|
|
|
ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ |
|
|
|
Λεξικό της Αγίας Γραφής - Με αναφορές στους αγίους Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς Γεωργίου Β. Μαυρομάτη
Η μελέτη της Αγίας Γραφής δεν είναι απλά μία πνευματική άσκηση, αλλά μία βιωματική διαδικασία που μεταμορφώνει και ανατάσσει πνευματικά τον πιστό. Η Αποστολική Διακονία συνεχίζοντας μία εκδοτική παράδοση δεκαετιών στην έκδοση βιβλικών κειμένων από εξέχοντες ακαδημαϊκούς ερευνητές προβαίνει στην έκδοση του παρόντος Λεξικού της Αγίας Γραφής. Πρόκειται για μνημειώδες έργο, καρπό πολυετούς έρευνας του ακάματου καί πολυγραφώτατου ερευνητή Γ. Β. Μαυρομάτη στο οποίο συνδυάζει αρμονικά την Αγιογραφική έρευνα με την πατερική εκκλησιαστική παράδοση. Μέσα από τις σελίδες του ο αναγνώστης θα βιώσει τον μοναδικό πνευματικό πλούτο της Αγίας Γραφής και θα συνειδητοποιήσει το θεολογικό και σωτηριολογικό βάθος αυτής.
Σχ. 20X28, Σελ. 770, Τιμ. 35€. |
|
|
|
|
|

Ημεροδείκτης τοίχου 2027
Ο Ημεροδείκτης τοίχου περιέχει εορτολόγιο του έτους 2027 και μηνύματα για την εορτή κάθε ημέρας ή θέματα που αφορούν τη χριστιανική ζωή. Ο ημεροδείκτης κοσμείται με τετράχρωμη φορητή εικόνα του Ιησού Χριστού, Παντοκράτορα, ευλογών και κρατών Ιερόν Ευαγγέλιον.
Σχ. 21X29, Τιμ. 4.00 €
Επετηρίδα 2027
Ημερολόγιο τσέπης
Η Επετηρίδα του 2027 περιέχει το εορτολόγιο του έτους, σημειωματάριο, τηλεφωνική ατζέντα, τις περιόδους νηστείας και χρήσιμες εκκλησιαστικές πληροφορίες.
Σχ. 8X13, Σελ. 120, Τιμ. 2.00 €
|
|
|
|
|
|
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος- Πεντηκοστή 2016,
«Εις ενότητα πάντας εκάλεσεν»,
Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης (18-27 Ιουνίου 2016),
Πρακτικά- Κείμενα
H Aγία και Μεγάλη Σύνοδος της Oρθοδόξου Eκκλησίας υπήρξε το επιστέγασμα της πεντηκονταετούς προπαρασκευαστικής διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας συνεκλήθησαν Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις (1976, 1982, 1986, 2009, και 2015), Ειδικές Προσυνοδικές Επιτροπές και συλλογικά πανορθόδοξα όργανα, με αντιπροσωπευτικότερο τον θεσμό της Συνάξεως των Προκαθημένων πασών των αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Επί τη βάσει των ομοφώνως συμπληρωθέντων και εγκριθέντων κειμένων υπό της συγκληθείσας στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Σαμπεζύ, 21-27 Ἰανουαρίου 2016) Ιεράς Συνάξεως των Προκαθημένων πασών των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών διατυπώθησαν μετά από πολυετείς σύντονες προσπάθειες οριστικώς τα ομοφώνως εγκριθέντα κείμενα της Συνόδου.
Η έκδοση των Πρακτικών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επί τη συμπληρώσει δέκα ετών από συγκλήσεώς της αποτελεί την ταπεινή συμβολή της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος επ’ ελπίδι τα κείμενα και οι αποφάσεις της Συνόδου να καταστούν διαρκής παρακαταθήκη στους ανά την Οικουμένη ορθοδόξους. Την έκδοση προλογίζει ο Πανιερ. Μητροπολίτης Φαναρίου και Γεν. Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας κ. Αγαθάγγελος, με μετάφραση στην ρωσική, γαλλική και αγγλική γλώσσα, ενώ στο παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται όλα τα εγκριθέντα κείμενα στην ελληνική, γαλλική και ρωσική γλώσσα. Πρόκειται για μία έκδοση μοναδικής ιστορικής και θεολογικής σημασίας.
Σχ. 17X24, Σελ. 960, Τιμ. 30€. |
|
|
|
|
|
Τωβίτ - Ιουδίθ - Εσθήρ
Κείμενο-Μετάφραση-Ανάλυση-Σχόλια
Ιερεμίου Φούντα (†), Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως
Ο 15ος τόμος της σπουδαίας σειράς του μακαριστού παλαιοδιαθηκολόγου περιλαμβάνει τα δευτεροκανονικά βιβλία του Τωβίτ και της Ιουδίθ και το κανονικό βιβλίο της Εσθήρ. Στο βιβλίο Τωβίτ παρουσιάζονται οι πειρασμοί του αιχμαλώτου στην Νινευή ευσεβούς Τωβίτ, ο οποίος χάρις στην ευσέβεια και την φιλανθρωπία του προστατεύεται θαυματουργικά από τον Θεό και τον εμφανισθέντα με μορφή ανθρώπου άγγελο Ραφαήλ. Στο βιβλίο της Ιουδίθ παρουσιάζεται ο πόλεμος των Ισραηλιτών με τους Ασσυρίους και πώς η Ιουδίθ με ένα ευφυές τέχνασμα εφόνευσε των αρχιστράτηγο των αντιπάλων χαρίζοντας την νίκη στον εκλεκτό λαό του Θεού. Το βιβλίο της Εσθήρ, σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα, είναι κανονικό και περιλαμβάνεται στην εβραϊκή Π. Διαθήκη. Εξιστορεί την ενθρόνιση της Ιουδαίας Εσθήρ ως συζύγου του πέρση βασιλιά. Η Εσθήρ, όντας συγγενής του επιφανούς στην αυλή του βασιλιά Ιουδαίου Μαρδοχαίου, απέκρυψε την φυλετική της καταγωγή. Ο δεύτερος τη τάξει μετά τον πέρση βασιλιά, Αμάν ο Αγαγίτης, εποφθαλμιώντας τον Μαρδοχαίο, απεργάζεται ένα σχέδιο για να εξολοθρεύσει όλους τους Ιουδαίους του περσικού βασιλείου και ρίχνει «κλήρους» (πουρίμ στα εβραϊκά) για να δει την κατάλληλη ημέρα εξόντωσής τους. Ο Μαρδοχαίος πληροφορούμενος το σχέδιο εξόντωσης ενημερώνει την Εσθήρ. Αυτή ζητά ακρόαση από το βασιλιά, παρουσία του Αμάν, και του αποκαλύπτει το σκοτεινό του σχέδιο για κρέμασμα του Μαρδοχαίου και έναρξη της σφαγής. Ο βασιλιάς, ενθυμούμενος τις υπηρεσίες του ευσεβούς Ιουδαίου, αποφασίζει να κρεμάσει επί ξύλου τον ίδιο τον Αμάν. Συγχρόνως, ακυρώνει με Διάταγμα οποιαδήποτε δίωξη των Ιουδαίων. Η ημέρα θεσπίσθηκε ως εορτή στον Ιουδαϊσμό, η ημέρα των Πουρίμ.
