόσο πολύ μεταβληθή εν σχέσει με τον Βυζαντινόν, και εξακολουθεί να μεταβάλλεται τόσον ραγδαίως υπό την πίεσιν των νεωτέρων, φιλοσοφικών, επιστημονικών, κοινωνικών και άλλων εξελίξεων, ώστε διερωτάται σήμερα ο άνθρωπος : τι έχει να τού προσφέρη η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή; Το ερώτημα αυτό προσλαμβάνει διαστάσεις αγωνίας, όταν σκεφθή κανείς ότι ο σύγχρονος άνθρωπος διέρχεται από σοβαρωτάτην κρίσιν εις τας σχέσεις του με την Εκκλησίαν. Ο δυτικός πολιτισμός, που έχει τραφή με τα ιδανικά του Χριστιανισμού, αποχριστιανίζεται ραγδαίως, και η Εκκλησία, που ομιλεί ακόμη την γλώσσαν του παρελθόντος και προβληματίζεται με ζητήματα παρωχημένης εποχής, συγκινεί διαρκώς και ολιγώτερον τον σύγχρονον άνθρωπον. Ο δυτικός χριστιανικός κόσμος συνειδητοποιεί πλέον το πρόβλημα της εκκοσμικεύσεως ( secularization ) εις όλην του την σοβαρότητα. Αλλ' αι δυνατότητες που διαθέτει η παράδοσίς του, μία παράδοσις που ζη υπό το βάρος της διχοτομήσεως του κόσμου εις «άγιον» και «κοσμικόν», τον οδηγούν εις περισσότερα προβλήματα και εις ολιγωτέρας λύσεις.

Εις την κατάστασιν αυτήν η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή ίσταται ως η ελπιδοφόρος μαρτυρία. Διότι η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου και της Ιστορίας, που εμπεριέχεται εις την Ορθόδοξον λειτουργικήν ζωήν, και που, αλλοίμονον, δια την έλλειψιν λειτουργικής αγωγής δεν έχει συνειδητοποιηθή ούτε από τους Ορθοδόξους, δεν συμμερίζεται την τύχην των φιλοσοφικών και θεολογικών σχημάτων, που εις την κατάργησίν των από την νεωτέραν σκέψιν παρέσυραν εις κρίσιν τας σχέσεις θεολογίας και ζωής. Η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή έχει μίαν ιδιάζουσαν θεώρησιν του κόσμου και της δημιουργίας, της οποίας η μεταφορά εις την σύγχρονον ζωήν και δυνατή και αναγκαία είναι· έχει επίσης μίαν αντίληψιν περί ανθρώπου ιδιαιτέρως αναγκαίαν σήμερον περιέχει, τέλος, μίαν ερμηνείαν της Ιστορίας και των προβλημάτων της, της ηθικής ζωής και των δυνατοτήτων της που ίσως πρέπει με ιδιαιτέραν έμφασιν να τονισθούν εις τας ημέρας μας. Αλλά πως εννοούμεν την Ευχαριστίαν, όταν γίνεται λόγος περί μιας «ευχαριστιακής θεωρήσεως του κόσμου»; Η απάντησις εις το ερώτημα αυτό είναι πρωταρχική, διότι η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθή και διαστραφή κυρίως από της εποχής του Σχολαστικισμού. Η χρησιμοποίησίς της με το αρχαίον, πατερικόν Ορθόδοξον περιεχόμενόν της προϋποθέτει πλέον μερικάς βασικάς διευκρινίσεις.

Η Ευχαριστία έχει συνδεθή εις την συνείδησίν μας με μίαν εκδήλωσιν ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί ως αντικείμενον, ως πράγμα και ως μέσον εκδηλώσεως της ευσεβείας μας ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας. Αλλ' η αρχαία αντίληψις περί Ευχαριστίας την αντιμετωπίζει όχι μόνον ούτε κυρίως ως πράγμα, αλλ' ως πράξιν, ως λειτουργίαν (ο Ορθόδοξος αυτός όρος είναι πολύ χαρακτηριστικός), και μάλιστα ως πράξιν συνάξεως, ως κοινήν καθολικήν εκδήλωσιν της όλης Εκκλησίας και όχι ως κατακόρυφον σχέσιν ενός εκάστου μετά του Θεού. Είναι χαρακτηριστικόν ότι η Ανατολή, που διατηρεί -ασυνειδήτως μάλλον - την αρχαίαν αυτήν αντίληψιν, ούτε ατομικάς λειτουργίας διενοήθη ποτέ να εισαγάγη, ούτε προσκύνησιν των τιμίων δώρων υπό την μορφήν μονίμου αναγωγής των εις αντικείμενον ευσεβείας και λατρείας. Η Ευχαριστία είναι κατά βάσιν κάτι το όποιον γίνεται, μία πράξις και μάλιστα όχι ενός εκάστου, αλλά της όλης Εκκλησίας.