Σχ. 17X24, Σελ. 370, Τιμ. 25€. |
|
|
|
|
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ |
|
|
| |
Το ταξίδι του ψηφιδωτού στους τόπους και τους χρόνους -
Τα ανά την Οικουμένη εντοίχια χριστιανικά ψηφιδωτά
Χριστόφορος Δ. Σωφρονίου, Άρχων Υπομνηματογράφος Μ.τ.Χ.Ε.
Επιμέλεια Δημήτριος Μαυρόπουλος
Ένα μνημειώδες έργο στο οποίο παρουσιάζονται τα ανά την οικουμένη διεσπαρμένα εντοίχια χριστιανικά ψηφιδωτά από τα μέσα του 3ου αιώνα μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Τις ψηφιδωτές παραστάσεις ο συγγραφέας τις περιγράφει ενταγμένες στο κτίσμα το οποίο κοσμούν (εκκλησία, παρεκκλήσιο, βαπτιστήριο, μαυσωλείο ή και κατακόμβη). Η επιστημονική παρουσίαση των ψηφιδωτών, η οποία γίνεται με γεωγραφικά κριτήρια (Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Θεσσαλονίκη, Ιταλία, Ραβένα, Κύπρος, Ελλάδα, Σικελία, Βενετία κ.ἄ.) διανθίζεται από την παράθεση ιστορικών μύθων και βιογραφιών. Το έργο προλογίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ενώ πέρα από το πλήθος καλαίσθητων τετράχρωμων φωτογραφιών των ψηφιδωτών, περιέχει πλούσια διεθνή βιβλιογραφία για τον ερευνητή και γλωσσάρι αρχιτεκτονικών όρων.
Σχ. 24Χ29, Σελ. 720, Τιμ. 40€. |
|
| |
|
|
| |
Αυτουργία, Κύηση και πρόσωπα- Δοκίμια για την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής
Επιμ . Bruce P. Blackshaw, Daniel Rodger, Nicholas Colgrove
Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη
Το παρόν έργο προσφέρει μία διεπιστημονική προσέγγιση με βάθος γύρω από την ηθική αξία της ανθρώπινης ζωής, τη φύση του εμβρύου, και την ηθική αυτουργία σε σχέση με την εγκυμοσύνη και την έκτρωση. Συνδυάζει φιλοσοφία, ηθική, νομική και θεολογία, δημιουργώντας ένα πολύπλευρο υπόβαθρο για την κατανόηση της ανθρώπινης ζωής και της έννοιας του «προσώπου» από πολλές οπτικές γωνίες. Αυτή η πολυφωνία διαφωτίζει τον αναγνώστη και του επιτρέπει να εξετάσει το ζήτημα πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα.
Επιπλέον, αναλύει την έννοια της «προσωπικής αυτουργίας». Η έννοια της αυτουργίας- του δρώντος προσώπου που φέρει ηθική ευθύνη- είναι κεντρική. Το βιβλίο εστιάζει στο πώς η εγκυμοσύνη μεταμορφώνει τη σωματική και ηθική αυτονομία της γυναίκας και εξετάζει το πώς μπορούμε να εννοήσουμε αυτήν την ευθύνη δίχως τιμωρητική διάθεση, αλλά με φιλόσοφη κατανόηση. Ακολούθως, αντιμετωπίζει το έμβρυο ως πρόσωπο, καθώς ένα από τα επίμαχα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή να έχει ηθική αξία- και αν το «έμβρυο» είναι πρόσωπο με δικαιώματα. Οι συγγραφείς επιχειρούν συστηματική ανάλυση αυτών των όρων και παραθέτουν επιχειρήματα υπέρ της ηθικής ισότητας των αγέννητων ανθρώπων.
Παράλληλα, αντιμετωπίζει τις τυχόν εναλλακτικές θεωρήσεις με σεβασμό· δηλαδή δεν πρόκειται για ένα μονομερές έργο υπέρ μιας στάσεως. Πολλά κεφάλαια εμπλέκονται με λεπτότητα και κριτικά με φιλοσοφικά επιχειρήματα περί της έκτρωσης, και επιχειρούν να τα ανασκευάσουν με ορθολογικά μέσα, όχι συναισθηματισμούς.
Σχ. 17Χ24, σελ. 432, Τιμ. 14€. |
|
| |
|
|
| |
Ο Όμηρος ξεφυλλίζει την Ιστορία και παλεύει για τη λευτεριά
Πηνελόπης Μωραΐτου - Εικον. Πέγκυ Φούρκα
Μία φανταστική περιήγηση του κεντρικού ήρωα του έργου Ομήρου στις τελευταίες ένδοξες σελίδες του Έθνους μας για τους μικρούς μας φίλους. Από τις ημέρες που προετοίμασαν την εθνική παλιγγενεσία του 21’ και τα πρώτα χρόνια του ανεξαρτήτου ελληνικού κράτους, τους βαλκανικούς πολέμους, την μικρασιατική εκστρατεία και το Έπος του 1940. Μία εύληπτη, σύντομη ιστορική αναδρομή στα κύρια γεγονότα που διαμόρφωσαν την πατρίδα μας και οφείλουν να γνωρίζουν όλα τα Ελληνόπουλα.
Σχ. 21Χ29, Σελ. 232, Τιμ. 14€. |
|
| |
|
|
| |
Η Ιουλία και ο κάμπος του Θεού
Μαρίας Κασαμπαλάκου
Μία αλληγορική παιδική ιστορία με ηρωίδα την 9χρονη Ιουλία, η οποία περνά επτά ημέρες στην εξοχή και μαθαίνει μέσα από την μοναδικότητα κάθε δημιουργήματος, από τα λουλούδια μέχρι τις μέλισσες, ότι είναι θέλημα Κυρίου ο άνθρωπος να κρατήσει και να διαφυλάξει το οικοσύστημα σε ισορροπία και αρμονία και να διδάσκεται δια του κάλλους της φύσης την αγάπη προς όλα τα πλάσματα του Θεού. Η εικονογράφηση είναι της ίδιας της συγγραφέως.
Σχ. 29 X 21,Σελ. 44, Τιμ. 10€. |
|
| |
|
|
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ |
|
|
|
†17 Ιουλίου
Μνήμη της αγίας και καλλινίκου μεγαλομάρτυρος Μαρίνης
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιούλιος,
Αθήνα 2023, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 291-293
Η Αγία Μεγαλομάρτυς Μαρίνα καταγόταν από την Αντιόχεια της Πισιδίας, ήταν θυγατέρα του ιερέως των ειδώλων Αιδεσίου και άθλησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Κλαυδίου Β' (268-270 μ.Χ.). Μετά τον θάνατο της μητέρας της, σε ηλικία δώδεκα ετών, παραδόθηκε από τον πατέρα της σε γυναίκα, η οποία κατοικούσε στην αγροτική περιοχή της Πισιδίας. Μετά από λίγο, η γυναίκα αυτή προσήλθε στον Χριστιανισμό και από την νεοφώτιστη πίστεψε στον Χριστό και η Μαρίνα, η οποία και έλαβε το θείο Βάπτισμα. Δεν πέρασαν παρά μόνο τρία έτη από το βάπτισμά της, κατά τα οποία διδάχθηκε δια του κηρύγματος στην Εκκλησία και μέσα από τις κατ’ οίκον κατηχήσεις, κατά το αποστολικό σύστημα, κατέστη τέλεια γνώστης των χριστιανικών δογμάτων και των εντολών του Ευαγγελίου. Τότε νόμισε ότι ήταν καιρός να αποκαλύψει στον πατέρα της την ένταξή της στο σώμα της Εκκλησίας και να προσπαθήσει να ελκύσει και αυτόν. Κατάπληκτος ο πατέρας της από την αποκάλυψη αυτή, αφού μάταια με υποσχέσεις και απειλές προσπάθησε να την μεταπείσει, αναχώρησε με κατάρες εναντίον της, αφού δήλωσε ότι η διαγωγή της την αποξένωσε εντελώς από αυτόν. Όταν πληροφορήθηκε τα συμβάντα αυτά ο ηγεμών Ολύμβριος, διέταξε την σύλληψη και φυλάκιση της Μαρίνας. Μετά την παρέλευση ολίγων ημερών οδηγήθηκε ενώπιον του ηγεμόνος, ο οποίος θαμπώθηκε από την ομορφιά της, σκέφτηκε να την παντρευτεί και με υποσχέσεις και κολακείες προσπάθησε να την μεταπείσει, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Η Μαρίνα παρέμεινε ακλόνητη στην χριστιανική ομολογία της, απορρίπτοντας με περιφρόνηση τις υποσχέσεις και τις κολακείες του ηγεμόνα. Αυτό ερέθισε τον Ολύμβριο και διέταξε τον βασανισμό της. Έτσι, αφού μαστιγώθηκε σκληρά και καταξεσχίσθηκαν οι σάρκες της, ημιθανής κλείσθηκε και πάλι στην φυλακή. Την επομένη οδηγήθηκε εκ νέου ενώπιον του Ολυμβρίου, εμμένοντας όμως σταθερά στην ομολογία της κατακάηκε με αναμμένες λαμπάδες. Θαυμάζοντας το θάρρος και την εμμονή της στην πίστη, πολλοί από τους παριστάμενους ειδωλολάτρες ομολόγησαν τον Χριστό ως Αληθινό Θεό και αφού συνελήφθησαν, αποκεφαλίσθηκαν. Έξαλλος από θυμό ο ηγεμόνας, για να προλάβει ακόμη μεγαλύτερη διαρροή των ειδωλολατρών, διέταξε τον άμεσο αποκεφαλισμό της Μαρίνας, τον οποίο αυτή υπέμεινε καρτερικά και αγόγγυστα. Έτσι η Μεγαλομάρτυς εισήλθε στην χαρά του Νυμφίου Χριστού και έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της δόξας. |
|
|
|
|
|
†20 Ιουλίου
Μνήμη του αγίου προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου
Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιούλιος,
Αθήνα 2023, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 342-347
Ο Προφήτης Ηλίας, υιός του Σαβώκ από την φυλή Ααρών, ήταν Ισραήλιτης και έδρασε στο βόρειο βασίλειο του Ισραήλ κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αχαάβ (875-854 π.Χ.) και του Όχοζία (854-853 π.Χ.)· Η πρώτη του εμφάνιση καλύπτεται από μυστήριο, το οποίο διατηρείται καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Υπάρχει μόνο μια σύντομη αναφορά στην καταγωγή του: «Και είπεν Ηλιού ο προφήτης ο θεσβίτης εκ Θέσβης της Γαλαάδ...» (1), που όμως και αυτή αμφισβητείται. Κάποιοι υποστηρίζουν, στηριζόμενοι στο Γ' Βασιλειών 17, 1, ότι η αναφορά ενισχύει την υπόθεση ότι ο Προφήτης Ηλίας δεν ζούσε σε ένα συγκεκριμένο μέρος στην Γαλαάδ, που κείται ανατολικά του Ιορδάνου, αλλά ήταν μέλος είτε των Κενιτών, είτε των Ρεχαβιτών, σχισματικών ομάδων, που ηγούνταν της νομαδικής ζωής. Η έρευνα, επίσης, κλίνει προς την άποψη, ότι το μέρος που ονομαζόταν Τισμπέ ή Τσιμπί της Γαλαάδ είναι ο τόπος της γεννήσεως του Προφήτου. Μερικοί προσπαθούν να την ταυτίσουν με την Τισμπέ της περιοχής της φυλής του Νεφταλί, αλλά οι Εβδομήκοντα εκλαμβάνουν την αμφισβητούμενη λέξη ως κύριο ονομα και μεταφράζουν «Ηλίας ο θεσβίτης από τη Θεσβών της Γιλεάδ».