Θεωρούμεν επίσης την Ευχαριστίαν ως εν μυστήριον μεταξύ πολλών - των επτά, επί παραδείγματι. Η αρχαία όμως Εκκλησία δεν είχε την μεταγενεστέραν αντίληψιν περί μυστηρίων, αλλά περί ενός και μόνου μυστηρίου, του «μυστηρίου του Χριστού», όπως καλείται εις την Γραφήν. Η Ευχαριστία νοείται μόνον Χριστολογικώς είναι το σώμα του Χριστού, αυτός ούτος ο Χριστός, ο όλος Χριστός. Ας μη βλέπωμε, λοιπόν, την Ευχαριστίαν ως εν μέσον χάριτος, μιας χάριτος αφηρημένης και ανεξαρτήτου της Χριστολογίας, αλλ' ως αυτόν τούτον τον Χριστόν, σώζοντα τον άνθρωπον και τον κόσμον, καταλάσσοντα ημάς μετά του Θεού εν Εαυτώ. Όλα, λοιπόν, τα προβλήματα περί στοιχείων της Ευχαριστίας, περί πραγματικής ή μη παρουσίας, transubstatio κ.τ.λ., που απησχόλησαν τόσον εντόνως τον Μεσαίωνα, απλώς και μόνον μας επαναφέρουν εις την θεώρησιν της Ευχαριστίας ως πράγματος, ως αντικειμένου. Ο βασικός χαρακτήρ της Ευχαριστίας έγκειται εις το ότι αυτή είναι σύναξις και πράξις και ότι εν αυτή και δι' αυτής θεωρείται και ανακεφαλαιούται και βιούται το όλον μυστήριον του Χριστού, η σωτηρία του κόσμου.

Εάν προσεγγίσωμεν την Ευχαριστίαν υπό αυτάς τας προϋποθέσεις, τότε υποχρεούμεθα να την παρακολουθήσωμεν όχι ως μίαν αποψιλωμένην και αυτόνομον διδασκαλίαν περί μυστηρίων, αλλ' ως συγκεκριμένην λειτουργίαν, όπως τελείται εις ένα Ορθόδοξον ναόν. Τότε θ' αποκαλυφθή ενώπιον μας η ιδιάζουσα θεώρησις του κόσμου και της Ιστορίας που εμπεριέχει η Ορθοδοξία εις την πλέον αυθεντικήν εκδήλωσίν της.

Η λειτουργία είναι η πλέον θετική και εις την πράξιν αποδοχή του κόσμου και της δημιουργίας. Αν ο μοναχισμός ως πράξις (όχι ως θεωρία και προσωπικόν βίωμα) χαρακτηρίζεται από την έξω του κόσμου κίνησιν (εννοώ την τοπικήν φυγήν από τον κόσμον), η λειτουργία χαρακτηρίζεται από την αντίθετον φοράν. Κάθε πιστός, που μεταβαίνει εις την λειτουργίαν, φέρει μαζί του - και εννοώ τούτο κατά τρόπον ρεαλιστικώτατον - τον κόσμον. Δεν φέρει απλώς τον εαυτόν του με τας αδυναμίας και τα πάθη του. Φέρει την όλην σχέσιν του προς τον φυσικόν κόσμον, προς την δημιουργίαν. Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, αλλά και σήμερον, όπου ακόμη δεν αντικατέστησε την πατροπαράδοτον ευσέβειαν μία δήθεν «κατ' επίγνωσιν» τοιαύτη, οι πιστοί δεν μεταβαίνουν μόνοι εις την Εκκλησίαν, αλλά συνοδευόμενοι από τα δώρα της δημιουργίας, τον άρτον, τον οίνον και το έλαιον, τα οποία - πόσον χαρακτηριστικόν είναι και τούτο ! - εν λειτουργική πομπή και παρελάσει μεταφέρονται, δια να παραδοθούν εις χείρας του αναμένοντος προ της εισόδου επισκόπου - η σημερινή «μεγάλη είσοδος» της λειτουργίας - ο οποίος και θα τα «αναφέρη» εις τον θρόνον του Θεού ως Ευχαριστίαν. Και ενώ θ' ανέμενε κανείς τους πιστούς να λησμονήσουν, καθώς μεταβαίνουν εις τον ναόν, τας βιωτικάς ανάγκας των, η λειτουργία τους καλεί να τα μεταφέρουν εκεί, ευχόμενοι «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης... πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων. .» κ.τ.λ. Το μέγα τούτο σκάνδαλον των ευσεβών ψυχών, που σκανδαλίζονται - απορεί κανείς διατί τάχα περισσότερον - από την περιφοράν του δίσκου - μιας άλλης εκδηλώσεως του αυτού πνεύματος - είναι η πράξις που αποκαλύπτει, ότι κατά την λειτουργίαν συντελείται ακριβώς μία πορεία, μία παρέλασις θα έλεγε κανείς, του όλου κόσμου προς την αγίαν τράπεζαν, ενός κόσμου, όπως είναι και όπως θα είναι πάλιν μετ' ολίγον, όταν η εσχατολογική αναλαμπή, η πρόγευσις του Παραδείσου, που παρέχει η Ευχαριστία, κλείση, και οι πιστοί κληθούν και πάλιν «να προέλθουν εν ειρήνη» εις τον κόσμον.