Επιπρόσθετα έχει υποστηριχτεί, ότι είναι πιθανόν το όνομα Ηλίας να μην ήταν το γνήσιο όνομα του Προφήτου, αλλά ένα θεοφόρο όνομα, που δηλώνει την προφητική αποστολή του.
Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε ότι ο Προφήτης Ηλίας καταγόταν από τα άγρια αλλά όμορφα βουνά της περιοχής της Γαλαάδ, της ορεινής Παλαιστίνης στην ανατολική πλευρά του Ιορδάνου και προερχόταν, πιθανώς, από την φυλή Γαδή από το ήμισυ της φυλής Μανασσή. Τα απομονωμένα βουνά και η άγονη έρημος ανταποκρίνονταν στο πνεύμα του Προφήτου, που ήταν αυστηρό, ασκητικό και καθαρώς μονοθεϊστικό. Ο Προφήτης Ηλίας διακρίνεται από τους ομοεθνείς του για τον φόβο του προς τον Θεό, ο Οποίος κατ’ αποκλειστικότητα τον απασχολεί.
Ο τρόπος βίου του Προφήτου Ηλία υπήρξε μία συνεχής διαμαρτυρία κατά της χαναανιτικής θρησκείας, και μάλιστα του Βάαλ, και του πολιτισμού, ο οποίος διέφθειρε την Ισραηλιτική θρησκεία. Κέντρο των προσπαθειών και των αγώνων του είναι η αναγνώριση του Γιαχβέ ως του μόνου Θεού.
Η εποχή του είχε ανάγκη από μία μεγάλη μορφή, που θα έσωζε τον Ισραήλ από την ειδωλολατρία και την θρησκευτική κατάπτωση, οπού είχε περιπέσει. Εκφραστής των αντιδράσεων, που διαδραματίσθηκαν εκείνη την περίοδο, ήταν ο Προφήτης Ηλίας.
Οι ισχυροί της ημέρας, μεθυσμένοι από τις στρατιωτικές νίκες, από την λάμψη της νέας πρωτεύουσας και από την ευημερία των πόλεων, ζουν σε μία ατμόσφαιρα αλαζονικής αυτάρκειας και εθνικής εξάρσεως. Στο βασιλικό παλάτι, η ειδωλολάτρισσα σύζυγος του Αχαάβ, η Ιεζάβελ, δεν καταστρώνει παρά μόνο εγκληματικά σχέδια, ιδρύει στην Σαμάρεια ναό του Βάαλ και ο ίδιος ο βασιλέας φαίνεται να προσφέρει ανθρωποθυσία κατά την ανοικοδόμηση της Ιεριχούς (2). Στον ναό του Βάαλ υπάρχουν εκατοντάδες ψευδοπροφήτες, που έχουν επιφορτισθεί με το έργο της διαδόσεως της λατρείας των ειδώλων. Το ζήτημα, το οποίο χωρίζει τις δύο ομάδες των προφητών, είναι θρησκευτικό: είναι ο Βάαλ θεός ή ο Γιαχβέ;
Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα επαφίεται κατόπιν κοινής συμφωνίας να λυθεί δια θαύματος επί του όρους Καρμήλου. Ο Προφήτης Ηλίας αποδέχεται την πρόσκληση για αναμέτρηση και καταισχύνει τους αντιπάλους του με την επέμβαση του Θεού. Ενώ, ακόμη, ο Ηλίας προσευχόταν, «έπεσε πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού» (3), το οποίο δεν έκανε μόνο κάρβουνο και στάχτη τα κομμάτια του ζώου και τα ξύλα, όπως και άλλες φορές, αλλά και το νερό, που βρισκόταν στην τάφρο, το εστέγνωσε και το μετέβαλε σε ατμό. Ήταν και αυτό μία προειδοποίηση του θαύματος της βροχής, που επρόκειτο να επακολουθήσει.
Σύμφωνα με το Γ' Βασιλειών (19, 1), ο Προφήτης Ηλίας αναγκάσθηκε λόγω του διωγμού που εξαπέλυσε η Ιεζάβελ, η σύζυγος του Αχαάβ, εναντίον του και των μαθητών του, εξ αιτίας της σφαγής των ψευδοπροφητών του Βάαλ, να διαφύγει στην νοτιότερη πόλη της Παλαιστίνης, την Βεερσεβά (4), όπου κουρασμένος και αποθαρρυμένος ήγγισε τα όρια του θανάτου. Εκεί ξαπλωμένος αναφωνεί: «Είναι, αρκετό τώρα, Θεέ! Λάβε την ψυχή μου, διότι δεν είμαι ισχυρότερος των πατέρων μου» (5), και με την παράκληση αυτή αποκοιμάται. Αλλά Άγγελος Κυρίου τον ξυπνά, δυναμώνοντάς τον με τροφή και νερό (6) παρακινώντας τον ταυτόχρονα να συνεχίσει το ταξίδι του.
Ο Προφήτης Ηλίας ταξίδεψε σαράντα ήμέρες, ώσπου να φθάσει στο όρος Χωρήβ (7) και να εισέλθει σε ένα σπήλαιο. Εκεί ανέμενε την εμφάνιση του Θεού. Φυσικά φαινόμενα συνόδευσαν την Θεοφάνεια αυτή, κατά την οποία δεν αποκαλύφθηκε ο ίδιος ο Θεός, αλλά ακούστηκε η φωνή Του. Η θύελλα, ο σεισμός και η φωτιά, που ήταν σημεία της Θείας Παντοδυναμίας, προκάλεσαν την προσοχή του Προφήτου. Τον έκαναν να φοβηθεί, να συντριβεί και να ταπεινωθεί. Όμως ο Θεός δεν του μίλησε μέσα από τα φοβερά εκείνα σημεία, αλλά ως θεία Αγάπη και Ευσπλαχνία, που είναι, του φανέρωσε το θέλημά Του με φωνή αύρας λεπτής (8).
Με την εμφάνιση εκείνη ο Κύριος ήθελε να διδάξει τον Προφήτη, ότι οφείλει να μην είναι άνθρωπος των άκρων, αλλά ηπιώτερος και μαλακώτερος στον αγώνα, ότι ακόμη η πίστη δεν επιβάλλεται με σκληρά, αλλά ήπια μέσα. Όλα τα ανωτέρω ήσαν, επομένως, παιδαγωγία του Θεού, για να κάμει τον Προφήτη Ηλία φιλάνθρωπο.
Και ο Προφήτης συνεχίζει το έργο του, που ξεπερνά τα όρια της Διαθήκης και τον περιούσιο λαό του Θεού. Μια ειδωλολάτρισσα σώθηκε από την πείνα λόγω της μεγάλης εμπιστοσύνης που είχε στον λόγο του Θεού. Δοκιμάσθηκε τόσο η πίστη όσο και η υπακοή της μέσω της υπακοής της στο θέλημα του Προφήτου Ηλία και κατ’ επέκταση στο θέλημα και στο σχέδιο του Θεού. Ο υιός της χήρας των Σαρεπτών, εξ άλλου, επιστρέφει από τον θάνατο στην ζωή (9) χάριν του Προφήτου Ηλία, ο οποίος προσεύχεται ζωηρά, εμφυσά τρεις φορές τον νεκρό και παρακαλεί τον Θεό να τον αναστήσει.
Ο Προφήτης Ηλίας, μετά τον Μωϋσή, τον Αβραάμ και τον Δαυίδ, μνημονεύεται πολύ συχνά στην Καινή Διαθήκη. Οι Προφήτες, ως Άγγελοι της Νέας Διαθήκης, έχουν ως αποστολή και έργο τους να μεταφέρουν το θείο μήνυμα στον λαό, τον οποίο πρέπει να ενισχύουν στις δύσκολες στιγμές, να στιγματίζουν τα ολισθήματά του και να τον επαναφέρουν με τις νουθεσίες και το παράδειγμα της ζωής τους στον δρόμο του Θεού, όταν αυτός θα έχει αμαρτήσει ενώπιόν Του.
Ένας τέτοιος Άγγελος υπήρξε και ο Προφήτης Ηλίας, ο οποίος επικράτησε σε θεολογικές συζητήσεις και εσχατολογικές προσδοκίες για δύο κυρίως λόγους: την μυστηριώδη ανάληψή του (10), η οποία πραγματοποιήθηκε ως ανταμοιβή για τον ζήλο που έδειξε υπέρ του Νόμου (11) και την αποστολή του προ της Δευτέρας Παρουσίας (12).
Όσον αφορά στην ανάληψη του Προφήτου Ηλία, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος έστειλε «άρμα πυρός και ίππους πυράς», τα οποία ήσαν σύμβολα της δυνάμεως του Θεού, για να παραλάβουν τον Προφήτη Ηλία. Οι ψυχές των πιστών μεταφέρονται από τους Αγγέλους στις αγκάλες του Αβραάμ, για να βρουν σε αυτές ανάπαυση στον παράδεισο (13).
Στην περίπτωση όμως του Προφήτου, επειδή επρόκειτο να αναληφθεί με το σώμα του, ο ουράνιος συνοδός ήταν ορατός. Οι ουράνιοι συνοδοί παρουσιάσθηκαν ως «άρμα πυράς και ίπποι, πυρός», ώστε ο Προφήτης να ανέλθει στο πύρινο άρμα με αξιοπρέπεια, δόξα και πομπή. Το άρμα και οι ίπποι παρουσιάσθηκαν ως φωτιά, όχι διότι έκαιγαν, αλλά διότι έλαμπαν, άστραφταν με σκοπό να καταστήσουν την ανάληψη του Προφήτου εμφανή, λαμπρή και ένδοξη σε εκείνους που παρακολουθούσαν το γεγονός αυτό από μακριά. Ο Προφήτης καιγόταν από ζήλο για τον Θεό και την δόξα του Θεού, γι’ αυτό και τώρα με ουράνια φωτιά καθαρίζεται, λαμπρύνεται και μετατίθεται στον ουρανό.
Αξιοσημείωτο είναι, ότι ο Προφήτης Ηλίας, πριν την ανάληψή του, επισκέπτεται τους Προφήτες τόσο της Βαιθήλ οσο και της Ιεριχούς, οι οποίοι είχαν γνώση περί της επικειμένης αναλήψεως του Προφήτου πιθανόν από μυστική αποκάλυψη, την οποία τους έκανε ο Θεός, όπως επίσης και ο Προφήτης Ελισσαίος, ο οποίος σιωπούσε και συμβούλευε και τους άλλους Προφήτες να ησυχάζουν και να περιμένουν το γεγονός με σιωπή και άγιο φόβο.
Ο Προφήτης Ηλίας ήταν κάτοικος της ερήμου και εραστής της μονώσεως. Υπήρξε θερμός και αυστηρός κήρυκας μετάνοιας στον λαό. Η ακτινοβολία της προσωπικότητάς του επηρέασε όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και την εποχή του με αμείωτη, μάλιστα, αίγλη, που φθάνει ως τις ημέρες μας.
Υποσημειώσεις
(1) Γ' Βασ. 17, 1.
(2) Το έθιμο της ανθρωποθυσίας κατά την θεμελίωση κάποιας οικοδομής ήταν αρχαίο έθιμο Χαναανιτικό, βλ. Βασιλείου Βέλλα, Θρησκευτικαί προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης , Αθήνα, 1934, στ. 59.
(3) Γ' Βασ. 18, 38.
(4) Η Βεερσεβά (=φρέαρ ορκισμού) βρισκόταν στο βασίλειο του ευσεβούς Ιουδαίου βασιλέως Ιωσαφάτ, στα όρια της έρημου Φαράν (Γεν. 21, 14. Ιησούς του Ναυή 15, 28).
(5) Γ' Βασιλ. 19, 4.
(6) Η θαυμαστή τροφή, που δόθηκε από τον Άγγελο στον Προφήτη Ηλία, παρομοιάζεται με την Θεία Ευχαριστία, την οποία μας προσφέρει η αγάπη του Θεού.
(7) Το « Χωρήβ» είναι άλλη ονομασία του όρους Σινά. Λέγεται, επίσης, και «όρος του Θεού», διότι σε αυτό ο Θεός φανέρωσε στον λαό την δόξα Του.
(8) Γ' Βασιλ. 19, 12.
(9) Γ' Βασιλ. 17, 17-24.
(10) Δ' Βασιλ. 2, 11.