Η εμπειρία αυτή της πορείας της όλης ανθρώπινης ζωής προς μεταφοράν της εις τον λειτουργικόν χώρον δεν αποτελεί απλώς μίαν κατάφασιν που παραβλέπει ότι ο κόσμος δεν είναι πλέον «καλός λίαν», όπως τον είδεν ο Θεός κατά την ώραν της δημιουργίας, ένα παραμερισμόν δηλαδή του γεγονότος της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι το τραγικόν στοιχείον που επανέρχεται πάλιν και πολλάκις εις την συνείδησιν της λειτουργούσης Εκκλησίας : «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν σοι, βασιλεύ της δόξης», «Αλλ' όμως...» η αμαρτία δεν είναι δια την λειτουργίαν, όπως δια την σύγχρονον θεολογίαν της κρίσεως, το αγχώδες και άλυτον πρόβλημα του κόσμου. Η φθορά που συνοδεύει την δημιουργίαν δεν καταφάσκεται ή αποφάσκεται εις την λειτουργίαν - ας μη παρασυρώμεθα από το δίλημμα αυτό. Ο κόσμος που εισρέει εις τον λειτουργικό χώρον είναι αυτός ο εφθαρμένος κόσμος και εις την αποδοχήν του εντός του ναού συντελείται μία κατάφασίς του. Αλλά τα πράγματα δεν σταματούν εδώ. Διότι ο κόσμος αυτός, εισρέει εκεί ακριβώς δια να μη μείνη όπως είναι. Η λειτουργία είναι το «φάρμακον της αθανασίας», ακριβώς διότι εν τη αποδοχή και τη καταφάσει της προς τον κόσμον αντιφάσκει προς την φθοράν του, τον αγιάζει και τον «αναφέρει» εις τον δημιουργόν ως γνησίαν δημιουργίαν : «τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα: και δια πάντα».

Η αποδοχή αυτή του κόσμου υπό της λειτουργίας, δεικνύει προς την κατεύθυνσιν ότι όντως ο κόσμος, δια την ευχαριστιακήν θεώρησιν της δημιουργίας δεν έπαυσε ποτέ να είναι κόσμος του Θεού, ότι η αμαρτία και η φθορά δεν εδημιούργησαν ένα «ξένον Θεόν» του Μαρκίωνος και του Harnack, ότι ό,τι είμεθα και ό,τι πράττομεν και ό,τι μας ενδιαφέρει εν τω κόσμω ημπορεί και πρέπει να διέλθη από τα χέρια τοτ ιερουργούντος λειτουργού ως «αναφορά» εις τον Θεόν. Αλλ' όχι δια να μείνη οίον είναι. Ούτε δια να παύση να είναι εκείνο, το οποίον κατ' ουσίαν είναι. Αλλά δια να γίνη εκείνο το οποίον όντως είναι και το οποίον παραμορφώνει η αμαρτία.

Το παράδοξον αυτό της καταφάσεως και της αποφάσεως του κόσμου υπό της λειτουργίας, η μεταμόρφωσις δηλαδή του κόσμου, που δεν καταστρέφει τον κόσμον, η αναγέννησις που δεν τον δημιουργεί ex nihilo η ανακαίνισις που δεν είναι ανανέωσις εξ υπαρχής, είναι εν τη Ευχαριστία αυτή αύτη η εν τόπω και χρόνω έκφανσις του μυστηρίου του Χριστού, εν τω οποίω ο παλαιός Αδάμ ανακαινούται, χωρίς να καταστρέφεται, η ανθρωπινή φύσις προσλαμβάνεται χωρίς να τρέπεται, ο άνθρωπος θεούται, χωρίς να παύη να είναι άνθρωπος.

Η τοιαύτη θεώρησις του κόσμου υπό της Ευχαριστίας δεν αφήνει περιθώρια δια την διχοτόμησιν μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, μίαν διχοτόμησιν, εις την οποίαν ενέκλεισε τον άνθρωπον η δυτική θεολογία τοποθετήσασα αυτόν προ του διλήμματος να εκλέξη μεταξύ των δύο. Το γεγονός αυτό είναι, νομίζω, άκρως υποβοηθητικόν εις την σχέσιν της Εκκλησίας προς τον άνθρωπον της εποχής μας. Ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται, αν δεν αδυνατεί, να διαχώριση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού. Το υπερφυσικόν ως κάτι το «επέκεινα» της φύσεως, λόγω των νεωτέρων επιστημονικών και φιλοσοφικών εξελίξεων, δεν το συλλαμβάνει πλέον. Και η χριστιανική συνείδησίς του υπό το βάρος της διχοτομήσεως αυτής, που του εκληροδότησεν η δυτική θεολογία, δεν έχει παρά να τον οδηγήση είτε εις την καθολικήν απόρριψιν του υπερφυσικού, είτε εις μίαν διχοτόμησιν εντός αυτής της συνειδήσεως του, εις μίαν κατάστασιν σχιζοφρένειας, καθ' ην πότε το δέχεται (δια να μη προδώση την πίστιν του) και πότε αδιαφορεί δι' αυτό (διότι η καθημερινή ζωή του το επιβάλλει). Αλλά δια μίαν λειτουργικήν θεώρησιν του κόσμου δεν υπάρχει φυσικόν και υπερφυσικόν. Υπάρχει φύσις και δημιουργία ως ενιαία πραγματικότης, προερχομένη εκ του Θεού και «αναφερομένη» εις τον Θεόν. Υπάρχει συνάντησις πλήρης, μέχρι ταυτισμού, της ουρανίου προς την επίγειον πραγματικότητα («οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες» ), μία συνάντησις, εις την οποίαν και αυτός ο Θεός παύει να νοήται ως «επέκεινα» της φύσεως και γίνεται εν τω προσώπω του Υιού Του «ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών». Τοιουτοτρόπως η Ευχαριστία παρέχει την δυνατότητα λυτρώσεως του ανθρώπου από μίαν διχοτομίαν, εξ αιτίας της οποίας ο σύγχρονος άνθρωπος κινδυνεύει ν' απόρριψη τον Θεόν, εφ' όσον η θεολογία του Τον ετοποθέτησεν εις μίαν σφαίραν, που δεν δύναται πλέον να κατανόηση.

Αλλ' ακόμη η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου προχωρεί και εις την άρσιν μιας άλλης αντιθέσεως, εις την οποίαν η γνωστικίζουσα και ελληνίζουσα θεολογία ετοποθέτησε τον άνθρωπον της αντιθέσεως μεταξύ αιωνιότητος και χρόνου. Η ιστορία και ο χρόνος που θεωρούνται συνήθως είτε ως αναγκαίον κακόν είτε ως ο «προθάλαμος» της αιωνιότητος, διασταυρώνονται εις την Ευχαριστίαν με την αιωνιότητα, η οποία τοιουτοτρόπως παύει να είναι κάτι πριν η μετά τον χρόνον και εις μίαν μυστικήν συνύφανσιν του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, γίνεται ακριβώς η διάστασις εκείνη, εις την οποίαν ημπορεί να εύρη πλήρη αποδοχήν και εξαγιασμόν ο χρόνος, ως το πεδίον πραγματοποιήσεως του προαιώνιου σχεδίου του Θεού δια την σωτηρίαν μας : «μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς ανόδου, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας, τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».

Αλλ' η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή έχει και μίαν ιδιάζουσαν θεώρησιν αυτού τούτου του ανθρώπου, θεώρησιν που συναντά τον άνθρωπον της εποχής μας και τας ανάγκας του. Ο νεώτερος άνθρωπος σύρει επίσης - από την θεολογικήν παράδοσιν αιώνων - το άγχος της διχοτομήσεως του εις σώμα και ψυχήν, εις πνεύμα και ύλην, κατά τρόπον που του δημιουργεί το δίλημμα μιας εκλογής μεταξύ των δύο, εφ' όσον η σαφώς πνευματική περιοχή είναι δια τον σύγχρονον άνθρωπον ασύλληπτος. Εις την Ορθόδοξον λειτουργικήν ζωήν με την τόσον έντονον μέριμνάν της δια το σώμα και τας ανάγκας του, με την ύλην εις την ημερησίαν διάταξίν της εις τοιούτον βαθμόν, ώστε όχι μόνον ο άρτος και ο οίνος να ταυτίζωνται προς αυτόν τον Κύριον, αλλά και τα ξύλα και τα χρώματα να γίνωνται οιωνεί ενσαρκώσεως αγίων, και τα οστά και τα λείψανα των φορείς και εκφράσεις αγιαστικής προσωπικής παρουσίας· εις μίαν λειτουργικήν παράδοσιν, εις την οποίαν οι άνθρωποι μετέχουν ως ολόκληροι άνθρωποι και όχι κλείοντες τους οφθαλμούς των κατά τα πρότυπα δυτικής ευσέβειας, δια να συναντήσουν τον Θεόν εις μίαν εξαϋλωμένην δήθεν - εν τη ουσία όμως ψυχολογικήν απλώς - σχέσιν μετά του Θεού· εις μίαν τοιαύτην διαφύλαξιν της ενιαίας φύσεως του ανθρώπου, τι θα εύρισκεν αδύνατον ν' αποδεχθή ο σύγχρονος άνθρωπος που έπαυσε πλέον - και ουδείς «δύναται να τον κατακρίνη δι' αυτό - να σκέπτεται, εις Πλατωνικάς και Αριστοτελικάς ανθρωπολογικάς κατηγορίας;