(11) Α' Μακ. 2, 58.
(12) Μαλ. 4, 5.
(13) Λουκ. 16, 22. |
|
|
|
|
ΑΡΘΡΟ |
|
|
| |
Η Ευχαριστηριακή θεώρησις του κόσμου και ο σύγχρονος άνθρωπος
Ζηζιούλα (Ιωάννου), Μητροπολίτου Περγάμου (†)
Χριστιανικό Συμπόσιο, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας,
Αθήνα 1967, σελ. 183-191.
H Oρθόδοξος παράδοσις είναι βαθύτατα λειτουργική. Δια την Ορθοδοξίαν «η Εκκλησία ζη εν τη ευχαριστία και δια της Ευχαριστίας» και η συγκεκριμένη μορφή της Εκκλησίας είναι ο ναός όπου τελείται η Ευχαριστία και εις τον όποιον o Ορθόδοξος λαός έχει χαρίσει το όνομά της. Ολόκληρος ο κόσμος είναι μία λειτουργία, μία «κοσμική λειτουργία», που «αναφέρει» εις τον θρόνον του Θεού όλην την δημιουργίαν. Η Ορθόδοξος Θεολογία είναι και αυτή μία δοξολογία, μία έκφρασις λειτουργική· είναι ευχαριστιακή Θεολογία.
Αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά δια τον άνθρωπον της εποχής μας; Η θεώρησις του κόσμου και της ζωής έχει τόσο πολύ μεταβληθή εν σχέσει με τον Βυζαντινόν, και εξακολουθεί να μεταβάλλεται τόσον ραγδαίως υπό την πίεσιν των νεωτέρων, φιλοσοφικών, επιστημονικών, κοινωνικών και άλλων εξελίξεων, ώστε διερωτάται σήμερα ο άνθρωπος : τι έχει να τού προσφέρη η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή; Το ερώτημα αυτό προσλαμβάνει διαστάσεις αγωνίας, όταν σκεφθή κανείς ότι ο σύγχρονος άνθρωπος διέρχεται από σοβαρωτάτην κρίσιν εις τας σχέσεις του με την Εκκλησίαν. Ο δυτικός πολιτισμός, που έχει τραφή με τα ιδανικά του Χριστιανισμού, αποχριστιανίζεται ραγδαίως, και η Εκκλησία, που ομιλεί ακόμη την γλώσσαν του παρελθόντος και προβληματίζεται με ζητήματα παρωχημένης εποχής, συγκινεί διαρκώς και ολιγώτερον τον σύγχρονον άνθρωπον. Ο δυτικός χριστιανικός κόσμος συνειδητοποιεί πλέον το πρόβλημα της εκκοσμικεύσεως ( secularization ) εις όλην του την σοβαρότητα. Αλλ’ αι δυνατότητες που διαθέτει η παράδοσίς του, μία παράδοσις που ζη υπό το βάρος της διχοτομήσεως του κόσμου εις « άγιον» και « κοσμικόν», τον οδηγούν εις περισσότερα προβλήματα και εις ολιγωτέρας λύσεις.
Εις την κατάστασιν αυτήν η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή ίσταται ως η ελπιδοφόρος μαρτυρία. Διότι η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου και της Ιστορίας, που εμπεριέχεται εις την Ορθόδοξον λειτουργικήν ζωήν, και που, αλλοίμονον, δια την έλλειψιν λειτουργικής αγωγής δεν έχει συνειδητοποιηθή ούτε από τους Ορθοδόξους, δεν συμμερίζεται την τύχην των φιλοσοφικών και θεολογικών σχημάτων, που εις την κατάργησίν των από την νεωτέραν σκέψιν παρέσυραν εις κρίσιν τας σχέσεις θεολογίας και ζωής. Η Ορθόδοξος λειτουργική ζωή έχει μίαν ιδιάζουσαν θεώρησιν του κόσμου και της δημιουργίας, της οποίας η μεταφορά εις την σύγχρονον ζωήν και δυνατή και αναγκαία είναι· έχει επίσης μίαν αντίληψιν περί ανθρώπου ιδιαιτέρως αναγκαίαν σήμερον περιέχει, τέλος, μίαν ερμηνείαν της Ιστορίας και των προβλημάτων της, της ηθικής ζωής και των δυνατοτήτων της που ίσως πρέπει με ιδιαιτέραν έμφασιν να τονισθούν εις τας ημέρας μας. Αλλά πως εννοούμεν την Ευχαριστίαν, όταν γίνεται λόγος περί μιας «ευχαριστιακής θεωρήσεως του κόσμου»; Η απάντησις εις το ερώτημα αυτό είναι πρωταρχική, διότι η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθή και διαστραφή κυρίως από της εποχής του Σχολαστικισμού. Η χρησιμοποίησίς της με το αρχαίον, πατερικόν Ορθόδοξον περιεχόμενόν της προϋποθέτει πλέον μερικάς βασικάς διευκρινίσεις.
Η Ευχαριστία έχει συνδεθή εις την συνείδησίν μας με μίαν εκδήλωσιν ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί ως αντικείμενον, ως πράγμα και ως μέσον εκδηλώσεως της ευσεβείας μας ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας. Αλλ’ η αρχαία αντίληψις περί Ευχαριστίας την αντιμετωπίζει όχι μόνον ούτε κυρίως ως πράγμα, αλλ’ ως πράξιν, ως λειτουργίαν (ο Ορθόδοξος αυτός όρος είναι πολύ χαρακτηριστικός), και μάλιστα ως πράξιν συνάξεως, ως κοινήν καθολικήν εκδήλωσιν της όλης Εκκλησίας και όχι ως κατακόρυφον σχέσιν ενός εκάστου μετά του Θεού. Είναι χαρακτηριστικόν ότι η Ανατολή, που διατηρεί - ασυνειδήτως μάλλον – την αρχαίαν αυτήν αντίληψιν, ούτε ατομικάς λειτουργίας διενοήθη ποτέ να εισαγάγη, ούτε προσκύνησιν των τιμίων δώρων υπό την μορφήν μονίμου αναγωγής των εις αντικείμενον ευσεβείας και λατρείας. Η Ευχαριστία είναι κατά βάσιν κάτι το οποίον γίνεται, μία πράξις και μάλιστα όχι ενός εκάστου, αλλά της όλης Εκκλησίας.
Θεωρούμεν επίσης την Ευχαριστίαν ως εν μυστήριον μεταξύ πολλών – των επτά, επί παραδείγματι. Η αρχαία όμως Εκκλησία δεν είχε την μεταγενεστέραν αντίληψιν περί μυστηρίων, αλλά περί ενός και μόνου μυστηρίου, του «μυστηρίου του Χριστού», όπως καλείται εις την Γραφήν. Η Ευχαριστία νοείται μόνον Χριστολογικώς είναι το σώμα του Χριστού, αυτός ούτος ο Χριστός, ο όλος Χριστός. Ας μη βλέπωμε, λοιπόν, την Ευχαριστίαν ως εν μέσον χάριτος, μιας χάριτος αφηρημένης και ανεξαρτήτου της Χριστολογίας, αλλ’ ως αυτόν τούτον τον Χριστόν, σώζοντα τον άνθρωπον και τον κόσμον, καταλάσσοντα ημάς μετά του Θεού εν Εαυτώ. Όλα, λοιπόν, τα προβλήματα περί στοιχείων της Ευχαριστίας, περί πραγματικής ή μη παρουσίας, transubstatio κ.τ.λ., που απησχόλησαν τόσον εντόνως τον Μεσαίωνα, απλώς και μόνον μας επαναφέρουν εις την θεώρησιν της Ευχαριστίας ως πράγματος, ως αντικειμένου. Ο βασικός χαρακτήρ της Ευχαριστίας έγκειται εις το ότι αυτή είναι σύναξις και πράξις και ότι εν αυτή και δι’ αυτής θεωρείται και ανακεφαλαιούται και βιούται το όλον μυστήριον του Χριστού, η σωτηρία του κόσμου.
Εάν προσεγγίσωμεν την Ευχαριστίαν υπό αυτάς τας προϋποθέσεις, τότε υποχρεούμεθα να την παρακολουθήσωμεν όχι ως μίαν αποψιλωμένην και αυτόνομον διδασκαλίαν περί μυστηρίων, αλλ’ ως συγκεκριμένην λειτουργίαν, όπως τελείται εις ένα Ορθόδοξον ναόν. Τότε θ’ αποκαλυφθή ενώπιον μας η ιδιάζουσα θεώρησις του κόσμου και της Ιστορίας που εμπεριέχει η Ορθοδοξία εις την πλέον αυθεντικήν εκδήλωσίν της.
Η λειτουργία είναι η πλέον θετική και εις την πράξιν αποδοχή του κόσμου και της δημιουργίας. Αν ο μοναχισμός ως πράξις (όχι ως θεωρία και προσωπικόν βίωμα) χαρακτηρίζεται από την έξω του κόσμου κίνησιν (εννοώ την τοπικήν φυγήν από τον κόσμον), η λειτουργία χαρακτηρίζεται από την αντίθετον φοράν. Κάθε πιστός, που μεταβαίνει εις την λειτουργίαν, φέρει μαζί του – και εννοώ τούτο κατά τρόπον ρεαλιστικώτατον – τον κόσμον. Δεν φέρει απλώς τον εαυτόν του με τας αδυναμίας και τα πάθη του. Φέρει την όλην σχέσιν του προς τον φυσικόν κόσμον, προς την δημιουργίαν. Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, αλλά και σήμερον, όπου ακόμη δεν αντικατέστησε την πατροπαράδοτον ευσέβειαν μία δήθεν «κατ’ επίγνωσιν» τοιαύτη, οι πιστοί δεν μεταβαίνουν μόνοι εις την Εκκλησίαν, αλλά συνοδευόμενοι από τα δώρα της δημιουργίας, τον άρτον, τον οίνον και το έλαιον, τα οποία – πόσον χαρακτηριστικόν είναι και τούτο ! – εν λειτουργική πομπή και παρελάσει μεταφέρονται, δια να παραδοθούν εις χείρας του αναμένοντος προ της εισόδου επισκόπου – η σημερινή «μεγάλη είσοδος» της λειτουργίας – ο οποίος και θα τα « αναφέρη» εις τον θρόνον του Θεού ως Ευχαριστίαν. Και ενώ θ’ ανέμενε κανείς τους πιστούς να λησμονήσουν, καθώς μεταβαίνουν εις τον ναόν, τας βιωτικάς ανάγκας των, η λειτουργία τους καλεί να τα μεταφέρουν εκεί, ευχόμενοι «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης… πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων. .» κ.τ.λ. Το μέγα τούτο σκάνδαλον των ευσεβών ψυχών, που σκανδαλίζονται – απορεί κανείς διατί τάχα περισσότερον – από την περιφοράν του δίσκου – μιας άλλης εκδηλώσεως του αυτού πνεύματος – είναι η πράξις που αποκαλύπτει, ότι κατά την λειτουργίαν συντελείται ακριβώς μία πορεία, μία παρέλασις θα έλεγε κανείς, του όλου κόσμου προς την αγίαν τράπεζαν, ενός κόσμου, όπως είναι και όπως θα είναι πάλιν μετ’ ολίγον, όταν η εσχατολογική αναλαμπή, η πρόγευσις του Παραδείσου, που παρέχει η Ευχαριστία, κλείση, και οι πιστοί κληθούν και πάλιν «να προέλθουν εν ειρήνη» εις τον κόσμον.
Η εμπειρία αυτή της πορείας της όλης ανθρώπινης ζωής προς μεταφοράν της εις τον λειτουργικόν χώρον δεν αποτελεί απλώς μίαν κατάφασιν που παραβλέπει ότι ο κόσμος δεν είναι πλέον «καλός λίαν», όπως τον είδεν ο Θεός κατά την ώραν της δημιουργίας, ένα παραμερισμόν δηλαδή του γεγονότος της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι το τραγικόν στοιχείον που επανέρχεται πάλιν και πολλάκις εις την συνείδησιν της λειτουργούσης Εκκλησίας : «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν σοι, βασιλεύ της δόξης», «Αλλ’ όμως…» η αμαρτία δεν είναι δια την λειτουργίαν, όπως δια την σύγχρονον θεολογίαν της κρίσεως, το αγχώδες και άλυτον πρόβλημα του κόσμου. Η φθορά που συνοδεύει την δημιουργίαν δεν καταφάσκεται ή αποφάσκεται εις την λειτουργίαν – ας μη παρασυρώμεθα από το δίλημμα αυτό. Ο κόσμος που εισρέει εις τον λειτουργικό χώρον είναι αυτός ο εφθαρμένος κόσμος και εις την αποδοχήν του εντός του ναού συντελείται μία κατάφασίς του. Αλλά τα πράγματα δεν σταματούν εδώ. Διότι ο κόσμος αυτός, εισρέει εκεί ακριβώς δια να μη μείνη όπως είναι. Η λειτουργία είναι το « φάρμακον της αθανασίας», ακριβώς διότι εν τη αποδοχή και τη καταφάσει της προς τον κόσμον αντιφάσκει προς την φθοράν του, τον αγιάζει και τον «αναφέρει» εις τον δημιουργόν ως γνησίαν δημιουργίαν : «τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα: και δια πάντα».