Αλλ' εκτός της διαφυλάξεως της ακεραιότητός του ο άνθρωπος ευρίσκει εις την Ευχαριστίαν και μίαν άλλην θεμελιώδη ιδιότητα του, της οποίας η απώλεια εις τας ημέρας μας του δημιουργεί κρίσιν πραγματικήν εις την συνείδησιν και την ζωήν του. Υπεγραμμίσαμεν εις την αρχήν, και πρέπει πάντοτε να υπογραμμίζωμεν, ότι η Ευχαριστία δεν είναι το πεδίον μιας κατακόρυφου συναντήσεως ενός εκάστου μετά του Θεού, αλλ' η κατ' εξοχήν κοινωνική και εκκλησιαστική εκδήλωσις, και ως τοιαύτη διετηρήθη, έστω και τυπικώς, εις την Ανατολήν. Εις ουδεμίαν ίσως άλλην των εκδήλωσιν οι χριστιανοί παύουν να ενεργούν ως άτομα, μετασχηματιζόμενοι εις Εκκλησίαν. Εις την Ευχαριστίαν η προσευχή, η πίστις, η αγάπη, η ελεημοσύνη - όσα δηλαδή οι πιστοί εκτός αυτής ενεργούν κατ' ιδίαν - παύουν να είναι εκδηλώσεις μου και μεταβάλλονται εις εκδηλώσεις μας, ενώ η όλη σχέσις του ανθρώπου μετά του Θεού γίνεται σχέσις του Θεού μετά του λαού Του, μετά της Εκκλησίας Του. Η Ευχαριστία δεν είναι μόνον κοινωνία ενός εκάστου μετά του Χριστού, αλλά κυρίως κοινωνία των πιστών και μετ' αλλήλων, «ουχί σώματα πολλά, αλλά σώμα εν», όπως παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύων πιστώς τον Παύλον. Τοιουτοτρόπως η βιβλική αλήθεια, ότι η οδός προς τον Θεόν διέρχεται απαραιτήτως δια της οδού προς τον πλησίον, ζη κατ' εξοχήν εις την θεώρησιν του ανθρώπου υπό της Ευχαριστίας.

Δια του τρόπου αυτού ο άνθρωπος παύει να είναι άτομον και νοείται ως πρόσωπον, ως πραγματικότης, δηλαδή που δεν αποτελεί εξάρτημα μιας μηχανής προς εξυπηρέτησιν ενός σκοπού - έστω και του ιερωτέρου. Δεν είναι μέσον προς ένα σκοπόν, αλλ' αυτοσκοπός, εικών και ομοίωσις του Θεού, η οποία μόνον εν τη κοινωνία της μετά του Θεού και μετά των άλλων ευρίσκει την δικαίωσίν της.

Ο σύγχρονος άνθρωπος ζη καθημερινώς υπό το βάρος του αντιθετικού σχήματος μεταξύ ατόμου και συνόλου. Ο κοινωνικός του βίος δεν είναι communio αλλά societas, και η βιαία και δικαία αντίδρασίς του προς τον κολλεκτιβισμόν τον οδηγεί εις τον ατομισμόν - που είναι παραδόξως και η προϋπόθεσίς του ! - αφού δεν έχει άλλην εκλογήν. Η χριστιανική παράδοσίς μας δεν του έδωκε την ανθρωπολογίαν, που θα τον εδικαίωνεν ως πρόσωπον, αφού και μέσα εις την Εκκλησίαν πάντοτε εθεωρείτο είτε υπό το πρίσμα της ατομοκρατίας είτε υπό το πρίσμα της συλλογικότητος. Η λειτουργία προϋποθέτει και οδηγεί εις μίαν ανθρωπολογίαν, εις την οποίαν ο άνθρωπος δεν νοείται παρά ως «καινή κτίσις εν Χριστώ». Η λειτουργία που δεν θεολογεί και δεν ορίζει, αλλά δεικνύει και αποκαλύπτει, απαντά εις το ερώτημα «τι είναι άνθρωπος» δεικνύουσα προς τον Χριστόν ως τον άνθρωπον par excellence, ως τον άνθρωπον δηλαδή τον ηνωμένον μετά του Θεού, τον θεοποιημένον. Εν τη κοινωνία των «αγίων», τα οποία προσφέρονται «τοις αγίοις», η πυξίς δεικνύει αυτομάτως προς τον «ένα άγιον, ένα Κύριον, Ιησούν Χριστόν», Εκείνον εν τω οποίω ο άνθρωπος ενούμενος δια της θείας κοινωνίας γίνεται εκείνο το οποίον όντως είναι : πλήρης άνθρωπος.

Όλα αυτά αποτελούν την εμπειρίαν εκείνου που μετέχει εις την Λειτουργίαν. Αλλά τι συμβαίνει, όταν «απολυθή εν ειρήνη» και επανέλθη εις τον κόσμον; Ποίαν σημασίαν ημπορεί να έχη δια την ηθικήν και κοινωνικήν ζωήν του κόσμου η Ευχαριστία ;

Συνηθίζομεν να λέγωμεν, ότι δια της Ευχαριστίας ο άνθρωπος αντλεί τας υπερφυσικάς δυνάμεις που θα τον βοηθήσουν εις τον αγώνα του κατά της αμαρτίας. Αλλ' ανεξαρτήτως της μεταγγίσεως αυτής δυνάμεων, η Ευχαριστία ως πράξις και ως κοινωνία προσφέρει εις την ηθικήν ζωήν μίαν θεμελιώδη συμβολήν: την επανεύρεσιν του ορθού νοήματος του ηθικού βίου.

Η θεολογική παράδοσίς μας έχει μετατρέψει την ηθικήν ως σύστημα κανόνων συμπεριφοράς και εις αυτόνομον περιοχήν της θεολογίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον ωρισμένοι τύποι ηθικής συμπεριφοράς ανήχθησαν εις νομικά κατασκευάσματα απόλυτα και άσχετα προς τας διαφόρους εποχάς της Ιστορίας και προς την ποικιλίαν των ανθρώπων, οι οποίοι ούτω μετατρέπονται εις αντιγράφοντας αλλήλους τύπους, δια να κρίνουν εν συνεχεία ηθικώς τον κόσμον βάσει των προτύπων των. Η ηθική συμπεριφορά προσλαμβάνει ούτω χαρακτήρα νομικόν και η σχέσις του ανθρώπου μετά του Θεού γίνεται σχέσις δικανική, όπως την είχεν ανέκαθεν αντιληφθή η Δύσις.

Εν αντιθέσει προς την παράδοσιν αυτήν η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου και της κοινωνίας δεν επιτρέπει ούτε ανέχεται αυτονομίαν της ηθικής η αναγωγήν της εις απολύτους νομικούς κανονισμούς, άσχετους προς τον χρόνον και την ποικιλίαν των προσώπων. Εις την Όρθόδοξον λειτουργικήν ζωήν η ηθικότης δεν πηγάζει από μίαν σχέσιν δικανικήν με τον Θεόν, αλλ' από μίαν μεταμόρφωσιν και ανακαίνισιν της κτίσεως και του ανθρώπου εν Χριστώ, ώστε κάθε ηθική επιταγή να νοήται μόνον ως συνέπεια της μυστηριακής αυτής μεταμορφώσεως. Εις μίαν μυστηριακήν θεώρησιν της ηθικής, όπως επί παραδείγματι εκείνη που συναντά κανείς εις την προς Κολοσσαείς επιστολήν του Παύλου, η ηθική συμπεριφορά νοείται μόνον ως προέκτασις της λειτουργικής μεταμορφώσεως : «ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ... νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γης... απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον...» (Ας σημειωθή ότι οι όροι «εκδύσασθαι» και «ενδύσασθαι» είναι εδώ λειτουργικοί και συνδέονται ασφαλώς, όπως και η όλη ορολογία του τμήματος αυτού της επιστολής, με την μυστηριακήν πράξιν του Βαπτίσματος ). Δια τούτο και η λειτουργία εν μόνον είδος ηθικής ορολογίας χρησιμοποιεί: τον «αγιασμόν των ψυχών και των σωμάτων ημών», ώστε εν κοινωνία μετά «της Παναγίας. . . και πάντων των αγίων» να παραθέτωμεν «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ». Δι' αυτού του τρόπου η Ευχαριστία δεν προσφέρει εις τον κόσμον ένα σύστημα ηθικών κανόνων, αλλά μίαν ηγιασμένην κοινωνίαν, μίαν ζύμην που θα ζυμώση όχι δια της επιβολής των ηθικών της προσταγών, αλλά δια της αγιαστικής της παρουσίας την δημιουργίαν. Είναι μία παρουσία μαρτυρίας, που δεν σφυρηλατεί δεσμά «δυσβάστακτα τοις ανθρώποις», δια να τους σύρη ηθικώς δεσμίους εις την σωτηρίαν, αλλά τους καλεί εις την ελευθερίαν των τέκνων του Θεού, εις μίαν κοινωνίαν με τον Θεόν, που θα επιφέρη την ανακαίνισιν του κόσμου.

Ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται ν' αποτινάσση με αγανάκτησιν τους ηθικούς κανόνας που του έχει επιβάλλει η παράδοσις ενός χριστιανικού πολιτισμού επί αιώνας τώρα. Ας μη συζητούμε τα αίτια αυτής της καταστάσεως και ας περιορισθούμε εις την διαπίστωσιν ότι το οικοδόμημα, που ανεγείραμε με τόσον ζήλον συναρμολογούντες τας αγαπητάς μας ηθικάς αξίας, απεδείχθη ήδη δια τον άνθρωπον μία φυλακή, της οποίας τα θεμέλια σείονται από την αντίδρασίν του. Μας απασχολεί το πρόβλημα της πτώσεως των αξιών αυτών και απορούμε διατί η φωνή μας ως χριστιανών πίπτει εις το κενόν. Καταφεύγομεν εις ορθολογικά και ηθικά κηρύγματα, δια να πείσωμεν τον κόσμον, και αποτυγχάνομεν. Χρησιμοποιούμε τα δογματικά κηρύγματα και δεν ακουόμεθα και πάλιν. Ο λόγος προσφέρεται και ο κόσμος «αυτόν ου λαμβάνει». Και εις την αυτοκριτικήν μας λησμονούμεν, ότι ο λόγος του χριστιανισμού δεν είναι λέξις, αλλά πρόσωπον δεν είναι φωνή, αλλά ζώσα παρουσία· μία παρουσία, που ενσαρκώνεται κατ' εξοχήν εις την Ευχαριστίαν, εις μίαν Ευχαριστίαν, που είναι σύναξις και κοινωνία. Η κοινωνία αυτή, που μεταμορφώνεται, δια να μεταμόρφωση, δεν υπάρχει πλέον. Την διέλυσεν η ευσεβιστική ατομοκρατία μας, που επίστευεν ότι δεν χρειάζεται την ενορίαν, την ευχαριστιακήν αυτήν κοινότητα, δια να δράση εις τον κόσμον. Την υπεκατέστησεν η διδακτική λογοκρατία μας, που επίστευσεν ότι αρκεί να ομιλήσωμεν προς τον κόσμον, δια να τον μεταβάλωμεν. Η Εκκλησία μας ως παρουσία εις τον κόσμον έγινεν άμβων χωρίς Θυσιαστήριον και άθροισμα χριστιανών χωρίς ενότητα και σύναξιν. Δεν αντλούμε τας ηθικάς επιταγάς μας από την νέαν ζωήν που γενυόμεθα εις την ευχαριστιακήν μας σύναξιν και η κοινωνία φαίνεται, να έχη χάσει το φύραμα της θεονόμου κοινωνίας που θα την ζύμωση εις μίαν ηθικήν αναγέννησιν.

Με όλα αυτά δεν εισηγούμαι ότι η ευχαριστιακή θεώρησις της κοινωνίας μας θα λύση τα ηθικά προβλήματα της. Αντιθέτως, πρέπει να τονισθή, ότι εις μίαν ευχαριστιακήν θεώρησιν του κόσμου δεν έχει θέσιν το «όπιον» ενός κοινωνικού ευαγγελίου. Ο επίγειος παράδεισος μιας ηθικώς τελείας κοινωνίας αποτελεί προσδοκίαν που εγέννησε ο δυτικός ορθολογισμός, και που η μαρτυρία της Ευχαριστίας αδυνατεί να υιοθετήση. Διότι η Ευχαριστία εις την εσωτέραν φύσιν της εμπεριέχει μίαν εσχατολογικήν διάστασιν, που όσον και αν εισδύει εις την Ιστορίαν, δεν μεταβάλλεται απόλυτα εις Ιστορίαν. Είναι η δραματικωτέρα μαρτυρία μιας συναντήσεως του εσχάτου με την Ιστορίαν, του τελείου με το σχετικόν εντός της ανθρωπίνης υπάρξεως - εδώ και τώρα. Είναι η μαρτυρία μιας ηθικής που δεν είναι ιστορική εξέλιξις, αλλ' υπαρξιακή μάχη, που κερδίζεται, δια να χαθή και πάλιν, μέχρις ότου κερδηθή οριστικώς «εν τη εσχάτη ημέρα». Η εσχατολογική αυτή διείσδυσις εις την Ιστορίαν δεν είναι μία λογικώς και εμπειρικώς νοητή ιστορική εξέλιξις, αλλά μία κατακόρυφος κάθοδος του Αγίου Πνεύματος που με την επίκλησίν Του, την τόσον θεμελιώδη και χαρακτηριστικήν δια την Ορθοδοξίαν, ο «νυν αιών» μεταμορφούται εις «καινήν κτίσιν» εν Χριστώ. Η κάθοδος αυτή του ουρανού εις την γην, που καθιστή δυνατήν την αναφοράν της γης εις τον ουρανόν, γεμίζει την γην με φως και χάριν και χαράν και κάνει την λειτουργίαν μίαν εορτήν, μίαν πανήγυριν, από την οποίαν οι πιστοί επιστρέφουν εις τον κόσμον χαρούμενοι και χαρισματούχοι. Αλλ' έξω από την πύλην του ναού τους αναμένει πάντοτε η πάλη. Μέχρι του τέλους των καιρών θα διανύουν την ευχαριστιακήν πορείαν των λαμβάνοντες γεύσιν μόνον από την θεονόμον κοινωνίαν, δια να την αναμίξουν μετ' ολίγον με την πικράν γεύσιν του κακού. Η Ευχαριστία θα τους έχη δώσει την πλέον ζωντανήν διαβεβαίωσιν της νίκης του Χριστού επί του διαβόλου, μιας νίκης όμως που εις την γην αυτήν θα είναι νίκη «κενωτική», νίκη σταυρού, νίκη ασκήσεως ηρωικής, όπως την αντελήφθη και την έζησεν η Ανατολή με τον μοναχισμόν της.