Η αποδοχή αυτή του κόσμου υπό της λειτουργίας, δεικνύει προς την κατεύθυνσιν ότι όντως ο κόσμος, δια την ευχαριστιακήν θεώρησιν της δημιουργίας δεν έπαυσε ποτέ να είναι κόσμος του Θεού, ότι η αμαρτία και η φθορά δεν εδημιούργησαν ένα «ξένον Θεόν» του Μαρκίωνος και του Harnack, ότι ό,τι είμεθα και ό,τι πράττομεν και ό,τι μας ενδιαφέρει εν τω κόσμω ημπορεί και πρέπει να διέλθη από τα χέρια τοτ ιερουργούντος λειτουργού ως «αναφορά» εις τον Θεόν. Αλλ’ όχι δια να μείνη οίον είναι. Ούτε δια να παύση να είναι εκείνο, το οποίον κατ’ ουσίαν είναι. Αλλά δια να γίνη εκείνο το οποίον όντως είναι και το οποίον παραμορφώνει η αμαρτία.
Το παράδοξον αυτό της καταφάσεως και της αποφάσεως του κόσμου υπό της λειτουργίας, η μεταμόρφωσις δηλαδή του κόσμου, που δεν καταστρέφει τον κόσμον, η αναγέννησις που δεν τον δημιουργεί ex nihilo, η ανακαίνισις που δεν είναι ανανέωσις εξ υπαρχής, είναι εν τη Ευχαριστία αυτή αύτη η εν τόπω και χρόνω έκφανσις του μυστηρίου του Χριστού, εν τω οποίω ο παλαιός Αδάμ ανακαινούται, χωρίς να καταστρέφεται, η ανθρωπινή φύσις προσλαμβάνεται χωρίς να τρέπεται, ο άνθρωπος θεούται, χωρίς να παύη να είναι άνθρωπος.
Η τοιαύτη θεώρησις του κόσμου υπό της Ευχαριστίας δεν αφήνει περιθώρια δια την διχοτόμησιν μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, μίαν διχοτόμησιν, εις την οποίαν ενέκλεισε τον άνθρωπον η δυτική θεολογία τοποθετήσασα αυτόν προ του διλήμματος να εκλέξη μεταξύ των δύο. Το γεγονός αυτό είναι, νομίζω, άκρως υποβοηθητικόν εις την σχέσιν της Εκκλησίας προς τον άνθρωπον της εποχής μας. Ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται, αν δεν αδυνατεί, να διαχώριση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού. Το υπερφυσικόν ως κάτι το «επέκεινα» της φύσεως, λόγω των νεωτέρων επιστημονικών και φιλοσοφικών εξελίξεων, δεν το συλλαμβάνει πλέον. Και η χριστιανική συνείδησίς του υπό το βάρος της διχοτομήσεως αυτής, που του εκληροδότησεν η δυτική θεολογία, δεν έχει παρά να τον οδηγήση είτε εις την καθολικήν απόρριψιν του υπερφυσικού, είτε εις μίαν διχοτόμησιν εντός αυτής της συνειδήσεως του, εις μίαν κατάστασιν σχιζοφρένειας, καθ’ ην πότε το δέχεται (δια να μη προδώση την πίστιν του) και πότε αδιαφορεί δι’ αυτό (διότι η καθημερινή ζωή του το επιβάλλει). Αλλά δια μίαν λειτουργικήν θεώρησιν του κόσμου δεν υπάρχει φυσικόν και υπερφυσικόν. Υπάρχει φύσις και δημιουργία ως ενιαία πραγματικότης, προερχομένη εκ του Θεού και «αναφερομένη» εις τον Θεόν. Υπάρχει συνάντησις πλήρης, μέχρι ταυτισμού, της ουρανίου προς την επίγειον πραγματικότητα («οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες»), μία συνάντησις, εις την οποίαν και αυτός ο Θεός παύει να νοήται ως «επέκεινα» της φύσεως και γίνεται εν τω προσώπω του Υιού Του «ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών». Τοιουτοτρόπως η Ευχαριστία παρέχει την δυνατότητα λυτρώσεως του ανθρώπου από μίαν διχοτομίαν, εξ αιτίας της οποίας ο σύγχρονος άνθρωπος κινδυνεύει ν’ απορρίψη τον Θεόν, εφ’ όσον η θεολογία του Τον ετοποθέτησεν εις μίαν σφαίραν, που δεν δύναται πλέον να κατανόηση.
Αλλ’ ακόμη η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου προχωρεί και εις την άρσιν μιας άλλης αντιθέσεως, εις την οποίαν η γνωστικίζουσα και ελληνίζουσα θεολογία ετοποθέτησε τον άνθρωπον της αντιθέσεως μεταξύ αιωνιότητος και χρόνου. Η ιστορία και ο χρόνος που θεωρούνται συνήθως είτε ως αναγκαίον κακόν είτε ως ο «προθάλαμος» της αιωνιότητος, διασταυρώνονται εις την Ευχαριστίαν με την αιωνιότητα, η οποία τοιουτοτρόπως παύει να είναι κάτι πριν η μετά τον χρόνον και εις μίαν μυστικήν συνύφανσιν του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, γίνεται ακριβώς η διάστασις εκείνη, εις την οποίαν ημπορεί να εύρη πλήρη αποδοχήν και εξαγιασμόν ο χρόνος, ως το πεδίον πραγματοποιήσεως του προαιώνιου σχεδίου του Θεού δια την σωτηρίαν μας: « μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς ανόδου, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας, τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».
συνέχεια |
|
| |
|
|
|
|