Τοιουτοτρόπως η Ευχαριστία θ' ανοίγη πάντοτε τον δρόμον όχι προς το όνειρον μιας εξελικτικής ηθικής τελειώσεως του κόσμου, αλλά προς την ανάγκην της ηρωικής ασκήσεως, της εμπειρίας της κενώσεως και του Σταυρού, εις την οποίαν και μόνον θα βιούται εν τω κόσμω η νίκη της Αναστάσεως μέχρι του τέλους των καιρών. Συγχρόνως όμως θα χαρίζη εις τον κόσμον την γεύσιν της εσχατολογικής πραγματικότητος, η οποία εισδύει εις την Ιστορίαν δια της ευχαριστιακής συνάξεως και καθίστα εν τόπω και χρόνω δυνατήν την θέωσίν μας. Χωρίς την διάστασιν αυτήν που φέρει η Ευχαριστία εις τον κόσμον, καμμία μέθοδος ιεραποστολής, καμμία ευφυής διπλωματία «διαλόγου με τον κόσμον» και ουδέν σύστημα ηθικής θα ημπορέσουν να μεταμορφώσουν τον σύγχρονον κόσμον εν Χριστώ.

Η κρίσης του συγχρόνου ανθρώπου εις την σχέσιν του με τον Χριστόν και η αδυναμία του Χριστιανισμού να τον συνάντηση, ίσως οφείλονται κατά μέγα μέρος εις την θεολογικήν παράδοσιν που του εδώκαμε, αυτήν που τον εδιχοτόμησε, τον κατέστησε σχιζοφρενικόν, τον ετοποθέτησεν εις σχήματα δυαλιστικά ή εις ασφυκτικά ηθικά κατασκευάσματα και του διέσπασε την ακεραιότητα. Και, ενώ η παράδοσις αυτή ήτο δια το παρελθόν ο τρόπος της σκέψεως του, όταν μετά την νέαν θεώρησιν της ζωής που ανεπτύχθη δια της νεωτέρας επιστήμης και φιλοσοφίας όλα αυτά τα σχήματα κατέπεσαν και ευρέθη ούτος εις το δίλημμα τι να εκλέξη μεταξύ των αντιθέσεων που του εδώκαμε, ημείς επεδόθημεν εις μίαν απολογίαν των σχημάτων τούτων, με αποτέλεσμα την κρίσιν εις τας σχέσεις της Εκκλησίας προς τον κόσμον.

Εις την κατάστασιν αυτήν η Ορθοδοξία ίσταται ως μία μαρτυρία αποτυχημένη θεολογικώς, εφ' όσον συνεχίζει και αυτή την απολογίαν των σχημάτων τούτων. Ίσταται όμως ως η ελπίς του κόσμου λειτουργικώς, εφ' όσον εις την Ευχαριστίαν της αίρονται αι διχοτομήσεις αύται και ο άνθρωπος επανευρίσκει την ακεραιότητα του και την κοινωνίαν του με τον Θεόν. Εάν η Ορθοδοξία συνειδητοποίηση τούτο, ίσως αχθή εγκαίρως εις αναθεωρήσεις θεολογικάς και λάβη μέτρα πρακτικά εις τρόπον, ώστε να σώση εαυτήν από την εκκοσμίκευσιν και τον κόσμον από την απομάκρυνσίν του από τον Θεόν.

Για ενημέρωση σχετικά με τα νέα, τις εκδηλώσεις, τις εκδόσεις και το έργο μας παρακαλούμε συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία. Για τους όρους προστασίας δεδομένων δείτε εδώ.